ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Σε ό,τι αφορά τον Στέλιο Μιχαηλίδη, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 192/12, 19/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 192/12 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Σε ό,τι αφορά τον Στέλιο Μιχαηλίδη, από τη Λευκωσία Οφειλέτη Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον οφειλέτη: κ. Α. Μερακλής Για τους πιστωτές: κα Κ. Παπαδοπούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 9.11.2011 στην αγωγή με αρ. 6297/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του Στέλιου Μιχαηλίδη (στη συνέχεια «ο οφειλέτης») για τα ποσά των €360.425,56, €10.621,68 και €8.552,85 πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε στις 10.2.2012 μετά από αίτημα των εναγόντων στην εν λόγω αγωγή, δηλαδή της Alpha Bank Cyprus Limited (στη συνέχεια «οι πιστωτές»), ειδοποίηση πτώχευσης προς τον οφειλέτη. Στις 9.3.2012 καταχωρήθηκε από τον οφειλέτη αίτηση ίδιας ημερομηνίας για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 3
(1)(g) (h)
(3)του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, oι Κανονισμοί 38, 39 και 43 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του οφειλέτη ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας αίτησης και διαφωνώντας με το περιεχόμενο της ειδοποίησης πτώχευσης, ζητά την ακύρωση της. Αποδέχεται ότι η ειδοποίηση πτώχευσης βασίστηκε σε απόφαση που εκδόθηκε ερήμην εναντίον του στην αγωγή με αρ. 6297/09 και ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης δεν έχει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα εναντίον του και/ή είναι άκυρη. Η ειδοποίηση πτώχευσης του επιδόθηκε στις 7.3.2012, είναι δε παράνομη και/ή παράτυπη και/ή δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τον νόμο διαδικασίες και αποτελεί κατάχρηση των εξουσιών του Δικαστηρίου καθώς και του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Το εξ αποφάσεως χρέος στην προαναφερθείσα αγωγή είναι εξασφαλισμένο καθότι υπάρχουν δύο υποθήκες, των οποίων παραθέτει τα στοιχεία σε σχέση με κτήμα ιδιοκτησίας του ίδιου καθώς και της συζύγου του, εναγόμενης 2 στην ίδια αγωγή. Οι υποθήκες αυτές είναι προς όφελος των εναγόντων-πιστωτών και η εκτιμημένη αξία των ενυπόθηκων κτημάτων είναι πέραν των €500.000, ενώ το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση είναι πολύ μικρότερο. Στις 11.1.2012 οι πιστωτές κατέθεσαν αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για πώληση και των δύο ενυπόθηκων ακινήτων, όπως γνωστοποιήθηκε στον ίδιο και στη σύζυγο του με επιστολές του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας με ημερομηνίες 11.1.2012 και 20.2.2012 (Τεκμήριο 1), με τις οποίες οι εναγόμενοι πληροφορούνται ότι σύντομα θα οριστούν ημερομηνίες πώλησης σε δημοπρασία των υπό αναφορά ακινήτων τους. Η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης δεν υπογράφηκε από τους πιστωτές, όπως θα έπρεπε και δεν αναφέρεται ούτε επισυνάπτεται στην εν λόγω ειδοποίηση αντίγραφο της σχετικής δικαστικής απόφασης. Οι πιστωτές δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της υπό αναφορά δικαστικής απόφασης και καταχώρησαν την παρούσα αίτηση εκβιαστικά και για να ασκήσουν πίεση εναντίον του οφειλέτη. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 10.2.2012, οι πιστωτές καταχώρησαν την αίτηση ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 191/2012 εναντίον της συζύγου του οφειλέτη. Ο οφειλέτης είναι μάγειρας σε ξενοδοχείο και τα εισοδήματα του είναι €1.800 μηνιαίως ενόσω η σύζυγος του είναι άνεργη και έχουν τρία παιδιά. Η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταχρηστική και αποσκοπεί μόνο στον εξαναγκασμό καταβολής ολόκληρου του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού. Οι συνέπειες από την τυχόν πτώχευση του οφειλέτη σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι δυσανάλογες σε σχέση με την οποιαδήποτε ωφέλεια των πιστωτών. Διαζευκτικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, ο οφειλέτης ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης δεν ανταποκρίνεται στα αληθινά γεγονότα, το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο του αξιούμενου και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιεί τους πιστωτές στην έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης. Περαιτέρω, ο οφειλέτης ισχυρίζεται ότι οι πιστωτές προέβησαν και σε άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του με αποτέλεσμα η παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης να είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Επιπρόσθετα, το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μικρότερο από το αξιούμενο εκ μέρους των πιστωτών καθότι μετά την έκδοση της απόφασης στην προαναφερθείσα αγωγή προέκυψαν νεότερα στοιχεία, τα οποία οι πιστωτές δεν έλαβαν υπόψη ούτε και πίστωσαν ανάλογα τον λογαριασμό του. Η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι νομικά αβάσιμη, αστήρικτη και αδικαιολόγητη, δεν περιέχει λόγους τεκμηρίωσης της και δεν αναφέρει τους Νόμους και τους Κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται. Με τη θέση ότι η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι πρόωρη, ενοχλητική, εκβιαστική, εκδικητική και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ο οφειλέτης, ως πιστεύει και συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, θεωρεί δίκαιο και εύλογο όπως το Δικαστήριο μην προχωρήσει και/ή όπως αναστείλει την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, ασκώντας τις συμφυείς εξουσίες του και την διακριτική του ευχέρεια. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των πιστωτών που καταχωρήθηκε στις 10.5.2012 και έχει ως νομική βάση τα άρθρα 2, 3
(1)(ζ), 3
(2), 3
(3), 5
(1), 5
(2), 6, 87, 88, 90 και 93 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, τους Κανονισμούς 2, 7, 16 - 18, 38 - 41, 60
(2), 102
(1)και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-4, Δ.52 και Δ.64, τον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)καθώς και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, τους κανόνες της επιείκειας, το άρθρο 30 του Συντάγματος και τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, αναφέρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - η πράξη πτώχευσης έχει ήδη τελεστεί βάσει του άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 - η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε καταχρηστικά και καθυστερημένα με σκοπό την καθυστέρηση έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης - έχουν τηρηθεί όλοι οι προβλεπόμενοι από τον Νόμο τύποι για την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης - το γεγονός ότι οι πιστωτές είναι ή όχι εξασφαλισμένοι πιστωτές αποτελεί ζήτημα που θα εξεταστεί κατά το στάδιο της αίτησης πτώχευσης και όχι στο παρόν στάδιο - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση περιέχει ατεκμηρίωτους και/ή αντιφατικούς ισχυρισμούς - η υπό κρίση αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, αντίθετη με τον περί Πτωχεύσεως Νόμο και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς και δεν αποκαλύπτονται σ' αυτή λόγοι για τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης - δεν έχουν προσκομιστεί οποιαδήποτε στοιχεία που να τείνουν να αποδείξουν ότι η καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης έχει άλλο σκοπό από αυτόν που ο Νόμος ορίζει και - ο οφειλέτης δεν δικαιούται τις αξιούμενες θεραπείες. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Σάββα Άδωνη, ο οποίος είναι στην υπηρεσία των πιστωτών, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά και προβαίνει στην ένορκη του δήλωση έχοντας τις συμβουλές των δικηγόρων των πιστωτών, αρνείται δε τους ισχυρισμούς του οφειλέτη εκτός όπου προβαίνει σε παραδοχή τους. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο οφειλέτης είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης των πιστωτών στην αγωγή με αρ. 6297/09 και η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 7.3.2012 μαζί με πιστό αντίγραφο της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης που παρατέθηκαν πιο πάνω, προσθέτοντας ότι σύμφωνα με τον περί Πτωχεύσεως Νόμο δεν απαγορεύεται σε εξασφαλισμένο πιστωτή να ζητήσει την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεδομένου μάλιστα ότι ο εξασφαλισμένος πιστωτής μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)του Νόμου, να υποβάλει ακόμα και αίτηση πτώχευσης κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, τις οποίες οφείλει να ικανοποιήσει κατά το στάδιο της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης. Ως προς το γεγονός ότι οι πιστωτές προχωρούν σε αναγκαστική πώληση ακινήτου του οφειλέτη, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αναγκαστική πώληση είναι μια χρονοβόρα διαδικασία με αποτέλεσμα οι πιστωτές να μην λάβουν σύντομα χρήματα από την αναγκαστική εκποίηση των ακινήτων. Ο ισχυρισμός του οφειλέτη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι αντικανονική επειδή υπογράφηκε από τους δικηγόρους των πιστωτών δεν ευσταθεί εφόσον ο Κανονισμός 40
(1)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προνοεί την οπισθογράφηση της ειδοποίησης με το όνομα του δικηγόρου του πιστωτή. Περαιτέρω, από την ένορκη δήλωση του επιδότη που υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης έχει επιδοθεί στον οφειλέτη μαζί με την ειδοποίηση πτώχευσης. Επίσης, η λήψη μέτρων εκτέλεσης δεν αποτελεί προϋπόθεση ούτε απαιτείται να γίνει πριν από την καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης. Δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο άλλωστε για την παρούσα υπόθεση το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί αίτηση έκδοσης ειδοποίησης πτώχευσης και εναντίον της συζύγου του οφειλέτη, οι δε ισχυρισμοί του οφειλέτη αναφορικά με την εισοδηματική ικανότητα του ίδιου και της συζύγου του είναι άσχετοι και ατεκμηρίωτοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο οφειλέτης δεν προσήγαγε οποιοδήποτε στοιχείο για απόδειξη και των λοιπών ισχυρισμών του, ούτε και απέδειξε ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο από αυτό που αξιώνεται και επιδικάστηκε εναντίον του στην προαναφερθείσα αγωγή. Ο ενόρκως δηλών θεωρεί αντιφατικούς τους ισχυρισμούς του οφειλέτη αλλά και αβάσιμους και ανυποστήρικτους και ισχυρίζεται ότι η πράξη πτώχευσης έχει ήδη τελεστεί βάσει του άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου καθότι έχει παρέλθει η προθεσμία των 7 ημερών από την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης και ο οφειλέτης δεν ζήτησε, όπως όφειλε δυνάμει της νομοθεσίας, παράταση του χρόνου τέλεσης της πράξης πτώχευσης. Με την θέση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική με σκοπό την καθυστέρηση έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης ενόσω ο οφειλέτης δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να τείνουν να αποδείξουν ότι η παρούσα πτωχευτική διαδικασία δεν έχει ως σκοπό την προστασία της περιουσίας του οφειλέτη ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση όλων των πιστωτών του, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάσθηκαν και οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο συνήγορος του οφειλέτη επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις του οφειλέτη που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια επιχειρηματολογία κατά την εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης. Αντίθετα, η συνήγορος των πιστωτών, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία, πρόβαλε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε νομότυπα και η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον έχει ήδη τελεστεί πράξη πτώχευσης δεδομένου ότι δεν έχει παραταθεί ο χρόνος που τίθεται από την νομοθεσία αφού ο οφειλέτης δεν έχει αποταθεί εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο για να ζητήσει την παράταση της προθεσμίας, ως προνοείται στη νομοθεσία. Η ύπαρξη εξασφάλισης επί κάποιας οφειλής δεν αποτελεί κώλυμα για τον πιστωτή να προωθήσει την πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με την νομοθεσία και την νομολογία επί του θέματος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ειδοποίηση πτώχευσης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των πιστωτών, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο οφειλέτης δεν απέδειξε ότι ο σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι άλλος από αυτόν που ορίζει ο νόμος. Επαναλαμβάνοντας δε τους λόγους ένστασης η συνήγορος εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 (στη συνέχεια «ο Νόμος»), προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών (στη συνέχεια «οι Κανονισμοί»), ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694). Όπως έχει νομολογηθεί οι ενστάσεις που προβάλλονται με την εν λόγω διαδικασία είναι σαφείς και οι σχετικές νομικές πρόνοιες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342, Re Collier
(1891)64 L.T. 742, Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302). Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του βαρύνει τον οφειλέτη σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αν η ειδοποίηση πτώχευσης επιχειρείται να παραμεριστεί για άλλους από τους προαναφερθέντες λόγους όπως λ.χ. για παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης ή πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή αναστολή, θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 (βλ. Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 425 και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Σε τέτοια δε περίπτωση δεν τηρείται ούτε η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με βάση τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και τον σχετικό τύπο καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία επιβάλλεται όπως περιέχει μια τέτοια αίτηση. Στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, λέχθηκε ότι όταν οι Κανονισμοί 16 και 18 αναφέρονται στην ανάγκη να καταγράφεται στην αίτηση ή και στην ένσταση ο Νόμος και οι Κανονισμοί στους οποίους βασίζονται, δεν εννοούν τους ίδιους τους κανονισμούς που παρέχουν την εν πάση περιπτώσει υπαρκτή δυνατότητα υποβολής αίτησης ή ένστασης αλλά εκείνους στους οποίους στηρίζονται από την άποψη της ουσίας. Στην υπό κρίση υπόθεση αρχικά θα πρέπει να εξεταστεί η εισήγηση των πιστωτών ότι έχει τελεστεί πράξη πτώχευσης, δεδομένου ότι δεν έχει παραταθεί από το Δικαστήριο ο χρόνος τέλεσης της πράξης πτώχευσης, ενόσω ο χρόνος των 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, που ως είναι κοινώς αποδεκτό έγινε στις 7.3.2012, είχε εκπνεύσει πριν τις 25.4.12, που ορίστηκε η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Πρωτοκολλητή, δηλαδή από τις 14.3.12. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, η πράξη πτώχευσης συντελείται εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης εάν δεν έχει δοθεί παράταση του χρόνου από το Δικαστήριο, όπως ρητά καθορίζεται στον Κανονισμό 41. Ούτε και σύμφωνα με το άρθρο 93
(4)του Νόμου, που αποτελεί γενική πρόνοια παράτασης του χρόνου, έχει δοθεί ούτε και έχει ζητηθεί οποιαδήποτε παράταση. Είναι εξ άλλου αμφίβολο κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί παράταση του χρόνου δυνάμει του άρθρου 93
(4)του Νόμου, εφόσον μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 3
(1)(ζ) η πράξη πτώχευσης λαμβάνει χώρα εκ του Νόμου. Όπως είναι σαφές από τον Κανονισμό 41 και το άρθρο 93
(4)του Νόμου η παράταση του χρόνου μπορεί να δοθεί μόνο από το Δικαστήριο και δεν έχει ζητηθεί να δοθεί τέτοια παράταση σε οποιοδήποτε στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ως είναι η εισήγηση των πιστωτών, η πράξη πτώχευσης έχει συντελεστεί στις 14.3.12 και η καταχωρηθείσα αίτηση του οφειλέτη χωρίς να ακολουθήσει διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου, δεν μπορεί να εξετασθεί βάσει της νομοθεσίας εφόσον καθίσταται άνευ αντικειμένου. (βλ. Τhe Debtor v. Slater Walker Ltd
(1981)2 All E.R. 987). Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, εξετάζοντας την ουσία της αίτησης και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του οφειλέτη στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, κρίνεται ότι η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Οι ισχυρισμοί του οφειλέτη ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί σχετικά με τον τύπο, τη διαδικασία και την ουσία των όσων περιέχει η ειδοποίηση πτώχευσης καθώς και ότι η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών ώστε είναι άκυρη και δεν έχει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα εναντίον του, κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι εφόσον τέτοιες θέσεις δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα ούτε και υποστηρίχθηκαν με οποιαδήποτε ικανοποιητικά επιχειρήματα στην αγόρευση του συνηγόρου του οφειλέτη. Ειδικότερα, όσον αφορά τη θέση του οφειλέτη ότι δεν επισυνάπτεται αντίγραφο της δικαστικής απόφασης της αγωγής με αρ. 6297/09 στην επιδοθείσα σ' αυτόν ειδοποίηση πτώχευσης, επισημαίνεται ότι, όπως ορθά εισηγήθηκαν οι πιστωτές, στην υπάρχουσα στο φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης φαίνεται ότι επιδόθηκε με την ειδοποίηση πτώχευσης και αντίγραφο της εν λόγω δικαστικής απόφασης, όπως άλλωστε πιστό αντίγραφο της απόφασης αυτής συνοδεύει και την αίτηση έκδοσης ειδοποίησης που καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του οφειλέτη, επίσης, ότι η αίτηση προς έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, η οποία σημειωτέον ότι υπογράφεται από τους δικηγόρους των πιστωτών ως προβλέπεται στον Κανονισμό 40
(1), θα έπρεπε να υπογραφεί από τους πιστωτές δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, εφόσον δεν υποστηρίζεται με νομικά επιχειρήματα. Επισημαίνεται ακόμη η έλλειψη οποιωνδήποτε στοιχείων ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού που κατά τον οφειλέτη είναι μικρότερο από αυτό που ισχυρίζονται οι πιστωτές ότι τους οφείλεται. Περαιτέρω, και ως προς τους λοιπούς προβαλλόμενους ισχυρισμούς του οφειλέτη κρίνεται ότι αυτός δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ώστε η αίτηση να επιτύχει (βλ. και Μιχαλάκης Αλωνεύτη ν. ALPHA BANK LTD, Πολ. Έφ. Αρ. 5/2008, ημερομηνίας 14.4.2010). Ως προς τη θέση του οφειλέτη ότι το επίδικο χρέος είναι εξασφαλισμένο με υποθήκες προς όφελος των πιστωτών και προωθήθηκε από αυτούς διαδικασία πώλησης των ακινήτων, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)του Νόμου, όπου και καθορίζεται ο τρόπος ενέργειας του πιστωτή σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που τυχόν έχει, το θέμα του κατά πόσον πιστωτής είναι εξασφαλισμένος εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης πτώχευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό. Από το εν λόγω άρθρο συνάγεται ότι είναι δυνατή η προώθηση αίτησης πτώχευσης παρά την ύπαρξη εξασφάλισης, ενόσω μάλιστα η παράλειψη δήλωσης εκ μέρους του πιστωτή μιας εξασφάλισης δεν αποβαίνει από μόνη της μοιραία για την αίτηση πτώχευσης, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργαν. Χρημ. Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716. Κατά συνέπεια από το γεγονός ότι υφίσταται κάποια εξασφάλιση του επίδικου χρέους υπέρ των πιστωτών στην παρούσα υπόθεση, δεν θα μπορούσε να επηρεασθεί η προώθηση της ειδοποίησης πτώχευσης όπως ορθά εισηγήθηκαν οι πιστωτές, δεδομένου ότι το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο προς εξέταση αυτού του θέματος. Ως προς την εισήγηση του οφειλέτη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταχρηστική, εκβιαστική, εκδικητική και χρησιμοποιείται ως καταπιεστικό μέτρο για την καταβολή από τον οφειλέτη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, θεωρώ επίσης ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο αλλά στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ορίζει ο Νόμος για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Στην απόφαση αυτή είχαν ακυρωθεί ειδοποιήσεις πτώχευσης, κατόπιν σχετικών αιτήσεων δυνάμει των κανονισμών 16-18, καθότι κρίθηκε ότι, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης, η πτωχευτική διαδικασία που άρχισαν οι πιστωτές αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με το Νόμο. Στην παρούσα διαδικασία πέραν του ότι δεν καταδείχθηκε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε για αλλότριους σκοπούς, ο οφειλέτης δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να τείνουν έστω να αποδείξουν αυτούς τους ισχυρισμούς του. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του οφειλέτη είναι γενικοί και αόριστοι και παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι. Αν και παρατηρείται αντιφατικότητα στη θέση του οφειλέτη ως προς το κατά πόσον λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του βάσει της επίδικης δικαστικής απόφασης, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία υποδεικνύει ότι η πτωχευτική διαδικασία, η οποία δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης (βλ. και Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255), μπορεί να προωθηθεί εκ μέρους πιστωτή χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης (βλ. Αρέστης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1258, Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311). Η παρούσα δε υπόθεση σαφώς διακρίνεται από την υπόθεση Εργατίδης ν. Εργατίδη κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 741, στην οποία κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι (πιστωτές για τους σκοπούς εκείνης της ειδοποίησης πτώχευσης), χρησιμοποιώντας την πτωχευτική διαδικασία επεδίωκαν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως να επετύγχανε ο εφεσείων (οφειλέτης σε εκείνη την ειδοποίηση πτώχευσης). Είχε λεχθεί δε ότι το Δικαστήριο όφειλε όχι μόνο να σταματήσει αλλά και να στιγματίσει την διαδικασία εκείνη, η οποία, υπό τις περιστάσεις, απέληγε σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που είχε καταχωρήσει. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του οφειλέτη και υπέρ των πιστωτών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ Subject : Civil / Bankruptcy jurisdiction / Aitisi akurwsis eidopoiisis ptwxeusis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο