← Κύπρος

Κίκκου Φωτιάδη ν. Pavlos Chrysostomou Motors Ltd, Αρ. Aγωγής: 523/2007, 27 Απριλίου, 2012

Κίκκου Φωτιάδη ν. Pavlos Chrysostomou Motors Ltd, Αρ. Aγωγής: 523/2007, 27 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 523/2007 Κίκκου Φωτιάδη Και Pavlos Chrysostomou Motors Ltd 27 Απριλίου, 2012 Για τον ενάγοντα: κα Κοζάκου Για τον εναγόμενο: κος Παπαμιχαήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως∙ κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο ενάγων ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος ΚΑΡ880 (στη συνέχεια το όχημα). Την 10.01.2007 επιθυμία του να πωλήσει τούτο τον οδήγησε στην εναγομένη, εταιρεία που ασχολείται με την πώληση οχημάτων, στην οποία ανέθεσε την πώλησή του για Λ.Κ.6500 με Λ.Κ.7000, τιμή η οποία εκ του προχείρου υπολογίστηκε. Ακολούθως, υπέγραψε και παρέδωσε στην εναγομένη κενό έντυπο μεταβίβασης του οχήματος. Την 11.01.2007 η εναγομένη πώλησε και μεταβίβασε το όχημα σε τρίτο πρόσωπο, ονόματι Χρυστάλλα Περικλέους, για το ποσό των Λ.Κ.

  1. Εν τούτοις στον ενάγοντα πρόσφερε το ποσό των Λ.Κ.5300, το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε να παραλάβει. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγων αξιώνει το σύνολο του ποσού που εισέπραξε η εναγομένη από την πώληση του οχήματος, δηλαδή Λ.Κ.
  2. Η υπεράσπιση δεν απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντα. Δέχεται εν προκειμένω ότι έλαβε οδηγίες να πωλήσει το επίδικο όχημα, υποστηρίζει όμως ότι οι σχετικές οδηγίες δόθηκαν περί το Δεκέμβριο του 2006 με αρχές του
  3. Τότε ήταν που ο ενάγων επισκέφθηκε την εναγομένη και συμφώνησε να αφήσει το όχημά του στο χώρο εργασίας της τελευταίας ώστε να πωληθεί. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, οι δυο πλευρές συμφώνησαν ότι η εναγομένη θα αναλάμβανε να επιδιορθώσει το όχημα με δικά της έξοδα και ότι ο ενάγων θα ελάμβανε, μετά την πώληση, το ποσό των Λ.Κ.
  4. Συμφώνησαν περαιτέρω ότι η εναγομένη θα κατακρατούσε οιονδήποτε ποσό πέραν του συμφωνηθέντος -Λ.Κ.5300, ώστε να καλύψει τα έξοδα και την αμοιβή της. Αφότου συμφώνησαν ο ενάγων υπέγραψε και παρέδωσε στην εναγομένη σχετικό έντυπο μεταβίβασης και η τελευταία προέβη σε σειρά επιδιορθώσεων επι του οχήματος, το οποίο έθεσε προς πώληση αφότου τις ολοκλήρωσε. Λίγες ημέρες μετά το όχημα πωλήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.
  5. Στη συνέχεια εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα επιταγή ημερομηνίας 09.01.2007 για το ποσό των Λ.Κ.5300 και τον κάλεσε να την παραλάβει. Ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή και απαίτησε ολόκληρο το τίμημα πώλησης, δηλαδή Λ.Κ.
  6. Αντάλλαξαν σειρά επιστολών και την 18.01.2007 η εναγομένη απέστειλε την πιο πάνω επιταγή στο συνήγορο του ενάγοντα, η οποία εν τέλει εξαργυρώθηκε. Προς απόδειξη της αξίωσής του ο ενάγων κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε άλλο ένα μάρτυρα ονόματι Τάκης Χριστοδούλου (στη συνέχεια ΜΕ 2). Από την άλλη για την εναγομένη κατέθεσε ο διευθυντής της, Παύλος Χρυσοστόμου (στη συνέχεια ΜΥ 1). Η μαρτυρία που προσκόμισαν οι δυο πλευρές συνοψίζεται ως ακολούθως∙ Ο ενάγων επανέλαβε τη δικογραφημένη εκδοχή του και πρόσθεσε ότι αμέσως μετά την πώληση η εναγομένη τον κάλεσε και του πρόσφερε το ποσό των Λ.Κ.5300, ισχυριζόμενη ότι αυτή ήταν η τιμή που πωλήθηκε το όχημα. Ισχυρίστηκε ότι αντέδρασε αμέσως εφόσον η συμφωνία τους ήταν για τουλάχιστον Λ.Κ.6500 και έτσι αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε στην εναγομένη επιστολή ημερομηνίας 12.01.2007 (βλ. τεκμήριο 1) και την καλούσε να του καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.
  7. Την 25.01.2007 ο συνήγορός του απέστειλε νέα επιστολή στο συνήγορο της εναγομένης (βλ. τεκμήριο 2) σε απάντηση επιστολής που του απέστειλε την 18.01.2007 και τον πληροφορούσε ότι αποδέχετο το ποσό των Λ.Κ.5300, που αφορούσε η επιταγή που του απέστειλε, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του και ειδικά της αξίωσής του στην αγωγή 523/07, δηλαδή την παρούσα. Απορρίπτοντας τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγομένης ανέφερε ότι ουδέποτε συμφώνησε ή συγκατατέθηκε σε πώληση του οχήματος σε τιμή χαμηλότερη των Λ.Κ.6500 και πως το όχημα ήτο σε άριστη κατάσταση και δεν χρειάζετο μικροεπιδιορθώσεις. Άλλωστε, ανέφερε, το όχημα επωλήθη αμέσως. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η επιταγή που έλαβε από την εναγομένη έναντι του οφειλόμενου ποσού, την οποία και εξαργύρωσε, είχε ημερομηνία προγενέστερη της πώλησης του οχήματος. Ισχυρίστηκε δε ότι η τιμή πώλησης του οχήματος συμφωνήθηκε με κάποιο Σώτο Παπαπέτρου και ότι με αυτόν ήταν που συνομιλούσε. Ανέφερε ότι γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο παλαιόθεν και ότι ήτο με την εντύπωση πως ήταν συνέταιρος στην εναγομένη, δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να ήτο υπάλληλος τούτης. Όπως ανέφερε, αφότου απέρριψε την επιταγή που του πρόσφερε η εναγομένη έκανε έρευνα στο τμήμα οδικών μεταφορών και διαπίστωσε ότι αγοραστής του οχήματος ήταν κάποια Χρυστάλλα Περικλέους. Επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς και όπως του ανέφερε, αγόρασε το όχημα στην τιμή των Λ.Κ.
  8. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι όταν πρότεινε στην εναγομένη να πωλήσει το όχημα είχε ήδη συμφωνήσει να αγοράσει από κοντά της άλλο όχημα, τύπου Mercedes (στη συνέχεια το Mercedes) για Λ.Κ.11500 και τότε ήταν που συμφώνησε με τον Σώτο Παπαπέτρου την τιμή πώλησης του επίδικου οχήματος. Κατ' εκείνο το χρόνο δεν του αναφέρθηκε οτιδήποτε για προμήθεια της εναγομένης ή ότι το όχημα χρειάζετο έξοδα επιδιόρθωσης, παρά μόνο ότι είχε μικρογδαρσίματα τα οποία θα επιδιόρθωναν οι άνθρωποι της εναγομένης με τη μέθοδο compound, και αυτό, υποστήριξε, για τον απλούστατο λόγο ότι ταυτόχρονα αγόρασε το Mercedes για Λ.Κ.11500 που ήταν η αρχική τιμή και χωρίς να αφαιρέσει οιονδήποτε ποσό. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι μηχανικός στο επάγγελμα και ότι ο ενάγων είναι πελάτης του. Υποστήριξε ότι γνωρίζει το όχημα εφόσον ο ίδιος προέβαινε στους περιοδικούς του ελέγχους (services) και περαιτέρω, ότι το όχημα ήταν σε άριστη κατάσταση τόσο από μηχανικής όσο και εξωτερικής απόψεως. Όπως ανέφερε, λίγες μέρες πριν ο ενάγων πωλήσει το όχημα, δηλαδή αρχές του 2007, τον επισκέφθηκε με το όχημα και του ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει με την εναγομένη, συγκεκριμένα κάποιο Παπαπέτρου, ότι θα έπαιρναν το όχημά του για Λ.Κ.6500 και ότι θα πλήρωνε το υπόλοιπο και θα αγόραζε ένα Mercedes. Ο ίδιος ανέφερε στον ενάγοντα ότι μπορούσε να πωλήσει το όχημα ακόμη και Λ.Κ.7000 εφόσον ήταν σε άριστη κατάσταση. Ο διευθυντής της εναγομένης (ΜΥ1) ανέφερε ότι ο ίδιος είναι που συνομίλησε και εν τέλει συμφώνησε μαζί με τον ενάγοντα. Τη δε επίσκεψη του ενάγοντα στα γραφεία της εναγομένης την τοποθέτησε περί τα τέλη Δεκεμβρίου
  9. Όπως ισχυρίστηκε, αφού επιθεώρησε το όχημα συμφώνησε με τον ενάγοντα να του γίνουν κάποιες επιδιορθώσεις, τα έξοδα των οποίων θα αναλάμβανε η εναγομένη, και μετά να τεθεί προς πώληση. Από την πώληση ο ενάγων θα ελάμβανε το ποσό των Λ.Κ.
  10. Αφότου συμφώνησαν ο ενάγων υπέγραψε σχετικό έντυπο μεταβίβασης και άφησε το όχημα στην εναγομένη. Αναφορικά με τις επιδιορθώσεις που έγιναν στο όχημα ο ΜΥ1 παρουσίασε αριθμό τιμολογίων που εξέδωσαν τρίτα πρόσωπα (βλ. τεκμήρια 3 μέχρι και 7). Περαιτέρω, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι την 09.01.2007 το όχημα μεταβιβάστηκε στην Χρυστάλλα Περικλέους έναντι του ποσού των Λ.Κ.
  11. Αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος επ' ονόματι της Χρυστάλλας Περικλέους, ημερομηνίας 09.01.2007, κατατέθηκε ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τον ΜΥ1 ο ενάγων επισκέφθηκε την εναγομένη μια με δυο ημέρες μετά την 09.01.2007, ημερομηνία που ο πρώτος εξέδωσε επιταγή επ' ονόματι του ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.5300 και τον κάλεσε να την παραλάβει. Τότε ήταν που ο ενάγων ανέφερε στον ΜΥ1 ότι δεν θα παραλάμβανε την επιταγή καθ' ότι το ποσό που του όφειλαν ήταν μεγαλύτερο, δηλαδή Λ.Κ.
  12. Παρ' ότι του υπενθύμισε όσα είχαν συμφωνήσει ο ενάγων απεχώρησε χωρίς να παραλάβει την επιταγή. Για ό,τι ακολούθησε αναφορικά με την εξαργύρωση της επιταγής ο ΜΥ1 επανέλαβε τη δικογραφημένη υπεράσπιση της εναγομένης. Οι έγγραφες προτάσεις και η μαρτυρία των δυο πλευρών, στην έκταση που δεν αμφισβητείται, αποκαλύπτει ότι αποτελεί κοινό τόπο πως ο ενάγων παρέδωσε το επίδικο όχημα στην εναγομένη ώστε να τεθεί προς πώληση. Μάλιστα κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων χορήγησε την εναγομένη και με υπογραμμένο έντυπο μεταβίβασης του οχήματος. Επίσης, γεγονός συνιστά ότι το όχημα πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο ονόματι Χρυστάλλα Περικλέους. Τέλος, αναμφισβήτητο είναι ότι το όχημα πωλήθηκε για Λ.Κ.6500, ότι η επιταγή που η εναγομένη εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα ήταν για Λ.Κ.5300 και ότι ο ενάγων εξαργύρωσε την εν λόγω επιταγή με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του και αφότου διαμαρτυρήθηκε για το ποσό που του προσφέρθηκε. Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται πως ό,τι τίθεται εν αμφιβόλω είναι το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων καθώς επίσης το πρόσωπο που εκπροσωπούσε την εναγομένη σε αυτή τη συμφωνία, κατά πόσο δηλαδή ήταν ο Παπαπέτρου, ως ο ενάγων διατείνεται, ή ο ΜΥ1, ως ο τελευταίος υποστηρίζει. Περαιτέρω, υπο αμφισβήτηση τίθεται και η ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας καθώς και η κατάσταση του οχήματος και η ημερομηνία πώλησης τούτου. Ας σημειωθεί εδώ ότι η αναμφισβήτητη μαρτυρία καταδεικνύει ότι η αξίωση του ενάγοντα περιορίζεται πλέον στο ποσό των Λ.Κ.1200, εφόσον ο τελευταίος αποδέχθηκε και εξαργύρωσε την επιταγή των Λ.Κ.5300 που του απέστειλε η εναγομένη. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Περαιτέρω, δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σε αντίθεση με το ΜΥ1 ο ενάγων και ο ΜΕ2 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Δεν είναι μόνο η παρουσία τους στο δικαστήριο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους βρίθει υπερβολών, αοριστιών και εικασιών και η μαρτυρία του ενός διαφέρει ουσιωδώς από τη μαρτυρία του άλλου. Ο ΜΕ2 κατ' επανάληψη ανέφερε ότι ο ενάγων του είπε πως θα αγόραζε ένα Mercedes από την εναγομένη και ότι η τελευταία θα έπαιρνε το επίδικο όχημα μέσα για Λ.Κ.6.500, δηλαδή θα αποδέχετο το επίδικο όχημα ως μέρος της αξίας του Mercedes. Αντίθετη εν προκειμένω ήταν η θέση του ενάγοντα αναφορικά με τη συμφωνία ο οποίος ανέφερε ότι πρώτα αγόρασε το Mercedes και στη συνέχεια ρώτησε κατά πόσο η εναγομένη μπορούσε να πωλήσει το δικό του όχημα. Επιπλέον, θέση του ήταν ότι η εναγομένη δεν του ανέφερε οτιδήποτε για προμήθειες αναφορικά με την πώληση του οχήματος και ούτε του ζήτησε οιονδήποτε ποσό για την επιδιόρθωση των μικρογδαρσιμάτων του οχήματος και ο λόγος, ως ισχυρίστηκε, ήταν ότι αγόρασε το Mercedes για Λ.Κ.11500 τιμή η οποία ήταν η αρχική και δεν αφαίρεσε οτιδήποτε. Πέραν του ότι ο ενάγων ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη θα έπαιρνε το επίδικο όχημα έναντι της αξίας του Mercedes, τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι οι δυο πράξεις δεν έγιναν ταυτόχρονα και δεν συσχετίστηκαν. Η αντίθεση όμως μεταξύ ενάγοντα και ΜΕ2 δεν περιορίζεται μόνο στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Διαπιστώνεται και από τα αναμφισβήτητα γεγονότα. Επί του προκειμένου αναμφισβήτητο είναι ότι ο ενάγων κλήθηκε από την εναγομένη να παραλάβει μια επιταγή για Λ.Κ.5300, την οποία απέρριψε, και στη συνέχεια προέβη σε έρευνα και ανακάλυψε την αγοράστρια του οχήματος η οποία του ανέφερε ότι αγόρασε το όχημα για Λ.Κ.
  1. Από όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι η θέση περί μιας συμφωνίας που αφορούσε δυο οχήματα, δηλαδή αγορά του Mercedes δια ταυτόχρονης πώλησης του επίδικου οχήματος στην εναγομένη, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Αν τούτη ήταν η περίπτωση γιατί τότε ο ενάγων δεν κατέβαλε αμέσως τη διαφορά της αξίας των δυο οχημάτων, δηλαδή το υπόλοιπο των Λ.Κ.6500, που ισχυρίζεται ότι ήταν η συμφωνηθείσα τιμή, από τις Λ.Κ.11500 που ήταν η αξία του Mercedes και γιατί παρέμεινε εμπλεκόμενο μέρος στη διαδικασία πώλησης του οχήματος μέχρι τέλους, και γιατί διερεύνησε και ανακάλυψε την τιμή πώλησης του οχήματος; Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η υπο κρίση συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης δεν αφορούσε δυο οχήματα αλλά μόνο το επίδικο. Μόνο με αυτό το συμπέρασμα ταυτίζεται η αναμφισβήτητη μαρτυρία, δηλαδή οι πιο πάνω ενέργειες του ενάγοντα, και η λογική απορρίπτει οιανδήποτε άλλη εξήγηση. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν αφήνει αναλλοίωτη τη μαρτυρία των δυο μαρτύρων. Δοθέντος ότι ο ΜΕ2 είναι μάρτυρας του ενάγοντα και η θέση του για ό,τι του λέχθηκε από τον ενάγοντα δεν αμφισβητήθηκε από τον τελευταίο, εύλογα διερωτάται κανείς πού κρύβεται η αλήθεια. Γιατί ο ενάγων είπε κάτι τέτοιο στο ΜΕ2 και γιατί εν τέλει υποστήριξε διαφορετική εκδοχή ενώπιον του δικαστηρίου; Τα πιο πάνω ερωτήματα δεν απαντώνται από τη μαρτυρία. Εν τούτοις έργο του δικαστηρίου δεν είναι η ενδοσκόπηση στα άδυτα της ψυχής του μάρτυρα αλλά η επικέντρωση στα επίδικα θέματα. Ό,τι όμως προκύπτει από τα πιο πάνω είναι, αφενός η διάσταση στη μαρτυρία των δυο-ενάγοντα και ΜΕ2, και αφετέρου ότι η διάσταση αυτή οφείλεται, σύμφωνα με την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ2, στην πληροφόρηση που έτυχε από τον ενάγοντα. Κατ' επέκταση, σε ποια από τις δυο περιπτώσεις ο ενάγων έλεγε την αλήθεια, όταν συνομιλούσε με το ΜΕ2 ή ενώπιον του δικαστηρίου; Πέραν των πιο πάνω, ούτε και ο ισχυρισμός του ενάγοντα αντέχει στη βάσανο της λογικής. Η μαρτυρία του θέλει τη συμφωνηθείσα τιμή πωλήσεως του οχήματος να κυμαίνεται μεταξύ Λ.Κ.6500 με Λ.Κ.
  2. Θέλει περαιτέρω το όχημα να είναι σε άριστη κατάσταση και να μην χρειάζεται επιδιόρθωση και τέλος, ότι το όχημα πωλήθηκε την επαύριον της συμφωνίας του με τον Σώτο Παπαπέτρου, δηλαδή την 11.01.
  3. Ως προς την ημερομηνία πώλησης του οχήματος το τεκμήριο 8-αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος επ' ονόματι της αγοράστριας, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι ημερομηνία μεταβίβασης είναι η 09.01.
  4. Συνεπώς η συμφωνία του ενάγοντα με την εναγομένη αδύνατο είναι να συνομολογήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο εφόσον το όχημα του ενάγοντα, όπως και ο ίδιος ανέφερε, παρεδόθη στην εναγομένη την ίδια ημέρα της συμφωνίας και τότε ήταν που υπέγραψε το έντυπο μεταβίβασης. Η εναγομένη λοιπόν δεν μπορούσε να μεταβιβάσει το όχημα σε προηγούμενη ημερομηνία εφόσον δεν είχε πιστοποιητικό μεταβίβασης. Εις επίμετρον, το τεκμήριο 5-τιμολόγιο- παραπέμπει στις 02.01.2007 ως ημερομηνία εκτέλεσης των εκεί αναφερόμενων υπηρεσιών. Αυτή η ημερομηνία αποκαλύπτει επίσης ότι η συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης έλαβε χώρα πριν το χρόνο που αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο. Ανάλογα ισχύουν και για το τεκμήριο 3, επίσης τιμολόγιο, το οποίο παραπέμπει στις 03.01.
  5. Αναφορικά με τα τιμολόγια που προσκόμισε η υπεράσπιση, τεκμήρια 3 μέχρι και 7, παρεμβάλλω ότι κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από τον ενάγοντα και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του εκδότη τούτων. Πέραν τούτου, τα εν λόγω τεκμήρια, τα οποία είναι σε γραπτή μορφή, εκδόθηκαν σε χρόνο όχι μακρινό του συμβάντος που επικαλούνται και ο σκοπός που εκδόθηκαν δεν έχει να κάνει με εξυπηρέτηση οιουδήποτε παρά μόνο με ολοκλήρωση συγκεκριμένης εμπορικής συναλλαγής. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 επεξήγησε κάθε πτυχή τούτων των τεκμηρίων και συγκεκριμένα ανέφερε ότι η ημερομηνία που κάποια εξ αυτών αναφέρουν παραπέμπει στο χρόνο εξόφλησης και όχι στο χρόνο πώλησης των εκεί αναφερομένων. Σημειώνεται επίσης ότι και ο ενάγων δέχθηκε ότι το όχημα είχε μικρογδαρσίματα και συνεπώς ο ισχυρισμός του ΜΥ1 περί επιδιορθώσεως του οχήματος, τουλάχιστον για αυτό το θέμα, καθίσταται αληθοφανής και εύλογος. Το δε περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 παραπέμπει σε επιδιορθώσεις περιμετρικά του οχήματος, αποκαλύπτοντας έτσι μικρογδαρσίματα και συνακόλουθη επιδιόρθωση. Τέλος, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 μέχρι και 7 υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΥ
  6. Ως εκ των πιο πάνω, παρ' ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 μέχρι και 7 συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, και έχοντας υπόψιν μου τα αναφερόμενα στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αποδέχομαι το περιεχόμενο τούτων ως αξιόπιστο. Επανερχόμενος στο χρόνο πώλησης του οχήματος σημειώνω ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 μέχρι και 7 καθώς και του εντύπου μεταβίβασης του οχήματος-τεκμήριο 8- καθιστά ατεκμηρίωτο και υπερβολικό τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το όχημα πωλήθηκε την επομένη της συμφωνίας. Η σχετική αναφορά του ενάγοντα δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσπάθεια του τελευταίου να υποστηρίξει ότι η κατάσταση του οχήματος ήταν άριστη. Εν τούτοις το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων σε ένα μόνο συμπέρασμα οδηγεί, δηλαδή ότι η συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης έλαβε χώρα τέλη Δεκεμβρίου 2006 με αρχές Ιανουαρίου 2007 και σίγουρα όχι μετά την 02.01.2007, ημερομηνία στην οποία παραπέμπει το τεκμήριο 5, ενώ η μεταβίβαση του οχήματος στην αγοράστρια διενεργήθηκε την 09.01.
  7. Ασύστατη κρίνεται η θέση του ενάγοντα και για την τιμή πώλησης του οχήματος. Οι αναμφισβήτητες ενέργειες του ενάγοντα δεν υποστηρίζουν και δεν επεξηγούν την εκδοχή του. Αν επιθυμία του ήταν να πωλήσει το όχημα για Λ.Κ.6500 τουλάχιστον, ποσό που θα ελάμβανε μετά την πώληση και νοουμένου ότι τρίτο πρόσωπο επιθυμούσε να το αγοράσει σε αυτή την τιμή, γιατί τότε υπέγραψε κενό έντυπο μεταβίβασης και το παρέδωσε στην εναγομένη. Εν ολίγοις γιατί άφησε την κυριότητα του οχήματος στη βούληση της εναγομένης και γιατί δεν διατήρησε τον έλεγχο της πράξης και συγκεκριμένα της διαπραγμάτευσης για την τιμή; Σε αυτά τα ερωτήματα δεν απαντά η μαρτυρία του ενάγοντα αλλά η μαρτυρία του ΜΥ
  8. Σύμφωνα με τον τελευταίο, αφότου οι δυο άνδρες συμφώνησαν την τιμή πώλησης του οχήματος, λαμβάνοντας υπόψιν ότι το όχημα χρειάζετο επιδιορθώσεις που θα αναλάμβανε η εναγομένη, το έντυπο μεταβίβασης υπογράφηκε από τον ενάγοντα ως εγγύηση σε περίπτωση υπαναχώρησης, δηλαδή σε περίπτωση που αρνείτο να πωλήσει το όχημα. Όπως επεξήγησε, με αυτό τον τρόπο θα εξαναγκάζετο να καταβάλει στην εναγομένη τα έξοδα συντήρησης του οχήματος ώστε να του επιστραφεί το έντυπο μεταβίβασης. Έχω εν προκειμένω την άποψη ότι η εκδοχή του ΜΥ1 όχι μόνο επεξηγεί ό,τι διεμοίφθη μεταξύ των δυο ανδρών, είναι και λογική. Από την άλλη η εκδοχή του ενάγοντα, ορώμενη βεβαίως και υπο το φως των ασαφειών και αοριστιών που πιο πάνω αναφέρονται, δεν δικαιολογεί την υπογραφή του εντύπου μεταβίβασης και καταρρίπτεται από τις επιδιορθώσεις επί του οχήματος, ως αποκαλύπτονται από τα τεκμήρια 3 μέχρι και
  9. Εν κατακλείδι επιπόλαια και ασαφής είναι η θέση του ενάγοντα και για το ότι η συμφωνία συνομολογήθηκε με το Σώτο Παπαπέτρου. Σημειώνω εδώ ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας για να υποστηρίξει τη θέση του ενάγοντα. Εν τούτοις ό,τι ξενίζει είναι πως ούτε ο ενάγων απέκλεισε το ενδεχόμενο όπως τούτο το πρόσωπο να μην είναι συνέταιρος αλλά υπάλληλος της εναγομένης. Εν τοιαύτη περιπτώσει εύλογα αναφύεται το ερώτημα, όταν κλήθηκε να παραλάβει την επιταγή που εν τέλει απέρριψε με ποιο πρόσωπο συνομιλούσε; Αν συνομιλούσε με τον Παπαπέτρου, ως διατείνεται, τον οποίο γνωρίζει από παλιά, τότε πως γίνεται μέχρι και σήμερα να διερωτάται κατά πόσο πρόκειται για συνέταιρο ή απλό υπάλληλο; Δεν του ανέφερε τότε ότι θα προχωρούσε δικαστικά, ή μήπως δεν του παραπονέθηκε ότι δεν εκπλήρωσε τη συμφωνία τους; Δυσκολεύομαι λοιπόν να αντιληφθώ ότι μέχρι και σήμερα ο ενάγων δεν γνωρίζει αν το πρόσωπο με το οποίο συμφώνησε την τιμή του οχήματος και οτιδήποτε σχετικό της πώλησης ήτο υπάλληλος ή εκ των ιδιοκτητών της εναγομένης. Για κάθε ένα από τους πιο πάνω λόγους ξεχωριστά καθώς και σωρευτικά κρίνω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα και του Μ.Ε.2 δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και συνεπώς, στην έκταση που συγκρούεται με τη μαρτυρία του ΜΥ1, δεν την αποδέχομαι ως ορθή και αληθή. Πέραν των πιο πάνω καταλήγω ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκε περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2006 με πρώτο διήμερο Ιανουαρίου
  10. Την εναγομένη εκπροσωπούσε ο ΜΥ
  11. Η συμφωνία προνοούσε ότι η εναγομένη θα αναλάμβανε να επιδιορθώσει το όχημα του ενάγοντα και εν συνεχεία να το πωλήσει. Από την πώληση ο ενάγων θα ελάμβανε το ποσό των Λ.Κ.5300 που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Το όχημα πωλήθηκε στη Χρυστάλλα Περικλέους για Λ.Κ.6500 και μεταβιβάστηκε σε αυτήν την 09.01.
  12. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 μέχρι και 7 ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει τις επιδιορθώσεις που έγιναν στο επίδικο όχημα. Μετά την πώληση η εναγομένη εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5300, την οποία ο τελευταίος εξαργύρωσε. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις του δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η εναγομένη εκπλήρωσε κάθε πτυχή της συμφωνίας της με τον ενάγοντα και συνακόλουθα η αξίωση του τελευταίου παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.