← Κύπρος

Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου ν. Σολωμού Χαραλαμπίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2864/05, 26.4.2012

Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου ν. Σολωμού Χαραλαμπίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2864/05, 26.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2864/05 Μεταξύ: Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου Ενάγοντα -και-

  1. Σολωμού Χαραλαμπίδη
  2. Σουσάννας Χαραλαμπίδου
  3. Δημήτρη Χαραλαμπίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 26.4.2012 Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 21.2.2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χ. Βελάρης, για ν΄ ακούσει απόφαση, κ. Κ. Καποδίστριας Για τους Εναγομένους-αιτητές: κ. Μ. Γεωργίου, για ν΄ ακούσει απόφαση, κα Λ. Δήμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι αιτούνται την τροποποίηση του δικογράφου τους δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου: «
  4. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η αγωγή των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί γιατί εγείρεται από νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο εφόσον δυνάμει του άρθρου 110 του Συντάγματος νομική προσωπικότητα ή νομική οντότητα αναγνωρίζεται μόνον στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου και όχι σε οποιαδήποτε υποδιαίρεση αυτής όπως είναι η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά δεν υπάρχει δεόντως υπογεγραμμένο διοριστήριο δια την έγερση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καθότι το διοριστήριο δεν υπογράφεται ή δεν τυγχάνει της έγκρισης του οικείου Επισκόπου δηλαδή του τότε τοποτηρητή της Αρχιεπισκοπικής έδρας νυν Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ αλλά μόνον από τον Χωρεπίσκοπο Σαλαμίνος Βαρνάβα κατά παράβαση του άρθρου 310 του Καταστατικού». Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 3, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ο εναγόμενος». Ο εναγόμενος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης κατέστη «φανερή» κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, την 8.2.2012, όταν ο μάρτυρας των εναγόντων «.αφού πήρε το διοριστήριο στα χέρια του αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή του Χωρεπισκόπου Σαλαμίνος Βαρνάβα». Σε σχέση δε με το πρώτο σκέλος της τροποποίησης αναφέρει ότι κατέστη αναγκαίο «.μετά από συμβουλή εμπειρογνώμονα στο εκκλησιαστικό και κανονικό δίκαιο αλλά και κατόπιν μελέτης του άρθρου 110 του Συντάγματος». Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Είναι η θέση τους ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο, εδράζεται σε ισχυρισμούς που αποτελούν εσωτερικά θέματα (material interna) της Εκκλησίας της Κύπρου, είναι προπετής, ενοχλητική, κακόπιστη και καταχρηστική και κανένα σκοπό εξυπηρετεί πλην την παρακώλυση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και οι συνταγματικές διατάξεις, τις οποίες επικαλούνται οι αιτητές, «.ήσαν εκ παλαί εν ισχύϊ και κατά νόμο πάντα σε γνώση και/ή υπόψη τόσο του κ. Χαραλαμπίδη όσο και οποιουδήποτε άλλου». Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και υπογράφεται από τον Κώστα Κατσαρό, δικηγόρο και σύμβουλο των εναγόντων επί εκκλησιαστικών θεμάτων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν ή όχι νομική προσωπικότητα είναι «θέμα νόμου». Το άρθρο 110 του Συντάγματος ρητά προβλέπει ότι η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα ρύθμισης των «εσωτερικών αυτής πραγμάτων και της περιουσίας της, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες και το εκάστοτε εν ισχύϊ Καταστατικό της». Συνακόλουθα, οι διοικητικές εκκλησιαστικές περιφέρειες ή θρόνοι και ή οι αρμοδιότητες τους είναι θέμα που ρυθμίζεται αποκλειστικά από το Συνταγματικά κατοχυρωμένο Καταστατικό της Εκκλησίας και ουδέν άλλο. Ο ισχυρισμός δε, περί αντικανονικότητας του διορισμού των δικηγόρων τους, είναι θέμα που αφορά τους ιδίους τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους και οι αιτητές δεν έχουν ή μπορούν να έχουν «οποιονδήποτε ρόλο σ΄ αυτόν». Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Η σύγχρονη τάση, ως διαγράφεται μέσα από τη νομολογία, είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε κάποια αμέλεια ή καθυστέρηση στην προώθηση της, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστή η αχρείαστη τροποποίηση ή τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα[1]. Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι επιχειρούν να εισάξουν στην υπεράσπιση τους τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Σε τέτοια περίπτωση, ήτοι όταν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης της αγωγής στο όνομα του ενάγοντα, πρέπει να ζητήσει την διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα, στα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Δεν μπορεί ν΄ αμφισβητήσει την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε κατά τη διάρκεια της δίκης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτη Λτδ κ.α v. Alpha Bank Ltd, πρώην Lombard Natwest Bank Ltd[2] από την οποία διαβάζουμε τα πιο κάτω: «.But if the defendant desires to question the authority to sue in the plaintiff's name, he must apply to strike out the plaintiff's name at an early stage; He cannot by his defence dispute the authority, nor can he do so at the trial .». Το πιο πάνω απόσπασμα έχει υιοθετηθεί από το Annual Practice του 1958, σελ. 574,
  5. Καθοδηγητικές επί του θέματος είναι και οι Αγγλικές αποφάσεις Richmond v. Branson [3] και Russian Bank v. Comptoir de Mulhouse[4]. Στη Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α[5], κρίθηκε ότι η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων και ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής[6]. Στην υπό κρίση αίτηση τίθεται επίσης θέμα αμφισβήτησης του διοριστηρίου, κατά πόσο ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Βαρνάβας είχε εξουσία να το υπογράψει. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η αγωγή έχει εγερθεί με την εξουσιοδότηση προσώπου, ο οποίος έχει ικανότητα να ενάγει. Ο δικαστής Warrington έθεσε το θέμα ως πιο κάτω στην υπόθεση Richmond v. Branson & Son[7]. «But the real question is the authority of the solicitor. Is that a question which can be raised as a relevant issue in the action and at the trial? Νο authority has been cited in support of the affirmative of such a proposition, and, in my opinion, it is impossible, according to the ordinary practice and procedure of the Court, to justify that proposition. The business of the Court could not be carried on if one were not entitled to assume the authority of the solicitor unless and until that authority has been disputed and shewn not to exist in the proper form of proceeding, namely, a substantive application on the part of the parties concerned to stay the proceedings on the ground of want of authority». Και σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η εξουσιοδότηση του δικηγόρου. Αποτελεί αυτό ζήτημα το οποίο μπορεί να εγερθεί σαν σχετικό θέμα στην αγωγή και στη δίκη; Δεν έχει γίνει αναφορά σε αυθεντία η οποία υποστηρίζει θετικά μια τέτοια θέση και κατά την γνώμη μου, είναι αδύνατο, σύμφωνα με την συνήθη πρακτική και δικονομία του δικαστηρίου να δικαιολογηθεί τέτοια θέση. Η εργασία αυτού του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί εάν δεν θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο δικηγόρος έχει εξουσιοδότηση εκτός και μέχρις ότου η εξουσιοδότηση εκείνη έχει αμφισβητηθεί και αποδειχθεί ότι δεν υφίστατο με την χρήση του κατάλληλου διαδικαστικού διαβήματος δηλαδή αίτηση από τους ενδιαφερόμενους διαδίκους για αναστολή της διαδικασίας λόγω έλλειψης εξουσιοδότησης». Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί και στην απόφαση του Εφετείου Union des Cooperatives Agricol's de Cereales de Semences v.
  6. Apak Agro Industries Ltd κ.α[8]. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο τρόπος που επέλεξαν οι εναγόμενοι να προωθήσουν τις θέσεις τους ήτοι να αμφισβητήσουν τόσο τη νομική οντότητα των εναγόντων όσο και το διοριστήριο που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους δεν είναι ο ενδεδειγμένος. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως διαπιστώνω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, αφορά δε θέματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και όχι επτά χρόνια μετά την έγερση της αγωγής και ενώ η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει. Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται «με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[9]». Στην παρούσα υπόθεση οι λόγοι που δίδονται για δικαιολόγηση της καθυστέρησης δεν είναι ικανοποιητικοί. Κατά πόσο η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή είναι θέμα το οποίο θα έπρεπε να είχε προβληματίσει τους εναγόμενους αμέσως μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι επτά περίπου χρόνια αργότερα, εν των μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία άρχισε μετά από μεγάλη καθυστέρηση. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου

(1991)1 ΑΑΔ 394. [2]
(2003)1 Β ΑΑΔ 990, 995. [3] [1914] 1 Ch 968 [4][1925] A.C. 112 [5]
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773 [6] Βλέπετε επίσης σχετικά Χριστίνα Ταλιάνου v. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 A A.A.Δ.
  1. [7] [1914] 1 Ch
  2. [8] [1998] 1 ΑΑΔ
  3. [9] Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223, 228 και SABA & Co (T.M.P) v. T.M. P. Agents
(1984)1 A.A.Δ. 426. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.