← Κύπρος

ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Λουκή Ιωάννου Παπαχριστοφόρ, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 140/12, 30/10/2012

ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Λουκή Ιωάννου Παπαχριστοφόρ, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 140/12, 30/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A319 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 140/12 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Λουκή Ιωάννου Παπαχριστοφόρου από τη Λευκωσία Οφειλέτη Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Οφειλέτη: κ. Κουλαφέτης για Σωτήρης Δράκος ΔΕΠΕ Για τους Πιστωτές: κα Κόκκινου εκ μέρους του κ. Κουρσάρη για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 2.7.1997 στην αγωγή με αρ. 5198/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του Λουκή Ιωάννου Παπαχριστοφόρου (εναγόμενου 2 στην εν λόγω αγωγή, στη συνέχεια «ο οφειλέτης») αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους LOUCOS TRADING CO LTD και Δώρα Παπαχριστοφόρου, με αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εφόσον οι εναγόμενοι πληρώνουν €1.366,88 μηνιαίως από 1.10.1997 με 10 μέρες χάρη, εκδόθηκε στις 30.1.2012 μετά από αίτημα των εναγόντων στην εν λόγω αγωγή, δηλαδή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στη συνέχεια «οι πιστωτές»), ειδοποίηση πτώχευσης προς τον οφειλέτη, για το ποσό των €165.424,47 πλέον τόκο 9% ετησίως από 19.1.2012 επί €59.738,21 πλέον τόκο 8% από 19.1.2012 επί €34.701,78 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 9.2.2012 καταχωρήθηκε από τον οφειλέτη ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας για ακύρωση της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης, όπου αναφέρεται ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι καταπιεστική για τα δικαιώματα του οφειλέτη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον ο τελευταίος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην προαναφερθείσα δικαστική απόφαση. Το αξιούμενο από τους πιστωτές ποσό είναι εκτός πραγματικότητας εφόσον οι αιτητές κατά τη διαδικασία της αίτησης για ανανέωση της απόφασης κατέθεσαν ως Τεκμήριο κατάσταση λογαριασμού με την οποία ζητούσαν το ποσό των €58.341,04 με τόκο 9% από 10.1.2010 επί ποσού €45.310,74, το οποίο απορρίφθηκε από τους εναγόμενους λόγω του ότι περιείχε πασιφανή λογιστικά και αριθμητικά λάθη. Είναι περαιτέρω η θέση του οφειλέτη ότι εξόφλησε το ποσό της δικαστικής απόφασης με κατάθεση διαφόρων ποσών σε τακτά χρονικά διαστήματα τηρώντας παράλληλα τις υποπαραγράφους (γ) και (δ) της απόφασης. Με αναφορά στα επιμέρους πληρωθέντα ποσά ο οφειλέτης ισχυρίζεται ότι πλήρωσε συνολικά στους πιστωτές αναφορικά με την υπό αναφορά δικαστική απόφαση το ποσό των €111.220,56 συμπεριλαμβανομένων των τόκων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διαδικασία της αίτησης για ανανέωση της απόφασης. Τον Σεπτέμβριο του 2006 οι πιστωτές ζήτησαν από τον οφειλέτη το ποσό των €99.097,82 για να αποδεσμευτεί το ακίνητο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (δ) της απόφασης. Ο οφειλέτης πλήρωσε το εν λόγω ποσό αλλά οι πιστωτές με επιστολή τους περί τον Οκτώβριο του 2006 του ζήτησαν να καταβάλει το ποσό των €44.004,67 προς εξόφληση της ενυπόθηκου εγγύησης της χρηματοδότησης και απαλλαγή της υποθήκης και ο οφειλέτης πλήρωσε και το ποσό αυτό. Μετά την πληρωμή του ποσού αυτού το ακίνητο αποδεσμεύτηκε και ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της θυγατέρας του οφειλέτη. Από την κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο λογιστής-ελεγκτής Λουκάς Παπαλλής και είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο κατά τη διαδικασία ανανέωσης της απόφασης, σύμφωνα με τον οφειλέτη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και αντίθετα φαίνεται ότι κατά τις 12.1.2010 οι πιστωτές του οφείλουν το ποσό των €1.742,62, το οποίο έλαβαν χρεώνοντας εξουσιοδοτημένο λογαριασμό του οφειλέτη και ο οφειλέτης αξιώνει ανταπαιτητικά το εν λόγω ποσό με τόκο 9% επ' αυτού εφόσον λήφθηκε εκ λάθους. Με τη θέση ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσό και η ανταπαίτηση του υπερκαλύπτει την οποιαδήποτε οφειλή, ο οφειλέτης ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης με έξοδα εναντίον των αιτητών. Η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16.2.2012, οπότε και παρατάθηκε από το Δικαστήριο ο χρόνος διάπραξης της πράξης πτώχευσης, δυνάμει του Καν. 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, μέχρι την αποπεράτωση της ακρόασης επί της ειδοποίησης πτώχευσης. Ο οφειλέτης καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17.5.2012, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2012, το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου μετά από σχετική αίτηση που καταχώρησε ο οφειλέτης ημερομηνίας 11.4.

  1. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο οφειλέτης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του που περιείχε η ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 9.2.
  2. Ειδικότερα ως Τεκμήριο 1 επισυνάφθηκε αντίγραφο της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης με την επισήμανση ότι σύμφωνα με την απόφαση οι πιστωτές έπρεπε να τοκίζουν το ποσό κάθε καθυστερημένης δόσης ενώ αυτοί τόκιζαν ολόκληρο το ποσό της απόφασης και ως Τεκμήριο 2 επισυνάφθηκε αντίγραφο της κατάστασης που ετοίμασαν οι πιστωτές. Ως Τεκμήριο 3 επισυνάφθηκε αντίγραφο διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.3.2011 με το οποίο ανανεώθηκε η εν λόγω δικαστική απόφαση μόνο αναφορικά με τις υποπαραγράφους (α) και (δ) αυτής. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, οι πιστωτές από τις 29.3.1994 μέχρι τις 9.6.1995 προσέθεταν τους τόκους ελαττώνοντας το τοκοφόρο κεφάλαιο με τις πληρωμές όπως προέβλεπε η απόφαση ενώ μετά τις 9.6.1995 προσέθεταν τους τόκους επί του κεφαλαίου χωρίς να ελαττώνουν το τοκοφόρο κεφάλαιο με τις πληρωμές. Ως Τεκμήριο 4 επισυνάφθηκε αντίγραφο επιστολής των πιστωτών προς τον οφειλέτη ημερομηνίας 15.9.2006 με την οποία τον πληροφορούσαν ότι θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό των £58.000 για να ακυρωθούν οι επιβαρύνσεις του ενυπόθηκου ακινήτου και ως Τεκμήριο 5 επισυνάφθηκε αντίγραφο επιστολής των πιστωτών προς τη Δώρα Παπαχριστοφόρου ημερομηνίας 18.10.2006, στην οποία αναφέρεται ότι εκ του ποσού των £58.000, κατατέθηκε το ποσό των £25.754,79 έναντι των υποχρεώσεων της εταιρείας LOUCOS TRADING LTD αναφορικά με την επίδικη δικαστική απόφαση. Παρόλο που στην απόδειξη κατάθεσης, αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 6, φαίνεται ότι στις 16.10.2006 κατατέθηκε το ποσό των £25.754,79, στο Τεκμήριο 2 φαίνεται ότι κατατέθηκε αντί του εν λόγω ποσού το ποσό των £25.593,29, δηλαδή λιγότερο ποσό κατά £161,
  3. Σύμφωνα με τον οφειλέτη, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, οι πιστωτές με την κατάθεση του ποσού των £25.593,29 αφαίρεσαν από το τοκοφόρο κεφάλαιο μόνο το ποσό των £11.466,05 και συνέχιζαν να τοκίζουν το ποσό των £26.519,20 αντί του ποσού των £11.304,55, κάτι που είναι επίσης λανθασμένο. Ο ελεγκτής Λ. Παπαλλής ετοίμασε κατάσταση, αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 7, όπου διορθώθηκαν τα λάθη, ο υπολογισμός των τόκων έγινε σε κάθε καθυστερημένη δόση μέχρι εξοφλήσεως και από αυτή φαίνεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί και οι πιστωτές οφείλουν στον οφειλέτη το ποσό των €1.742,62, το οποίο ο οφειλέτης ανταξιώνει. Επισυνάπτοντας τέλος ως Τεκμήριο 8 δέσμη αντιγράφων πληρωμών και καταστάσεων λογαριασμών, ο οφειλέτης εμμένει στη θέση ότι έχει εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος με τις πληρωμές που έχουν γίνει αποδεικνύοντας τη θέση του με έγγραφα και μαθηματικούς υπολογισμούς. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι συνήγοροι αγόρευσαν, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο συνήγορος του οφειλέτη ζήτησε την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης καθότι δεν υφίσταται καμιά οφειλή του οφειλέτη έναντι των πιστωτών αλλά αντίθετα ο οφειλέτης έχει ανταπαίτηση έναντι αυτών, η οποία τεκμηριώνεται με έγγραφη μαρτυρία. Αντίθετα, ο συνήγορος των πιστωτών υπέδειξε ότι η ένορκη δήλωση του οφειλέτη δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας εφόσον εγείρεται με αυτήν θέμα εξόφλησης της απαίτησης των πιστωτών, το οποίο μπορεί να εγερθεί μόνο με αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Όπως περαιτέρω εισηγήθηκε ο συνήγορος, οι ισχυρισμοί του οφειλέτη περί εξόφλησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους είναι γενικοί και αόριστοι και θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο εφόσον ο οφειλέτης δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των θέσεων του. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, στο άρθρο 3

(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 η εν λόγω ένορκη δήλωση ενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3), όταν η επίδοση γίνεται στην Κύπρο. Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να ακουσθεί εντός της προθεσμίας των 7 ημερών, το Δικαστήριο παρατείνει τον χρόνο και δεν θεωρείται ότι διαπράττεται πράξη πτώχευσης μέχρις ότου δικαστεί και αποφασιστεί η αίτηση του οφειλέτη (Κανονισμός 41). Προκύπτει, κατά συνέπεια, ότι σε αντίθετη περίπτωση διαπράττεται πράξη πτώχευσης, παρά την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Όπως έχει νομολογηθεί οι ενστάσεις που προβάλλονται με την εν λόγω διαδικασία είναι σαφείς και οι σχετικές νομικές πρόνοιες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342, Re Collier
(1891)64 L.T. 742, Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302). Στην υπόθεση Τhe Debtor v. Seater Walker Ltd
(1981)2 All E.R. 987, μάλιστα, λέχθηκε ότι ο Πρωτοκολλητής θα πρέπει να ικανοποιείται ότι τέτοια ένορκη δήλωση πληροί την προαναφερθείσα πρόνοια και μετά να προβαίνει σε ορισμό ημερομηνίας ακρόασης της. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του βαρύνει τον οφειλέτη σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αν η ειδοποίηση πτώχευσης επιχειρείται να παραμεριστεί για άλλους από τους προαναφερθέντες λόγους όπως λ.χ. για παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης ή πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18. (βλ. Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 425, Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 475 και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Σε τέτοια δε περίπτωση δεν τηρείται ούτε η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40. Στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί αρχικά, δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης έγινε στις 6.2.2012, κατά πόσο η υπό κρίση ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)και
(3). Βασική θέση του οφειλέτη στην ένορκή του δήλωση είναι ότι έχει εξοφλήσει το ποσό της δικαστικής απόφασης επί της οποίας βασίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης, παραθέτοντας μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Στην απόφαση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου (πιο πάνω) μετά από εκτενή αναφορά στη νομολογία κρίθηκε ότι, όταν σε ένορκη δήλωση που καταχωρείται από τον οφειλέτη με βάση τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών εγείρεται θέμα εξόφλησης του χρέους, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προβεί σε παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης με βάση τον ισχυρισμό εξόφλησης. Όπως τονίστηκε στην εν λόγω απόφαση ο ισχυρισμός της εξόφλησης μπορεί να εγερθεί μόνο σε αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης και όχι με ένορκη δήλωση δυνάμει του Κανονισμού 40
(2). Στην παρούσα υπόθεση τόσο με την αρχικά καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης όσο και με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του οφειλέτη εγείρεται ο ισχυρισμός εξόφλησης του χρέους που προέκυψε από την επίδικη δικαστική απόφαση, με αναφορά σε στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης αυτής του οφειλέτη. Όπως προβάλλει από την ήδη παρατεθείσα νομολογία ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να εγερθεί με την ένορκη δήλωση του οφειλέτη δυνάμει του Κανονισμού 40
(2). Εφόσον ο ισχυρισμός εξόφλησης του επίδικου χρέους αλλά και οι ισχυρισμοί του οφειλέτη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταπιεστική για τα δικαιώματα του και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεν αποτελούν αποδεκτά εγειρόμενους ισχυρισμούς σε ένορκη δήλωση δυνάμει του Κανονισμού 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν μπορούν να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Περαιτέρω, όταν ο οφειλέτης εγείρει με την ένορκη του δήλωση ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω), σελ. 37-38, θα πρέπει στην ένορκη του δήλωση να δείχνει σε εύλογο βαθμό λεπτομέρειας τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης ώστε, για να είναι δυνατό να ακυρωθεί η ειδοποίηση πτώχευσης, να προκύπτει υπό το φως της μαρτυρίας στην ολότητα της, γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, έχοντας και το βάρος απόδειξης της θέσης του, νοουμένου ότι η ανταπαίτηση έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας και συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή. Στην υπόθεση In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc.
(1984)1 WLR 353, λέχθηκε σχετικά ότι: ".the affidavit or affidavits must show that the cross-demand could not have been set up in the action in which the judgment relied on by the creditor was obtained". (βλ. και Αδάμου ν. Κυριακίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1919). Στην παρούσα υπόθεση η εγειρόμενη ανταπαίτηση του οφειλέτη με την υπό κρίση ένορκη δήλωση συναρτάται και προκύπτει άμεσα από τον ισχυρισμό του οφειλέτη περί εξόφλησης του χρέους της δικαστικής απόφασης στην οποία βασίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης. Παρόλο που τόσο η ένορκη δήλωση του οφειλέτη όσο και η συμπληρωματική του ένορκη δήλωση περιέχουν τις αναγκαίες λεπτομέρειες που υποστηρίζουν την ανταπαίτηση ή ανταξίωση που αυτός προβάλλει έναντι των πιστωτών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις προς παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης με βάση την υπό κρίση ένορκη δήλωση. Η ανταπαίτηση του οφειλέτη προκύπτει από υπολογισμούς που έγιναν αναφορικά με τις πληρωμές που ισχυρίζεται ότι αυτός έκανε έναντι του εκ της επίδικης δικαστικής απόφασης χρέους και δεν πρόκειται για ανταπαίτηση που είχε ή θα μπορούσε να έχει εναντίον των πιστωτών στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη δικαστική απόφαση. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι πρόκειται περί γνήσιας ανταπαίτησης του οφειλέτη δυνάμει των προαναφερθέντων προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών, παρόλο που φαινομενικά συνδέεται με την αρχική απαίτηση των πιστωτών και υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του αλλά και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Η ανταπαίτηση του οφειλέτη προέκυψε μετά από την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης και προβάλλεται συνεπεία του ισχυρισμού εξόφλησης της απόφασης αυτής βάσει των υπολογισμών του οφειλέτη. Και όπως ήδη κρίθηκε, ο ισχυρισμός εξόφλησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραδεκτώς προβάλλεται με την υπό κρίση ένορκη δήλωση του οφειλέτη, υπό το φως της παρατεθείσας πιο πάνω νομολογίας. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων η ένορκη δήλωση που θα ενεργούσε ως αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του οφειλέτη και υπέρ των πιστωτών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ Subject : Civil / Bankruptcy jurisdiction / Enorki dilwsi pros akurwsi eidopoiisis ptwxeusis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.