Dina Theologou-Ghanime ν. Ian Darroch κ.α., Αρ. Αγωγής: 7609/11, 26/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7609/11 Μεταξύ: Dina Theologou-Ghanime, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και-
- Ian Darroch, από τη Σκωτία και τώρα εκ Λευκωσίας
- Christine Dirom, από τη Σκωτία και τώρα εκ Λευκωσίας
- Oumbli Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 15.2.12 για διαγραφή μέρους της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 26 Ιουνίου
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: ο κ. Λ. Λουκαΐδης. Για Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση: ο κ. Στ. Σκορδής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17.11.11 η Ενάγουσα καταχώρησε την με το πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με την οποία αξιώνει το ποσό των €42.200 το οποίο της οφείλουν οι Εναγόμενοι ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της ως υπεύθυνη του γραφείου της επιχείρησης τους στην Κύπρο και/ή ως money had and received και/ή για την παραβίαση του δικαιώματος της προσωπικότητας, της ιδιωτικής ζωής και επαγγέλματος. Ζητά επίσης τόκο και έξοδα. Η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 29.12.11 και σε αυτήν η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι της οφείλουν ποσό €42.200 που αποτελεί καθυστερήσεις καταβολής μισθών και καθυστερήσεις έξτρα αμοιβών για τις περιόδους 2009 μέχρι και Αύγουστο του 2011 τις οποίες οι Εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν και τις οποίες όμως αρνούνται να καταβάλουν. Στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι αρχικά υπήρχε μεταξύ της και των Εναγομένων γραπτή συμφωνία εργοδότησης η οποία αργότερα τερματίστηκε αλλά η Ενάγουσα συνέχισε να συνεργάζεται με τους Εναγομένους πάνω στην ίδια συμβατική βάση και με τους ίδιους όρους. Στις 6.2.12 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν δύο προδικαστικές ενστάσεις. Με την παράγραφο 1 (α) της Υπεράσπισης ισχυρίζονται ότι η αξίωση της Ενάγουσας είναι παράνομη και/ή μολύνεται από παρανομία και/ή είναι απαγορευμένη από τη σχετική νομοθεσία και τους κανονισμούς και έτσι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί συνοπτικά από το Δικαστήριο και στην παράγραφο 1 (β) εγείρουν προδικαστική ένσταση αναφορικά με την αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ισχυρίζονται ότι αφού η απαίτηση της Ενάγουσας είναι για μισθούς βάσει σύμβασης εργοδότησης που δεν ξεπερνούν τα 2 έτη μοναδικό αρμόδιο Δικαστήριο για εκδίκαση της διαφοράς είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Στην Υπεράσπιση τους επίσης αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ισχυρίζονται ότι τα όποια ποσά αναφέρει η Ενάγουσα είναι υπερβολικά ατεκμηρίωτα και υπερβολικά, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρουν ότι δεν είχαν σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε σύμβαση εργοδότησης και/ή συνεργασίας με την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι υπήρχε σύμβαση με την Ενάγουσα για την εργοδότηση της ημερ. 17.7.07 η οποία τερματίστηκε από αυτούς τον Δεκέμβριο του 2010 και ότι ουδέποτε μετά τον τερματισμό της σύμβασης δεν συνέχισαν οποιαδήποτε συνεργασία μαζί της. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι η Ενάγουσα με τις πράξεις και/ή παραλείψεις της σχετικά με τη διαχείριση του λογαριασμού της Εναγομένης 3 έχει προκαλέσει ζημιά και φορολογικές εκκρεμότητες σε αυτούς τις οποίες επιφυλάσσονται να διεκδικήσουν εναντίον της. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε την 1.3.12 η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, ισχυρίζεται ότι είχε και συμβατική και σχέση συνεργασίας με όλους τους Εναγόμενους και ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας εργοδότησης της από την Εναγομένη 3 εξακολουθούσε να συνεργάζεται με όλους τους Εναγομένους οι οποίοι και της πλήρωναν διάφορα ποσά. Στις 15.2.12 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Ενάγουσα ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της παραγράφου 1(α) της Υπεράσπισης ως παραπλανητική και/ή άσχετη και/ή αποτελούμενη από άχρηστους και/ή υβριστικούς και/ή σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικούς ισχυρισμούς και/ή προκαλούντες αμηχανία και/ή διότι τείνουν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις και/ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θθ.1, 4 και 26, Δ.27 θθ.1-3, Δ.48 θθ.1-9, 11-13, Δ.57 και Δ.64 θ.1, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, το Άρθρο 30 του Συντάγματος και η σχετική Νομολογία. Την Αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Λουκίας Πατσαλίδου η οποία αναφέρει ότι όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος της Ενάγουσας κ. Λουκαΐδης η παράγραφος 1 (α) της Έκθεσης Υπεράσπισης πρέπει να διαγραφεί διότι είναι παραπλανητική και/ή άσχετη και/ή αποτελούμενη από άχρηστους και/ή υβριστικούς και/ή σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικούς ισχυρισμούς και/ή προκαλούντες αμηχανία και/ή διότι τείνουν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις και/ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Όπως επίσης τη συμβουλεύει ο κ. Λουκαΐδης και αληθινά πιστεύει είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι Εναγόμενοι αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στις 23.4.
- Νομική βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.29 θθ.4, 5, 19, 22 και 26, Δ.27 θθ.1-3, Δ.39, Δ.48 θθ.1-9 και Δ.64, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ η Νομολογία του Δικαστηρίου, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του. Λόγοι ένστασης είναι ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ελαττωματική, ούτε η αίτηση ούτε η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτουν στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος, η παράγραφος 1 (α) της Υπεράσπισης περιλαμβάνει ουσιώδη σχετικά και απαραίτητα νομικά σημεία, η αίτηση αν γίνει αποδεχτή θα απαγορεύσει ουσιαστικά στους Εναγόμενους να προβάλουν τη θέση τους, είναι άνευ αντικειμένου, αποτελεί αχρείαστο και καταχρηστικό δικονομικό μέτρο και η Ενάγουσα δεν βλάπτεται καθ' οιονδήποτε τρόπο λόγω των όσων αναφέρονται στην επίδικη παράγραφο της Υπεράσπισης. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του δικηγόρου Χαράλαμπου Στεφάνου ο οποίος επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης γιατί πρέπει να διαγραφεί η αιτούμενη παράγραφος, και ότι είναι καθόλα νόμιμο για τους Ενάγοντες να στηριχτούν για την Υπεράσπιση τους στη θέση ότι η Απαίτηση της Ενάγουσας μολύνεται με παρανομία αφού παραβίαζε υποχρεώσεις της κείμενης νομοθεσίας σε σχέση με φορολογικά θέματα, θέματα που έχουν να κάνουν με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων και λήψεων επιδομάτων. Θεωρεί ότι τίποτε στην εν λόγω παράγραφο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενοχλητικό ή περιττό ή έκδηλα αβάσιμο ή που τείνει να προκαλέσει καθυστέρηση, αντίθετα τυχόν έγκριση του αιτήματος θα αποστερούσε από τους Εναγόμενους το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και της προώθησης της Υπεράσπισης τους. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ήταν η θέση του κ. Λουκαΐδη ότι ο ισχυρισμός των Εναγομένων για παρανομία είναι εντελώς γενικός και ατεκμηρίωτος και ότι όπως τίθεται στο δικόγραφο των Εναγομένων δημιουργεί αμηχανία στην προώθηση της υπόθεσης της Ενάγουσας και επίσης δημιουργείται από την αρχή δυσμενής επηρεασμός στην υπόθεση της Ενάγουσας. Αντίθετα ο κ. Σκορδής ανέφερε ότι δεν υπάρχει τίποτε που να καταδεικνύει ότι η εν λόγω παράγραφος της Έκθεσης Απαίτησης είναι σκανδαλώδης ή παραπλανητική ή δημιουργεί αμηχανία, ο ισχυρισμός για παρανομία είναι βασική υπεράσπιση των Εναγομένων οι οποίοι θα πρέπει να μπορούν να την προωθήσουν, μέσα στα πλαίσια της δίκης, με αναφορά στις αρχές της νομολογίας ήταν η θέση του κ. Σκορδή ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή της παραγράφου αυτής από την Υπεράσπιση. Επανέλαβε επίσης τη θέση ότι η αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή δικονομική βάση και ότι και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει πρέπει να απορριφθεί αφού γίνεται από δικηγόρο χωρίς να δοθεί καμία δικαιολογία προς τούτο και τα όσα αναφέρονται σε αυτή είναι εντελώς γενικά και αόριστα. Προτού ασχοληθώ με την αίτηση και τους λόγους ένστασης που προβάλλονται κρίνω σκόπιμο να κάνω μια σύντομη αναφορά στη νομολογία και/ή στη νομική βάση των αιτημάτων αυτών. Σύμφωνα με τη Δ.29 θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικών κανονισμών: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Η εν λόγω πρόνοια είναι πανομοιότυπη με την πρόνοια της Δ.19 θ. 27 (Ο.19 r.27) των Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν πριν από το 1960 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: "The Court or a Judge may at any stage of the proceedings order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action, and may in any such case, if they or he shall think fit, order the costs of the application to be paid as between solicitor and client." Εξίσου σημαντική κρίνω ότι είναι η παράθεση της Δ.19 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία σε συνδυασμό και με τη νομολογία που έχει δημιουργηθεί και που είναι πολύ πλούσια για το συγκεκριμένο θέμα έχει καθορίσει τις γραμμές και παραμέτρους σύνταξης δικογράφων. Η εν λόγω διαταγή προνοεί τα ακόλουθα: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material fact on which the party pleading relies for his claim or defence may be, but not the evidence, by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings hall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person" Οι διάδικοι πρέπει να απολαμβάνουν κάθε δυνατή ελευθερία στη σύνταξη τους αλλά χωρίς να καταχρώνται αυτό το δικαίωμα εις βάρος της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Πολύ συνοπτικά τα όσα οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η νομολογία έχουν καθορίσει είναι ότι: · τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο ουσιώδη γεγονότα και ως τέτοια βεβαίως είναι μόνο τα σχετικά γεγονότα. σχετική είναι η Δ.19 θ.4 και οι αποφάσεις Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 263, Williams and Glyns Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1984)1 CLR 701. · η πολυλογία και η περιττολογία πρέπει να μην ενθαρρύνονται. Άρα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει και την έκταση του δικογράφου. Η Δ.19 θ.4 επιβάλλει όπως τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν τις θέσεις σε συνοπτική μορφή. Η νομολογία έχει επίσης αντιμετωπίσει το θέμα αυτό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Hill v. Hart Davis 26 Ch. D. 470, Davy v. Garret 7 Ch. D. 473, British Airways Pension Trustee Ltd v. Sir Robert Mc Alpine
(1994)72 B.L.R. 26 αλλά και η Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. Ν. Σοφοκλή Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 690. · δεν επιτρέπεται η παράθεση μαρτυρίας. Σχετική είναι και πάλι η Δ.19 θ.4 αλλά και η απόφαση στην Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών (ανωτέρω) όπως και η απόφαση Merchants & Manufactures Insurance Co. v. Davies
(1938)1 K.B 196. · δεν επιτρέπεται η παράθεση ολόκληρων εγγράφων ή εκτενών αποσπασμάτων από έγγραφα. Σχετική για το θέμα αυτό είναι η Δ.19 θ.19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: "Whenever the ontents of any document are material, it shall be sufficient in any pleading to state the effect thereof as briefly as possible, without setting out the whole or any part thereof (υπογράμμιση δική μου), unless the precise words of the document or any part thereof are material" · δεν επιτρέπεται η παράθεση νομοθεσίας. · δεν επιτρέπεται η επανάληψη ισχυρισμών. Επίσης απαιτείται από τους αιτητές να προσδιορίζουν με ακρίβεια τα μέρη του δικογράφου των οποίων εξαιτούνται τη διαγραφή. Σχετικό είναι το απόσπασμα στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings 12 ed. Στις σελ. 141 και 142 με αναφορά στην απόφαση Williamson v. London and North Wester Ry
(1879)12 Ch.
- 790 όπου λέχθηκε ότι "The application should specify precisely what order is being sought, e.g. to strike out, or to stay or dismiss the action or to enter judgment and precisely what is being attacked and on what grounds, whether the whole pleading or indorsement or only parts thereof, and if so the alleged offending parts should be clearly specified." Στο σύγγραμμα Annual Practice 1959 στις σελ. 477-479 επεξηγείται ότι ο κύριος σκοπός του θεσμού Ο.19 r.27 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων λαμβάνοντας υπόψη τον ιερό κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπαγορεύει στους διάδικους πώς να διατυπώνουν τα δικόγραφα τους. Αν κάποιος διάδικος εισάγει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς την εκδίκαση της αγωγής τότε, αφού το δικόγραφο αυτό παραβιάζει τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, ενεργεί εκτός των δικαιωμάτων του. Δεν είναι ο κάθε αχρείαστος, ενώ κατά τα άλλα αβλαβής, ισχυρισμός οποίος προκαλεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. Annual Practice 1959 στη σελ.
- Το ίδιο ισχύει και για τη μακρηγορία η οποία από μόνη της δεν είναι λόγος για διαγραφή. Σε ότι αφορά την υπό κρίση αίτηση θεωρώ πρώτα απ' όλα ότι η νομική της βάση εφόσον στηρίζεται στη Δ.19 θ.4 και 26 μεταξύ άλλων είναι ορθή και συνεπώς η περί του αντιθέτου εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων απορρίπτεται. Με βάση την αίτηση ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 1 (α) της Υπεράσπισης. Θεωρώ ότι μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση του προσδιορισμού του μέρους του δικογράφου του οποίου εξαιτείται η διαγραφή. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όντως παρατηρώ ότι γίνεται από δικηγόρο χωρίς να αναφέρεται λόγος περί τούτου και ούτε και προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ότι η Ενάγουσα για παράδειγμα βρίσκεται στο εξωτερικό γι' αυτό και η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο. Η νομολογία είναι πολύ γνωστή σχετικά με τα θέματα αυτά η οποία καταδεικνύει ότι είναι ανεπιθύμητο αλλά όχι απαγορευτικό οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αιτήσεις να γίνονται από δικηγόρους. Παρατηρώ επίσης ότι και η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται από δικηγόρο και μάλιστα κανένας από τους λόγους που προβάλλονται γι' αυτό δεν δικαιολογούν αυτή την επιλογή. Έτσι θεωρώ ότι από μόνος του ο λόγος που αφορά τον ισχυρισμό ότι η ένορκος δήλωση γίνεται από δικηγόρο δεν είναι λόγος για απόρριψη της αίτησης. Σε ότι αφορά τη θέση ότι η κα Πατσαλίδου στην ένορκη δήλωση της δεν προβάλλει κανένα λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα αυτός φαίνεται να ευσταθεί εφόσον η κα Πατσαλίδου επικαλείται τη νομική συμβουλή που έχει λάβει από τον κ. Λουκαίδη ότι η υπό αναφορά παράγραφος της υπεράσπισης πρέπει να διαγραφεί ως σκανδαλώδης ενοχλητική, παραπλανητική και/ή ως τείνουσα να περιπλέξει τη διαδικασία. Η θέση του κ. Σκορδή ότι η επίκληση παρανομίας στη σύμβαση είναι μια καθόλα νόμιμη υπεράσπιση για τους Εναγομένους την οποία θα πρέπει να αφεθούν να προβάλουν είναι ορθή. Δεν νοείται διαγραφή δικογράφου μόνο και μόνο επειδή υπάρχει επίκληση παρανομίας. Παρατηρώ βέβαια, κάτι που και ίδιος ο κ. Σκορδής έχει επισημάνει, ότι δηλαδή η επίκληση της παρανομίας έχει γίνει επιδερμικά χωρίς να δίδονται καθόλου λεπτομέρειες της παρανομίας που επικαλούνται τις οποίες βέβαια επιδιώκουν να δώσουν μέσα από την ένσταση τους αλλά δεν μπορούν βεβαίως να ληφθούν υπόψη. Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η αίτηση για διαγραφή της παραγράφου αυτής έχει έρεισμα. Έχοντας κατά νου όμως τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας το γεγονός ότι εκείνο που επιδιώκεται και από το Δικαστήριο είναι η παράθεση όλων των γεγονότων που επιτρέπει τη διεξαγωγή της δίκης με ίσο τρόπο για τους διαδίκους, σχετική νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας
(1999)1 ΑΑΔ 1316 θεωρώ ότι θα μπορούσαν οι Εναγόμενοι να προβούν στα δέονται δικονομικά μέτρα για τροποποίηση της σχετικής παραγράφου της Υπεράσπισης για να τη θέσουν εντός των πλαισίων της ορθής δικογράφησης. Ενόψει των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω θεωρώ ότι είναι ορθό να μην εκδοθεί διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο