Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της Εταιρείας Liasis Shoelasts Company Limited ν. Λεωνίδα Κίμωνος υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εταιρείας Liasis Shoelasts Company Limited (Υπό εκκαθάριση ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4340/2011 Μεταξύ: Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της Εταιρείας Liasis Shoelasts Company Limited (Υπό εκκαθάριση και Διαχείρηση) Ενάγοντα και
- Λεωνίδα Κίμωνος υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εταιρείας Liasis Shoelasts Company Limited (Υπό εκκαθάριση και Διαχείρηση)
- Kυπριακής Δημοκρατίας διά μέσου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 20 Ιουνίου, 2011 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 26 Απριλίου,
- Για τον ενάγοντα-Αιτητή: κ. Γ. Χαπάρης Για τον εναγόμενο 1-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Δ. Παυλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 6 Ιουλίου 2001, και μετά από απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, η εταιρεία Liasis Shoelasts Company Limited (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η εταιρεία), υπέγραψε ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως το ομόλογο), προκειμένου να εξασφαλίσει χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η τράπεζα). Χρόνια αργότερα, το 2008, η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση με διάταγμα δικαστηρίου και ως προσωρινός εκκαθαριστής διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Στην πρώτη, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας, συνεδρίαση των πιστωτών της εταιρείας η οποία πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 2011, διορίστηκε ως εκκαθαριστής ο εναγόμενος 1, ο διορισμός του οποίου επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Δικαστήριο. Στις 24.3.2011 η τράπεζα, εξασκώντας τα δικαιώματα που της παρείχε το ομόλογο, διόρισε ως Παραλήπτη και Διαχειριστή του ενεργητικού της εταιρείας τον ενάγοντα. Λίγους μήνες μετά, την 20.6.2011, ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Αξιώνει σειρά δηλωτικών αποφάσεων. Συγκεκριμένα: (α) Δήλωση ότι δικαιούται ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της περιουσίας της εταιρείας να παραλάβει και/ή κατέχει και/ή διαθέσει συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας, ανεξάρτητα από το διορισμό του εναγόμενου 1 ως εκκαθαριστή της, (β) δήλωση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο διορισμός του εναγόμενου 1 ως εκκαθαριστή της εταιρείας δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο τα οποιαδήποτε δικαιώματα του ενάγοντα που απορρέουν από το διορισμό του ως Διαχειριστή και Παραλήπτη δυνάμει του ομολόγου και σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία που καλύπτεται από το ομόλογο αυτό, (γ) δήλωση ότι ο εναγόμενος 2, ως προσωρινός Εκκαθαριστής, παράνομα και χωρίς νόμιμη εξουσία παρέδωσε την κατοχή των ακινήτων της εταιρείας στον εναγόμενο 1, και, (δ) διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο 1 να παραδώσει κατοχή των εν λόγω ακινήτων στον ενάγοντα. Αξιώνει, περαιτέρω, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στα ακίνητα και/ή για απώλεια ενδιάμεσων κερδών. Ταυτόχρονα, εισήχθηκε και η υπό κρίση Αίτηση. Μονομερώς δε εκδόθηκαν προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα με τα οποία παρεμποδίζεται και/ή απαγορεύεται στον εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της εταιρείας και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του από του να κατέχουν και/ή επεμβαίνουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν ακίνητη περιουσία της εταιρείας, συγκεκριμένα τρία τεμάχια τα οποία βρίσκονται στην περιοχή Λατσιών της επαρχίας Λευκωσίας. Αξιωνόταν επίσης προστακτικό διάταγμα διατάσσον τον εναγόμενο 1 να παραδώσει την κατοχή των εν λόγω ακινήτων στον ενάγοντα. Ως προς το τελευταίο αυτό αίτημα, δόθηκαν οδηγίες επίδοσης. Τελικά το μέρος αυτό της Αίτησης δεν προωθήθηκε και, όπως προβάλλει μέσα από την αγόρευσή του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, περιορίστηκε στην οριστικοποίηση και μόνο των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων. Ούτως ή άλλως, η έκδοση στο στάδιο αυτό προστακτικού διατάγματος στην πιο πάνω βάση δεν θα δικαιολογείτο. Καθότι θα συνιστούσε τελική θεραπεία, η παροχή της οποίας θα κριθεί στο τελικό και μόνο στάδιο της αγωγής. Τη συνοδευτική της Αίτησης ένορκη δήλωση ορκίζεται ο ενάγοντας, εγκεκριμένος λογιστής και αδειούχος διαχειριστής/εκκαθαριστής. Αφού παραθέτει το ιστορικό της υπογραφής του ομολόγου και του διορισμού του από την τράπεζα ως Παραλήπτη και Διαχειριστή του ενεργητικού της εταιρείας, προβάλλει τη θέση ότι ο εναγόμενος 1 δεν αναγνωρίζει την εγκυρότητα του διορισμού του ως Παραλήπτη και Διαχειριστή, αρνείται να του παραδώσει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία και απειλεί να προχωρήσει σε διαδικασίες πώλησής της, κατά παράβαση του ομολόγου και των δικαιωμάτων που αυτό παρέχει. Είναι η βασική θέση του ενάγοντα πως υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραβίασης των συμφερόντων και συμβατικών δικαιωμάτων της τράπεζας, τα οποία πηγάζουν από το ομόλογο και ότι σε περίπτωση πώλησης των ακινήτων από τον εναγόμενο 1 το εν λόγω ομόλογο θα καταστεί άνευ αντικειμένου και τα οικονομικά συμφέροντα της τράπεζας θα πληγούν ανεπανόρθωτα. Προβάλλεται σειρά λόγων ένστασης στη βάση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, απόκρυψης γεγονότων και έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο εναγόμενος 1, επίσης λογιστής και εκκαθαριστής, με ειδίκευση στον τομέα διαχείρισης και εκκαθάρισης εταιρειών. Καταγράφω, επίσης συνοπτικά, τα ακόλουθα: Επιβεβαιώνει ο ενόρκως δηλών ότι διορίστηκε ως Εκκαθαριστής της εταιρείας δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20.4.2011 και υπό την ιδιότητά του αυτή ενεργεί εκ μέρους όλων των πιστωτών της. Είναι η βασική του θέση ότι μόνο ο ίδιος έχει δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρείας και/ή προστασίας των αγώγιμων δικαιωμάτων της και ότι μετά την έκδοση, το 2008, διατάγματος εκκαθάρισης, οποιοσδήποτε διορισμός παραλήπτη καθίσταται άκυρος. Αρνείται επίσης ότι τα οποιαδήποτε οικονομικά συμφέροντα της τράπεζας τίθενται σε κίνδυνο, αφού αφενός ο ίδιος θα προχωρήσει με την εκκαθάριση της εταιρείας προς το συμφέρον όλων των πιστωτών και, αφετέρου, η τράπεζα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής δυνάμει υποθηκών επί των επίδικων ακινήτων, οι οποίες και υπερκαλύπτουν την οφειλή της εταιρείας προς την τράπεζα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με εκτεταμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν τη νομική πλευρά της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, με εφαρμογή στα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση και επικεντρώνοντας την προσοχή τους στις αρχές που διέπουν τις κυμαινόμενες επιβαρύνσεις. Είναι άσκοπη η επανάληψη των θέσεών τους, δεδομένου ότι, στην έκταση που αυτό κρίνεται απαραίτητο, θα παρατεθούν στην πορεία της απόφασης και ανάλογα θα εξεταστούν. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, καθότι απέκρυψε ότι η τράπεζα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής ως ενυπόθηκος δανειστής και ότι κατέχει επιπρόσθετη εξασφάλιση και σε άλλα ακίνητα της εταιρείας. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που τη διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-
- Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση 211/2010, ημερ. 14.7.2011, και στην πολύ πρόσφατη CTO Public Company Limited κ.ά. και BAT (Cyprus) Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του εξεταζόμενου καθήκοντος. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την ύπαρξη του επίδικου ομόλογου και τα δικαιώματα που αυτό παρέχει στην τράπεζα. Υπό το φως, λοιπόν, αυτών των δεδομένων, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε στους εξεταζόμενους λόγους, όπως αυτοί προβλήθηκαν από την πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση, που να θεμελιώνει ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή παραβίασε οποιοδήποτε καθήκον που τον βαραίνει σε διαδικασία αυτής της μορφής. Αντίθετα, εύκολα εντοπίζεται από τη συνοδευτική της Αίτησης ένορκο δήλωση ότι σε αυτή καταγράφονται με λεπτομέρεια και αντικειμενικά όλα τα ουσιώδη, υπό τις συνθήκες, γεγονότα. Τεκμηριώνονται δε με σχετικές παραπομπές στα επισυνημμένα τεκμήρια. Εύκολα άλλωστε εντοπίζεται και από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι δεν υπάρχει διάσταση ως προς τα βασικά γεγονότα, αλλά διαφορετική νομική ερμηνεία τους. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η βάση των αξιώσεων του Αιτητή περιστρέφεται γύρω από επικαλούμενα δικαιώματα δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί της περιουσίας της εταιρείας. Η παράθεση συνεπώς της νομικής διάστασης των κυμαινόμενων επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένης της ερμηνείας του όρου, της διαδικασίας μετατροπής τους σε σταθερές επιβαρύνσεις (αποκρυστάλλωσής τους), και των συνεπειών της μετατροπής αυτής, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Προς το σκοπό αυτό χρήσιμες είναι οι παραπομπές στις πιο κάτω παραγράφους του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Volume 7: «
- Meaning of "floating charge". The terms "floating charge" and "floating security" mean a charge or security which is not to be put into immediate operation, but is to float so that the company is to be allowed to carry on its business. It contemplates, for instance, that book debts may be extinguished by payment, and other book debts may come in and take the place of those which have disappeared. While a specific charge is one which without more, fastens on ascertained and definite property or property capable of being ascertained and defined, a floating charge moves with the property which it is intended to affect until some event occurs or some act is done which causes it to settle and fasten on the subject of the charge within its reach and grasp. It is of the essence of a floating charge that it remains dormant until the undertaking charged ceases to be a going concern, or until the person in whose favour the charge is created intervenes. His right to intervene may be suspended by agreement, but if there is no such agreement he may exercise his right whenever he pleases after default.
- Effect of floating charge. A floating security being only a charge on the assets for the time being, the company may in the ordinary course of its business, unless it is otherwise agreed and until the security becomes fixed, sell, let, mortgage, or otherwise deal with any of its assets, and pay dividends out of profits, just as if the floating charge had not been created. Where a company has created a floating charge on its undertaking and assets and has reserved power to mortgage its property, it cannot in general create another general floating charge over all the assets to rank in priority to or pari passu with the first floating charge; but where the company has reserved power to charge specified assets, it may create a floating charge on those assets in priority to the general floating charge. ..............................
- When floating charge becomes fixed. If the company is wound up, or if a receiver is appointed or some event happens upon which the charge is to become a fixed charge, the security ceases to be a floating security and becomes a fixed charge, and the company cannot thereafter deal with any part of the property so charged except subject to the charge. Where the security merely provides that the company is to be at liberty to deal with the property charged until the happening of a specified event, the security continues to be a floating one after the happening of that event until a receiver is appointed or until the company goes into liquidation. The mere issue of a writ asking for a receiver is not sufficient to affect the company's power of disposition. ...............................
- Effect of floating charge becoming fixed. When a floating security upon all the property or assets of the company becomes fixed, it constitutes a charge upon all the property or assets then belonging to the company. ...... A floating charge on all the undertaking and property of a company including uncalled capital constitutes a charge on money recovered by a liquidator in misfeasance proceedings as well as on calls got in by him.» Γενικά, αποκρυστάλλωση κυμαινόμενης επιβάρυνσης συμβαίνει με την επέλευση ενός γεγονότος, το οποίο είτε καθορίζεται ρητά από την ίδια τη συμφωνία επιβάρυνσης, είτε εξυπακούεται. Πρόνοια στη συμφωνία επιβάρυνσης, κατ΄ ακολουθία της οποίας κυμαινόμενη επιβάρυνση αποκρυσταλλώνεται με την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος χωρίς την παρεμβολή οποιασδήποτε άλλης ενέργειας, εκλαμβάνεται, συνήθως, ως όρος «αυτόματης αποκρυστάλλωσης». Η εμπλοκή διατάγματος εκκαθάρισης αποτέλεσε στην υπό κρίση περίπτωση το στοιχείο επί του οποίου εδράζεται εκτεταμένο μέρος των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Είναι επιβεβλημένη λοιπόν η, συνοπτική, παράθεση της νομολογιακής προσέγγισης επί του θέματος. Προκύπτει από πάγια νομολογία ότι η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας δεν είναι ασύμβατη, ούτε παρεμποδίζει πιστωτή να ασκήσει τα όποια δικαιώματα του παρέχονται από ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Ούτε και αποκλείει το διορισμό παραλήπτη-διαχειριστή της περιουσίας, με βάση τις εξουσίες που παρέχονται από ομόλογα. Κλασσική επί του ζητήματος είναι η απόφαση Re Pound (Henry), Son & Hutchins
(1889)42 Ch D 402, 418-421. Ο δικαστικός λόγος της απόφασης αυτής υιοθετήθηκε στην Re Northern Garage Ltd, Re Newton and Cattermoles (Transport) Ltd's Contract
(1946)1 All ER 566, όπου, στη σελ. 569 αναφέρεται μεταξύ άλλων: «However that may be, I am certainly not prepared to hold that a power to appoint a receiver is destroyed by, and cannot be exercised after, a winding-up order, though its efficacy is, of course, much impaired thereby, seeing that a receiver must obtain the leave of the court if he wishes to interfere in any way with the progress of the liquidation or the possession of the liquidator: see Re Henry Pound, Son & Hutchins». Ταυτόσημη ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου και στην Re Potters Oils Ltd (No2) [1986] 1 All ER 890, 894, όπου και πάλι σε αναφορά με τη Re Henry (ανωτέρω), επεξηγείται ότι το συμβατικό δικαίωμα πιστωτή για διορισμό παραλήπτη με βάση ομόλογο, προκειμένου να προστατεύσει τα οικονομικά του συμφέροντα, υφίσταται και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, η δε περιουσία μιας εταιρείας που βρίσκεται ήδη στην κατοχή του εκκαθαριστή, πλην όμως αποτελεί περιουσία που καλύπτεται από το ομόλογο, μπορεί να περιέλθει στην κατοχή του παραλήπτη-διαχειριστή μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Τέλος, το δικαίωμα του παραλήπτη-διαχειριστή να εγείρει αγωγή υπό αυτή την ιδιότητά του και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, επιβεβαιώθηκε στην απόφαση Goughs Garages Limited v. Puggsley
(1930)1 ΚΒ 615. Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, ο ενάγοντας εδράζει το αγώγιμο δικαίωμά του σε ομόλογο και επικαλείται συνεχόμενη παράνομη κατοχή εκ μέρους του εναγόμενου 1 της περιουσίας της εταιρείας που η τράπεζα δέσμευσε με το εν λόγω ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Αντικείμενο δε των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διαφύλαξη της περιουσίας αυτής μέχρις ότου καθοριστούν τα δικαιώματα των εμπλεκόμενων μερών. Έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας δεν είναι η τελική κρίση εάν ο εκκαθαριστής επεμβαίνει ή όχι παράνομα στην περιουσία της εταιρείας, αλλά εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η δε έκδοση των υπό αναφορά διαταγμάτων είναι αναγκαία, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα οικονομικά συμφέροντα της τράπεζας και να αποφευχθεί η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο με την πώληση των επίδικων ακινήτων κατά παρέκκλιση των δικαιωμάτων που το ομόλογο παρέχει στην τράπεζα. Η συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έχει ικανοποιηθεί και απομένει το ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "Τhe balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Tέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) AAΔ.788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος του, status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Με καθοδήγηση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του ισοζυγίου, ενόψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα που παρέχει το ομόλογο, την ανάγκη διαφύλαξής τους, τη φύση των διαταγμάτων και σταθμίζοντας το όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ του Αιτητή. Προτού ολοκληρώσω, κρίνεται σκόπιμη η παρεμβολή των ακόλουθων σχολίων σε σχέση με τρία ζητήματα που ηγέρθηκαν από την πλευρά του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ΄ ου η Αίτηση: Της εγγραφής του ομολόγου και της κοινοποίησης του διορισμού του παραλήπτη-διαχειριστή στο γραφείο Εφόρου Εταιρειών και της παροχής άδειας από το Δικαστήριο για καταχώρηση αγωγής εναντίον εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Το άρθρο 90 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προβλέπει για την εγγραφή επιβαρύνσεων που γίνονται από εταιρείες εγγεγραμμένες στη Δημοκρατία. Τα καθορισμένα στοιχεία της επιβάρυνσης πρέπει να παραδίδονται στον Έφορο Εταιρειών για καταχώρηση εντός συγκεκριμένου χρόνου. Όπως επιβεβαιώνεται από τα σχετικά τεκμήρια που συνοδεύουν τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα ημερ. 14.12.2011, οι σχετικές ενέργειες για εμπρόθεσμη εγγραφή του ομολόγου έγιναν εγκαίρως. Εν πάση δε περιπτώσει, και παρά τα όποια προβλήματα παρεμβλήθηκαν, σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής χορηγήθηκε από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στις 3.11.2003. Δυνάμει του άρθρου 93
(2)του Κεφ. 113, το πιστοποιητικό αυτό «αποτελεί, αμάχητη απόδειξη ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Μέρους αυτού αναφορικά με την καταχώρηση». Κατ΄ ακολουθία του άρθρου 97 του Κεφ. 113, σε περίπτωση διορισμού διαχειριστή-παραλήπτη της περιουσίας εταιρείας, αυτό πρέπει εντός επτά ημερών να γνωστοποιηθεί στον Έφορο Εταιρειών. Στην υπό κρίση περίπτωση ο ενάγοντας προέβη στην καταχώρηση του σχετικού εντύπου στις 30.3.2011, ήτοι έξη μέρες μετά το διορισμό του από την τράπεζα ως παραλήπτη-διαχειριστή του ενεργητικού της εταιρείας. Το γεγονός ότι ο Έφορος Εταιρειών δεν απεδέχθη τη σχετική γνωστοποίηση με το δικαιολογητικό πως η εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα, ούτε και επηρεάζει με βάση το νόμο τα οποιαδήποτε δικαιώματα δημιουργούνται από το επίδικο ομόλογο. Το άρθρο 97
(3)το μόνο που προβλέπει είναι την επιβολή προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με την απαίτηση για γνωστοποίηση διορισμού παραλήπτη-διαχειριστή. Τέλος, η εισήγηση για την αναγκαιότητα λήψης άδειας του Δικαστηρίου για έναρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον υπό εκκαθάριση εταιρείας, στηρίχθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 220 του Κεφ.
- Σύμφωνα με αυτές: «
- Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Όπως έχει εντοπιστεί στην απόφαση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών KEAN Λίμιτεδ (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 1806, 1811, σκοπός των προνοιών για αναστολή είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας, με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. Η παρούσα αγωγή δεν εμπίπτει στην κατηγορία που καλύπτουν οι σκοποί του άρθρου 220 του Κεφ. 113. Στρέφεται εναντίον του Εκκαθαριστή της εταιρείας, με βάση την επικαλούμενη παράνομη εκ μέρους του κατοχή περιουσίας και κατά παράβαση των όρων ομολόγου επιβάρυνσης. Είναι η αποκρυστάλλωση των δικαιωμάτων των διαδίκων που θα οδηγήσει στον καθορισμό του τρόπου διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και, ακολούθως, ανάλογα, στην παροχή της αναγκαίας προστασίας των πιστωτών της. Καταληκτικά, τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα οριστικοποιούνται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο