← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Νίκου Κυρατζή άλλως Νίκου Κερατζή, Αρ. Αγωγής: 8219/07, 26.4.2012

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Νίκου Κυρατζή άλλως Νίκου Κερατζή, Αρ. Αγωγής: 8219/07, 26.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8219/07 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας -και- Νίκου Κυρατζή, άλλως Νίκου Κερατζή Εναγομένου Ημερομηνία: 26.4.2012 Αίτηση Ημερομηνίας 17.10.11 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μαρίνα Ιεροκηπιώτου Για τον Καθ΄ ου η αίτηση-Έφορο Εταιρειών: κα Γιόλα Γεωργίου Για τον Καθ΄ ου η αίτηση-Εναγόμενο: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση του «Νίκου Κυρατζή άλλως Νίκου Κερατζή» με το όνομα του «Επίσημου Παραλήπτη ως Παραλήπτη της περιουσίας του Νίκου Κυρατζή» όπως επίσης και άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. Η τροποποίηση του τίτλου κατέστη, σύμφωνα με τους ενάγοντες, αναγκαία μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου και το διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως Παραλήπτη της περιουσίας του. Το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε μετά την έγερση της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.12 θθ 1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 9 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 και στα άρθρα 222 μέχρι 225 του περί Εταιρειών Νόμου, ΚΕΦ. 113. Ο Επίσημος Παραλήπτης φέρει ένσταση στο υπό κρίση αίτημα. Είναι η θέση του ότι είναι παραλήπτης της περιουσίας του εναγομένου και όχι διαχειριστής αυτής, εφόσον ο εναγόμενος δεν έχει κηρυχθεί ακόμη σε πτώχευση. Στα καθήκοντα του Επίσημου Παραλήπτη σαν παραλήπτη της περιουσίας του χρεώστη, δεν περιλαμβάνεται ή έγερση ή υπεράσπιση αγωγής, αυτό αποτελεί καθήκον του διαχειριστή. Η εκδίκαση της αγωγής, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, δύναται να συνεχισθεί χωρίς την προσθήκη του Επίσημου Παραλήπτη ως εναγομένου. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι αχρείαστες, εφόσον «.υπάρχει η θεραπεία της επαλήθευσης, χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Το συγκεκριμένο χρέος είναι σύμφωνα πάντα με τον καθ΄ ου η αίτηση επαληθεύσιμο». Το άρθρο 9

(1)του περί Πτωχεύσεων Νόμου Κεφ. 5, επί του οποίου εδράζεται η αίτηση προβλέπει τα πιο κάτω: «Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίος της περιουσίας του ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». Το διάταγμα παραλαβής εκδίδεται κατόπιν υποβολής αίτησης, σε περίπτωση που ο χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης. Το διάταγμα παραλαβής έχει σαν σκοπό την προστασία της περιουσίας του χρεώστη. Σχετικό είναι το άρθρο 4 του περί Πτώχευσης Νόμου που θ΄ αναφέρεται μετά απλώς ως ο «Νόμος». Ως ορθά τόνισε η ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση, μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής, ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται «παραλήπτης» και όχι «διαχειριστής» της περιουσίας. Ο Επίσημος Παραλήπτης ή κάποιο άλλο πρόσωπο διορίζεται διαχειριστής μετά την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση και όχι προηγουμένως[1]. Η έκδοση δε του διατάγματος παραλαβής δεν οδηγεί αυτόματα στην κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση. Ο χρεώστης μπορεί μετά την έκδοση του διατάγματος να εξοφλήσει τα χρέη του, ή να γίνει συμβιβασμός ή σχέδιο διευθέτησης των χρεών, σχετικά είναι τα άρθρα 17 και 18 του Νόμου, ή να κηρυχθεί σε πτώχευση. Διαχειριστής της περιουσίας του χρεώστη διορίζεται μόνο όταν ο χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση ή αν αυτό περιλαμβάνεται ως όρος στο συμβιβασμό ή στο σχέδιο εξόφλησης των χρεών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 55(β) του Νόμου, ο διαχειριστής δύναται με την άδεια της εποπτικής επιτροπής να «.εγείρει, λαμβάνει, ή υπερασπίζεται αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία που σχετίζεται με την περιουσία του πτωχεύσαντα». Παρόμοια πρόνοια δεν υπάρχει στο νόμο σε σχέση με τον παραλήπτη ενώ το άρθρο 9
(1)επί του οποίου εδράζεται η αίτηση δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε οι εξουσίες του παραλήπτη να επεκτείνονται και στο τομέα αυτό. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη θα υπήρχε τότε ρητή πρόνοια περί τούτου. Σχετική είναι και η αναφορά που γίνεται στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3, σελ. 217, παρ. 367: «The receiving order must be distinguished from the adjudication in bankruptcy; It does not divest the debtor of his property or make him a bankrupt or place him under the disabilities of an adjudicated bankrupt; notwithstanding the receiving order, the debtor is the only person who can sue for the recovery of what belongs to him, and, if he sues, he cannot be ordered to give security for costs if he were a mere nominal plaintiff». Καθοδηγητική είναι και η παράγραφος 368 του ιδίου συγγράμματος όπου ρητά αναφέρεται ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής η περιουσία δεν μεταφέρεται στον Επίσημο Παραλήπτη και αυτός καμία εξουσία έχει να εγείρει αγωγή εκ μέρους του χρεώστη ή να τον υπερασπισθεί σε δικαστική διαδικασία. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.The making of the receiving order vests no estate or interest in the official receiver; it gives him no power to defend or bring action; and it causes no change or transmission of interest or liability so as to render it necessary or desirable that he should be made a party to any action which the debtor is bringing or defending». Στο πιο πάνω απόσπασμα γίνεται αναφορά στην υπόθεση In re Berry, Duffield v. Williams[2], την οποία επικαλέσθηκε και η ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση. Το Δικαστήριο τόνισε, στην απόφαση εκείνη, ότι η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση και η περιουσία του χρεώστη, στο στάδιο εκείνο, δεν περιέχεται στο διαχειριστή. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.The law relating to receiving orders is contained in sections 5 et seq of the Bankruptcy Act, 1883 and from there it appears that a receiving order is not equivalent to an adjudication of bankruptcy; . Notwithstanding a receiving order, the debtor is the only person who can sue for the recovery of what belongs to him; And if he does so sue, he cannot be regarded as the mere instrument of some other person or persons, and so be brought within the principle applicable to cases of that kind, unless and until he becomes bankrupt. What the plaintiff recovers in the action is his property both legally and equitably, although he must, when he recovers it, hand it over to the official receiver for the benefit of his creditors, if he does not pay or compound with them. It may be that his property and right to sue never will be divested from him; And until it is, he is in no worse position as regards suing than any other plaintiff who may be in embarrassed circumstances, and who may be made bankrupt at any moment if proper proceedings are taken against him. I think therefore that the making of the receiving order has not caused any change or transmission of interest;». Επισημαίνω επίσης ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του ΚΕΦ.5, επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, η άδεια του Δικαστηρίου απαιτείται σε περίπτωση έγερσης αγωγής εναντίον του χρεώστη και καμία πρόβλεψη γίνεται για εκκρεμούσα αγωγή. Εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει και εκείνες τις περιπτώσεις κάποιος λογικά θ΄ ανέμενε ότι, θα υπήρχε ρητή πρόνοια περί τούτου. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε καν άδεια του Δικαστηρίου χρειάζεται για συνέχιση της αγωγής εναντίον του χρεώστη. Η πρακτική που ίσχυε στην Κύπρο μέχρι πρόσφατα, ως ορθά επισημαίνει ο Γιασεμής Π. στην απόφαση V.K.C.A. Quality Ltd v. Ανδρέας Παντελή[3], ήταν τέτοια αιτήματα να εγκρίνονται. Ήτοι, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος παραλαβής εάν ο χρεώστης ήταν διάδικος σε δικαστική διαδικασία υποβάλλονταν αιτήματα, όπως το υπό κρίση και η διαδικασία συνεχιζόταν εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, με τη συγκατάθεση του τελευταίου και μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Ο Γιασεμής Π. διαπιστώνει στην απόφαση του ότι στον περί Πτωχεύσεως Νόμο ΚΕΦ 5, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για άδεια από το Δικαστήριο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Επομένως, το θέμα το οποίο θα μπορούσε να τεθεί στην προκειμένη περίπτωση, ειδικά μετά και την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, είναι αυτό της αναστολής της αγωγής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 11
(1), ανωτέρω. Βέβαια, δεν εγείρεται τέτοιο θέμα με την υπό εξέταση αίτηση. Αντίθετα, επιδιώκεται η συνέχιση της αγωγής και είναι γι΄ αυτό το λόγο που ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου. Όμως, όπως έχει προηγουμένως διαπιστωθεί, εκκρεμούσης μιας αγωγής, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Νόμο, Κεφ. 5, η οποία να επιβάλλει τέτοια υποχρέωση. Μάλιστα, όπως σχολιάζεται στην υπόθεση In re Berry, ανωτέρω, "The scheme appears to be that actions and other proceedings are to go on against the debtor unless the Court of Bankruptcy or the Court in which the proceedings are pending sees fit to interfere in the exercise of the discretion vested in it". Αναφερόταν σε πρόνοιες όπως οι ανωτέρω του Νόμου, Κεφ. 5, από τις οποίες θεωρώ πως εξάγεται το ίδιο συμπέρασμα όπως αυτό που διατυπώθηκε στην πιο πάνω υπόθεση. Επομένως, η αγωγή συνεχίζει και δεν απαιτείται οποιαδήποτε άδεια προς τούτο αφού δεν ετέθη και θέμα αναστολής της». Σε σχέση δε με τις πρόνοιες της Δ.12 θθ 1-4 τις οποίες επικαλέσθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών και προνοούν για αλλαγή διαδίκου σε ορισμένες περιπτώσεις, επισημαίνω ότι αυτό γίνεται σε περίπτωση κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, αφού η περιουσία του χρεώστη περιέλθει στα χέρια του διαχειριστή και όχι μετά από έκδοση διατάγματος παραλαβής. Παραθέτω αυτούσιο το θεσμό 4 για εύκολη αναφορά: «Όταν λόγω θανάτου, πτωχεύσεως ή οιουδήποτε άλλου γεγονότος που ήθελε συμβεί μετά την έναρξη αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος το οποίον επιφέρει αλλαγή ή μεταβίβασιν συμφέροντος ή ευθύνης ή λόγω οιουδήποτε προσώπου που το συμφέρον του άρχεται μετά την έναρξη του αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος γίνεται αναγκαίο ή επιθυμητό ότι οιονδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνη διάδικος ή οιονδήποτε πρόσωπο που είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος υπό άλλη ιδιότητα, μπορεί να ζητηθεί διάταγμα άνευ ειδοποιήσεως (ex-parte) από το Δικαστήριο ή Δικαστή για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και του τοιούτου νέου διαδίκου αφού γίνει ο ισχυρισμός της τοιαύτης αλλαγής ή μεταβιβάσεως συμφέροντος ή ευθύνης ή της υπάρξεως νέου προσώπου που έχει συμφέρον». Τα άρθρα δε 222 μέχρι 225 του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113, επί των οποίων επίσης στηρίζεται η αίτηση καμία εφαρμογή έχουν στην παρούσα υπόθεση καθότι οι πρόνοιες τους αφορούν εταιρείες και όχι φυσικά πρόσωπα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Άρθρο 19 του Νόμου. [2] [1896] 1 Ch 939. [3] Αρ. Αγ. 89/2009, του Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 19.4.2011. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.