← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΧΕΙΡΙΔΗ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΛΛΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3303/09, 19/10/2012

ΚΩΣΤΑ ΧΕΙΡΙΔΗ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΛΛΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3303/09, 19/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A310 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3303/09 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΧΕΙΡΙΔΗ, από το Πέρα Χωριό-Νήσου Ενάγοντα -και-

  1. ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΛΛΗ, από το Δάλι
  2. ΝΙΚΟΥ ΚΑΣΙΑΝΟΥ, από την Αγία Βαρβάρα
  3. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΣΙΑΝΟΥ, από την Αγία Βαρβάρα Εναγομένων ________________________________________ Αίτηση ημερ. 28.3.12 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου και διαγραφή της Υπεράσπισης 19 Οκτωβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Πέτσα. Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κ. Νεοφύτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας (στο εξής ο αιτητής) στοχεύει σε διαγραφή των παραγράφων 2, 3 και 5.2 της Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης καθώς επίσης και στην εκδίκαση του προδικαστικού σημείου που αναφέρεται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, κατ' επίκληση της Δ.9 θ.10,11, Δ.12 θ.12, Δ.19 θ.14, Δ.25, Δ.27 θ.3 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη βάση των λόγων που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση του ημερ. 28.3.12 που συνοδεύει την αίτηση του. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγομένων (στο εξής οι καθ' ων οι αίτηση) αλλά πριν την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων, θα ήταν χρήσιμο να γίνει σύντομη αναφορά στο ιστορικό της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ο αιτητής καταχώρησε στις 4.6.09 κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο και στις 19.2.10 Έκθεση Απαιτήσεως εναντίον των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν στις 4.3.10 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Κατόπιν αιτήσεως ημερ. 13.4.10, ο αιτητής εξασφάλισε στις 19.5.10 Διάταγμα του Δικαστηρίου, δυνάμει του οποίου καταχώρησε στις 11.6.10 τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Με βάση το ίδιο Διάταγμα ημερ. 19.5.10, οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 25.6.10 τροποποιημένη Υπεράσπιση και ο αιτητής την 1.7.10 καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Με άξονα τα πιο πάνω, ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 28.3.
  5. Όπως διατείνεται, η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διότι η αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση ημερ. 4.3.10 τροποποιήθηκε χωρίς Διάταγμα του Δικαστηρίου με την απάλειψη της Ανταπαίτησης. Διαζευκτικά εισηγήθηκε ότι οι παρ. 2, 3 και 5.2 της Έκθεσης Υπεράσπισης θα πρέπει να διαγραφούν διότι η τροποποίηση της παρ. 1 της Έκθεσης Απαίτησης συνιστούσε την αλλαγή δύο λέξεων και τη διαγραφή μίας φράσης, η δε τροποποίηση της παρ. 5 αφορούσε μόνο μία ημερομηνία. Ως εκ τούτου, η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης καμία σχέση έχει με την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Με την ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, διατυπώνεται η θέση ότι: Η αίτηση είναι ανυπόστατη, καταχρηστική και στερείται ουσιαστικής και νομικής βάσης. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος διαγραφής. Ειδικότερα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι το διάταγμα τροποποίησης ημερ. 19.5.10 έδωσε την ευχέρεια στον αιτητή να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης του, καθώς επίσης και στους καθ' ων η αίτηση να τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους, χωρίς να καθορίσει προκαταβολικά το εύρος της επιτρεπόμενης τροποποίησης, το οποίο κατ' επέκταση, είναι απεριόριστο. Στις γραπτές τους αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους υπέρ και εναντίον της αίτησης με αναφορά σε σχετική νομολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Williams and Glyn's Bank Plc και άλλος ν. του πλοίου «Maria»

(1992)1(Α) Α.Α.Δ 309, στις σελ. 334-337 της οποίας, αποφασίστηκε ότι: «... Η θέση των εναγόντων είναι ότι ενώ αναγνωρίζουν στο εναγόμενο πλοίο το δικαίωμα να κάνει τις απαραίτητες τροποποιήσεις, στην αρχική του Υπεράσπιση, συνεπεία της δικής τους τροποποίησης, αναφέρουν ότι αυτό το δικαίωμα περιορίζεται στις τροποποιήσεις που συνεπάγονται ή είναι αναγκαίες από τις τροποποιήσεις που έγιναν. Υποστήριξη στη θέση αυτή βρίσκουν στα λόγια του Λόρδου Russel στην υπόθεση Squire v. Squire [1972] 1 All E.R., σελ. 891, στη σελίδα 897, όπου είπε: "In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that are consequential in the sense of the formula above mentioned ..." Συμφωνώ ότι πράγματι το εναγόμενο πλοίο στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ξέφυγε από τα "επιτρεπτά" πλαίσια. Εάν επιθυμούσε να έκανε περισσότερες τροποποιήσεις από ότι ήταν απαραίτητο, θα έπρεπε να είχε κάνει σχετική αίτηση. Όμως το θέμα είναι τι έπρεπε να έκαναν οι ενάγοντες βλέποντας αυτή την εκτροπή. Σίγουρα θα έπρεπε να έκαναν αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. Σχετικά το Annual Practice
(1982)Volume, στη σελίδα 394, 20/9/1 αναφέρει: "If the party who has obtained an order to amend makes amendments which are not authorised by the order, the proper course is for his opponent to apply to have the amendments disallowed with costs. It is true that r. 4, relied on in Bourne v. Coulter, 50 L.T. 321, applies only to amendments made without leave under r. 3 of this Order. But there is, it is submitted, an inherent power in the Court to set aside, at the cost of the offending party, any alteration or amendment of any proceeding in an action which is made by either party without authority, or in excess of any authority which has been given." ................................................................................................................................................... ... δηλαδή εάν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα διατάγματος τροποποίησης άλλου δικογράφου και σαν συνέπεια αυτού γίνονται οι άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις (όπως νομολογήθηκε στην Squire v. Squire (ανωτέρω), τότε το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν εγείρει το θέμα έγκαιρα, ή συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται ότι τις δέχεται (π.χ. καταχωρεί απάντηση), είναι αρκετό για να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι εφόσον πρόκειται για απλή παρατυπία, αυτή μπορεί να παραγνωρισθεί. (Βλέπε Spyropoullos v. Transavia Holland N.V. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421). Ο λόγος που πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει η διαφοροποίηση στην περίπτωση αυτή είναι διότι εδώ δεν υπάρχει ρητή διαταγή, ούτε χρειάζεται ρητή διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρισε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η "εξουσιοδότηση" που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιο βαθμό. Έτσι δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 19.5.10 επέτρεψε στον αιτητή να τροποποιήσει την παρ. 1 της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε να διευκρινιστεί το θέμα των προσόντων του και να διαγραφεί η φράση «περιλαμβανομένης της ικανότητας του χεριού του». Επιτράπηκε επίσης η τροποποίηση της παρ 5 της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να αντικατασταθεί η ημερομηνία 10.3.10 με την ημερομηνία 10.3.
  1. Σύμφωνα με την απόφαση Williams & Glyn's Bank (ανωτέρω), ως και το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Squire v. Squire στην οποία γίνεται αναφορά (ως ανωτέρω), οι καθ' ων η αίτηση είχαν το δικαίωμα - το οποίο και τους έδωσε ρητά το Διάταγμα ημερ. 19.5.10 - να τροποποιήσουν την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση τους. Ωστόσο, αυτό το δικαίωμα τους, θα έπρεπε να περιοριστεί σε εκείνες τις τροποποιήσεις που συνεπάγοντο ή ήταν αναγκαίες και απαραίτητες, λόγω της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης που προηγήθηκε εκ μέρους του αιτητή. Όμως, οι καθ' ων η αίτηση δεν περιορίστηκαν στις αναγκαίες τροποποιήσεις του δικογράφου τους που θα έπρεπε να έχουν άμεση σχέση με τις τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαίτησης του αιτητή. Αντίθετα, πρόσθεσαν στην Έκθεση Υπεράσπισης τις παραγράφους 2, 3.1, 3.3 και 5.2, οι οποίες από μια απλή ανάγνωση τους, προκύπτει ότι δεν έχουν καμία σχέση με τις τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαίτησης. Ούτε και η αυθαίρετη απάλειψη της Ανταπαίτησης, από τον τίτλο και το σώμα του αρχικού δικογράφου των καθ' ων η αίτηση, έχει οποιαδήποτε σχέση με τις προηγηθείσες τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι επομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, οι τροποποιήσεις στις οποίες προέβηκαν οι καθ' ων η αίτηση στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ως και η απάλειψη της ανταπαίτησης τους, δεν θεωρούνται αναγκαίες ως αποτέλεσμα της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, ούτε και κρίνονται ότι είναι εντός των πλαισίων της εξυπακουόμενης δικαστικής εξουσιοδότησης που τους δόθηκε για να τροποποιήσουν το δικόγραφο τους, σε απάντηση και μόνο των νέων ισχυρισμών του αιτητή. Στη βάση της πιο πάνω κατάληξης είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι δεν τίθεται θέμα εκδίκασης προδικαστικού σημείου ως το αιτητικό (Α) της αίτησης, αφού το ορθό δικονομικό μέτρο που ο αιτητής όφειλε να λάβει, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, ήταν το αίτημα για διαγραφή των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης όπως και έπραξε. Επομένως, το αιτητικό παρ. Α θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει του ότι οι καθ' ων η αίτηση, πέραν των ανεπίτρεπτων τροποποιήσεων της Έκθεσης Υπεράσπισης όπως καθορίστηκαν πιο πάνω, προχώρησαν και σε απάλειψη της Ανταπαίτησης, τόσο από τον τίτλο όσο και από το σώμα του δικογράφου τους, κρίνω ότι θα πρέπει να διαγραφεί ολόκληρη η Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 25.6.
  2. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 4.3.10 θα αποτελεί το δικόγραφο των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται Διάταγμα Διαγραφής ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 25.6.10, ως το αιτητικό παρ. (Γ) της αίτησης. Τα αιτητικά παρ. Α και Β της αίτησης απορρίπτονται. Επιδικάζονται περαιτέρω, έξοδα προς όφελος του αιτητή και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση, τα οποία όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.