Private Grammar Modern Schools (PGMS) Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5413/2002, 9/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5413/2002 Private Grammar & Modern Schools (PGMS) Ltd Ενάγοντες Και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου 9 Ιουλίου,
- Αίτηση ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Α. Αποστολίδης Για τον καθ' ου η Αίτηση: κα Ε. Φλουρέντζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή είναι για δίκαιη και εύλογη αποζημίωση στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Για την απόδειξη της κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Επικέντρωσαν την προσπάθεια τους στο να καταδείξουν ότι συνεπεία της κηρυχθείσας ως παράνομης συγκεκριμένης απόφασης της αρμόδιας διοικητικής αρχής οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά η οποία είναι ουσιαστική. Ας σημειωθεί ότι οι τελευταίοι είναι εταιρεία η οποία ίδρυσε και λειτουργεί σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Εκ μέρους του εναγομένου, που είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, προσφέρθηκε μαρτυρία από λειτουργό του Γενικού Λογιστηρίου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της αυτή ήταν υπό τη μορφή γραπτής έκθεσης την οποία ο μάρτυρας ετοίμασε και παρουσίασε στο δικαστήριο συνοδεύοντας την με προφορικές εξηγήσεις. Η εν λόγω έκθεση κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ο οποίος είναι ειδικευμένος λογιστής αντεξετάστηκε επ' αυτής από το συνήγορο των εναγόντων. Η υπόθεση ολοκληρώθηκε μετά από το στάδιο αυτό και ορίστηκε για αγορεύσεις. Όμως, στο διάστημα το οποίο μεσολάβησε υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση. Ας σημειωθεί ότι η καθυστέρηση που υπήρξε στην εξέταση της οφείλετο σε αναβολές οι οποίες είχαν ζητηθεί από τους διάδικους προκειμένου να εξετάζετο το ενδεχόμενο συμβιβασμού της όλης υπόθεσης. Οι προσπάθειες τους δεν ευοδώθησαν και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως προκύπτει από το παρακλητικό της αυτό είναι σε δύο μέρη τα οποία ωστόσο αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του ίδιου βασικά σκοπού: να δοθεί άδεια στην πλευρά των εναγόντων να προσκομίσουν μαρτυρία σε απάντηση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με την προαναφερθείσα έκθεση την οποία κατάθεσε ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης. Η απαντητική μαρτυρία, αν δοθεί η αιτούμενη άδεια, θα προέλθει από τον ήδη κλητευθέντα πρώτο μάρτυρα των εναγόντων. Εξ ού και το αίτημα για επανακλήτευση. Όμως, είναι πρόδηλο ότι με την σκοπούμενη απάντηση βασικά θα επιχειρείται η αντίκρουση της προαναφερθείσας μαρτυρίας της υπεράσπισης. Να σημειωθεί ότι οι δύο πιο πάνω όροι χρησιμοποιούνται εναλλάξ και έχουν την ίδια, βασικά, έννοια. Μετά και την πιο πάνω διασαφήνιση, η οποία προκύπτει αβίαστα από τη διατύπωση των δύο μερών του αιτητικού, διαπιστώνεται συγχρόνως ότι η αίτηση βασίζεται στη Δ.33 κ.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες του ρυθμίζουν τη σειρά παρουσίασης μαρτυρίας κατά τη δίκη ανάλογα με το ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης. Ο διάδικος ο οποίος αρχίζει πρώτος χαρακτηρίζεται ως το πρώτο μέρος. Όταν και τα δύο μέρη προσκομίσουν μαρτυρία τότε το πρώτο μέρος μπορεί να αιτηθεί από το δικαστήριο να του επιτρέψει να προσκομίσει μαρτυρία σε απάντηση (in reply) της μαρτυρίας του δεύτερου μέρους. Η σχετική πρόνοια στον κ.7 (ii)(β) έχει ως εξής: «The first party may not adduce evidence in reply, except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence he must ask for leave immediately after the second party' s evidence is concluded.» Επανερχόμενος στην προαναφερθείσα έκθεση τεκμήριο 11, η οποία συνιστά την αιτία για την υποβολή της παρούσας αίτησης, σημειώνω κατά αρχάς ότι αυτή κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την πλευρά των εναγόντων. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ως γεγονός ότι δεν υπάρχει αναφορά σε αυτή ή στο θέμα το οποίο πραγματεύεται στην υπεράσπιση του εναγομένου. Ο λόγος είναι προφανής∙ ετοιμάστηκε από το μάρτυρα μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Από τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε διαπιστώνεται ότι αυτή είναι το αποτέλεσμα μελέτης την οποία έκανε σε σχέση με τους ελεγμένους λογαριασμούς των εναγόντων για συγκεκριμένα φορολογικά έτη. Στο τέλος δε της μελέτης αυτής ο μάρτυρας καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα εκ των οποίων το πιο σημαντικό είναι ότι η μείωση των εσόδων των εναγόντων κατά τα εν λόγω έτη οφείλετο στην αύξηση των διδάκτρων. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες ζητούν να τους επιτραπεί να προσκομίσουν μαρτυρία με την οποία να απαντούν στους πιο πάνω ισχυρισμούς οι οποίοι προβλήθηκαν εκ μέρους του εναγομένου. Στην αγόρευση του ο συνήγορος των εναγόντων βασικά επιβεβαίωσε τη διαπίστωση που γίνεται προηγουμένως, ότι με την αίτηση ζητείται να επιτραπεί στην πλευρά αυτή να προσκομίσει μαρτυρία για να απαντά στους πιο πάνω ισχυρισμούς που έχει προβάλει η υπεράσπιση και σχετίζονται με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, τεκμήριο
- Το γεγονός ότι, αν παραχωρηθεί τέτοια άδεια, θα επιδιώξει να απαντήσει μέσω της μαρτυρίας προσώπου το οποίο έχει ήδη κλητευθεί ως μάρτυρας και κατάθεσε στη δίκη, ασφαλώς δεν αλλάζει τη φύση του αιτήματος. Δεν το καθιστά αίτημα για επανακλήτευση μάρτυρα δυνάμει της Δ.38 κ.
- Επομένως, δεν χρήζει εξέτασης η παρούσα αίτηση ωσάν να προβάλει ένα τέτοιο αίτημα. Η σύγχρονη αντίληψη όσον αφορά την εφαρμογή της προαναφερθείσας πρόνοιας στη Δ.33 κ.7(ii)(β) διατυπώνεται στην υπόθεση Tsiartas v. Taliotis
(1989)1 C.L.R.
- Προέρχεται από την υιοθέτηση συγκεκριμένου αποσπάσματος στη 13η έκδοση του συγγράμματος Phipson on Evidence, παράγραφος 33-
- Μέρος του εν λόγω αποσπάσματος το οποίο περιορίζεται στη διατύπωση της σχετικής αρχής έτυχε της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη μεταγενέστερη υπόθεση Ματθαίου ν. Νικολάου (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2080. Παρατίθεται στη σελίδα 2089 και αναφέρει τα ακόλουθα: «Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ............................... With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise.» Σαφώς η παρούσα δεν εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση από τις δύο που αναφέρονται πιο πάνω. Δηλαδή, δεν αποκαλύφθηκε η φύση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του μάρτυρος του ενάγοντος. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα δεν ετέθη στη βάση αυτή και μάλλον η πραγματική βάση στην οποία έχει στηριχθεί το αίτημα των εναγόντων είναι, θα έλεγα, αντιφατική, εξεταζόμενη υπό το φως της πρώτης περίπτωσης που αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα. Συγκεκριμένα, γίνεται εισήγηση ότι θα πρέπει να επιτραπεί η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η πλευρά του εναγόμενου φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών οι οποίοι προβάλλονται με την έκθεση, τεκμήριο 11, του μάρτυρος υπεράσπισης. Δεδομένου ότι πρόκειται για ουσιώδη υπεράσπιση η οποία προβάλλεται μέσα από τη θετική διατύπωση της θέσης σχετικά της πλευράς αυτής, η τοποθέτηση, ανωτέρω, εκ μέρους των εναγόντων κρίνεται ως ορθή. Βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση δεν παρέχεται a priori δικαίωμα για απάντηση. Η πιο πάνω υπό συζήτηση δικονομική πρόνοια παρέχει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να ζητήσει να του παραχωρηθεί άδεια για προσφορά απαντητικής μαρτυρίας. Η εξέταση του αιτήματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Για παράδειγμα αν η συγκεκριμένη μαρτυρία ήταν γνωστή και η πλευρά του ενάγοντα είχε την ευκαιρία να απαντήσει και το έπραξε κατά την προσφορά της δικής της μαρτυρίας, τυχόν αίτημα για απάντηση σε αυτή δυνατόν θα υπόκειτο σε απόρριψη. Ο λόγος είναι ότι η πλευρά του ενάγοντα είχε στην περίπτωση αυτή την ευκαιρία να απαντήσει και έκανε την επιλογή της. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση το θέμα έχει τεθεί και στη βάση ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση δεν είναι δικογραφημένη. Για το λόγο δε αυτό η πλευρά των εναγόντων ισχυρίζεται ότι κατελήφθη εξαπίνης. Είναι πρόδηλο ότι η τοποθέτηση αυτή δε συνάδει με την προηγούμενη η οποία με δεδομένη τη λογική σειρά των πραγμάτων μπορεί μόνο να εγερθεί εφόσον η υπό αναφορά υπεράσπιση του εναγομένου ήταν δικογραφημένη. Όμως, αφού όπως ελέχθη δεν είναι δικογραφημένη δεν μπορεί και να ληφθεί υπόψη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Στην παρούσα υπόθεση η πλευρά των εναγόντων δεν έχει αποστερηθεί του δικαιώματος της να εγείρει το θέμα, αν αυτό επιθυμεί, ακόμα και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, (βλ. Εταιρεία Bulk Oil AG v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1277, στη σελίδα 1287. Όμως, στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης δεν είναι δυνατό να εγκριθεί μια αντιφατική τοποθέτηση που στο τέλος μπορεί να αποδειχθεί ότι έλαβε υπόψη υποθετικό υπόβαθρο. Επομένως, για τους λόγους ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ού η αίτηση, εναγομένου, και εναντίον των αιτητών, εναγόντων. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο