← Κύπρος

KELEANO INVESTMENTS LTD ν. CIPO INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 2963/2011, 12/6/2012

KELEANO INVESTMENTS LTD ν. CIPO INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 2963/2011, 12/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2963/2011 Μεταξύ KELEANO INVESTMENTS LTD, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση ν. CIPO INVESTMENTS LTD, εκ Λευκωσία Εναγομένης - Αιτήτριας 12 Ιουνίου,

  1. Αίτηση ημερομηνίας 30 Ιουνίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτήτρια, εναγόμενη: κ. Ν. Γεωργιάδης Για καθ' ου η αίτηση, ενάγουσα: κ. Α. Μαρκίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση αυτή ζητείται η έκδοση διατάγματος για αναστολή ή απόρριψη της παρούσας αγωγής. Η εναγόμενη, αιτήτρια, ισχυρίζεται ότι πριν από αυτή καταχωρίστηκε από την ίδια εναντίον της ενάγουσας, καθ' ης η αίτηση, μια άλλη αγωγή, η οποία αφορά στα ίδια ακριβώς θέματα όπως και η παρούσα. Ως εκ τούτου, εισηγείται ο συνήγορος της, η καταχώρηση μεταγενέστερα της αγωγής αυτής ουσιαστικά συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ας σημειωθεί ότι οι διάδικοι είναι και οι δύο εταιρείες περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών. Ενώ στην άλλη αγωγή εναγόμενοι είναι ακόμα δύο εταιρείες και ένα φυσικό πρόσωπο. Δεδομένου του λόγου, ανωτέρω, στον οποίο βασίζεται η αίτηση, σαφώς, δεν εμπίπτει η εξέταση της κάτω από τις πρόνοιες της Δ.27 κ.
  2. Η εξήγηση είναι ότι, αγωγή την οποία κάποιο πρόσωπο δικαιούται να εγείρει εναντίον κάποιου άλλου προσώπου, και η οποία αποκαλύπτει καλήν αιτία, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious). Και στην προκειμένη περίπτωση η αιτία και η απαίτηση είναι για την καταβολή του τιμήματος αναφορικά με μετοχές οι οποίες έχουν παραχωρηθεί στην εναγόμενη δυνάμει συμφωνίας. Όμως, η αίτηση μπορεί να εξεταστεί στη βάση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου. Την εξουσία αυτή έχει επικαλεστεί πρόσθετα, με την αίτηση της, η αιτήτρια. Ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της αγορεύοντας αναφέρθηκε σε νομολογία η οποία πραγματεύεται τη φύση και την εφαρμογή της όχι, όμως, σε περιστάσεις όπως αυτές που υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση. Πριν επιχειρηθεί η παράθεση τους είναι χρήσιμο να υπάρχει κατά νου η περιγραφή η οποία έχει δοθεί, σε μια υπόθεση από την αγγλική νομολογία, σε σχέση με τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Middlands

(1981)3 All E.R. 727, έχει παρατηρηθεί από το Λόρδο Diplοck, στη σελίδα 729, ότι πρόκειται για:- «inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Τα πιο πάνω αποσπάσματα έχει παρατεθεί επιδοκιμαστικά και στη μεταγενέστερη υπόθεση, του ίδιου του δικαστηρίου, Johnson v. Gore Wood & Co
(2001)1 All E.R. 481, στη σελίδα
  1. Τα γεγονότα αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα θα πρέπει να αναζητηθούν στην έκθεση απαιτήσεως της παρούσας αγωγής και στο παρόμοιο δικόγραφο της άλλης αγωγής που είναι η υπ' αριθμό 2047/2011, επίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το τελευταίο καταχωρίστηκε ως τεκμήριο στην αίτηση αυτή. Είναι για να μπορεί να γίνει αναφορά στα δύο αυτά δικόγραφα για σκοπούς σύγκρισης τους και διαπίστωσης των σχετικών με την παρούσα διαδικασία γεγονότων. Η εισήγηση εκ μέρους της αιτήτριας είναι ότι αποκαλύπτουν την ύπαρξη δύο διασταυρούμενων αγωγών (cross actions). Κατά συνέπεια, η δεύτερη χρονικά, δηλαδή η παρούσα θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της πρώτης. Όπως διαπιστώνεται από την έκθεση απαιτήσεως της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή η απαίτηση της είναι για την καταβολή προς αυτή από την εναγόμενη του τμήματος σε σχέση με την παραχώρηση στην τελευταία 1249 μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της. Ανέρχεται στο ποσό των $13.999.999 και φέρει τόκο από τις 13.9.2008, ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε, σύμφωνα με το σχετικό ισχυρισμό, να είχε καταβληθεί. Δευτερευόντως προβάλλονται και δύο άλλες απαιτήσεις. Είναι για αποζημίωση της ενάγουσας αναφορικά με φορολογίες οι οποίες τυχόν να της επιβληθούν σε σχέση με το οφειλόμενο τίμημα. Η αγωγή κινήθηκε λόγω της παράλειψης της εναγομένης να συμμορφωθεί με την ισχυριζόμενη υποχρέωση της για καταβολή του. Η αιτία, ανωτέρω, την οποία η ενάγουσα επικαλείται δεν είναι το αποτέλεσμα παραβίασης από την εναγόμενη συγκεκριμένου όρου σε κάποια γραπτή συμφωνία η οποία έχει προκύψει ως αποτέλεσμα κάποιας συγκεκριμένης συναλλαγής των μερών. Από την έκθεση απαιτήσεως διαπιστώνεται ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται πως η συμφωνία παραχώρησης των εν λόγω μετοχών είναι το αποτέλεσμα σειράς γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα με τη συμβολή και των δύο πλευρών, και τα οποία οδήγησαν τελικώς στη συναμολόγηση της. Η έναρξη των όσων φέρεται να είχαν συμβεί σχετικά τοποθετείται χρονικά στις 13.9.
  2. Στα γεγονότα δε αυτά περιλαμβάνεται η λήψη διαφόρων αποφάσεων σε επίπεδο εταιρείας από την άποψη της ενάγουσας και ο καταρτισμός και η υποβολή στο Έφορο Εταιρειών εγγραφών μεταβίβασης των εν λόγω μετοχών στην εναγόμενη. Από τη συμφωνία, η οποία κατ' ισχυρισμό συστάθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, φέρεται να προκύπτει η προαναφερθείσα υποχρέωση της εναγομένης για πληρωμή, όπως και η φερόμενη παράλειψη της για συμμόρφωση με αυτή. Η ενάγουσα, βέβαια, θα πρέπει να αποδείξει όλα τα ανωτέρω ώστε να αποδειχθεί η συνομολόγηση συμφωνίας υπό τις συνθήκες που επικαλείται στο δικόγραφο της, προκειμένου να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι αυτή δικαιούται σε πληρωμή. Και, συνακόλουθα, σε απόφαση υπέρ της και εναντίον της εναγομένης για το τίμημα. Η μαρτυρία που θα αναφέρεται στο ύψος του τιμήματος θα αποτελεί, μάλλον, το εύκολο μέρος της απόδειξης αφού δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι αμφισβητείται. Στην έκθεση απαιτήσεως στην άλλη αγωγή, την υπ. αριθμό 2047/2011, στην οποία η εδώ ενάγουσα είναι η εναγόμενη 1, παρατίθενται ως ουσιώδη γεγονότα ουσιαστικά ό,τι η ενάγουσα παραθέτει και στη δική της έκθεση απαιτήσεως. Όμως, σ' αυτά προστίθενται και κάποια άλλα γεγονότα τα οποία φέρεται να έχουν επισυμβεί προηγουμένως κατά το Μάιο του
  3. Αναφέρονται στον καταρτισμό κάποιων εγγράφων τα οποία φέρεται να είχαν επίσης σχέση με την υπόθεση αυτή. Η εναγόμενη ισχυρίζεται εκεί, ότι αυτά είχαν καταρτιστεί στα πλαίσια διαπραγματεύσεων τις οποίες τα εμπλεκόμενα μέρη διεξήγαγαν τότε με προοπτική συγκεκριμένη επένδυση την οποία αυτή επιθυμούσε να πραγματοποιήσει μέσω της ενάγουσας. Η παραχώρηση δε προς αυτή των προαναφερθέντων μετοχών θα γινόταν στο πλαίσιο αυτό. Όμως, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω, τελικώς, δεν επιτεύχθηκε η συμφωνία την οποία επικαλείται η ενάγουσα. Η δε εγγραφή επ' ονόματι της των μετοχών και όλες οι διαδικασίες οι οποίες είχαν γίνει σχετικά για δήθεν υλοποίηση της είναι άκυρες. Έγιναν κατά παράβαση των διαβεβαιώσεων της ενάγουσας ότι δε θα γινόταν η παραχώρηση αν δεν κατέληγαν πρώτα σε δεσμευτική συμφωνία. Ως αποτέλεσμα αξιώνει θεραπείες αναγνωριστικές των θέσεων της, ανωτέρω, καθώς επίσης θεραπείες για τη λήψη μέτρων ανατροπής των σχετικών πράξεων οι οποίες είχαν επισυμβεί. Τυχόν απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ως μη γενόμενη η συμφωνία την οποία η ενάγουσα επικαλείται, και επί τη βάσει της οποίας αξιώνει την καταβολή του τιμήματος, θα υπερκαλύπτει και τις επί μέρους θεραπείες τις οποίες η εναγόμενη αξιώνει στην αγωγή 2047/
  4. Τα πιο πάνω γεγονότα από την αντίστοιχη δικογραφία στις δύο αγωγές αναδεικνύουν ξεχωριστά στην κάθε περίπτωση, την ίδια όμως ουσιαστική διαφορά μεταξύ των μερών. Η οποία διαφορά είναι κατά πόσο συνομολογήθηκε ή όχι, τελικώς, δεσμευτική συμφωνία για παραχώρηση από την ενάγουσα στην εναγόμενη των εν λόγω μετοχών της πρώτης. Συνακόλουθα , αποκαλύπτουν επίσης την ύπαρξη δύο διασταυρούμενων αγωγών (cross actions) οι οποίες πραγματεύονται το ίδιο ουσιαστικά θέμα. Ήτοι αυτό που έχει αναφερθεί μόλις προηγουμένως. Πρόσθετα, δεδομένου του τι δικογραφείται στις εκθέσεις απαιτήσεως, η κάθε ενάγουσα έχει στην αντίστοιχη αγωγή της το ίδιο βάρος απόδειξης που έχει και η άλλη. Μόνο που η απόδειξη που θα επιχειρηθεί στη κάθε μια θα στρέφεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στην αγωγή η οποία θα εκδικαστεί πρώτη, αν η ενάγουσα σε αυτή καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της προς ικανοποίηση του δικαστηρίου, θα αποδείξει επίσης ότι η αντίθετη τοποθέτηση της εναγομένης στην ίδια αγωγή θα πρέπει να αποτύχει. Αν η αγωγή αυτή είναι η παρούσα τότε θα αποτύχει η υπεράσπιση της εδώ εναγομένης, ότι δεν έχει συνομολογηθεί τέτοια συμφωνία την οποία επικαλείται η ενάγουσα. Ενώ αν η υπεράσπιση της αυτή γίνει αποδεκτή, ασφαλώς, δεν θα επιτύχει η αγωγή. Ας σημειωθεί συναφώς ότι στην περίπτωση της παρούσας αγωγής, στην οποία η ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη συμφωνίας, δεν απαιτείται από την εναγόμενη να συνοδεύσει την υπεράσπιση της και με ανταπαίτηση. Τυχόν αξίωση της εναγομένης για αναγνωριστική απόφαση ότι δεν συνήφθηκε τέτοια συμφωνία η ανταπαίτηση αυτή θα είναι περιττή. Την εικόνα των σχετικών γεγονότων συμπληρώνουν και τα ακόλουθα. Είναι κοινώς παραδεκτά, συνέβησαν πριν από την καταχώρηση οποιασδήποτε από τις δύο αγωγές, και επίσης προκύπτουν από τα δικόγραφα. Συγκεκριμένα, στις 16.10.2008 η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα επιστολή με την οποία την πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν επιθυμούσε να προχωρήσει με τη συγκεκριμένη πράξη. Η ενάγουσα απάντησε με επιστολή της 18.12.
  5. Υπενθύμιζε την εναγόμενη για την παραχώρηση των μετοχών μέσω της διαδικασίας που είχε ακολουθηθεί καθώς επίσης για την παράλειψη της να πληρώσει τοις μετρητοίς το συμφωνηθέν τίμημα για τις 999 μετοχές τις οποίες της είχε παραχωρήσει απευθείας η ίδια. Οι υπόλοιπες 250, που είναι επίσης αντικείμενο της παρούσας αγωγής, της είχαν παραχωρηθεί μέσω μιας άλλης εταιρείας, και ο ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι η εναγόμενη ανέλαβε να της καταβάλει οποιοδήποτε συμφωνηθέν τίμημα. Πέρασαν δύο και πλέον χρόνια χωρίς να συμβεί οτιδήποτε άλλο μεταξύ των μερών. Και τότε στις 16.2.2011 η ενάγουσα με επιστολή της ζήτησε από την εναγόμενη να της καταβάλει το τίμημα το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Στις 22.3.2011 η εναγόμενη απάντησε με δική της επιστολή ζητώντας την ακύρωση των μεταβιβάσεων. Ενώ την επομένη 23.3.2011 καταχώρησε εναντίον της ενάγουσας και τριών άλλων την προαναφερθείσα αγωγή 2047/
  6. Η ενάγουσα η οποία εμφανίζεται ως εναγόμενη 1 στην εν λόγω αγωγή καταχώρησε στις 30.3.2011 σημείωμα εμφανίσεως μέσω δικηγόρου. Ο ίδιος δικηγόρος καταχώρησε εκ μέρους της στις 20.4.2011 και την παρούσα αγωγή. Η ύπαρξη συγχρόνως δύο διασταυρούμενων αγωγών (cross actions) αποτελεί, χωρίς να παρίσταται ανάγκη για περαιτέρω συζήτηση του θέματος, αυταπόδεικτη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αν επιτραπεί η προώθηση και των δύο αγωγών σε δίκη. Άλλη περίπτωση όπου έχει παρατηρηθεί τέτοια κατάχρηση είναι όταν ένας διάδικος προωθεί συγχρόνως δύο δικαστικές διαδικασίες οι οποίες πραγματεύονται ουσιαστικά το ίδιο θέμα. Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν δύο παράλληλες διαδικασίες. Η περαιτέρω προώθηση τους συνιστά, επίσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και οι δύο πιο πάνω περιπτώσεις ελέγχονται με βάση τη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Όμως, σαφώς, δεν είναι οι ίδιες. Κατά συνέπεια και η αντιμετώπιση τους από το δικαστήριο είναι διαφορετική. Στη δεύτερη περίπτωση, ανωτέρω, αφού διαπιστωθεί η ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών η μία εκ των δύο δεν έχει λόγο να συνεχίσει. Η πλέον πρόσφορη λύση στην περίπτωση αυτή είναι η διακοπή της μίας εκ των δύο. Βέβαια, ο διάδικος ο οποίος τις έχει εγείρει έχει δικαίωμα, πριν το δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη τους, να επιλέξει ο ίδιος ποια διαδικασία θα προωθήσει. Τέτοια περίπτωση αφορούσε η υπόθεση Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911. Στην περίπτωση, όμως, των διασταυρούμενων αγωγών κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να καταχωρήσει τη δική του αγωγή έστω και αν γνωρίζει για την ύπαρξη της άλλης, διαφορετικά θα στερείτο του δικαιώματος του να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Όμως, με δεδομένη την ύπαρξη και της άλλης αγωγής θα διακινδυνεύει η αγωγή του να ανασταλεί και να δοθεί δικαίωμα στην άλλη να προχωρήσει. Σε τέτοια περίπτωση θα του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει ανταπαίτηση στην άλλη αγωγή. Ενώ μια άλλη λύση μπορεί να είναι και η συνένωση των δύο αγωγών. Η νομολογία έχει καθιερώσει κάποια κριτήρια για καθοδήγηση στη σπάνια περίπτωση που συμβεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη διασταυρούμενων αγωγών. Στη βάση αυτών εξετάζεται το ενδεχόμενο για αναστολή μίας εκ των δύο. Συνοψίζονται από τον Νικολάου Δ. στην υπόθεση Λύτρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1401, στη σελίδα 1408, ως εξής: «Το ποια από δύο διασταυρούμενες αγωγές πρέπει να ανασταλεί, εξαρτάται από τις περιστάσεις. Γενικός και άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το ποιος από τους δύο διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκεί όπου αυτό βρίσκεται στη μια πλευρά η κυρίως στη μια πλευρά. Εκείνος που το φέρει πρέπει να αρχίζει πρώτος και γι' αυτό ορθό είναι να παραμένει η αγωγή στην οποία εκείνος είναι ενάγων. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το κατά πόσο προκύπτει από μια αγωγή συγκεκριμένο ωφέλημα για τον ενάγοντα το οποίο δεν θα ήταν ορθό να του στερηθεί. Αν συντρέχει μόνο ο ένας από αυτούς τους παράγοντες, τότε υπερισχύει έναντι οποιωνδήποτε άλλων. Αν συνυπάρχουν, τότε το δικαστήριο τους σταθμίζει για να επιλέξει μεταξύ τους. Στην απουσία και των δύο αποκτά σημασία η χρονολογική σειρά στην καταχώριση των αγωγών. Αυτοί οι τρεις παράγοντες δεν εξαντλούν τις δυνατότητες. Δεν αποκλείονται και άλλοι - ήσσονος όμως σημασίας συγκριτικά με τους πρώτους δύο οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να εκτοπίσουν την χρονολογική σειρά.» Τα κριτήρια τα οποία αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα σε σχέση με την άσκηση από το δικαστήριο της συγκεκριμένης εξουσίας προέρχονται, προφανώς, από την εξέταση της σχετικής επί τους θέματος αγγλικής νομολογίας η οποία επίσης αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση. Μία εκ των υποθέσεων που κατονομάζονται εκεί είναι και η Thomson v. S.E. Ry Co,
(1882)9 Q.B.D.
  1. Στην υπόθεση εκείνη είχαν επίσης αναφερθεί από το δικαστή Brett, L.J., στη σελίδα 327, και τα εξής: «I think that the judge must exercise his discretion as to what is the fairest mode, upon taking all matters into consideration, of trying the several disputes which exist between the parties: if there is nothing to guide him, but who was the first to issue out the writ, I should say that it would be a wise and proper mode of exercising the discretion to give that party the advantage which he has got by his diligence." Στην προκειμένη περίπτωση μετά από μια σχετικά μακρά περίοδο αδράνειας η ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 16.2.2011 απαίτησε από την εναγόμενη να της καταβάλει εντός 30 ημερών το τίμημα για την παραχώρηση προς αυτή των μετοχών. Οι προθέσεις της ενάγουσας εν προκειμένω δε θα μπορούσε να ήσαν πιο σαφείς. Και η εναγόμενη το αντελήφθη αυτό. Όμως, προφανώς και η ίδια εννοούσε αυτά για τα οποία είχε πληροφορήσει την ενάγουσα παλαιότερα με την επιστολή της 16.0.
  2. Ότι δεν επιθυμούσε να προχωρήσει με τη συναλλαγή και θεωρούσε πως ουδεμία συμφωνία είχε συνομολογηθεί μεταξύ τους. Γι' αυτό και έλαβε δικαστικά μέτρα επιδιώκοντας αναγνώριση της πιο πάνω θέσης της ώστε η διαφορά αυτή να κριθεί τελεσίδικα, ανεξάρτητα αν θα προχωρούσε ή όχι η ενάγουσα με τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της. Όμως, ταυτόχρονα, υπενθυμίζεται ότι η απαίτηση την οποία η ενάγουσα είχε υποβάλει και στις 18.12.2008 προς την εναγόμενη για το τίμημα είχε μείνει ως εκεί. Χωρίς η τελευταία να λάβει τότε οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγόμενης. Βέβαια, ας σημειωθεί ότι με την παρατήρηση αυτή δεν προκρίνεται οτιδήποτε που αφορά στην διαφορά μεταξύ των δύο μερών. Παρά μόνο επισημαίνεται ότι η έγερση από την εναγόμενη της αγωγής 2047/2011 ήταν πλήρως δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Ειδικά το γεγονός ότι δεν περίμενε την ενάγουσα να λάβει αυτή νομικά μέτρα, τα οποία τελικώς έλαβε με την παρούσα αγωγή. Και τα οποία ωστόσο θα μπορούσε να είχε προβάλει, όπως και την απαίτηση της για το τίμημα, ως ανταπαίτηση στην προαναφερθείσα αγωγή 2047/2011 της εναγομένης. Ο αγώνας κάθε διάδικου για να αποδείξει την ανυπαρξία ή ύπαρξη, αναλόγως, συμφωνίας θα είναι επί του ιδίου εδάφους γεγονότων. Και το βάρος απόδειξης θα είναι, επίσης, το ίδιο μόνο που η προσπάθεια της κάθε πλευράς θα στοχεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση από ό,τι της άλλης. Το ό,τι η ενάγουσα θα αξιώνει πρόσθετα, ανταπαιτητικά, την καταβολή του τιμήματος αυτό είναι το ελάχιστο στην όλη διαφορά. Ειδικά, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν φαίνεται να υπάρχει αμφισβήτηση όσον αφορά το ύψος του ποσού στο οποίο η απαίτηση αυτή αφορά. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος ο οποίος να προσδίδει στην ενάγουσα οποιοδήποτε πλεονέκτημα ώστε να δικαιολογείται, όπως στην περίπτωση Λύρα ν. Πετρολίνα Λτδ, ανωτέρω, η εκδίκαση της παρούσας αγωγής με δικαίωμα στην εναγόμενη να προβάλει την υπεράσπιση της σε αυτή. Στη βάση λοιπόν της συζήτησης η οποία έχει προηγηθεί καταλήγω ότι η υπόθεση η οποία θα πρέπει, υπό τις περιστάσεις, να επιτραπεί να προχωρήσει σε εκδίκαση είναι η αγωγή της εναγομένης υπ. αριθμό 2047/
  3. Ενώ η ενάγουσα θα έχει τη δυνατότητα να καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση σε αυτή προς διεκδίκηση, όπως φαίνεται να είναι η πρόθεση της, του τιμήματος. Όσο για την παρούσα αγωγή αυτή θα πρέπει να ανασταλεί, εξουσία η οποία υπάρχει στο δικαστήριο όπως προκύπτει από την υπόθεση Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ, ανωτέρω. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας αγωγής. Να τεθεί ξανά ενώπιον του δικαστηρίου με την περάτωση της αγωγής 2047/2011 ώστε να δοθούν οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της εκτός αν κριθεί αναγκαίο να γίνει αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο πιο νωρίς. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας, εναγομένης, και εναντίον της καθ' ης η αίτηση, ενάγουσας. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.