← Κύπρος

Δήμου Στροβόλου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 2854/2010, 29/5/2012

Δήμου Στροβόλου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 2854/2010, 29/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2854/2010 Μεταξύ: Δήμου Στροβόλου Εναγόντων και Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 17 Νοεμβρίου 2011 για Συνοπτική Απόφαση 29 Μαΐου,

  1. Για Αιτητές-ενάγοντες: κ. Γρ. Λεοντίου με κα Χρ. Ζαντή Για Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κα Μ. Δαμιανού για κ. Σ. Σαμψών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες συστάθηκαν και λειτουργούν ως Δήμος, δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Είναι η αρμόδια αρχή για όλη την περιοχή που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου και ως τέτοια νόμιμα επιβάλλει διάφορα τέλη, μεταξύ των οποίων και τέλος θεάματος, επί όλων των πληρωμών που γίνονται από το κοινό και εισπράττονται για την είσοδό του σε οποιοδήποτε δημόσιο θέαμα που λαμβάνει χώρα εντός των δημοτικών ορίων. Οι εναγόμενοι, είναι επίσης Οργανισμός δημοσίου δικαίου και λειτουργεί σύμφωνα με τον περί Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού Νόμο. Με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων €812.657,28 ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού τέλους θεάματος επί των πληρωμών οι οποίες έγιναν υπό προσώπων και εισπράχθηκαν υπό ή εκ μέρους των εναγομένων για είσοδο εις δημόσιους ποδοσφαιρικούς αγώνες που έλαβαν χώρα στο στάδιο ΓΣΠ, εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου, κατά την περίοδο 1.6.2007-31.12.
  2. Το πιο πάνω ποσό αξιώνεται διαζευκτικά ως χρέος οφειλόμενο από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες λόγω παράβασης καθήκοντος και/ή υποχρέωσης δυνάμει νομοθετικής ή και κανονιστικής διάταξης και/ή ως παραδεδεγμένος λογαριασμός (account stated) και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αξιώνονται περαιτέρω νόμιμες επιβαρύνσεις, προσεπιβαρύνσεις, καθώς και νόμιμος τόκος, έξοδα και ΦΠΑ. Την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων ακολούθησε η υπό κρίση Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση. Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση ορκίζεται ο οικονομικός διευθυντής των Αιτητών. Μέσα από αυτή επιβεβαιώνεται η απαίτηση, όπως εκτίθεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και επιζητείται η έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων, με καταγραφή από τον ενόρκως δηλούντα του ισχυρισμού του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή. Στην Αίτηση επισυνάπτεται σειρά τεκμηρίων προς επιβεβαίωση των γεγονότων που καλύπτουν την υπόθεση και του τελικού ποσού που οφείλεται. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται για σειρά από λόγους. Επικαλούνται έλλειψη, γενικά, συνδρομής των προϋποθέσεων για έκδοση συνοπτικής απόφασης και δικονομικών παρατυπιών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Εισηγούνται δε ότι έχουν καλή υπεράσπιση, τόσο επί της ουσίας όσο και επί νομικών θεμάτων. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο υπεύθυνος λογιστηρίου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Παραδέχεται ότι η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι όπως αποτυπώνεται στην αγωγή και επαναλαμβάνεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αλλά ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν το πιο πάνω αξιούμενο ποσό. Βασική του θέση είναι ότι οι εναγόμενοι δεν διοργανώνουν ποδοσφαιρικούς αγώνες, ούτε εκδίδουν, ούτε πωλούν εισιτήρια εισόδου, ουδέποτε εισέπραξαν φόρο θεάματος για λογαριασμό των εναγόντων και ουδεμία ανάμειξη έχουν στην είσπραξη τέτοιου φόρου. Διευκρινίζει περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι, ως η ανώτατη αθλητική αρχή της Δημοκρατίας καθορίζει, ως έχει εκ του νόμου υποχρέωση, τις τιμές εισιτηρίων στους αθλητικούς χώρους επί των οποίων και υπολογίζεται ο φόρος θεάματος που εισπράττεται από το σωματείο ή το πρόσωπο που οργανώνει την αθλητική εκδήλωση ή τον ποδοσφαιρικό αγώνα. Με αυτά ως δεδομένα, ήταν, συνοπτικά, η καταληκτική του θέση ότι οι εναγόμενοι ούτε εισέπραξαν, ούτε είχαν καθήκον να εισπράξουν για λογαριασμό των εναγόντων τέλος θεάματος, και ότι όλες οι εισπράξεις για παρακολούθηση ποδοσφαιρικών αγώνων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που διεξάγονται στο ΓΣΠ, γίνονται από το στάδιο διεξαγωγής του αγώνα, για λογαριασμό, εκ μέρους και υπό τη φροντίδα και τον έλεγχο του γηπεδούχου σωματείου. Έτσι, κατά τον ενόρκως δηλούντα, λανθασμένα η αγωγή στρέφεται κατά των εναγομένων, αφού δεν διοργανώνουν ποδοσφαιρικούς αγώνες, ούτε εκδίδουν, ούτε πωλούν εισιτήρια εισόδου και ουδέποτε εισέπραξαν φόρο θεάματος για λογαριασμό των εναγόντων. Κατά την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης, κατ΄ ακολουθία της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να απορρίψει τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν ύπαρξη καλής υπεράσπισης και να εξασφαλίσουν άδεια για καταχώρησή της. Ήταν η ουσία των σχετικών θέσεών του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις προβαλλόμενες από τους Καθ΄ ων η Αίτηση υπερασπίσεις, καθότι αυτές άπτονται του διοικητικού δικαίου και, κατά συνέπεια, αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης έχει το Ανώτατο Δικαστήριο, στο οποίο ήδη προσέφυγαν ανεπιτυχώς. Αντίθετη βεβαίως ήταν η προσέγγιση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Επικεντρώνοντας την προσοχή της στη θέση ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον απόφασης στην Προσφυγή αρ. 480/2009, σχετικής με τα επίδικα θέματα, εισηγήθηκε ότι η οποιαδήποτε απαίτηση στην παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και παραμένει ισχυρό το δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση να αμφισβητήσουν τόσο την απαίτηση των αντιδίκων τους στην παρούσα αγωγή, όσο και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης στο Ανώτατο Δικαστήριο. Προσθέτοντας ότι τα όσα αποτυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τεκμηριώνουν καλή υπεράσπιση, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να δοθεί δυνατότητα στους εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους και να προβάλουν τη σχετική μαρτυρία τους προς απόδειξη όλων των ισχυρισμών τους. Οι πρόνοιες της Διάταξης 18 και οι αρχές που τη διέπουν έχουν γίνει αντικείμενο ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρέλκει εκτενής αναφοράς τους. Είναι φανερό ότι όλη η φιλοσοφία που διέπει τη Διάταξη 18 είναι η παροχή ευχέρειας στον ενάγοντα να λάβει απόφαση γρήγορα και χωρίς να προηγηθεί εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Κατά συνέπεια ο αποκλεισμός προβολής υπεράσπισης από τον εναγόμενο, κατά παράκαμψη της συνηθισμένης διαδικασίας που προβλέπεται από τους θεσμούς, καθιστά απαρέγκλιτα επιτακτική την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης με πολλή φειδώ και με στήριξη σε συγκεκριμένα κριτήρια. Όπως έχει τονιστεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παναγιώτης Ζερβός και Εuroinvestment & Finance Ltd,

(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, 1972: «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.I8 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή,» Το ελάχιστο των προϋποθέσεων τις οποίες ένας ενάγοντας θα πρέπει να ικανοποιήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτως ώστε αυτό να προχωρήσει στην εξέταση του ουσιαστικού ερωτήματος, του κατά πόσο δηλαδή υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση, έχει πληρωθεί στην υπό εκδίκαση αίτηση. Συγκεκριμένα, το κλητήριο είναι ειδικά οπισθογραφημένο, οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της Αίτησης γίνεται από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής, δηλώνοντας ρητά την πίστη του για ανυπαρξία υπεράσπισης στην αγωγή. Έχοντας δεχθεί ότι οι Αιτητές ικανοποίησαν το ελάχιστο των προϋποθέσεων, το βάρος πλέον φέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν υπεράσπιση, σε βαθμό που να ενδείκνυται να τους επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το όλο ζήτημα, να δείξουν επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες τα οποία να φανερώνουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση, εκτός αν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση. Προσθέτω ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, αλλά ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δίνει το δικαίωμα στον εναγόμενο να ακουστεί. Να τονίσω ακόμη, ότι η υπό αναφορά διαδικασία συνοπτικής έκδοσης απόφασης δεν είναι η δίκη της υπόθεσης, ούτως ώστε να απαιτείται η προσκόμιση λεπτομερούς μαρτυρίας προς απόδειξη ισχυρισμών. Αυτό το οποίο αναμένεται να δείξει ο Καθ΄ ου η Αίτηση, είναι ότι έχει υπεράσπιση σε βαθμό που να δικαιολογείται να του επιτραπεί το δικαίωμα προβολής της. Το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι τελικά το αντικείμενο της κυρίως διαδικασίας. Ως εκ τούτου, βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί. Μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα ήταν αρκετή. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, με προσφυγή τους (υπόθεση Αρ. 480/2009), προσέβαλαν ως άκυρη την απόφαση και/ή πράξη των εναγόντων, με ημερομηνία έκδοσης τη 10.2.2009, και με την οποία οριζόταν και/ή επιβαλλόταν σε αυτούς φορολογία και/ή δημοτικό τέλος θεάματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο, πρωτόδικα, και εξετάζοντας προδικαστική ένσταση, κατέληξε ότι «η προσβαλλόμενη "πράξη ή απόφαση" δεν παρουσιάζεται να είναι τίποτε άλλο παρά μία χρεωστική κατάσταση για συσσωρευθείσες φορολογίες επιμέρους ετών και επί μέρους ποδοσφαιρικών αγώνων οι οποίες είχαν επιβληθεί μετά από κάθε αγώνα και για τη νομιμότητα της επιβολής των οποίων δεν ασκήθηκε από τον αιτητή εμπρόθεσμα, ένδικο μέσο. Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να είναι οτιδήποτε άλλο πέραν της ενημερωτικής-υπενθυμητικής και βεβαιωτικής φύσεως πράξη σε σχέση με προηγηθείσες επιμέρους φορολογίες οι οποίες είχαν διενεργηθεί μέχρι την 31.12.2008. Η δε παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε στις 27.4.2009, δηλαδή πολύ πέραν της προθεσμίας την οποία καθορίζει το Σύνταγμα για καταχώρηση προσφυγής..». Ως αποτέλεσμα επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης εκθεμελιώθηκε η προσφυγή και απερρίφθη χωρίς εξέταση άλλων προδικαστικών ενστάσεων ή λόγων ουσίας. Με βάση το γεγονός ότι καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της πρωτόδικης πιο πάνω απόφασης, εισηγούνται οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η προσβληθείσα διοικητική απόφαση δεν είναι ισχυρή, έγκυρη και τελεσίδικη και, ως συνέπεια, η οποιαδήποτε απαίτηση στην παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Εισηγούνται περαιτέρω πως παραμένει ισχυρό το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν τόσο την απαίτηση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή, όσο και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 ΑΑΔ 140, είχε εγερθεί από τους εναγόμενους-εφεσείοντες, σε Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση, ως στοιχείο υπεράσπισης το πρόωρο της αγωγής, αφού εκκρεμούσε η προσβολή, διά της προσφυγής, της νομιμότητας της απόφασης, βάσει της οποίας ζητείτο η είσπραξη προστίμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εν λόγω θέση μπορούσε να δώσει δικαίωμα υπεράσπισης στην Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση και το όλο ζήτημα δεν διαφοροποιείτο από το γεγονός ότι είχε εν τω μεταξύ εκδοθεί απόφαση απορριπτική της προσφυγής. Καθ' όσον το ζητούμενο συναρτάτο προς το χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Σημασία έχει για την παρούσα Αίτηση και το ακόλουθο απόσπασμα, στις σελ. 143-144: «Να σημειώσουμε μάλιστα και μια άλλη «πραγματιστική» διάσταση. Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στις, μετέπειτα, Πολιτικές Εφέσεις 3/2008 και 60/2008, Αντέννα Λίμιτεδ και Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ημερ. 12 Ιουλίου 2010, έκρινε ότι τα πιο πάνω σχόλια «δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός κι αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο». Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η επίκληση βάσιμης υπεράσπισης στα πλαίσια πρόωρης καταχώρησης της αγωγής, δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ΄ ων η Αίτηση δέχθηκε πως σε ό,τι αφορά την αμφισβήτηση του ύψους του ποσού φόρου θεάματος για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες για τα έτη 2002-2008, επειδή είναι ζήτημα που συνδέεται άμεσα με τον τρόπο υπολογισμού του, αρμόδιο για την επίλυση διαφοράς αυτής της μορφής είναι το Ανώτατο Δικαστήριο. Προβάλλει όμως ότι η αμφισβήτηση της ίδιας της οφειλής, ως αμφισβήτηση ότι η συγκεκριμένη οφειλή και/ή χρέος αφορά στους εναγόμενους ή αμφισβήτηση ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον του σωστού διοργανωτή-εισπράκτορα, και ακολούθως εναντίον του σωστού εναγομένου, ανήκει στη σφαίρα του αστικού δικαίου και συνακόλουθα το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει επί τέτοιας αμφισβήτησης και/ή υπεράσπισης. Προεκτείνοντας, έθεσε ότι έστω κι αν το αξιούμενο ποσό του φόρου θεάματος είναι δίκαιο και σωστά υπολογισμένο, σύμφωνα με μια ορθή και έγκυρη διοικητική απόφαση, οι ενάγοντες θα πρέπει να το απαιτήσουν και/ή αξιώσουν από το σωστό διάδικο, που στην περίπτωση αυτή δεν είναι οι εναγόμενοι. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 ΑΑΔ 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146 παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 ΑΑΔ 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd. κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 ΑΑΔ 1946, Amazing Trading Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 ΑΑΔ 1136, 1138-9). Οι Καθ' ων η Αίτηση-εναγόμενοι προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο προσβάλλοντας την προαναφερθείσα διοικητική πράξη ή και απόφαση των Αιτητών-εναγόντων. Επί της διοικητικής αυτής απόφασης θεμελιώνεται και η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο όχι τον έλεγχο, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, αλλά τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής της αναφερόμενης χρηματικής επιβάρυνσης. Η πράξη που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των εναγόντων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Ως διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχει παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της έχει λάβει χώρα στο μόνο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία, ήτοι στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται βεβαίως δικαιοδοσίας ελέγχου, άμεσα ή έμμεσα, της νομιμότητας της υπό αναφορά πράξης. Μια διοικητική πράξη όμως παράγει αποτελέσματα μέχρι της ακύρωσης ή της ανάκλησής της. Και η σχετική με τα θέματα της παρούσας αγωγής διοικητική πράξη, ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά. Συνεπώς, συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα, παρέχοντας, ταυτόχρονα, το δικαίωμα στους Αιτητές-ενάγοντες να αξιώνουν την καταβολή των οφειλομένων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προέβαλαν ως κύριο στοιχείο, προκειμένου να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο περί ύπαρξης υπεράσπισης, τέτοιας που να τους επιτρέπει προβολή της, τη θέση ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένου προσώπου. Προς στήριξη παρέθεσαν μια σειρά από γεγονότα και λόγους, στοχεύοντας στην τεκμηρίωση της θέσης περί λανθασμένου διαδίκου. Τα όσα επικαλούνται είναι θέματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του υπό αναφορά τέλους θεάματος, και ως τέτοια δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (James Peter, ανωτέρω, σελ. 616). Προσθέτω μόνο ότι η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν σε προηγούμενο στάδιο, παραμένει αλώβητη. Καταληκτικά, και ενόψει όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι προβαλλόμενες από τους Καθ΄ ων η Αίτηση υπερασπίσεις, στο σύνολό τους, κινούνται στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και στα όρια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς, οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν ικανοποιήσει για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης έναντι του συνόλου της απαίτησης ή κάποιου επί μέρους θέματος. Ως αποτέλεσμα, οι ενάγοντες δικαιούνται σε έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Αιτητών-εναγόντων και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγομένων για το ποσό των €812.657,28 πλέον 10% νόμιμη προσεπιβάρυνση, ήτοι, υπό την αίρεση της ορθότητας της μαθηματικής πράξης, €81.265,72, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.