EPCO CYPRUS LTD ν. MAN CONTRACTORS DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5033/11, 27 Απριλίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5033/11 Μεταξύ: EPCO CYPRUS LTD, από Λευκωσία Eναγόντων και
- MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, από Λευκωσία
- ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, από Αγλαντζιά
- ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, από Αγλαντζιά
- ΛΑΚΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, από Αγλαντζιά Εναγομένων Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 7.9.2011 Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Π. Λιβέρας για Δ. Π. Λιβέρα & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Χρ. Θεοδώρου για Λ. Παπαφιλίππου και Σία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση τους στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας γενικά και ειδικά στις Δ.18 θθ 1-2 και 9(α) και Δ.48 θθ 1-3, 7 και 9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Ιουλίας Δαλίτου ίδιας ημερομηνίας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των εναγόντων από το 1964 και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη της δήλωση, γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, το οποίο και επιβεβαιώνει. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες πώλησαν στους εναγόμενους 1 δύο οικόπεδα, τα στοιχεία των οποίων παραθέτει, στη Λευκωσία και στις 8.7.2010 οι εναγόμενοι 1 εξέδωσαν και υπέγραψαν ενώπιον δύο μαρτύρων γραμμάτιο συνήθους τύπου για ποσό €400.000, πληρωτέο στις 8.7.2011 σε διαταγή και/ή προς όφελος των εναγόντων έναντι νομίμου ανταλλάγματος, δηλαδή την αγορά των δύο οικοπέδων, υπό την γραπτή εγγύηση των εναγομένων 2, 3 και 4 (Τεκμήριο Α). Αποτελούσε ρητό όρο του γραμματίου ότι το πιο πάνω ποσό θα έφερε τόκο προς 4,5% από την ημέρα μεταβίβασης των οικοπέδων, δηλαδή από τις 8.7.2010, και το γραμμάτιο θα εξοφλείτο ένα χρόνο μετά την μεταβίβαση, δηλαδή στις 8.7.2011, με το συνολικό ποσό των €418.
- Ήταν, επίσης, ρητός όρος του γραμματίου ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του ποσού, από τις 8.7.2011 θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, φέροντας τόκο προς 9% ετησίως επί του οφειλόμενου υπολοίπου από την ημερομηνία παράλειψης πληρωμής μέχρι τελικής εξόφλησης του. Σε περίπτωση δε παράλειψης πληρωμής του ποσού από τους εναγόμενους 1 και λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον τους για την είσπραξη του, αυτοί θα επιβαρύνοντο με οποιαδήποτε συναφή δικηγορικά έξοδα. Οι ενάγοντες κατ' επανάληψη κάλεσαν όλους τους εναγόμενους να εξοφλήσουν τα πιο πάνω ποσά αλλά οι τελευταίοι αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν και συνεχίζουν να τα οφείλουν στους ενάγοντες. Λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων, η ενόρκως δηλούσα σε επικοινωνία που είχε μαζί τους, μετά την ημερομηνία που το γραμμάτιο κατέστη πληρωτέο, πληροφορήθηκε από αυτούς ότι είχαν οικονομικά προβλήματα και της ζήτησαν παράταση αποπληρωμής. Ο διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων και μοναδικός μέτοχος κ. Ιωακείμ, που την εργοδοτεί, την εξουσιοδότησε να προχωρήσει δικαστικά για άμεση ανάκτηση του χρέους και να απορρίψει την πρόταση των εναγομένων για παράταση αποπληρωμής του. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 2.9.2011 αλλά δεν έχουν καταχωρήσει υπεράσπιση και συνεχίζουν να οφείλουν το χρέος τους προς τους ενάγοντες. Με την θέση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση, η ενόρκως δηλούσα ζητά να εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων μαζί και/ή χωριστά ως το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης, πλέον τα έξοδα. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 15.11.2011 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ 1-3, 5, 6 και 9 (α)(β), Δ.21 θθ 2-4, Δ.48 θ4, στο άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: - ότι το έγγραφο που επικαλούνται οι ενάγοντες ως «γραμμάτιο συνήθους τύπου» έχει διευθετηθεί και/ή έχει εξοφληθεί - ότι το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε για σκοπούς εξασφάλισης της εξόφλησης των οφειλομένων δυνάμει σύμβασης αγοράς δύο οικοπέδων και τα εν λόγω οφειλόμενα έχουν εξοφληθεί και/ή η εν λόγω σύμβαση έχει τροποποιηθεί και επομένως το υπό αναφορά έγγραφο ακυρώθηκε και - ότι το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής και τα οφειλόμενα δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Στην ένορκη του δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο εναγόμενος 3, όπως αναφέρει, είναι ένας από τους διευθυντές των εναγομένων 1 και ο εναγόμενος 2 είναι αδελφός του, ο δε εναγόμενος 4 είναι πατέρας του. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς εναγόμενους να προβεί στην ένορκη του δήλωση και όσα αναφέρει τα γνωρίζει από προσωπική γνώση ή από πληροφορίες, αποκαλύπτοντας την πηγή αυτών. Έχοντας αναγνώσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και την έκθεση απαίτησης της αγωγής, ο εναγόμενος 3 απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχουν, εκτός όπου ρητά τους αποδέχεται. Η ενόρκως δηλούσα των αιτητών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Οι διευθυντές των εναγόντων είναι ο Χριστάκης Παπαβασιλείου και ο Οδυσσέας Ιωακείμ, ο οποίος ήταν και Γενικός Διευθυντής. Εκ των μετόχων ο Οδυσσέας Ιωακείμ κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών δηλαδή 52.500 μετοχές, η Νομική Ιωακείμ κατέχει 2.500 μετοχές και η εταιρεία Λατομία Εστέιτ Λτδ κατέχει 45.000 μετοχές, σύμφωνα με αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 1). Οι ενάγοντες ήταν εγγεγραμμένοι ως ιδιοκτήτες των δύο οικοπέδων, τα στοιχεία των οποίων παρατίθενται και είναι ταυτόσημα με όσα παρέθεσε η ενόρκως δηλούσα των αιτητών. Κατά τον Ιούνιο του 2010 ο Οδυσσέας Ιωακείμ επικοινώνησε μαζί του και του είπε ότι οι ενάγοντες ενδιαφέροντο να πουλήσουν τα εν λόγω οικόπεδα. Ο ενόρκως δηλών του ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1 ενδιαφέροντο να τα αγοράσουν και στις αρχές Ιουλίου κατέληξαν σε προφορική συμφωνία για την αγοραπωλησία των εν λόγω ακινήτων για το ποσό των €2.400.
- Στις 4.7.2010 οι εναγόμενοι 1 παρέδωσαν επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €12.000 έναντι της εν λόγω αγοράς. Στις 8.7.2010 υπογράφηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο για την πώληση των οικοπέδων από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 έναντι του προαναφερθέντος συμφωνηθέντος ποσού. Η εν λόγω συμφωνία (Τεκμήριο 2) προέβλεπε ότι το ποσό της αγοράς θα καταβάλλετο από τους εναγόμενους 1 προς τους ενάγοντες ως ακολούθως: α. Ποσό €1.600.000 με την μεταβίβαση των ακινήτων β. Ποσό €400.000 εντός 12 μηνών από την ημέρα μεταβίβασης και ο αγοραστής υπέγραψε σχετικό γραμμάτιο συνήθους τύπου, Παράρτημα Ι της συμφωνίας και γ. Ποσό €400.000 εντός 18 μηνών από την ημέρα μεταβίβασης και ο αγοραστής υπέγραψε σχετικό γραμμάτιο συνήθους τύπου, Παράρτημα ΙΙ της συμφωνίας. Το Παράρτημα Ι της συμφωνίας είναι το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης της παρούσας αίτησης. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο ενόρκως δηλών ειδοποίησε τον Οδυσσέα Ιωακείμ ότι οι εναγόμενοι 1 ήταν έτοιμοι να καταβάλουν το ποσό των €1.600.000 και να προχωρήσουν στην μεταβίβαση. Ο Οδυσσέας Ιωακείμ του ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν επιθυμούσαν να καταβάλουν τα κεφαλαιουχικά κέρδη ύψους €425.000, ως ήταν υποχρέωση τους και συμφώνησαν να τα καταβάλουν οι εναγόμενοι 1 εκ μέρους των εναγόντων. Ταυτόχρονα συμφώνησαν όπως οι εναγόμενοι 1 καταβάλουν στους ενάγοντες ποσό ύψους €1.452.000 και οι ενάγοντες θα απάλλασσαν τους εναγόμενους 1 από την υποχρέωση πληρωμής του επίδικου γραμματίου, αφού θα ελάμβαναν μεγαλύτερο ποσό κατά την μεταβίβαση και όχι κατά τον χρόνο που προέβλεπε η συμφωνία. Συνεπεία των πιο πάνω οι εναγόμενοι 1 κατέβαλαν προς τους ενάγοντες για την μεταβίβαση των ακινήτων τα ακόλουθα ποσά: α. Ποσό €12.000 με επιταγή με αρ. 88253201 ημερομηνίας 4.7.2010, η οποία έχει εξαργυρωθεί αλλά ο ενόρκως δηλών δεν έχει αντίγραφο αυτής, έχει δε ζητήσει από την Τράπεζα Κύπρου να τον εφοδιάσει με αντίγραφο, β. Ποσό €1.450.000 με τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 9.7.2010, η οποία έχει εξαργυρωθεί και αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 και γ. Ποσό €425.000 με τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου προς όφελος του Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων για λογαριασμό των εναγόντων, η οποία έχει εξαργυρωθεί και αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Συνεπεία των πιο πάνω, οι εναγόμενοι 1 κατέβαλαν στους ενάγοντες και/ή προς όφελος τους κατά την μεταβίβαση των οικοπέδων το συνολικό ποσό των €1.887.000 αντί €1.600.000, με τη συμφωνία ότι το επίδικο γραμμάτιο θα θεωρείται πλήρως εξοφλημένο. Η μεταβίβαση έλαβε χώρα κατά τα μέσα Ιουλίου και τα οικόπεδα ενεγράφησαν στο όνομα των εναγομένων 1 στις 6.8.2010 (Τεκμήρια 5 - 8). Ενόψει των πιο πάνω και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, ο εναγόμενος 3 υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση εφόσον το επίδικο γραμμάτιο έχει εξοφληθεί. Είναι επίσης η θέση του ότι το επίδικο γραμμάτιο δόθηκε αρχικά προς εξόφληση της προαναφερθείσας συμφωνίας, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με αποτέλεσμα το εν λόγω γραμμάτιο να ακυρωθεί και/ή να καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον το ποσό των €400.000, το οποίο εξασφάλιζε το γραμμάτιο, είχε εξοφληθεί με τη μεταβίβαση. Η ενόρκως δηλούσα των αιτητών δεν γνωρίζει για την προφορική συμφωνία, η οποία ακολούθησε τη γραπτή συμφωνία, εφόσον δεν συμμετείχε στις σχετικές συζητήσεις και δεν έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα δεδομένου ότι όλες οι συζητήσεις έγιναν με τον Οδυσσέα Ιωακείμ. Είναι εν τέλει η εισήγηση του εναγόμενου 3 να απορριφθεί η παρούσα αίτηση και να επιτραπεί στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.1.2012, που καταχωρήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η ενόρκως δηλούσα των αιτητών αναφέρει ότι είναι η γραμματέας και προσωπική βοηθός του βασικού μετόχου των εναγόντων κ. Οδυσσέα Ιωακείμ, από το 1964, στον οποίο έχουν μεταβιβαστεί οι μετοχές που είχε η αποβιώσασα σύζυγος του στους ενάγοντες, ενόσω η εταιρεία Λατομία Εστέιτ Λτδ, που επίσης είναι μέτοχος των εναγόντων, ανήκει αποκλειστικά στον κ. Ιωακείμ. Από την ημέρα που η ενόρκως δηλούσα εργοδοτήθηκε από τον κ. Οδυσσέα Ιωακείμ γνωρίζει και λαμβάνει μέρος προσωπικά σε όλες τις επαγγελματικές του δοσοληψίες. Περί τον Μάρτιο του 2010 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την πώληση των δύο οικοπέδων των εναγόντων μέσω του μεσίτη κ. Α. Ιερόπουλου, ο οποίος τότε ενεργούσε για τους εναγόμενους
- Στις εν λόγω διαπραγματεύσεις η ενόρκως δηλούσα έλαβε ενεργό μέρος όπως πάντα αλλά και ιδιαίτερα τότε λόγω της προχωρημένης ηλικίας του κ. Ιωακείμ, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 87 ετών. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα των εναγομένων είναι αναληθείς τόσο αναφορικά με την παρουσία της ίδιας στις διαπραγματεύσεις όσο και σε σχέση με το ότι έχει εξοφληθεί το επίδικο γραμμάτιο. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τον τρόπο πληρωμής που παρέθεσε ο εναγόμενος 3 με βάση τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων καθώς και τις ουσιώδεις ημερομηνίες, επισημαίνοντας ότι η ημερομηνία εξόφλησης του δεύτερου γραμματίου, που ήταν η 8.1.2012, έχει ήδη λήξει. Συμφωνεί, επίσης, ότι στις 8.7.2010 που υπογράφηκε η συμφωνία πώλησης έγινε και η μεταβίβαση των οικοπέδων. Οι εναγόμενοι μέσω του εναγόμενου 4 την πλήρωσαν κατά την ημέρα εκείνη στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας με τρεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για τα ποσά των €425.000, €4.242,30 και €1.450.000 αντίστοιχα. Τα πρώτα δύο από τα πιο πάνω αναφερθέντα ποσά δόθηκαν για να πληρωθεί ο κεφαλαιουχικός φόρος, που είχε υπολογιστεί από τους ενδιαφερόμενους σε €425.000 και όταν από το αρμόδιο τμήμα υπολογίστηκε ο φόρος αυτός, χρειάστηκε να πληρωθεί και το ποσό των €4.242,30, για το οποίο ο εναγόμενος 4 έφερε ακόμα μια επιταγή από την Τράπεζα αυθημερόν. Η πληρωμή του κεφαλαιουχικού φόρου από τους αγοραστές έγινε επειδή οι ενάγοντες δεν είχαν τα απαιτούμενα χρήματα για να πληρωθεί ο φόρος αυτός κατά την μεταβίβαση. Συνεπώς οι εναγόμενοι 1 κατά την συγκεκριμένη μέρα πλήρωσαν στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των €1.879.242,
- Λόγω της υπερπληρωμής εκ μέρους των εναγομένων 1, οι τελευταίοι ζήτησαν να τους επιστραφεί το ποσό των €279.242,30 και κατόπιν οδηγιών από τον κ. Ιωακείμ, η ενόρκως δηλούσα έδωσε εντολή στην Εμπορική Τράπεζα να εκδώσει δύο επιταγές, όπως τις είχε ζητήσει ο εναγόμενος 4, για το ποσό των €241.242,30 επ' ονόματι της εταιρείας CAPITAL PKPK DEVELOPMENTS LTD, που ανήκει στον εναγόμενο 4 και για το ποσό των €38.000 επ' ονόματι του εναγόμενου 4 προσωπικά (Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα). Κατά συνέπεια το επίδικο γραμμάτιο δεν εξοφλήθηκε και ο εναγόμενος 4 επικοινωνούσε επανειλημμένα μαζί της πριν την λήξη του γραμματίου ζητώντας παράταση της πληρωμής επειδή η εταιρεία του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Ο κ. Ιωακείμ αρνήθηκε την παράταση πληρωμής λόγω της ανάγκης ρευστότητας για την απρόσκοπτη λειτουργία των εταιρειών του καθώς και λόγω των χρεών του, έχοντας επίσης την πρόταση του εναγόμενου 4 να αποπληρώσει τον φόρο εισοδήματος των εταιρειών του κ. Ιωακείμ που ανερχόταν στο ποσό των €500.
- Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 4, σε σχέση τόσο με την παράδοση επιταγής για ποσό €12.000 στους ενάγοντες όσο και για την εξόφληση του επίδικου γραμματίου, είναι παντελώς αναληθείς εφόσον οι εναγόμενοι θα ζητούσαν απόδειξη εξόφλησης του και επιστροφή του για ακύρωση αν το εξοφλούσαν. Με βάση τα πιο πάνω η ενόρκως δηλούσα των αιτητών εισηγείται την απόρριψη των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση και την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους πλέον έξοδα. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις, υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων ο συνήγορος τους εισηγήθηκε ότι οι αιτητές-ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι το επίδικο χρέος είναι καθαρό και αδιαμφισβήτητο και οι εναγόμενοι δεν έχουν καλή υπεράσπιση να προβάλουν στο Δικαστήριο. Σχολιάζοντας επί μέρους θέσεις της ένστασης αναφορικά με την ισχυριζόμενη εξόφληση του επίδικου γραμματίου, ο συνήγορος εισηγήθηκε την απόρριψη των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτήν και όπως η αίτηση γίνει δεκτή. Αντίθετα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων προβάλλει η εισήγηση ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην υπόθεση, όπως με λεπτομέρεια προβάλλεται στην ένορκη τους δήλωση και θα πρέπει να επιτραπεί στους εναγόμενους να θέσουν την υπεράσπιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω, ο συνήγορος των εναγομένων υποστηρίζοντας ότι η ενόρκως δηλούσα των αιτητών δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και η μαρτυρία της αντίκειται στην αρχή της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.7.2011 και επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 23.8.
- Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 2.9.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες, με αναφορά στην υπογραφή εκ μέρους των εναγομένων 1 του επίδικου γραμματίου έναντι νομίμου ανταλλάγματος, υπό την γραπτή εγγύηση των εναγομένων 2, 3 και 4, απαιτούν από όλους τους εναγόμενους μαζί και/ή χωριστά το ποσό των €418.000, πλέον τόκους και έξοδα. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. και ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 837). Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα, που καταχωρήθηκε στις 19.7.2011, είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 2.9.2011. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους, ότι η ενόρκως δηλούσα, ενόψει των όσων αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά προσωπικά. Από δε την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Δαλίτου, η οποία δεν αντεξετάστηκε, προκύπτει ότι συνεπεία της ιδιότητας της ως γραμματέα και προσωπικής βοηθού του κ. Ιωακείμ, επεξηγώντας ότι είχε ενεργό και ουσιαστική ανάμιξη κατά την εξέλιξη και σε όλα τα στάδια της υπόθεσης λόγω της προχωρημένης ηλικίας του κ. Ιωακείμ, γνωρίζει προσωπικά και άμεσα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Κρίνεται, κατ' επέκταση, ότι είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εκ μέρους των εναγόντων, ως προϋποθέτει η Δ.18 θ. 1 και η αντίθετη εισήγηση των καθ' ων η αίτηση δεν ευσταθεί. Με τις ένορκες δε δηλώσεις της επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Έχοντας ικανοποιήσει οι ενάγοντες τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο οι εναγόμενοι παρουσιάζουν τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε να αποσείουν το βάρος που μετατίθεται στους ώμους τους για να τους δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας την ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και τους ισχυρισμούς που εκεί προβάλλονται, όπως αναλυτικά παρατέθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην παρούσα υπόθεση (βλ. Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818). Η θέση του συνηγόρου των αιτητών-εναγόντων ότι ελλείπει μαρτυρία ικανή να υποδείξει υπεράσπιση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη του επίδικου γραμματίου συνήθους τύπου, το οποίο σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της κας Δαλίτου αποτελεί τη βάση της απαίτησης και είναι το Τεκμήριο Α της αίτησης. Χωρίς να αξιολογούνται οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος των εναγομένων ή να εξάγονται ευρήματα αναφορικά με την υπεράσπιση τους, κάτι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία, κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση φανερώνουν την ύπαρξη υπεράσπισης και επιδίκων θεμάτων εναντίον της αξίωσης που πρέπει να εκδικαστούν (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω)). Συγκεκριμένα και χωρίς να μου διαφεύγει το περιορισμένο των υπερασπίσεων σε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου, όπως προνοείται στην επιφύλαξη του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Χαραλάμπους κ.α. ν. Χρημ. Πάνθηρα Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 733 και Χριστοφόρου κ.α. ν. Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1644), οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί εξόφλησης του επίδικου γραμματίου, υπό το φως των προβαλλομένων θέσεων των δυο πλευρών, χρήζουν διασαφήνισης μέσα στα πλαίσια της δίκης. Αυτό που αβίαστα συνάγεται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι εγείρεται θέμα εξόφλησης του γραμματίου και προβάλλονται αμφισβητούμενα γεγονότα ενόψει της υπερπληρωμής στην οποία προέβησαν οι εναγόμενοι 1 κατά τον χρόνο της μεταβίβασης των ακινήτων σύμφωνα με τα Τεκμήρια 3 και 4 της ένστασης σε συνάρτηση με το αγοραπωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 2 της ένστασης, που δεν είναι δυνατό να διασαφηνιστούν σ' αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να αξιολογήσει τις προβαλλόμενες θέσεις, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους. Η θέση των εναγομένων ότι κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων κατεβλήθη στους ενάγοντες το ποσό των €1.887.000 αντί €1.600.000, με τη συμφωνία ότι το επίδικο γραμμάτιο θα θεωρείται πλήρως εξοφλημένο, αμφισβητείται εκ μέρους των εναγόντων. Πέραν του ότι εντοπίζεται διαφορά στις θέσεις των δυο πλευρών αναφορικά με το ύψος του επιπλέον καταβληθέντος ποσού από τους εναγόμενους 1 προς τους ενάγοντες κατά την ημέρα της μεταβίβασης των ακινήτων, η κα Δαλίτου στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, για να αντικρούσει την πιο πάνω θέση των εναγομένων, ισχυρίζεται ότι το επιπλέον, κατά τη θέση της, καταβληθέν ποσό των €279.242,30 επιστράφηκε στους εναγόμενους 1 με δυο επιταγές ημερομηνίας 13.7.2010 με δικαιούχους αφενός την εταιρεία CAPITAL PKPK DEVELOPMENTS LTD, που κατά τον ισχυρισμό της ανήκει στον εναγόμενο 4 και αφετέρου τον Χριστόδουλο Ματθαίου, που κατά τον ισχυρισμό της είναι ο εναγόμενος 4 (βλ. Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης). Ο συνήγορος των αιτητών με τη γραπτή του αγόρευση ζητά ουσιαστικά από το Δικαστήριο όπως, μέσα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και την προσφερθείσα μαρτυρία. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα (πιο πάνω), που σημειωτέον ότι αφορούσε την έκδοση συνοπτικής απόφασης για γραμμάτιο, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση, να εξετάζει και να αποφαίνεται επί της αντικρουόμενης μαρτυρίας μετατρέποντας τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή σε αυθεντίες, τόσο Αγγλικές όσο και Κυπριακές, λέχθηκε ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση» (βλ. και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω)). Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, όπως καλείται να πράξει από τον συνήγορο των αιτητών, να εξηγήσει τις πράξεις ή τις παραλείψεις των εναγομένων σε σχέση με τις πληρωμές που, ως ισχυρίζονται, έγιναν προς τους ενάγοντες κατά τη μεταβίβαση των ακινήτων ή να αποφανθεί ως προς την ύπαρξη της ισχυριζόμενης εκ μέρους των εναγομένων μεταγενέστερης, του αγοραπωλητηρίου και του επίδικου γραμματίου, συμφωνίας και ως προς το αποδεκτό τυχόν μαρτυρίας που αυτοί θα προσφέρουν κατά την ακρόαση της αγωγής ούτε να αποδεχθεί άνευ ετέρου τους ισχυρισμούς των εναγόντων για την επιστροφή χρημάτων στους εναγόμενους μέσω εταιρείας που, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι διάδικος. Κρίνεται συνεπώς ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφορικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση φανερώνουν ότι αναφύονται προς εξέταση τόσο αμφισβητούμενα γεγονότα όσο και κάποια νομικά θέματα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τα οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας σαφώς δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως η πρόσφατη δε νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται νομικά και άλλα ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 977). Η νομολογία υποδεικνύει ότι, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι γνήσια και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, προβάλλουν υπεράσπιση υποστηρίζοντας ουσιώδη γεγονότα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και εναντίον των αιτητών-εναγόντων και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ Subject : Civil / Other actions / Interim / Aitisi gia sunoptiki apofasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο