Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ εμπορευόμενη με την επωνυμία «ΑΝΤΕΝΝΑ», Αρ. Αγωγής 5140/08, 30.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5140/08 Μεταξύ: Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Εναγόντων και ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ, εμπορευόμενη με την επωνυμία «ΑΝΤΕΝΝΑ» Εναγομένων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.4.2012 Για τους ενάγοντες: κα Σιακαλλή Για τους εναγόμενους: κα Σολωμονίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν Α. €5.125,80 διοικητικό πρόστιμο ως αναφέρεται με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης, Β. οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις, Γ. νόμιμο τόκο και Δ. έξοδα πλέον τα έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν αποτέλεσαν σημείο τριβής μεταξύ των δύο πλευρών, οι οποίες κατέθεσαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ως Τεκμήριο 1, πίνακα παραδεκτών γεγονότων. Στο Τεκμήριο 1 παρατίθενται ουσιαστικά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, κατ΄ ουσία στις ίδιες γραμμές με τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 είναι το εξής «1. Η ενάγουσα είναι ανεξάρτητη αρχή που ιδρύθηκε δεόντως και σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου του 1998 ως ετροποποιήθη και μεταξύ άλλων χορηγεί άδειες για ίδρυση, λειτουργία, εγκατάσταση και λειτουργία τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σταθμού. 2. Η εναγομένη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εμπορεύεται και/ή χρησιμοποιεί το όνομα και/ή την επωνυμία 'ΑΝΤΕΝΝΑ'. 3. Η ενάγουσα χορήγησε στην εναγομένη άδεια ίδρυσης και/ή λειτουργίας και/ή εγκατάστασης παγκύπριου τηλεοπτικού σταθμού μεταδίδοντας τηλεοπτικές εκπομπές προς το κοινό. 4. Η ενάγουσα σύμφωνα με το άρθρο 41Β
(1)του Νόμου 7(Ι)/1998, δύναται μεταξύ άλλων να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο για κάθε ημέρα παράβασης από το σταθμό των διατάξεων του νόμου καθώς ή των όρων της άδειας ως ακολούθως: (α) Για παγκύπριο τηλεοπτικό σταθμό μέχρι και Λ.Κ.5.000,00 (β) Για παγκύπριο ραδιοφωνικό σταθμό μέχρι και Λ.Κ.2.000,00 (γ) Για τοπικό ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σταθμό μέχρι και Λ.Κ.1.000,00 (δ) Για μικρό τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό μέχρι και Λ.Κ.500,00 5. Η ενάγουσα μετά από αυτεπάγγελτη εξέταση και/ή διερεύνηση παραβάσεων της εναγομένης του Νόμου και/ή των Κανονισμών αποφάσισε την 15.05.06 στην υπόθεση 126/2004
(1)όπως επιβάλει στην εναγομένη διοικητικό πρόστιμο ύψους €5.125,80 6. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 24.8.06 την οποία απέστειλε και/ή παρέδωσε στην εναγομένη, κοινοποίησε την απόφαση της ημερομηνίας 15.05.06 και κάλεσε την εναγομένη όπως καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που της είχε επιβληθεί με την απόφαση ημερομηνίας 15.05.06 στην υπόθεση 126/2004
(1)- Εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 15.05.06 η εναγόμενη καταχώρησε την προσφυγή υπ΄ αριθμό 1625/
- Την 20.10.09 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην πιο πάνω προσφυγή με την οποία η διοικητική πράξη της ενάγουσας επικυρώθηκε.
- Εναντίον της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.10.09 η εναγόμενη καταχώρησε την υπ΄ αριθμό 168/09 αναθεωρητική έφεση.
- Η εναγόμενη δεν έχει πληρώσει το διοικητικό πρόστιμο που της επέβαλε η ενάγουσα με την απόφαση ημερομηνίας 15.05.06 στην υπόθεση 126/2004
(1). 11. Τα διοικητικά πρόστιμα που εισπράττει η Αρχή κατόπιν διοικητικής απόφασης κατατίθενται στο ταμείο της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 38
(1)(δ) του Νόμου 7(Ι)/1998.» Με την έκθεση υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι εγείρουν ως προδικαστικές ενστάσεις τα ακόλουθα: «(α) Η ενάγουσα στερείται εξουσίας και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της. (β) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (γ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Νόμος 39/62). (δ) Η παρούσα αγωγή είναι κακόπιστη και πεισματική και εν πάση περιπτώσει αυτή είναι πρόωρη καθώς η απόφαση και/ή η διοικητική πράξη επί της οποίας εδράζεται, δεν έχει τελειωθεί και/ή είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και αποτελεί αντικείμενο προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο.» Είναι περαιτέρω οι θέσεις των εναγομένων στην υπεράσπιση τους, ότι η εν λόγω απόφαση είναι αντικείμενο προσφυγής με αριθμό 1625/2006 και ότι, αν και παραδέχεται ότι η ενάγουσα έχει νομικό έρεισμα να επιβάλει τα αναφερόμενα διοικητικά πρόστιμα, η όλη ακολουθητέα διαδικασία προσκρούει σε θεμελιώδης αρχές του δικαίου και του ευρωπαϊκού κεκτημένου και δεν μπορεί η ενάγουσα να είναι ταυτοχρόνως η καταγγέλλουσα αρχή, η διερευνώσα αρχή, η δικάζουσα αρχή, η αποφασίζουσα αρχή, η επιβάλλουσα το πρόστιμο αρχή, η εισπράττουσα αρχή και η αρχή που εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος και συμφέρον το πρόστιμο. Περαιτέρω, η όλη διαδικασία αποτελεί διασπάθιση δημόσιου χρήματος και είναι εντελώς εκτός των κανόνων για τους οποίους ιδρύθηκε η ενάγουσα ή και εκτός των σκοπών που προβλέπει ο νόμος 7
(1)/1998. Περαιτέρω, αν και παραδέχεται την ύπαρξη της αναφερόμενης απόφασης, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι η ενάγουσα ακολούθησε παράνομη διαδικασία για την εξέταση της υπόθεσης και παρέλειψε να διεξάγει νόμιμη και δέουσα έρευνα και ουσιαστικά αποστέρησε από την εναγόμενη το δικαίωμα ακρόασης και η απόφαση της στερείται της νόμιμης αιτιολογίας. Αρνούνται επίσης ότι η ενάγουσα δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον τους για την πληρωμή του ισχυριζόμενου προστίμου ή και οποιωνδήποτε τελών ή και διοικητικών προστίμων ή και οποιωνδήποτε άλλων οφειλών και αρνούνται ότι δύναται να εισπράξει αυτά με όλα τα δικαστικά έξοδα ως χρέος και ισχυρίζονται ότι ο Καν. 48
(1)της Κ.Δ.Π. 10/2000 είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου. Περαιτέρω, αρνούνται ότι διέπραξαν τις ισχυριζόμενες ή οποιεσδήποτε παραβάσεις και προσθέτουν ότι η απόφαση της ενάγουσας είναι πραγματικά και νομικά ανυπόστατη και/ή άκυρη και χωρίς οποιαδήποτε νομική αξία. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η καταχώρηση της προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, μεταθέτει αφ΄ εαυτής την εκτελεστότητα της διοικητικής πράξης στο τέλος της διαδικασίας της προσφυγής. Κατά την ακροαματική διαδικασία, πέραν του Τεκμηρίου 1 και των σ΄ αυτό αναφερόμενων παραδεκτών γεγονότων, κατατέθηκαν εκ συμφώνου το Τεκμήριο 2 (Πίνακας παραδεκτών εγγράφων) και στη βάση αυτού αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 15.5.2006 (Τεκμήριο 3) και αντίγραφο της επιστολής των εναγόντων προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 24.8.
- Στη βάση του ως άνω μαρτυρικού υλικού, οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του δικαστηρίου, παραθέτοντας γραπτώς την επιχειρηματολογία της η κάθε μια και παραπέμποντας το δικαστήριο σε νομολογία. Αμφότερες οι αγορεύσεις κυμάνθηκαν στο πλαίσιο των ισχυρισμών της κάθε πλευράς με την κα Σολωμονίδου να αναπτύσσει τους λόγους υπεράσπισης που παρατίθενται στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων. Είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, ότι τα ως άνω αναφερόμενα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν, καθίστανται εύρημα του δικαστηρίου. Υφίσταται συνεπώς οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση στα όσα εγείρει η πλευρά των εναγομένων; Ως προκύπτει από τα εγειρόμενα στην υπεράσπιση σημεία, αυτά είτε αφορούν την έκδοση της απόφασης και την επιβολή διοικητικού προστίμου από τους ενάγοντες, είτε αφορούν την ευχέρεια των εναγόντων να εγείρουν αγωγή ως η παρούσα, προς είσπραξη του διοικητικού προστίμου. Απόλυτα σχετική με την υπόθεση μας και αφοπλιστική στις απαντήσεις που δίνει, είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις 3/08 και 60/08, ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερομηνίας 12.7.
- Αξίζει πιστεύω να παρατεθεί αυτούσιο το κάτωθι απόσπασμα, χωρίς να είναι απαραίτητη η επανάληψη από μέρους μου των αναφερόμενων σ΄ αυτό αρχών δικαίου. «Κατά πόσον εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη συνταγματικότητα του Νόμου 7(Ι)/98 και τη συμβατότητα του με τα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος - Λόγος έφεσης 1 Στη σελίδα 9 της εκκαλούμενης απόφασης στην έφεση 3/08, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει:- «Ο βασικός λόγος ένστασης που προωθεί η Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση, δηλαδή η ουσία της υπεράσπισης τους στην παρούσα αγωγή, εξ όσων αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγομένης η υπεράσπιση της αφορά αυτή καθ' εαυτή την έκδοση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου από την Ενάγουσα. Η απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και η οποία προσβάλλεται με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος το οποίο έχει και αποκλειστική δικαιοδοσία να το εξετάσει. Εξ ου και η Εναγόμενη ορθά, εφόσον διαφωνεί με την εγκυρότητα της πράξης αυτής, την έχει προσβάλει με την καταχώρηση της προσφυγής 170/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. To Ανώτατο Δικαστήριο ως το μόνο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την εν λόγω προσφυγή είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει, πάντοτε στα πλαίσια της προσφυγής, τους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη στην παρούσα περίπτωση ως υπεράσπιση, δηλαδή η σύνθεση του διοικητικού οργάνου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε, το κατά πόσο είχαν ευκαιρία οι Εναγόμενοι να ακουστούν, ως και η συνταγματικότητα του νόμου με βάση τον οποίο επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο. Είναι δε ξεκάθαρο ότι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το Τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο της νομιμότητας είναι απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους αφού οι πράξεις των διαφόρων διοικητικών οργάνων του αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της λειτουργίας του. Για τα πιο πάνω παραπέμπω και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις 11803, 11804 και 11805, ημερ. 18.3.2005, μεταξύ Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (ανωτέρω). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταχώρηση και μόνο της προσφυγής χωρίς διαδικασία αναστολής της ισχύος της διοικητικής πράξης με σχετικό διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αναστέλλει βεβαίως την ισχύ της ούτε και αίρει το Τεκμήριο της νομιμότητας. Στην παρούσα περίπτωση η προσφυγή βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, δεν υπάρχει όπως έχει ήδη αναφερθεί διάταγμα για αναστολή της ισχύος της και με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω τεκμαίρεται νόμιμη και παράγει άμεσα αποτελέσματα. Όσον αφορά το θέμα συνταγματικότητας του Ν. 7
(1)/98 αυτό έχει επιλυθεί με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες και έχει κριθεί ότι οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου είναι συνταγματικές. Αναφέρω τις αποφάσεις: Π.Ε. 15105,[1] ημερ. 22.6.2006 και Π.Ε. 12186, ημερ. 26.2.2006,[2] μεταξύ Sigma Radio TV Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει εφόσον η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει ιδρυθεί με βάση νόμου. Ούτε ο ισχυρισμός ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος με βρίσκει σύμφωνη αφού τα εν λόγω άρθρα προνοούν ότι χρέη οφειλόμενα προς τη Δημοκρατία κατατίθενται στο πάγιο ταμείο του κράτους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ενάγουσα με βάση το άρθρο 41(β)
(3)του σχετικού νόμου λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο από τη Δημοκρατία, δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος που δεν είναι άλλος από την καταχώρηση αγωγής. Δεν θεωρώ ότι ο τρόπος ερμηνείας του εν λόγω άρθρου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης, ότι δηλαδή θα έπρεπε να γίνει αγωγή στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την είσπραξη του ποσού αυτού είναι ορθός και συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι είναι η απλή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου που θα πρέπει να αποδοθεί σε αυτό και όχι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία η οποία θα καταστρατηγούσε και το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας της αρχής.» Παρόμοια είναι και η προσέγγιση του αντίστοιχου πρωτόδικου δικαστηρίου στην έφεση 60/08. Σχετικές είναι οι σελίδες 8-12 της πρωτόδικης απόφασης. Οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι και τα δύο πρωτόδικα δικαστήρια όχι μόνο είχαν εξουσία, αλλά και καθήκον να εξετάσουν τη νομιμότητα της απόφασης και τη συνταγματικότητα του Νόμου, βάσει του οποίου επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο ως προκαταρκτικό νομικό σημείο στη βάση των αποφασισθέντων στην The Attorney-General of the Republic v. Mustafa Ibrahim & Others
(1964)CLR 195. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 RSCC 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 CLR 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1Α ΑΑΔ 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην έφεση 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio TV Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Π.Ε. 187/2007, ημερομηνίας 17.12.2009, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio TV Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1Β ΑΑΔ 909, Sigma Radio TV Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 ΑΑΔ 155, Sigma Radio TV Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 ΑΑΔ 572, Sigma Radio TV Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1Α ΑΑΔ 408 και Sigma Radio TV Ltd. κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας). Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio TV Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 ΑΑΔ 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Οι διαπιστώσεις και των δύο πρωτόδικων δικαστών επί του σημείου αυτού, είναι ορθές». Οι ενάγοντες είναι, με βάση τη σχετική νομοθεσία, ανεξάρτητη αρχή η οποία «ενάγει και ενάγεται». Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση ότι ο Καν.48
(1)της Κ.Δ.Π. 10/2000 είναι ultra vires του Νόμου 7
(1)/1998 και συνεπώς οι ενάγοντες δεν δύνανται να λάβουν δικαστικά μέτρα για την πληρωμή του εν λόγω προστίμου. Η Αρχή έχει εξουσία λήψης δικαστικών μέτρων για είσπραξη των προστίμων που επιβάλλει δυνάμει του άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου. Το πού θα κατατεθεί το εκάστοτε ποσό ουδόλως αναιρεί την ως άνω εξουσία των εναγόντων ούτε επηρεάζει την υποχρέωση των εναγομένων για πληρωμή ενός επιβληθέντος προστίμου. Ελλείψει συνεπώς αναστολής της εκτέλεσης της διοικητικής πράξης με την οποία επιβλήθηκε το επίδικο διοικητικό πρόστιμο, καθίσταται σαφές ότι οι ενάγοντες νομιμοποιούνται πλήρως να εγείρουν την αγωγή αναζητώντας την πληρωμή του διοικητικού προστίμου. Συνακόλουθα, και για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, καταλήγω ότι ουδείς από τους λόγους υπεράσπισης προσδίδει στους εναγόμενους βάσιμη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωση τους στο βαθμό που απαιτείται σε πολιτικές αγωγές. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €5.125,80 πλέον νόμιμο τόκο επ΄ αυτού μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα της παρούσας αγωγής ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο