N A Chance Ltd ν. ELECTROMONTAJ SA, Αρ. Αγωγής: 392/11, 30.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 392/11 Μεταξύ: N. A. Chance Ltd Ενάγοντα -και- ELECTROMONTAJ S.A Εναγόμενου Ημερομηνία: 30.4.2012 Αίτηση Ημερομηνίας 6.12.2011 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Δ. Βάκης Για Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Μ. Δράκος για Παναγιώτου και Πελεκάνου για ν΄ ακούσει την απόφαση, κα Πίπη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε τη 19.1.2011, οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εναγομένη να παράσχει κατάσταση λογαριασμού για όλες τις παραγγελίες για υλικά και υπηρεσίες που ανέλαβε και εκτέλεσε η εναγομένη στην Κύπρο, «.από πελάτες που εξεύρε, υπέδειξε και ή συνέβαλε η ενάγουσα» και το ποσό της προμήθειας που δικαιούται η ενάγουσα γι΄ αυτά, δυνάμει γραπτής και ή προφορικής συμφωνίας. Αξιώνει καταβολή του ποσού προμήθειας 5%, «. που θα διαπιστωθεί ότι οφείλεται στην ενάγουσα δυνάμει του πιο πάνω λογαριασμού» και διαζευκτικά αποζημιώσεις «γι΄ απώλεια προμήθειας και ή τερματισμό συμφωνίας αντιπροσώπευσης παράνομα και ή χωρίς εύλογη προειδοποίηση». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε οκτώ περίπου μήνες αργότερα, με βάση γραπτή συμφωνία που υπογράφτηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης στο Βουκουρέστι, η εναγομένη που είναι ρουμανική εταιρεία, εγγεγραμμένη στη Κύπρο ως αλλοδαπή, εδιόρισε την ενάγουσα ως αποκλειστικό αντιπρόσωπο της στην Κύπρο για «.για όλα τα προϊόντα της και τις υπηρεσίες της τα οποία θα εξήγαγε στην Κύπρο και για συμβόλαια τα οποία αναλαμβάνονταν ένεκα των υπηρεσιών της ενάγουσας». Η συμφωνία έληξε το 1997, ανανεώθηκε όμως κατόπιν «αμοιβαίας συμφωνίας και /ή κατέστη αορίστως διαρκείας». Το 2010 η ενάγουσα μ΄ επιστολή της προς την εναγομένη την κάλεσε να την ενημερώνει για την κατάσταση πληρωμών που έλαβε για την εκτέλεση των εργασιών του συμβολαίου 127/2008 της ΑΗΚ, το οποίο βρισκόταν σε εξέλιξη. Η εναγομένη παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα να κινηθεί η παρούσα αγωγή. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους την 11.2.2012 και αυτοί κατεχώρησαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου την 8.3.
- Την 6.10.2011 οι ενάγοντες κατεχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Την 15.11.2011, που η αίτηση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στους εναγομένους να καταχωρήσουν ένσταση μέχρι 9.12.2011 που ορίσθηκε η αίτηση για μνεία. Την 6.12.2011 οι εναγόμενοι κατεχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου «. όπως κάθε διαδικασία στην παρούσα αγωγή ανασταλεί». Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρο 8 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ 1-3, 9 και 49 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Barbu Rosoiu, οικονομικού διευθυντή της εναγομένης στην Κύπρο. Ο κ. Rosoiu αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας οποιεσδήποτε διαφορές προέκυπταν μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων θα επιλύονταν φιλικά και σε περίπτωση που οι δύο πλευρές δεν κατέληγαν σε συνεννόηση τότε η διαφορά θα παραπέμπετο σε διαιτησία. Σχετική είναι η παράγραφος 5.3 της συμφωνίας, την οποία παραθέτω αυτούσια. «Any disputes shall be solved by the parties in an amicable way. In case the parties do not reach understanding, the case shall be deferred to an Arbitration. The disputes shall be solved by an arbitration court composed of three arbitrators under the Rules of Conciliation and Arbitration of the International Chamber of Commerce. Each party shall nominate an arbitrator and the third arbitrator shall be nominated by the International Chamber of Commerce. The arbitration shall take place in Geneva, Switzerland, and the arbitrators shall apply the provisions of this Agreement and, if necessary, those of the Swiss Code of Obligations. The decision shall give the reason and shall be final and binding upon both contracting parties. The counter-claim deriving from the present Agreement shall be examined by the commission which has to solve the principal claim». Είναι η θέση των εναγομένων ότι και η υπό κρίση διαφορά θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία. Οι ενάγοντες φέρουν ένσταση στο αίτημα των εναγομένων. Ισχυρίζονται ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη αμφισβήτησης και ή διαφοράς και ή διαφωνίας εντός της ρήτρας διαιτησίας και υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για αναστολή. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Νίκου Καραπατίδη, διευθυντή των εναγόντων. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οι εναγόμενοι-αιτητές και συγκεκριμένα ο κ. Rosoiu παραλείπει να εξηγήσει γιατί η αγωγή εμπίπτει στα πλαίσια ρήτρας διαιτησίας και να εξηγήσει ποια είναι η «διαφορά» που έχει προκύψει μεταξύ των διαδίκων. Επιπρόσθετα, οι δικηγόροι των εναγομένων «έχουν προβεί σε διαβήματα στην παρούσα αγωγή ώστε να εμποδίζονται από το να ζητούν αναστολή της παρούσας αγωγής». Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, επί του οποίου εδράζεται η αίτηση, προβλέπει τα πιο κάτω: «If any party to an arbitration agreement, or any person claiming through or under him, commences any legal proceedings in any Court against any other party to the arbitration agreement or any person claiming through or under him, in respect of any matter agreed to be referred, any party to such legal proceedings may at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings, apply to that Court to stay the proceedings, and the Court, if satisfied that there is no sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the arbitration agreement and that the applicant was, at the time when the proceedings were commenced and still remains, ready and willing to do all things necessary to the proper conduct of the arbitration, may make an order staying the proceedings». Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας, για παραπομπή σε διαιτησία, δεν είναι επιτακτική. Το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια αν ικανοποιηθεί προηγουμένως ότι υπάρχει έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της αμφισβήτησης σε διαιτησία και το αντικείμενο της δικαστικής διαφοράς περιλαμβάνεται στα θέματα που θα έπρεπε σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας να παραπεμφθούν σε διαιτησία[1]. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Russell on Arbitration[2]: «Scope of arbitration clause. The dispute which arises or has arisen between the parties must fall with the scope of the arbitration clause. Otherwise a stay of the legal proceedings will not be granted under s.9 of the Act, eventhough a valid arbitration agreement exists between the parties. Although a stay may be granted pursuant to the court's inherent jurisdiction. Usually, arbitration agreements are drafted in wide terms but if they are in narrow terms the court will not stay proceedings which appear to be outside the agreement to arbitrate. So where claims for fraudulent misrepresentation were found by the court to be outside the proper scope of an agreement to arbitrate disputes in Abu Dhabi no stay would be granted. When faced with issues relating to the separability of the arbitration agreement the court will usually first consider the scope of the arbitration agreement before proceeding to consider issues of separability». Στην Αγγλική απόφαση Ashgar and Others v. The Legal Services Commission and Another[3], η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούσε ποικιλία θεμάτων ήτοι παράβαση συμβολαίου, παράνομη επέμβαση και συνωμοσία. Η συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία κάλυπτε όλες τις διαφορές που αφορούσαν ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η επίλυση των αξιώσεων που αφορούσαν τη συμφωνία δεν μπορούσαν να διαχωριστούν από τα υπόλοιπα και αποφάσισε ότι όλα τα θέματα θα έπρεπε ν΄ ανασταλούν. Ήταν η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι «.Δεν υπάρχει και ή δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς ή καθόλου η ύπαρξη αμφισβήτησης και/ή διαφοράς και/ή διαφωνίας εντός της ρήτρας διαιτησίας». Για να αποφασισθεί κατά πόσο η διαφορά καλύπτεται από την ρήτρα διαιτησίας ή όχι θα πρέπει να ανατρέξουμε στα δικόγραφα των εναγόντων. Η ουσία της διαφοράς συνοψίζεται κατά την άποψη μου στις παραγράφους 10 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «
- Η εναγομένη κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων και/ή της συμφωνίας αποκλειστικής αντιπροσώπευσης και/ή του Νόμου αρνείται και/ή αμελεί και/ή αδιαφορεί να επικοινωνήσει με την ενάγουσα και/ή να την προμηθεύσει με την κατάσταση πληρωμών για τις εργασίες του έργου της Α.Η.Κ. και/ή για τις υπόλοιπες δραστηριότητες της στη Κύπρο σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη πληρωμή της οφειλόμενης προμήθειας στην ενάγουσα που ανέρχεται σε 5.5.%.
- Είναι περαιτέρω η θέση της ενάγουσας ότι και εάν ήθελε αποδειχθεί ότι η συμφωνία αντιπροσώπευσης τερματίστηκε νόμιμα δικαιούται προμήθεια 5.5% για το συμβόλαιο που υπογράφηκε μεταξύ της εναγομένης και της Α.Η.Κ. με αρ. 127/2008 γιατί συνέβαλε στην επίτευξη της συμφωνίας και/ή οφείλετο στις προσπάθειες της και/ή η Α.Η.Κ. ήταν πελάτης που τον εξεύρε η ενάγουσα κατά την διάρκεια της συμφωνίας και η Α.Η.Κ. συνεργάστηκε επανειλημμένα με την εναγομένη». Οι θεραπείες δε που ζητούν οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση στηρίζονται και αυτές στη συμφωνία[4]. Στην υπό κρίση υπόθεση ο όρος της συμφωνίας που προβλέπει για παραπομπή σε διαιτησία καλύπτει «όλες τις διαφορές»[5]. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι οι υπό κρίση διαφορές των διαδίκων καλύπτονται από την ρήτρα της διαιτησίας. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν λάβει οποιαδήποτε διαβήματα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να στερούνται του δικαιώματος να αξιώνουν αναστολή της διαδικασίας, ως ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση. Ο τελευταίος, προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλέσθηκε την απόφαση Vector Onega A.G. v.
- Του Πλοίου M/V Girvas[6]. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι οι ενάγοντες εμφανίστηκαν στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, έλαβαν οδηγίες για να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους και στην συνέχεια ζήτησαν παράταση του χρόνου καταχώρησης του δικογράφου τους, έκρινε ότι τα πιο πάνω αποτελούσαν νέα βήματα στην αγωγή που κατά συνέπεια αποκλείουν τους αιτητές από του να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Russell on Arbitration[7]. Ο νόμος επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση[8] και τον οποίο παραθέτω ανωτέρω αναφέρεται σε «λήψιν μέτρων», ή πιστή μετάφραση στα Ελληνικά του Αγγλικού κειμένου είναι «λήψιν βημάτων». Τι συνιστά «βήμα» για τους σκοπούς της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας αναλύεται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration[9], από το οποίο διαβάζουμε σχετικά το πιο κάτω απόσπασμα: «.The requirement is not to take "any step" in the proceedings. It is a lower test than that for proceedings under s. 72 which is only available to a party "who takes no part in the proceedings". A step in the proceedings must, however, be one which "impliedly affirms the correctness of the legal proceedings and the willingness of the defendant to go along with a determination by the courts instead of arbitration". First, the conduct of the applicant (and defendant to the legal proceedings) must be such as to demonstrate an election to abandon his right to a stay in favour of allowing the action to proceed. Second, the act in question must have the effect of invoking the jurisdiction of the court. . Thus, a party who applied for leave to defend as well as asking for a default judgment to be set aside did not take a step in the proceedings, nor did someone who applied for summary judgment "in the event that its application for a stay was unsuccessful". An action taken to resist an interim injunction would also not be a step in the proceedings, nor would the making of an application for interim relief to the court (provided the purpose of the application related to the arbitral proceedings), whereas applying for disclosure of documents or asking for an order for particulars of the substantive claim will constitute a step in the proceeding». Στην υπό κρίση υπόθεση οι εναγόμενοι κατεχώρησαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου και στη συνέχεια ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση των εναγόντων για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης. Οι πιο πάνω ενέργειες δεν δεικνύουν με οποιονδήποτε τρόπο ότι οι εναγόμενοι επέλεξαν να παρατήσουν το δικαίωμα τους να ζητήσουν αναστολή της διαδικασίας και ότι αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Ως αναφέρεται ρητά στο απόσπασμα από το σύγγραμμα Russell on Arbitration, που παραθέτω ανωτέρω και αν ακόμη οι εναγόμενοι ζητούσαν άδεια να καταχωρήσουν υπεράσπιση, κάτι το οποίο δεν έπραξαν οι εναγόμενοι στην υπό κρίση υπόθεση δεν θα θεωρείτο ως «βήμα» στη διαδικασία. Σχετική επί του θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση Patel v. Patel[10]. Οι καθ΄ ων η αίτηση εγείρουν και θέμα καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας. Αναγνωρίζω ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να είχε καταχωρηθεί λίγο νωρίτερα, ο χρόνος όπως που διέρρευσε από τα χρόνο επίδοσης της Έκθεσης Απαίτησης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί πολύ μεγάλος, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι η έδρα της εναγομένης εταιρείας βρίσκεται στο εξωτερικό. Παρατηρώ δε ότι στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε δεν υπήρχαν επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με την επίδικη συμφωνία και γενικά σε σχέση με τις αξιώσεις των εναγόντων για να είναι σε θέση οι εναγόμενοι να γνωρίζουν τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των μερών. Επισημαίνω επίσης ότι η μεγαλύτερη καθυστέρηση στη διαδικασία προκλήθηκε από τους ίδιους τους ενάγοντες οι οποίοι καθυστέρησαν να καταχωρήσουν την Έκθεση Απαίτησης τους. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε οκτώ και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Επιπρόσθετα με όλα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι με βάση τη νομολογία ως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα η προσέγγιση των Δικαστηρίων είναι να μη δίδεται υπέρμετρη σημασία στο λεκτικό της συμφωνίας και σε τυπικά θέματα αφ΄ ης στιγμής από το έγγραφο εξάγεται η επιθυμία των δύο συμβαλλομένων να παραπέμψουν οποιεσδήποτε τυχόν διαφορές τους σε διαιτησία. Στην απόφαση Fiona Trust & Holding Corp. v. Yuri Privalor[11] το Εφετείο αφού αναθεώρησε τις διάφορες αυθεντίες επί του θέματος και αφού αναγνώρισε ότι δεν ακολουθούν όλες την ίδια γραμμή,[12] είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Hearings and judgments get longer as new authorities have to be considered. For our part we consider that the time has now come for a line of some sort to be drawn and a fresh start made at any rate for cases arising in the international commercial context. Ordinary business men would be surprised at the nice distinctions drawn in the cases the time taken up by argument in debating whether a particular case falls within one set of words or another very similar set of words. If business men go to the trouble of agreeing that their disputes be heard in the courts of a particular country or by a tribunal of their choice they do not expect (at any rate when they are making the contract in the first place) that time and expense will be taken in lengthy argument about the nature of particular causes of action and whether any particular cause of action comes within the meaning of a particular phrase they have chosen in the arbitration clause». Τα πιο πάνω, που υιοθετήθηκαν πλήρως και από τη Βουλή των Λόρδων στη Premium Nafta Products Ltd v. Fili Shipping Co Ltd[13], αντικατοπτρίζουν κατά την άποψη μου τη σύγχρονη τάση στην οποία δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη βούληση των μερών και η κεντρική επιδίωξη των Δικαστηρίων είναι η διακρίβωση της πρόθεσης των μερών αυτών. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση πρέπει να πετύχει. Η διαδικασία αναστέλλεται. Τα έξοδα της διαδικασίας μέχρι σήμερα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-αιτητών και εναντίον των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Somatrach Pertoleum Corp v. Ferrell International [2002] 1 All ER (Comm)
- [2] 23η έκδοση, παρ. 7-
- [3] [2004] EWHC
- [4] «Α. Διάταγμα διατάττον την εναγομένη να παράσχη κατάσταση λογαριασμού για όλες τις παραγγελίες για υλικά και υπηρεσίες που ανέλαβε και εκτέλεσε η εναγομένη στη Κύπρο από πελάτες που εξεύρε, υπέδειξε και/ή συνέβαλε η ενάγουσα γι΄ αυτά δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας». «Β. Πληρωμή του ποσού προμήθειας 5.5% που θα διαπιστωθεί ότι οφείλεται στην ενάγουσα δυνάμει του πιο πάνω λογαριασμού». «Γ Διαζευκτικά αποζημιώσεις για απώλεια προμήθειας και/ή τερματισμό συμφωνίας αντιπροσώπευσης παράνομα και/ή χωρίς εύλογη προειδοποίηση». [5] Η φράση που χρησιμοποιείται στο αγγλικό κείμενο είναι «any disputes». [6]
(1999)1 Α ΑΑΔ
- [7] 20η έκδοση, σελ. 163-178, [8] Άρθρο 8 του Κεφ.
- [9] 23η έκδοση σελ. 368, παρ. 7-
- [10] [1999] 1 All E.R. Comm. 923 at
- [11] [2007] EWCA Civ
- [12] «not all these authorities are readily reconcilable». [13] [2007] UKHL
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο