Σωτήρης Κωνσταντίνου ν. BAT (Cyprus) Ltd, Αρ. Αίτησης 3472/2010, 12/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A199 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 3472/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Σωτήρης Κωνσταντίνου -και- B.A.T. (Cyprus) Ltd 12 Ιουνίου, 2012 Αίτηση ημερομηνίας 16.11.2011 για προδικαστική εκδίκαση νομικού ζητήματος Για τoυς αιτητές: κος Λοΐζου Για τον καθ' ου η αίτηση: κος Μιχαήλ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση ημερομηνίας 16.11.2011 οι εναγόμενοι (στη συνέχεια οι αιτητές) αιτούνται όπως αριθμός προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν στην υπεράσπιση τους εκδικαστούν πριν την ακρόαση της αγωγής. Εδράζουν το αίτημα αυτό στη Δ.27 κκ1 και 2, Δ.29 κκ1 και 2, Δ.30 κ2(g), Δ.48 κκ 1, 2, 3, 5 μέχρι και 9, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60και ειδικότερα στα άρθρα 1 έως 4, 12 έως 14, 32, 36, 42 και 43, στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, και ειδικότερα στα άρθρα 1, 2, 3, 23 έως 27, 29, 30 και 34, στον περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο, Ν.8/67, και ειδικότερα στα άρθρα 1, 2, 3 και 12(α) έως (ε), στον περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμο, Ν.24/67, και ειδικότερα στα άρθρα 1, 2 και 30
(1)και
(2), στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές του κοινοδικαίου (common law), στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται η Άντρια Κουκούνη, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Το αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση του ενάγοντα (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση). Την 31.01.2012 ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η νομική βάση της ένστασης δεν διαφέρει από εκείνη της αίτησης. Και σε αυτή την περίπτωση υποστήριξης τυγχάνει από ένορκη δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος, δηλαδή η Αγησιλία Χαραλάμπους. Οι λόγοι ένστασης αναφέρουν ότι∙ "
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη ή και ελλιπής ή και δεν δικαιολογεί ή και δεν στηρίζει τις αιτούμενες θεραπείες.
- Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προσφέρουν επαρκή ή/και οποιαδήποτε μαρτυρία για να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες.
- Οι προδικαστικές ενστάσεις που έχουν εγερθεί από τους εναγόμενους-αιτητές στερούνται νομικού υπόβαθρου ή/και δεν μπορούν να εγείρονται βάσιμα ως προδικαστικές ενστάσεις ή/και αναφέρονται σε θέματα που αποτελούν μέρος των επίδικων θεμάτων της ουσίας της αγωγής και τα οποία δέον όπως εκδικασθούν κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής.
- Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών των θεμάτων που εγείρονται στις προδικαστικές ενστάσεις, το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει από αυτό το στάδιο - ήτοι προδικαστικά - επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτές. Κατά συνέπεια τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της αγωγής.
- Οι προδικαστικές ενστάσεις και ειδικότερα η παρούσα αίτηση στοχεύει στο να αποστερήσει τον ενάγοντα από του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του στο δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του ή και να καλέσει μαρτυρία ή και να θέσει τα νομικά του επιχειρήματα ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της υπόθεσης και αν γίνει αποδεχτή θα στερήσει από τον ενάγοντα την ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα του τα νόμιμα δικαιώματα ενώπιον του δικαστηρίου.
- Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι-αιτητές στοχεύουν να κερδίσουν την υπόθεση τους πρόωρα ή/και πριν ακόμη προσαχθεί μαρτυρία ή/και πριν ακουστούν νομικά επιχειρήματα και να μην επιτρέψουν στον ενάγοντα να προωθήσει με τον τρόπο που επιθυμεί την υπόθεση του. Περαιτέρω με την αίτηση τους οι αιτητές στοχεύουν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και για τον λόγο αυτό θα πρέπει η αίτηση τους να απορριφθεί και να κληθούν να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται καθότι αν οι εναγόμενοι-αιτητές θεωρούν ότι οι αξιούμενες θεραπείες είναι άγνωστες στο δίκαιο ή/και ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή ότι είναι επιπόλαια και ενοχλητική ή/και ότι η διαδικασία είναι άκυρη από την αρχή όπως ισχυρίζονται στην αίτηση τους, θα έπρεπε να λάμβαναν άλλα δικονομικά μέτρα και όχι την παρούσα αίτηση.
- Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη, δεν δικαιολογείται από τα στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας (on the face of the record) και άρα είναι καταχρηστική της διαδικασίας του δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των αιτητών". Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα, διεργασία η οποία θα προσδιορίσει και εκείνο που πρέπει να απαντηθεί στην υπο κρίση αίτηση. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εξουσία του δικαστηρίου για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου έλκεται από τους κανονισμούς 1 και 2 της Δ.
- Σύνοψη των αρχών που διέπουν αυτή την έκφανση της εξουσίας του δικαστηρίου επιχειρήθηκε στην υπόθεση Χ" Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ.949, 956, όπου αναφέρθηκε∙ "Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής∙ μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα". Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ.225, υπεδείχθη ότι προδικαστική επίλυση θέματος δικαιολογείται όπου το θέμα είναι νομικό και καθοριστικό για την επίλυση της υπόθεσης ή μέρος τούτης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι και εκείνα που αναφέρθηκαν, υπο μορφή per curiam, στην υπόθεση Χ"Παύλου και Υιοί Λτδ v. Δήμος Λεμεσού
(1998)1Δ Α.Α.Δ.2046,
- Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Πριν καταλήξουμε θα θέλαμε να σχολιάσουμε ακόμα ένα σημείο. Έναυσμα της παρούσας διαδικασίας αποτέλεσε η καταχώρηση αίτησης από τον εναγόμενο στις 2.7.
- Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 7.10.
- Στην ένσταση αναφέρεται ότι τα νομικά σημεία που εγείρονται με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης δεν μπορούν να τεθούν προς εκδίκαση. Η ένσταση καταλήγει ότι οι ενάγοντες δέχονται όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται εξεταστούν προδικαστικά δυνάμει του Θεσμού 27, μόνο αν καταστεί σαφές ότι το πραγματικό υπόβαθρο είναι τα γεγονότα όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Από το φάκελλο της υπόθεσης δεν φαίνεται να ικανοποιήθηκε η τελευταία προϋπόθεση. Το μόνο που συμφωνήθηκε στις 8.12.1992, ημερομηνία εκδίκασης της αίτησης, είναι ότι οι δύο πλευρές δεν θα αντεξετάσουν επί των ενόρκων δηλώσεων και ότι το επίδικο θέμα της αίτησης ήταν κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν βάση αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα παραμένει ασαφές ποιά γεγονότα αποτέλεσαν τη βάση της αίτησης. Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Αντίθετα το Δικαστήριο προχώρησε αμέσως στην εξέταση της ουσίας, υποθέτουμε με τη συναίνεση των μερών, συναίνεση όμως που δεν είναι φανερή από το τηρηθέν πρακτικό". Επανερχόμενος στην επίδικη αίτηση σημειώνω ότι στο στάδιο των γραπτών αγορεύσεων ο συνήγορος των αιτητών περιόρισε το αίτημα στις παραγράφους 1, 2, 3, 5 και 6 της υπεράσπισης (βλ. σελ. 3 γραπτής αγόρευσης αιτητών - έγγραφο Α). Αυτούσια μεταφορά του περιεχομένου τούτων κρίνεται αναγκαία εφόσον θα αποκαλύψει τη διελκυστίνδα μεταξύ των μερών και θα καταστήσει τα ευρήματα του δικαστηρίου προσβάσιμα στον αναγνώστη. Ό,τι αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2, 3, 5 και 6 της υπεράσπισης είναι πως∙ "
- Η εναγόμενη εγείρει 1η προδικαστική ένσταση και λέγει ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή ότι θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας και/ή δεν έχει δικαιοδοσία για να εξετάσει τις προτεινόμενες αξιώσεις του ενάγοντα, σύμφωνα με τα όσα επικαλείται ο ενάγοντας στην αγωγή του.
- Η εναγόμενη εγείρει 2η προδικαστική ένσταση και λέγει ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή ότι θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η προτεινόμενη διαφορά σύμφωνα με τα όσα επικαλείται ο ενάγοντας και/ή με βάση τις θεραπείες που αξιώνει, εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
- Η εναγόμενη εγείρει 3η προδικαστική ένσταση και λέγει ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή ότι θα πρέπει να απορριφθεί καθότι, το όποιο προτεινόμενο αγώγιμο δικαίωμα και/ή προτεινόμενη αξίωση και/ή αξιώσεις του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης, στη βάση των γεγονότων που ο ίδιος επικαλείται, έχουν παραγραφεί και/ή δεν παρέχουν πλέον οποιαδήποτε βάση αγωγής στον ενάγοντα.
- Η εναγόμενη εγείρει 5η προδικαστική ένσταση και λέγει ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή ότι θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της, είναι επιπόλαια και ενοχλητική, προκαλεί αμηχανία στην εναγόμενη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται για αλλότριους σκοπούς και/ή αποσκοπεί στην έμμεση παράκαμψη των αρχών της παραγραφής.
- Η εναγόμενη εγείρει 6η προδικαστική ένσταση και λέγει ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και/ή ότι θα πρέπει να απορριφθεί λόγω δημιουργίας και/ή ύπαρξης κωλύματος και/ή εν όψει του ότι, μετά από σχετική διευθέτηση των μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης οικονομικών εκκρεμοτήτων, και την καταβολή προς τον ενάγοντα του συνολικού ποσού των Λ.Κ.700,000 (€1,196,021.01), ο ενάγοντας υπέγραψε προς όφελος της εναγόμενης, σε σχέση και/ή αναφορικά και/ή για σκοπούς της εν λόγω διευθέτησης, σχετικό έγγραφο και/ή σχετική δήλωση αποποίησης και/ή απεμπόλησης δικαιωμάτων και/ή εν πάση περιπτώσει, ο ενάγοντας παραιτήθηκε γραπτώς και/ή ρητά από οποιεσδήποτε άλλες αξιώσεις κατά της εναγόμενης". Από την άλλη στην έκθεση απαιτήσεως αναφέρεται ότι από το 1998 μέχρι και το 2008 ο καθ' ου η αίτηση ήταν εργοδοτούμενος των αιτητών. Υπό αυτή την ιδιότητα το 1996 αποσπάσθηκε στο Ισραήλ όπου εργάστηκε για λογαριασμό των αιτητών σε τρίτη εταιρεία μέχρι και το
- Σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση για να εργαστεί στην αλλοδαπή προηγήθηκε συμφωνία με τους αιτητές ότι μηνιαίως θα απέκοπταν από το μισθό του συνδρομή για κοινωνικές ασφαλίσεις η οποία, συμποσούμενη με την ανάλογη συνεισφορά του εργοδότη, θα καταβάλλετο στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, όπως γινόταν πριν την απόσπασή του στην αλλοδαπή. Καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης οι αιτητές απέκοπταν από το μισθό του καθ' ου η αίτηση διάφορα ποσά με σκοπό την καταβολή τους στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων και έδιδαν στον καθ' ου η αίτηση σχετικές έγγραφες βεβαιώσεις. Μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του από τους αιτητές, δηλαδή μετά το 2008, πληροφορήθηκε από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων ότι για όλο το χρόνο που διήρκησε η απόσπασή του οι αιτητές δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων και τούτο παρά τη μεταξύ τους συμφωνία και τις σχετικές παραστάσεις των αιτητών. Αυτό, σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση, συνιστά παράβαση συμφωνίας, παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο, αμέλεια, ψευδείς παραστάσεις και κατακράτηση περιουσίας. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, διατείνεται ο καθ' ου η αίτηση, η σύνταξη που δικαιούται μειώθηκε κατά €204,79 μηνιαίως. Καθ' υπολογισμό, δυνάμει του προσδόκιμου ζωής, ισχυρίζεται ότι υπέστη και/ή αναμένεται ότι θα υποστεί συνολική ζημιά €
- Επιπλέον, ο καθ' ου η αίτηση διεκδικεί από τους αιτητές €11116,88, ποσό που αντιστοιχεί σε χρήματα που αποκόπτοντο από το μισθό του καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης για καταβολή στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, τα οποία όμως ουδέποτε κατεβλήθησαν από τους αιτητές. Σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση, όταν οι αιτητές τερμάτισαν τις υπηρεσίες του λόγω πλεονασμού του κατέβαλαν αποζημίωση. Σε αυτό το πλαίσιο την 17.12.2007 υπέγραψε, κατόπιν απαίτησης των αιτητών, επιστολή που ετοίμασαν οι αιτητές, δια της οποίας αναγνώριζε το αντάλλαγμα που έλαβε για τον τερματισμό των υπηρεσιών του και δήλωνε περαιτέρω ότι δεν είχε καμία άλλη απαίτηση ως αποτέλεσμα της εργοδότησής του και του τερματισμού αυτής. Ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι προέβη σε αυτή τη δήλωση προτού πληροφορηθεί τη μη καταβολή των συμφωνηθέντων στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων και ενώ τελούσε υπο πλάνη και/ή παραπληροφόρηση και/ή λόγω των ψευδών παραστάσεων στις οποίες προέβησαν οι αιτητές. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει, το έγγραφο απαλλαγής των αιτητών διέπεται από τα αναφερόμενα στα άρθρα 18 και 22 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και η υπογραφή και αποδοχή του δεν τον εμποδίζει να ζητά αποκατάσταση της απώλειας που υπέστη. Αμφότερες οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση δεν προσθέτουν στα γεγονότα της παρούσης. Ουσιαστικά αναπαράγουν τα νομικά επιχειρήματα κάθε πλευράς, επιχειρήματα τα οποία πραγματεύομαι πιο κάτω εκεί και όπου κρίνω ότι χρειάζεται. Εξαίρεση αποτελούν τα τεκμήρια 1 και 2 στην αίτηση. Τούτα είναι, όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αντίγραφο του εγγράφου απαλλαγής που υπέγραψε ο καθ' ου η αίτηση - τεκμήριο 1 - και αντίγραφο της επιταγής - τεκμήριο 2 - που έλαβε με τον τερματισμό της εργασίας του, έγγραφα που υποστηρίζουν την 6η προδικαστική ένσταση. Ας σημειωθεί εδώ ότι και η ενόρκως δηλούσα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προσκόμισε δυο επιστολές - τεκμήριο 1, οι οποίες όμως αφορούν την 8η προδικαστική ένσταση που εν τέλει απεσύρθη. Παρ' ότι έχω προσδιορίσει το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα κρίνω ορθό να αναφέρω εδώ ότι οι γραπτές αγορεύσεις των δυο πλευρών - έγγραφο Α και Β, αιτητών και καθ' ου η αίτηση, αντίστοιχα - είναι πολυσέλιδες και πραγματεύονται όχι μόνο το αίτημα αλλά και την ουσία των νομικών ζητημάτων. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Χ" Παύλου, πιο πάνω, τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει με το αντικείμενο της διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ζητούμενο δεν είναι το βάσιμο ή όχι της προδικαστικής ένστασης αλλά καταπόσο τα επίδικα νομικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που επιβάλλεται να ακουστούν και να αποφασιστούν προδικαστικά. Ως εκ τούτου, οι προσεγγίσεις των συνηγόρων οι οποίες άπτονται της ουσίας και της βασιμότητας των επίδικων ζητημάτων δεν θα με απασχολήσουν. Άνευ αντικειμένου καθίστανται και οι προδικαστικές ενστάσεις 4, 7, 8 και 9, εφόσον αποσύρθηκαν από τους αιτητές. Με την 5η προδικαστική ένσταση οι αιτητές διατείνονται ότι η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή καλή βάση αγωγής και είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Ας σημειωθεί εδώ ότι η επίδικη αίτηση δεν επικαλείται τον κ.3 της Δ.
- Περιορίζεται, ορθά πιστεύω, στους κκ1 και 2 της Δ.
- Οι σχετικοί όμως κανονισμοί δεν παρέχουν έρεισμα εξέτασης καλή βάση αγωγής όπως ούτε καταλληλότητα του περιεχομένου της εκθέσεως απαιτήσεως. Τέτοια εξουσία παρέχεται από τον κ.3 της Δ.27 (βλ. Σιακόλα v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338, 1343 και Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.1119, 1121). Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή της αίτησης καθίσταται αβάσιμη καθ' ότι η νομική βάση της αίτησης δεν την υποστηρίζει και δεν δικαιολογεί την αιτούμενη θεραπεία. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι η γραπτή αγόρευση των αιτητών δεν πραγματεύεται την 5η προδικαστική ένσταση αυτοτελώς αλλά μόνο σε συνάρτηση με την 3η προδικαστική ένσταση, γεγονός που αποκαλύπτει ότι και οι αιτητές εκλαμβάνουν πως τυχόν επιτυχία της 5ης προδικαστικής ένστασης εξαρτάται από επιτυχία της 3ης προδικαστικής ένστασης. Προτού όμως προχωρήσω σε εξέταση της 3ης προδικαστικής ένστασης επαναλαμβάνω ότι η 5η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει αφού δεν καλύπτεται από τη νομική βάση της αίτησης. Αναφορικά με την 3η προδικαστική ένσταση οφείλω να σημειώσω ότι η σχετική εισήγηση των αιτητών παρουσιάζει την εξής αντίφαση και αντινομία∙ παρ' ότι ισχυρίζονται ότι η επίλυση της επίδικης διαφοράς εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου εργατικών διαφορών, καλούν τούτο το δικαστήριο να διατάξει προδικαστική εκδίκαση, και κατ' επέκταση αν αυτό κριθεί πρέπων να αποφανθεί, ότι το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση παραγράφηκε λόγω των διαλαμβανομένων στο άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου, Ν.8/
- Απλή όμως ανάγνωση του αναφερόμενου άρθρου και του σχετικού εδαφίου αποκαλύπτει ότι τα εκεί αναφερόμενα εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου εργατικών διαφορών. (Το σχετικό εδάφιο αναφέρει ότι∙ Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό). Αυτό και μόνο αποκαλύπτει ότι η 3η ένσταση δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία τούτου του δικαστηρίου αλλά βρίσκεται έξω από αυτή, συμπέρασμα που οδηγεί αυτή τη πτυχή του αιτήματος σε απόρριψη. Εν πάση όμως περιπτώσει σημειώνεται ότι η παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος που εγείρεται στο επαρχιακό δικαστήριο διέπεται από τις διατάξεις του Limitation of Actions Law, Κεφ.
- Συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 3
(1)(f), 7 και 11 αποκαλύπτει ότι∙ αξίωση από εργοδοτούμενο παραγράφεται τρία χρόνια μετά τη συμπλήρωση της βάσης αγωγής. Στην περίπτωση όμως που γίνεται επίκληση δόλου (fraud) ή σφάλματος (mistake) ο χρόνος παραγραφής άρχεται από την ημερομηνία που ο ενάγων αντιλήφθηκε ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να αντιληφθεί το δόλο ή το σφάλμα. Υπό το φώς των πιο πάνω προνοιών καθίσταται αντιληπτό ότι στην προκείμενη περίπτωση η 3η προδικαστική ένσταση δεν εγείρει αμιγώς νομικό ζήτημα εφόσον η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει με ακρίβεια πότε και υπο ποιες περιστάσεις αντιλήφθηκε ο καθ' ου η αίτηση τον ισχυριζόμενο δόλο, γεγονός που αναμένεται να αποφασιστεί. Τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 15 ανεστάλη μέχρι και την 30η Ιουνίου 2012 (βλ. άρθρο 11 Κεφ. 15 και Ν.159(I)/11). Ως εκ τούτου, ο χρόνος παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος άρχεται από την 1η Ιουλίου 2012, ημερομηνία από την οποία τίθεται πλέον σε εφαρμογή ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος, Ν.66(I)/
- Καταλήγω συνεπώς ότι όπως και αν εξετάσει κανείς την 3η προδικαστική ένσταση, το αντικείμενο τούτης δεν είναι αμιγώς νομικό αλλά προϋποθέτει εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου το εν λόγω ζήτημα δεν μπορεί να ακουστεί προδικαστικά. Τόσο η αίτηση όσο και η γραπτή αγόρευση των αιτητών δίδει ιδιαίτερη έμφαση στην 6η προδικαστική ένσταση, δηλαδή το ισχυριζόμενο από τους αιτητές κώλυμα του καθ' ου η αίτηση να προωθήσει την απαίτησή του. Ο βασικός κορμός των πραγματικών γεγονότων που πλαισιώνουν την υπο κρίση προδικαστική ένσταση προσδιορίζεται, αφενός από την έκθεση απαιτήσεως - παράγραφος 9 - και αφετέρου από την υπεράσπιση - παράγραφοι 6 και 16 - και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ιδιαίτερα τα τεκμήρια 1 και
- Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι με τον τερματισμό της εργασίας του καθ' ου η αίτηση και την καταβολή αποζημίωσης από τους αιτητές, ο πρώτος υπέγραψε έγγραφο με το οποίο δήλωνε ότι δεν είχε καμία άλλη απαίτηση ως αποτέλεσμα της εργοδότησής του και του τερματισμού αυτής. Αυτή η θέση αποτελεί άλλωστε μέρος των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως του καθ' ου η αίτηση. Η γραπτή αγόρευση των αιτητών αναλύει την υφιστάμενη νομολογία αναφορικά με ερμηνεία εγγράφων και υποστηρίζει ότι στη δοσμένη περίπτωση το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων είναι παραδεχτό και πως ό,τι απομένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση κωλύεται, λόγω των τεκμηρίων 1 και 2, να προωθήσει την αγωγή, ζήτημα, υποβάλλει, αμιγώς νομικό. Λόγω της κατάληξης της σχετικής προδικαστικής ένστασης δεν προτίθεμαι να προβώ σε εις βάθος ανάλυση των σχετικών δικανικών αρχών. Σημειώνω μόνο ότι υπο τις κατάλληλες περιστάσεις έγγραφο απαλλαγής είναι δυνατό να κριθεί ότι συνιστά κώλυμα για τον υπογράφοντα τούτο να προωθήσει απαίτηση που στο έγγραφο φέρεται ότι έχει απεμπολήσει (βλ. Γιώργος Χ"Στυλλή v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/09, ημερ. 22.05.2012). Σημειώνω περαιτέρω ότι η ερμηνεία του εγγράφου προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του και μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις είναι επιτρεπτή η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας αναφορικά με τις προθέσεις των μερών (βλ. Γεωργίου v. Meridian Hotels Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ.2059, 2065). Εν τούτοις στην προκείμενη περίπτωση το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όπως οι αιτητές το παρουσιάζουν. Όπως προανέφερα μόνο ο βασικός κορμός των γεγονότων είναι προσδιορισμένος. Το εν λόγω ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη συμφωνία απαλλαγής των αιτητών που φέρεται να υπέγραψε ο καθ' ου η αίτηση. Συμπλέκεται και με τις ισχυριζόμενες από τον καθ' ου η αίτηση ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβησαν οι αιτητές και παραπλάνησαν, κατ' ισχυρισμό πάντα, τον καθ' ου η αίτηση. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 1262, εκεί όπου γίνεται ισχυρισμός για ψευδή παράσταση, στη δοσμένη περίπτωση δυνάμει των άρθρων 18 και 22 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, επιτρέπεται η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας ώστε να ερμηνευθεί το επίδικο έγγραφο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση δεν αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα ενώ η ακροαματική διαδικασία είναι εκείνη που ενδέχεται να αποκρυσταλλώσει και να προσδιορίσει το σύνολο των πραγματικών γεγονότων που αφορούν αυτή τη πτυχή του αιτήματος, δηλαδή τις περιβάλλουσες του αναφερόμενου εγγράφου περιστάσεις. Κατ' επέκταση η 6η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να ακουστεί προδικαστικά και έξω από το πλαίσιο της δίκης. Εκείνο που απομένει πλέον να εξεταστεί είναι οι προδικαστικές ενστάσεις που οι αιτητές εγείρουν στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης. Πραγματεύομαι τούτες σωρευτικά εφόσον το αντικείμενο των δυο είναι κοινό, δηλαδή καταπόσο το δικαστήριο έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα για εκδίκαση της παρούσης. Ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει εν προκειμένω ότι η απόφαση των σχετικών ενστάσεων προϋποθέτει απόφαση του καταπόσο η διαφορά που εγείρεται είναι εργατική διαφορά, ως οι διατάξεις του άρθρου 12 του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου, Ν.8/67και ότι τέτοιο συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί ή να απορριφθεί, αναλόγως, μόνο αφού ακουστούν τα γεγονότα της υπόθεσης και δή οι ισχυρισμοί για παράβαση σύμβασης, αμέλεια, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση νόμιμων καθηκόντων και παράνομη κατακράτηση περιουσίας. Ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τις αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση. Τα αναφερόμενα στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ, πιο πάνω, καθιστούν εσφαλμένη την προσέγγιση και την αντίληψη του καθ' ου η αίτηση αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις 1 και 2. Όπως αναφέρθηκε εκεί∙ "Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως". Συνάγεται λοιπόν ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, ζήτημα μείζονος σημασίας, μπορεί να ακουστεί προδικαστικά καθ' ότι το περιεχόμενο της εκθέσεως απαιτήσεως είναι εκείνο που αποκαλύπτει τούτη τη δικαιοδοσία. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας ή την ορθότητα των προδικαστικών ενστάσεων 1 και 2, ζήτημα που αναμένεται να αποφασιστεί, καταλήγω ότι το αντικείμενο των παραγράφων 1 και 2 της υπεράσπισης δύναται και πρέπει να αποφασιστεί προδικαστικά. Ως εκ τούτου, η αίτηση επιτυγχάνει αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις 1 και 2. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Ως χρόνος καταβολής τους καθορίζεται η αποπεράτωση της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο