← Κύπρος

Κώστα Χριστοδουλίδη ν. Αθλητικό Σωματείο ΑΛΚΗ Λάρνακος, Αρ. Αγωγης:5573/06, 14/9/2012

Κώστα Χριστοδουλίδη ν. Αθλητικό Σωματείο ΑΛΚΗ Λάρνακος, Αρ. Αγωγης:5573/06, 14/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγης:5573/06 Μεταξύ: Κώστα Χριστοδουλίδη Ενάγοντας και Αθλητικό Σωματείο ΑΛΚΗ Λάρνακος δια μέσω του Γραμματέα αυτού Μωυσή Μωυσέως ως εκπροσώπων τα μέλη αυτού Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντας: κ. Δ. Μιχαηλίδης Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Ορφανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε στις 4.9.06 είναι επαγγελματίας αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος ποδοσφαιριστών και/ή ασχολείται με την εξεύρεση ποδοσφαιριστών σε σωματεία και/ή ασχολείται με παρεμφερείς εργασίες και/ή υπηρεσίας. Οι Εναγόμενοι, το Αθλητικό Σωματείο ΑΛΚΗ, είναι σωματείο δεόντως εγγεγραμμένο στο μητρώο λεσχών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας σύμφωνα με τον περί Λεσχών Νόμο με πιστοποιητικό εγγραφής με αρ. 24721 ημερ. 4.5.

  1. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι του οφείλουν το ποσό των €5.318,88 (αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ3.113) δυνάμει γραπτών συμφωνιών που υπέγραψαν τον Αύγουστο του
  2. Είναι συγκεκριμένη η θέση του, ότι μεταξύ του και των Εναγομένων υπογράφηκαν δύο γραπτές συμφωνίες στις 27.8.04 και 8.8.04 σύμφωνα με τις οποίες οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να καταβάλουν στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €8.000 ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του και τη συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης των αλλοδαπών ποδοσφαιριστών Klement Bingo και Bartlomiej Jamroz αντίστοιχα. Έναντι του πιο πάνω ποσού οι Εναγόμενοι του κατέβαλαν μόνο το ποσό των €2.562,90 και παραμένει υπόλοιπο ποσό €5.318,88 το οποίο διεκδικεί με την αγωγή του. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει κατά τόπον αρμοδιότητα να επιλύσει την παρούσα αγωγή, αρνούνται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι είναι επαγγελματίας αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος ποδοσφαιριστών και/ή ότι ασχολείται με την εξεύρεση ποδοσφαιριστών σε σωματεία και/ή ότι ασχολείται με παρεμφερείς εργασίες και/ή υπηρεσίες, είναι η θέση τους ότι ο Ενάγοντας κατά την υπογραφή των συμφωνιών με ημερομηνίες 5.8.04 και 27.8.04 παρέστησε ψευδώς σε αυτούς ότι ήταν αδειούχος πράκτορας και/ή αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών και είναι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων που οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τις συμφωνίες. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η αντιπροσώπευση ποδοσφαιριστών αποτελεί επάγγελμα το οποίο ασκούν πρόσωπα που κατέχουν προς τούτο άδεια την οποία εξασφαλίζουν μετά από συμμετοχή σε εξετάσεις σύμφωνα με διεθνείς κανονισμούς και ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών και για τον λόγο αυτό οι συμφωνίες που υπέγραψαν είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή παράνομες γι' αυτό και ζητούν την απόρριψη της αγωγής και ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τις συμφωνίες, απόφαση για επιστροφή του ποσού των €2.562,90 το οποίο του έχουν καταβάλει με νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Ενάγοντας με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρησε αρνείται όλες τις θέσεις των Εναγομένων που προβάλλονται στην Υπεράσπιση, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέστησε στους Εναγομένους ότι ήταν αδειούχος πράκτορας και/ή επαγγελματίας αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών, αντίθετα οι υπηρεσίες που πρόσφερε είχαν συμφωνηθεί με τους Εναγόμενους και ουσιαστικά παρασχέθηκαν λόγω της δικής τους παράκλησης. Αρνείται ότι προέβη σε οποιασδήποτε ψευδείς παραστάσεις και ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Κατά την ακρόαση της αγωγής δόθηκε προφορική μαρτυρία από τον Ενάγοντα ο οποίος και κατέθεσε αριθμό Τεκμηρίων. Εκ μέρους των Εναγομένων έδωσε προφορική μαρτυρία ο κ. Χαράλαμπος Χρίστου ο οποίος τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Πρόεδρος του Αθλητικού Σωματείου ΑΛΚΗ. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου από τους δύο συνηγόρους οι Κανονισμοί που διέπουν το επάγγελμα των αντιπροσώπων των ποδοσφαιριστών της ΚΟΠ και άλλων Εθνικών Ομοσπονδιών οι οποίοι ίσχυαν την επίδικη χρονική περίοδο. Ήταν η θέση του Ενάγοντα στο Δικαστήριο όταν έδιδε την προφορική του μαρτυρία ότι υπέγραψε με τους Εναγόμενους δύο συμφωνίες μία στις 5.8.04 και μια στις 27.8.04, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και 3 οι οποίες αφορούσαν την αμοιβή του για τις υπηρεσίες που προσέφερε και τη συμμετοχή του στην εργοδότηση των ποδοσφαιριστών Klement Bingo και Bartlomiej Jamroz για το ποσό των €4.000 για κάθε συμφωνία. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση δεν παρέστησε τον εαυτό του ως επαγγελματία αντιπρόσωπο και/ή αδειούχο πράκτορα για τους εν λόγω ποδοσφαιριστές, ανέφερε ότι την επίδικη περίοδο δηλαδή το 2004 δεν ήταν εγκεκριμένος αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών αλλά ότι τη σχετική άδεια την απέκτησε πολύ αργότερα το 2008 και ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν καλά ότι ο ίδιος δεν ήταν επαγγελματίας αντιπρόσωπος είτε για τους εν λόγω ποδοσφαιριστές είτε για οποιοδήποτε άλλο ποδοσφαιριστή τη δεδομένη περίοδο από προηγούμενη συνεργασία τους. Ήταν η θέση του ότι οι υπηρεσίες που ο ίδιος προσέφερε σε σχέση με την εργοδότηση των δύο ποδοσφαιριστών αφορούσαν παρεμφερείς υπηρεσίες για τις οποίες είχε συμφωνήσει γραπτώς την αμοιβή του με τους Εναγομένους οι οποίοι και την αποδέχτηκαν και μάλιστα του έχουν καταβάλει και το ποσό των €2.562,90 έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής του. Ήταν η θέση του ότι και οι δύο αναφερόμενοι ποδοσφαιριστές αντιπροσωπεύονταν ο καθένας από τον δικό του αδειούχο αντιπρόσωπο και ότι οι αντιπρόσωποι αυτοί είχαν λάβει μέρος στον καταρτισμό των συμβολαίων τους με τους Εναγόμενους με τα σωματεία αφού και οι δύο αυτοί ποδοσφαιριστές μετά από σχετικές συμφωνίες είχαν ενταχθεί στην ομάδα της ΑΛΚΗΣ και αγωνίστηκαν με τη φανέλα της. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι οι δικές του υπηρεσίες αφορούσαν την επαφή των Εναγομένων με τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των ποδοσφαιριστών, διευκρινίζοντας ότι ήταν ο ίδιος που είχε προτείνει και τους δύο ποδοσφαιριστές στους Εναγομένους και μετά από σχετικές οδηγίες των Εναγομένων επικοινώνησε με τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και των δύο ποδοσφαιριστών στο εξωτερικό, μερίμνησε να έρθουν και οι δύο ποδοσφαιριστές στην Κύπρο για μια δοκιμαστική περίοδο, ήταν ο ίδιος που τους παρέλαβε από το αεροδρόμιο και τους διακινούσε από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο και στο χώρο προπονήσεων και επίσης μεσολάβησε να σταλούν τα συμβόλαια των δύο ποδοσφαιριστών στους αδειούχους αντιπροσώπους τους για να υπογραφούν όπως και τελικά υπογράφηκαν. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι οι Εναγόμενοι και ιδιαίτερα ο κ. Χ. Χρίστου που ήταν ο Πρόεδρος των Εναγομένων τη δεδομένη περίοδο γνώριζαν την ιδιότητα του όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν κατείχε άδεια αντιπροσώπου ποδοσφαιριστών την επίδικη χρονική περίοδο. Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε και προηγούμενη παρόμοιας φύσης συνεργασία του με τους Εναγόμενους δηλαδή για εξεύρεση άλλων δύο ποδοσφαιριστών όπου και πάλιν υπογράφησαν τελικά τα συμβόλαια μεταξύ των ποδοσφαιριστών και των Εναγομένων και οι Εναγόμενοι του πλήρωσαν όλο το ποσό που είχαν συμφωνήσει για τις παρεμφερείς υπηρεσίες του χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς να ισχυριστούν οτιδήποτε από αυτά που ισχυρίζονται τώρα. Κατά την αντεξέταση του επέμενε σταθερά ότι σε καμία περίπτωση δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση προς τους Εναγόμενους και ότι σίγουρα δεν παρέστησε τον εαυτό του σαν επαγγελματία αντιπρόσωπο ποδοσφαιριστών. Ήταν η θέση του ότι η αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ του και των Εναγομένων σε καμία περίπτωση δεν είναι του ύψους της αμοιβής ενός επαγγελματία αντιπροσώπου ποδοσφαιριστών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής προβλήθηκε από τους Εναγόμενους ο ισχυρισμός περί παρανομίας και/ή ακυρότητας των συμφωνιών για οποιοδήποτε από τους λόγους που προβάλλονται τώρα, αντίθετα ανέφερε ότι οι μόνες δικαιολογίες που του δόθηκαν από τους Εναγόμενους ήταν ότι δεν είχαν χρήματα και τον παρέπεμπαν σε βάθος χρόνου για την πληρωμή του. Όταν πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς οι Εναγόμενοι να ανταποκριθούν παρά τις παρατάσεις χρόνου που δόθηκαν τελικά καταχώρησε την αγωγή. Επανέλαβε ότι και οι δύο αναφερόμενοι ποδοσφαιριστές αντιπροσωπεύονταν από επαγγελματία αντιπρόσωπο ο οποίος και συμμετείχε στον καταρτισμό των συμβολαίων μεταξύ τους και των Εναγομένων και ότι οι υπηρεσίες τις οποίες ο ίδιος προσέφερε ήταν παρεμφερείς υπηρεσίες. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο συμβολαίου ημερ. 5.8.04 μεταξύ του Bartiomiej Jamroz και των Εναγομένων στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά στον εξουσιοδοτημένο από την FIFA αντιπρόσωπο του ποδοσφαιριστή κ. Ryszard Szuster για να ενισχύσει τη θέση του ότι ο ίδιος δεν ήταν ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του ποδοσφαιριστή και ότι οι Εναγόμενοι καλά εγνώριζαν το γεγονός αυτό. Ήταν επίσης η θέση του ότι την επίδικη χρονική περίοδο δηλαδή το 2004 στην Κύπρο δεν μπορούσε κανένα πρόσωπο να αποκτήσει άδεια επαγγελματία αντιπροσώπου. Αρνήθηκε έντονα όλες τις υποβολές περί ψευδών παραστάσεων, απόκρυψης στοιχείων και παραπλάνησης του σωματείου όπως και τη θέση ότι όλα τα καθήκοντα που ισχυρίζεται ότι διεκπεραίωσε και οι υπηρεσίες οι οποίες προσέφερε ήταν ουσιαστικά υπηρεσίες επίσημου αντιπροσώπου ποδοσφαιριστή. Ο ΜΥ1 Χαράλαμπος Χρίστου όπως έχει ήδη αναφερθεί την επίδικη χρονική περίοδο ήταν ο πρόεδρος των Εναγομένων και υπό την πιο πάνω ιδιότητα του έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ήταν η θέση του ότι τόσο η επίδικη διαφορά όσο και όλα τα γεγονότα που την αφορούν έλαβαν χώρα στην Λάρνακα. Σύμφωνα με τα όσα έχει ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει κατά την καλοκαιρινή μεταγραφική περίοδο του 2004 τον προσέγγισε ο Ενάγοντας και του ανάφερε ότι ήταν επαγγελματίας αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών, ότι ασχολείτο με την εξεύρεση και πρόταση ποδοσφαιριστών σε σωματεία και του πρότεινε τους ποδοσφαιριστές Klement Bingo και Bartlomiej Jamroz και αφού ο προπονητής της ΑΛΚΗΣ έδειξε ενδιαφέρον για τους εν λόγω ποδοσφαιριστές ο ίδιος προχώρησε σε διαπραγματεύσεις με τον Ενάγοντα ως αντιπρόσωπο των ποδοσφαιριστών οι οποίες κατέληξαν στις συμφωνίες ημερ. 5.8.04 και 27.8.04 και η αμοιβή του Ενάγοντα συμφωνήθηκε με βάση τις παραστάσεις του ως εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου των ποδοσφαιριστών. Η αμοιβή του Ενάγοντα και για τα δύο συμβόλαια συμφωνήθηκε στο ποσό των €8.000 και ο Ενάγοντας πληρώθηκε έναντι της αμοιβής του το ποσό των€2.562,
  3. Ήταν η θέση του ότι όταν σε μεταγενέστερο στάδιο έλαβε πληροφόρηση ότι ο Ενάγοντας δεν κατείχε σχετική άδεια, προέβηκε σε διερεύνηση όπου και διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν αδειούχος αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών για να μπορεί να διαπραγματεύεται και να προτείνει ποδοσφαιριστές σε ομάδες. Η αντιπροσώπευση ποδοσφαιριστών αποτελεί επάγγελμα το οποίο ασκούν πρόσωπα που κατέχουν σχετική άδεια η οποία εξασφαλίζεται μετά από διεξαγωγή εξετάσεων σύμφωνα με σχετικούς κανονισμούς της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA). Ο επαγγελματίας αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να προτείνει ποδοσφαιριστές σε ομάδες, να τους αντιπροσωπεύει κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, να ετοιμάζει τις συμφωνίες και όταν πρόκειται για ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται σε ξένη Ομοσπονδία να μεριμνεί για να εκδοθεί διεθνές πιστοποιητικό (μπλε κάρτα) του ποδοσφαιριστή από την οικεία Ομοσπονδία στην προτεινόμενη Ομοσπονδία. Ήταν η έντονη θέση του ότι ο Ενάγοντας ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος για τους δύο αυτούς ποδοσφαιριστές, παρέστησε τον εαυτό του ως τέτοιο γι' αυτό και ο ίδιος προχώρησε και υπόγραψε εκ μέρους των Εναγομένων μαζί με τον Ενάγοντα τις συμφωνίες ημερ. 5.8.04 και 27.8.
  4. Ανέφερε επίσης ότι όταν συνειδητοποίησε μετά από έρευνα ότι ο Ενάγοντας δεν είχε τέτοια άδεια αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό πέραν εκείνου που του είχε ήδη καταβληθεί και του ζήτησε μάλιστα να επιστρέψει και το ποσό που του είχε δοθεί έναντι της αμοιβής του. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι γνώριζε τον Ενάγοντα προσωπικά πριν από την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών αναφέροντας μόνο ότι τον γνώριζε εξ όψεως και ότι ήξερε ότι είχε κατάστημα με αθλητικά είδη. Του υπεβλήθη ότι ήταν πολύ εύκολο για τον ίδιο ως Πρόεδρο των Εναγομένων να έχει πρόσβαση στις διάφορες Ομοσπονδίες και συνδέσμους ΚΟΠ και FIFA και να διερευνήσει έτσι και να γνωρίζει την ιδιότητα του Ενάγοντα πριν να υπογράψει μαζί του οποιαδήποτε συμφωνία, θέση την οποία αρνήθηκε και αναφέροντας ότι τη δεδομένη περίοδο ήταν πάρα πολύ δύσκολο να υπάρχει γνώση της ιδιότητας των προσώπων που παρουσιάζονταν ως αντιπρόσωποι ποδοσφαιριστών χωρίς στην πραγματικότητα να είναι και μάλιστα έγιναν διάφορες παραστάσεις από τις αθλητικές ομάδες προς την ΚΟΠ για να θεσμοθετηθεί το θέμα αυτό. Ήταν η θέση του ότι η αδυναμία του Ενάγοντα να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και συνεπώς οι ψευδείς παραστάσεις τις οποίες έκανε διαφάνηκαν μετά που υπεγράφησαν οι δύο συμφωνίες όταν ο Ενάγοντας ο οποίος παρουσιάστηκε σαν ο επαγγελματίας αντιπρόσωπος των ποδοσφαιριστών αδυνατούσε να εξασφαλίσει τη μπλε κάρτα των ποδοσφαιριστών. Τότε ήταν ήδη αργά για οποιοδήποτε διάβημα γιατί είχαν ήδη υπογραφεί τα συμβόλαια των ποδοσφαιριστών και είχαν ενταχθεί στην ομάδα. Του υπεδείχθησαν τα Τεκμήρια 2 και 3 τα οποία αναγνώρισε ότι υπέγραψε ο ίδιος με τον Ενάγοντα και ερωτώμενος κατά πόσο αναφέρεται σε αυτά ότι ο Ενάγοντας ενεργεί ως επαγγελματίας αντιπρόσωπος των ποδοσφαιριστών ήταν η θέση του ότι τα όσα περιγράφονται ως υπηρεσίες του Ενάγοντα είναι στην ουσία οι υπηρεσίες οι οποίες προσφέρουν οι επαγγελματίες αντιπρόσωποι ποδοσφαιριστών. Επανέλαβε τη θέση του ότι ουσιαστικά δεν είχε άλλη επιλογή από του να υπογράψει τα επίδικα συμβόλαια με τον Ενάγοντα τη δεδομένη χρονική στιγμή καθότι οι διεργασίες και οι διαπραγματεύσεις με τους ποδοσφαιριστές είχαν ολοκληρωθεί και είχαν ήδη ενταχθεί στην ομάδα και επέμενε ότι είναι μετά από την αδυναμία του Ενάγοντα να παρουσιάσει τη μπλε κάρτα των ποδοσφαιριστών που άρχισαν οι αμφιβολίες για τον Ενάγοντα και προχώρησε η διερεύνηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερο όμως στάδιο αφού η πρώτη μέριμνα των Εναγομένων τότε ήταν να υπογραφούν οι συμφωνίες με τους ποδοσφαιριστές για να μπορούν να ενταχθούν κανονικά στην ομάδα των Εναγομένων αφού η μεταγραφική περίοδος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Ανέφερε επίσης ότι σε ότι αφορά τους Εναγομένους το θέμα της αμοιβής του Ενάγοντα και η εξακρίβωση της ιδιότητας του δεν ήταν τότε επείγον εξ' ου και του είχαν πληρώσει ένα ποσό έναντι της αμοιβής του. Μόλις όμως διαφάνηκε το πρόβλημα δηλαδή η αδυναμία του Ενάγοντα να παρουσιάσει την μπλε κάρτα για τους δύο ποδοσφαιριστές τότε οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να του πληρώσουν οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό και όταν μετά από έρευνα διαφάνηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη άδεια τότε όχι μόνο αρνήθηκαν να του καταβάλουν το υπόλοιπο της αμοιβής αλλά και του ζήτησαν να επιστρέψει το ποσό που είχε ήδη καταβληθεί σε αυτόν. Διαφώνησε επίσης με την υποβολή ότι στον Ενάγοντα δεν είχε αναφερθεί ο ισχυρισμός για παραπλάνηση των Εναγομένων και ψευδείς παραστάσεις και ότι απλώς του ανέφεραν ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν μπορούσαν να τον πληρώσουν και ζητούσαν πίστωση χρόνου. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν από τον Ενάγοντα να επιστρέψει το ποσό που είχε ήδη πληρωθεί. Αυτή είναι η προφορική μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Όπως έχω ήδη αναφέρει πέραν των διαφόρων Τεκμηρίων που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση από τους μάρτυρες, κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο οι κανονισμοί που ρυθμίζουν το επάγγελμα των αντιπροσώπων των ποδοσφαιριστών που επιμελούνται τις μεταγραφές εντός των σωματείων της ΚΟΠ ή της ΚΟΠ και σωματείων άλλων εθνικών ομοσπονδιών. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εν γένει την όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  5. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
  1. Με βάση τις πιο πάνω αρχές έρχομαι τώρα να αξιολογήσω τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν προφορικά στο Δικαστήριο. Η γνώμη μου για τον Ενάγοντα είναι θετική. Στήριξε όλες του τις θέσεις με αναφορά σε τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο όπως επίσης και σε γεγονότα και/ή στην παρουσία προσώπων τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά αντίθετα ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν από τον μοναδικό άλλο μάρτυρα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δηλαδή το ΜΥ
  2. Η βασική του θέση παρέμεινε αμετάβλητη σταθερά παρά την επίμονη αντεξέταση του και ήταν ότι ο ίδιος ουδέποτε παρέστησε τον εαυτό του ως επαγγελματία αντιπρόσωπο ποδοσφαιριστών, αλλά προσέφερε παρεμφερείς εργασίες και/ή διευκολύνσεις για την εργοδότηση των δύο ξένων ποδοσφαιριστών στο σωματείο των Εναγομένων και ότι η αμοιβή του η οποία συμφωνήθηκε αφορούσε αυτές τις παρεμφερείς εργασίες. Η θέση του ότι για να υπογραφούν τα συμβόλαια μεταξύ των δύο ποδοσφαιριστών και των Εναγομένων μεσολάβησαν οι επαγγελματίες αντιπρόσωποι που αντιπροσώπευαν και τους δύο ποδοσφαιριστές σύμφωνα με τους κανονισμούς που ίσχυαν, και οι οποίοι βρισκόταν στο εξωτερικό φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού σχετική μνεία γίνεται στο συμβόλαιο που υπεγράφη μεταξύ των Εναγομένων και του ποδοσφαιριστή Jamroz, Τεκμήριο 5 και η θέση ότι παρόμοιου τύπου ήταν και το συμβόλαιο που υπεγράφη με τον άλλο ποδοσφαιριστή. Η θέση του ότι γνώριζε τον ΜΥ1 πριν από την επίδικη συνεργασία και πάλι φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα παρά την προσπάθεια του ΜΥ1 να την διαψεύσει. Είναι συνεπώς λογικό το συμπέρασμα ότι ο ΜΥ1 γνώριζε από το 1998 την ιδιότητα του Ενάγοντα αφού ο τρόπος συνεργασίας του με τους Εναγόμενους για την εργοδότηση άλλων δύο ποδοσφαιριστών στο σωματείο είχε γίνει με τον ίδιο τρόπο και υπήρξε και θετική κατάληξη. Επίσης η εξήγηση και οι λεπτομέρειες που έχει δώσει στο Δικαστήριο σχετικά με τις υπηρεσίες που προσέφερε στους Εναγόμενους δηλαδή πρόταση των ποδοσφαιριστών, μεσολάβηση να έρθουν στην Κύπρο, διακίνηση των ποδοσφαιριστών στην Κύπρο για την περίοδο δοκιμασίας αλλά και επαφή με τον αντιπρόσωπο του ποδοσφαιριστή στο εξωτερικό δεν αμφισβητήθηκαν αλλά επιβεβαιώθηκαν και από τον ΜΥ
  3. Σε αντίθεση με τον Ενάγοντα, η εντύπωση μου για τον ΜΥ1 δεν είναι θετική. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να στηρίξει την υπεράσπιση των Εναγομένων και γύρω από αυτή του την προσπάθεια ήταν ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Επέμενε ότι ο Ενάγοντας παρέστησε τον εαυτό του ως αντιπρόσωπο των ποδοσφαιριστών και ότι γι' αυτό το λόγο οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τις συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 3 θέση η οποία φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού όπως διαφάνηκε τελικά υπήρχε στο εξωτερικό εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο οποίος και μεσολάβησε κανονικά για την υπογραφή της εργοδότησης των ποδοσφαιριστών με τους Εναγομένους. Επίσης ο ΜΥ1 απέτυχε να στηρίξει την ψευδή προφανώς θέση του ότι έβλεπε τον Ενάγοντα στο σωματείο της ΑΛΚΗΣ αλλά δεν γνώριζε την ιδιότητα του κάτι που συγκρούστηκε με την παραδοχή του τελικά ότι είχε γνώση σαν μέλος του προηγούμενου Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΛΚΗΣ ότι ο Ενάγοντας είχε προσφέρει και προηγουμένως παρόμοιες και/ή ταυτόσημες υπηρεσίες στους Εναγομένους. Η δικαιολογία που επικαλέστηκε ο ΜΥ1 για το γεγονός ότι δεν είχε καταγγείλει τις συμφωνίες με τον Ενάγοντα ενωρίτερα αφού διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγοντας τους είχε εξαπατήσει όπως και η θέση του ότι δεν ήταν προτεραιότητα των Εναγομένων να εξετάσουν κατά πόσο ο Ενάγοντας τους είχε ξεγελάσει ή όχι λόγω του ήταν το τέλος της μεταγραφικής περιόδου και η προτεραιότητα του σωματίου ήταν να τελειώσουν τα συμβόλαια με τους ποδοσφαιριστές φαίνεται να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφενός οι θέσεις αυτές στερούνται σοβαρότητας και πειθούς και αφετέρου αν κάποιος λάβει υπόψη του το συνολικό ποσό των δύο συμβολαίων για την τότε περίοδο, δηλαδή το 2004, που ήταν €8.000 προκύπτει ότι τα υπό αναφορά ποσά δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα για να μπορεί κάποιος να τα αγνοήσει τόσο εύκολα. Επίσης η παραδοχή του ΜΥ.1 ότι οι Εναγόμενοι δεν εξέτασαν σε βάθος τα θέματα που αφορούσαν τον Ενάγοντα, συγκρούεται με την προσπάθεια του να καταδείξει στο Δικαστήριο το πόσο υπεύθυνοι και νομοταγείς ήταν οι Εναγόμενοι. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ η θέση του ΜΥ.1 ήταν ότι από τις 5.8.04 που υπεγράφη το πρώτο συμβόλαιο με τον Jamroz οι Εναγόμενοι γνώριζαν για τις ψευδείς παραστάσεις του Ενάγοντα, ο ΜΥ.1 δεν έδωσε πειστική εξήγηση γιατί προχώρησαν αρκετές μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 27.8.04 να υπογράψουν και δεύτερο συμβόλαιο με αυτόν που να αφορά τον ποδοσφαιριστή Bingo και μάλιστα ακόμα πιο μετά, και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2004, να πληρώσουν στον Ενάγοντα ένα ποσό έναντι του συμβολαίου, όταν πλέον σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία γνώριζαν πλέον για τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις του Ενάγοντα. Με βάση τα πιο πάνω δηλαδή την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αλλά και κάποια γεγονότα τα οποία παρέμειναν αδιαμφισβήτητα και/ή αναντίλεκτα τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 5.8.04 και στις 27.8.04 υπεγράφησαν μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων δύο συμφωνίες με τις οποίες οι Εναγόμενοι συμφώνησαν να καταβάλουν προς τον Ενάγοντα ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του και τη συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης των ποδοσφαιριστών Bingo και Jamroz το συνολικό ποσό των €8.000 ήτοι €4.000 για κάθε ποδοσφαιριστή. Οι συμφωνίες υπεγράφησαν στη Λάρνακα μεταξύ του Ενάγοντα και του Προέδρου των Εναγομένων Χαράλαμπου Χρίστου, ΜΥ.
  4. Έναντι του συνολικού ποσό των €8.000 που προνοούσαν οι συμφωνίες οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στον Ενάγοντα το ποσό των €2.562,90 και παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το ποσό των €5.318,
  5. Ο Ενάγοντας ήταν το πρόσωπο που πρότεινε στους Εναγόμενους τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους ποδοσφαιριστές και οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν να τους δοκιμάσουν. Κατά την περίοδο δοκιμασίας τους για την οποία και οι δύο ποδοσφαιριστές είχαν έρθει στην Κύπρο ο Ενάγοντας ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε τις διακινήσεις τους και την επικοινωνία τους με τους Εναγόμενους. Οι δύο ποδοσφαιριστές υπέγραψαν συμβόλαια με τους Εναγόμενους και έπαιξαν με τη φανέλα της ΑΛΚΗΣ για την χρονική περίοδο που συνεφωνήθη. Στο συμβόλαιο που έχουν υπογράψει οι Εναγόμενοι με τον ποδοσφαιριστή Jamroz αναφέρεται ότι στη διαπραγμάτευση του συμβολαίου έλαβε μέρος και ο εξουσιοδοτημένος από τη FIFA αντιπρόσωπος του ποδοσφαιριστή κ. Ryszard Szuster. Παρόμοιο ήταν και το συμβόλαιο που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι με τον ποδοσφαιριστή Bingo. Ο Ενάγοντας τη δεδομένη χρονική περίοδο που υπεγράφησαν οι συμφωνίες δηλαδή τον Αύγουστο του 2004 δεν ήταν αδειούχος αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών. Σήμερα κατέχει τέτοια άδεια. Το ερώτημα που το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο οι συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή παράνομες λόγω του ότι αυτές αφορούν ουσιαστικά υπηρεσίες εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου ποδοσφαιριστών και ο Ενάγοντας, ως παραδεχτό ουσιαστικά γεγονός, τη δεδομένη στιγμή δεν ήταν επαγγελματίας αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών και/ή κατά πόσο οι συμφωνίες αυτές υπεγράφησαν κατόπιν των ψευδών παραστάσεων του Ενάγοντα. Οι δύο συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 3 προνοούν σε ότι αφορά το σημείο της αμοιβής του Ενάγοντα τα ακόλουθα: ".ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: α) Το Σωματείο θα καταβάλει στον Κώστα Χριστοδουλίδη το ποσόν των 4000 EURO σαν αμοιβή για τις υπηρεσίες του και την συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης του εν λόγω ποδοσφαιριστή από το σωματείο. Το εν λόγω ποσό θα δοθεί σε δύο δόσεις, η μία στις 30.11.04 (2000 ευρώ) και η άλλη στις 31.01.05 (2000 ευρώ). β) Ο Κώστας Χριστοδουλίδης αναλαμβάνει την υποχρέωση της σύνταξης των συμβολαίων και της άφιξης του Διεθνούς Πιστοποιητικού Μετακίνησης του ποδοσφαιριστή στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου. γ) Η συμφωνά αυτή έγινε στην Λάρνακα στις 27.8.04 εις διπλούν και αμφότερα τα μέρη πήραν από ένα αντίγραφο." Είναι δηλαδή σαφές ότι με βάση την παράγραφο (α) των συμφωνιών Τεκμήρια 2 και 3 οι οποίες ας σημειωθεί είναι ταυτόσημες στο σημείο αυτό, το ποσό των €4000 για κάθε συμφωνία που έχει συμφωνηθεί για την αμοιβή του Ενάγοντα αφορά για τις υπηρεσίες του και τη συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης των ποδοσφαιριστών από τους Εναγόμενους και υπάρχει σχετική πρόνοια ότι το ποσό αυτό θα πληρωθεί σε δύο δόσεις σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει δοθεί όπως έχει αξιολογηθεί, οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Ενάγοντας στους Εναγόμενους ήταν ότι πρότεινε τους δύο ποδοσφαιριστές, συμμετείχε στις επαφές των ποδοσφαιριστών με το σωματείο για να έρθουν στην Κύπρο για δοκιμή, ανέλαβε τις διακινήσεις τους στην Κύπρο κατά την περίοδο της δοκιμής και μεσολάβησε όπως τα συμβόλαια αποσταλούν στη χώρα των ποδοσφαιριστών για να τύχουν της έγκρισης των εκπροσώπων των ποδοσφαιριστών με τους οποίους ο ίδιος είχε επικοινωνία, δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγόμενους ούτε και προβλήθηκε οποτεδήποτε η θέση από αυτούς ότι το ποσό που συμφωνήθη με τον Ενάγοντα ήταν υπερβολικό και/ή εξωπραγματικό και/ή ότι οι ίδιοι αναγκάστηκαν να το συμφωνήσουν. Αντίθετα σε καμία περίπτωση δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το ποσό αυτό και/ή η υπογραφή της συμφωνίας δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των μερών, στο σημείο αυτό δεν εξετάζεται ο ισχυρισμός για ψευδείς παραστάσεις. Η ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Είναι ζήτημα νομικό και στόχος είναι η αποκάλυψη της κοινής πρόθεσης των μερών. Το Δικαστήριο για να ερμηνεύσει μια σύμβαση λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο το γραπτό κείμενο της συμφωνίας το οποία κατατίθεται ενώπιον του αλλά και όλη τη μαρτυρία αλλά και το σκοπός αλλά και τη λεκτική διατύπωση της συμφωνίας. Παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Ζήνωνος κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2002)1 Β ΑΑΔ 927, Frederikou Schools Company Ltd κ.α. v. ACCUAC INC
(2002)1 Γ ΑΑΔ 5727, Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α ΑΑΔ 576, Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α ΑΑΔ 33, Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Β ΑΑΔ
  1. Κριτήριο για την ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο, μπορεί να γίνει αναφορά στο υπόβαθρο της συμφωνίας και οδηγός είναι το κείμενο της. Το κείμενο δε της συμφωνίας πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά. Κεντρική επιδίωξη είναι η διακρίβωση της πρόθεσης των μερών και αν υπάρχει ασάφεια εξετάζεται ολόκληρο το πλέγμα της συμφωνίας. Τα Τεκμήρια 2 και 3 όπως έχω αναφέρει είναι ταυτόσημα προνοούν για συγκεκριμένα θέματα που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και μάλιστα είναι ξεκάθαρο από τον τρόπο σύνταξης των δύο συμφωνιών και το διαχωρισμό σε παραγράφους (α), (β) και (γ) ο τρόπος με τον οποίο η συμφωνία αυτή ερμηνεύεται. Στην παράγραφο (α) της συμφωνίας περιέχεται η συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα και ο τρόπος αποπληρωμής του ποσού. Σύμφωνα με αυτή ο Ενάγοντας θα πληρωθεί το ποσό των €4.000 για κάθε συμφωνία σαν αμοιβή "για τις υπηρεσίες του και τη συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης του ποδοσφαιριστή...". Στην παράγραφο (β) της συμφωνίας υπάρχει ανάληψη υποχρέωσης από τον Ενάγοντα για τη σύνταξη των συμβολαίων και της άφιξης της μπλε κάρτας του ποδοσφαιριστή, η υποχρέωση αυτή δεν είναι εντός των υποχρεώσεων του Ενάγοντα για τις οποίες θα λάβει αμοιβή ούτε και το ποσό των €4.000 συμπεριλαμβάνουν αυτές τις υποχρεώσεις που προνοούνται στην παράγραφο (β) της συμφωνίας. Στην παράγραφο (γ) αναφέρεται η ημερομηνία της συμφωνίας ο τόπος υπογραφής της που είναι η Λάρνακα και ότι η συμφωνία έχει γίνει εις διπλού και κάθε μέρος έχει λάβει αντίγραφο. Είναι κατά την άποψη μου σαφής ο διαχωρισμός των θεμάτων που αφορούν τη συμφωνία όπως επίσης και ο καθορισμός της αμοιβής που Ενάγοντα με τον τρόπο που έχει συνταχθεί οι συμφωνίες οι οποίες επαναλαμβάνω ότι έχουν αναγνωριστεί από τον ΜΥ.1 που είναι το άλλο πρόσωπο που τις υπογράφει εκτός από τον Ενάγοντα. Επομένως με βάση τις αρχές ερμηνείας των συμβάσεων και το κείμενο των συμφωνιών είναι εύρημα και θέση μου ότι η αμοιβή των €4.000 για κάθε συμφωνία που έχει συμφωνηθεί να δοθεί στον Ενάγοντα αφορά μόνο τις υπηρεσίες του και τη συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης των ποδοσφαιριστών και όχι το θέμα σύνταξης συμβολαίων και της άφιξης της μπλε κάρτας. Οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Ενάγοντας και η συμμετοχή που είχε στην εργοδότηση των ποδοσφαιριστών έχουν εν εκτάσει αναλυθεί πιο πάνω και είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητες. Είναι συνεπώς η θέση μου ότι ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι ξεγελάστηκαν από τον Ενάγοντα ο οποίος ψευδώς παρέστησε σε αυτούς ότι ήταν αντιπρόσωπος των ποδοσφαιριστών και στο σημείο αυτό ο ΜΥ1 επιχείρησε ατυχώς να συνδέσει τα πιο πάνω με την αδυναμία του Ενάγοντα να παρουσιάσει τη μπλε κάρτα των ποδοσφαιριστών, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία πρώτα απ' όλα λόγω του ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έχω αποφασίσει ότι η μαρτυρία του ΜΥ.1 δεν είναι μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί, κατά δεύτερο λόγο από το γεγονός και μόνο ότι με βάση το Τεκμήριο 5 διαφάνηκε ότι στην υπογραφή του συμβολαίου μεταξύ του ποδοσφαιριστή και Εναγομένων συμμετείχε ο αδειούχος από τη FIFA αντιπρόσωπος του ποδοσφαιριστή και κατά τρίτο επειδή το θέμα της μπλε κάρτας του ποδοσφαιριστή με βάση την ίδια τη συμφωνία δεν εμπίπτει εντός των υπηρεσιών για τις οποίες ο Ενάγοντας έχει συμφωνήσει με τους Εναγομένους να πληρωθεί το συνολικό ποσό των €8.
  2. Τούτο γιατί όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω ο καθορισμός της αμοιβής του Ενάγοντα σε €4.000 για κάθε συμφωνία περιέχεται σαφώς στην παράγραφο (α) της κάθε συμφωνίας στην οποία επεξηγείται τι περιλαμβάνει. Η υποχρέωση για τη μπλε κάρτα σαφώς δεν περιλαμβάνεται στην αμοιβή του Ενάγοντα ούτε και στις υπηρεσίες του. Αποτελεί μια ανάληψη υποχρέωσης η οποία όμως σαφώς εξαιρείται από την αμοιβή του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η βασική θέση των Εναγομένων είναι ότι οι συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω παρανομίες καθότι κατά πρώτο λόγο ο Ενάγοντας ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως επαγγελματία αντιπρόσωπο ποδοσφαιριστών αλλά και γιατί εν πάση περιπτώσει οι υπηρεσίες οι οποίες προσέφερε περιλαμβάνονται στις υπηρεσίες αδειούχου αντιπροσώπου σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς της FIFA και ως εκ τούτου ήταν παράνομες εφόσον αποδεδειγμένα και παραδεχτά ο Ενάγοντας τη δεδομένη χρονική περίοδο δεν ήταν αδειούχος αντιπρόσωπος. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για ψευδείς παραστάσεις είναι η θέση μου ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε έχει προβεί σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση προς τους Εναγομένους. Τούτο τόσο γιατί οι ισχυρισμοί του ΜΥ.1 στο σημείο αυτό απορρίπτονται λόγω της αναξιοπιστίας του μάρτυρα, όσον και γιατί από την κατάθεση του Τεκμηρίου 5 και την παραδεχτή κοινή θέση ότι παρόμοιο συμβόλαιο είχε υπογραφεί και για τον άλλο ποδοσφαιριστή καταδεικνύει ότι συμμετείχαν στην διαδικασία εργοδότησης των ποδοσφαιριστών οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του. Πέραν των πιο πάνω απλή αναφορά στο Άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 όπου υπάρχει η ερμηνεία του όρου "ψευδής παράσταση" καταδεικνύει ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καθόλου θέμα ψευδών παραστάσεων. Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε υπόβαθρο για ζημιά στους Εναγομένους και επίσης ακόμα και σε αντίθετη περίπτωση όπου δηλαδή υπήρχε εύρημα για ψευδείς παραστάσεις και πάλι με βάση το Άρθρο 19
(3)του Κεφ. 149 δεν θα μπορούσαν οι υπό εξέταση συμφωνίες να θεωρηθούν ακυρώσιμες άνευ άλλου καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι ήταν σε θέση να ανακαλύψουν την αλήθεια εάν κατέβαλλαν τη συνήθη επιμέλεια. Ούτως η άλλως με βάση το Άρθρο 19
(4)δεν είναι η οποιαδήποτε παράσταση του Ενάγοντα που οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας με τους ποδοσφαιριστές από πλευράς ΑΛΚΗΣ αλλά είναι το γεγονός ότι οι ποδοσφαιριστές αυτοί δοκιμάστηκαν και εγκρίθηκαν από το προπονητή της ΑΛΚΗΣ οπόταν και εν πάση περιπτώσει οι συμφωνίες δεν θα μπορούσαν να καταστούν ακυρώσιμες. Απομένει προς εξέταση η θέση των Εναγομένων ότι οι συμβάσεις αυτές είναι παράνομες και γι' αυτό το λόγο άκυρες άνευ άλλου λόγω του ότι τα όσα ο Ενάγοντας προσέφερε στο σωματείο σε ότι αφορά τους δύο ποδοσφαιριστές εμπίπτουν εντός των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των επαγγελματιών αντιπροσώπων ποδοσφαιριστών αποκλειστικά. Σε ότι αφορά τους Κανονισμούς της ΚΟΠ οι οποίοι όπως έχω αναφέρει έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου από τους συνηγόρους και σύμφωνα με τη θέση τους ήταν οι κανονισμοί οι οποίοι ίσχυαν τη δεδομένη περίοδο, είναι φανερό ότι το επάγγελμα του αδειούχου αντιπροσώπου ποδοσφαιριστών υπήρχε την επίδικη χρονική περίοδο. Σύμφωνα με το Άρθρο 1.1 των κανονισμών, Τεκμήριο 6, "
  1. Οι ποδοσφαιριστές και τα σωματεία δύνανται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των αντιπροσώπων των ποδοσφαιριστών κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων με άλλους παίκτες ή σωματεία νοουμένου ότι ο αντιπρόσωπος των ποδοσφαιριστών είναι κάτοχος άδειας εκδομένης στο όνομα του από την ΚΟΠ ή της εθνικής ομοσπονδίας όπου ο ποδοσφαιριστής ή το σωματείο ή/και τα σωματεία που εμπλέκονται στη μεταγραφή ανήκουν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 παράγραφος 1 κατωτέρω. Αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο, έναντι αμοιβής, επί τακτικής βάσεως, συστήνει ποδοσφαιριστές σε σωματείο με σκοπό την εργοδότηση ή συστήνει δύο σωματεία το ένα στο άλλο με σκοπό την σύναψη συμφωνιών μεταγραφής σύμφωνα με τις πρόνοιες τω κατωτέρω αναφέρονται." Με βάση το Άρθρο 1.2 οι ποδοσφαιριστές και τα σωματεία δεν δύναται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μη αδειούχων αντιπροσώπων. Στο Άρθρο 1.3 υπάρχει εξαίρεση της απαγόρευσης για την κατοχή άδειας του αντιπροσώπου μόνο εάν ο αντιπρόσωπος είναι γονέας, αδελφός/ή σύζυγος του ποδοσφαιριστή ή εγγεγραμμένος δικηγόρος είτε στην Κύπρο είτε στη χώρα που ανήκει ο ποδοσφαιριστής. Στα Άρθρα 11, 12, 13 και 14 αναφέρονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αδειούχων αντιπροσώπων ποδοσφαιριστών και στο Άρθρο 15 οι κυρώσεις στους αντιπροσώπους ποδοσφαιριστών οι οποίοι καταχρώνται των δικαιωμάτων τους. Στο Άρθρο 18 υπάρχει η σαφής υποχρέωση ενός σωματείου που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ένα ποδοσφαιριστή να διαπραγματευτεί είτε με τον ποδοσφαιριστή είτε με τον αδειούχο αντιπρόσωπο του ποδοσφαιριστή και στο Άρθρο 19 προνοούνται οι κυρώσεις στο σωματείο που παραβιάζει τις υποχρεώσεις του με βάση το Άρθρο
  2. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ουσιαστικά παραδεχτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας είναι το πρόσωπο που συνέστησε στους Εναγόμενους τους δύο ποδοσφαιριστές. Αυτό περιλαμβάνεται εντός του Άρθρο 1.1 των κανονισμών στον όρο Αντιπρόσωπος Ποδοσφαιριστών. Η αμοιβή όμως του Ενάγοντα όπως αυτή σαφώς καθορίζεται στα συμβόλαια Τεκμήρια 2 και 3 που έχει υπογράψει με τους Εναγομένους αφορά τις υπηρεσίες και τη συμμετοχή του στη διαδικασία εργοδότησης των ποδοσφαιριστών οι οποίες έχουν αναφερθεί ποιες είναι και οι οποίες αφορούν τις υπηρεσίες του αναφορικά με την επικοινωνία του με τους αδειούχους αντιπροσώπους των δύο ποδοσφαιριστών, τη διευθέτηση της άφιξης τους στην Κύπρο για δοκιμαστική περίοδο, την παραλαβή τους από το αεροδρόμιο και τη διακίνηση τους από τον τόπο διαμονής τους στους χώρους προπονήσεων κατά την περίοδο δοκιμασίας και τις υπηρεσίες του ως μεσολαβητή με τον επαγγελματία αντιπρόσωπο των ποδοσφαιριστών στη χώρα τους ούτως ώστε να καταρτιστεί τελικά η συμφωνία μεταξύ των ποδοσφαιριστών και των Εναγομένων στις οποίες ο ίδιος δεν είναι συμβαλλόμενος μέρος ούτε και συμμετείχε αλλά αντίθετα συμμετείχαν οι αδειούχοι αντιπροσώποι τους και σχετικά παραπέμπω στη συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ Εναγομένων και του Jamroz η οποία έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 και στην οποία γίνεται σαφής αναφορά στη συμμετοχή του εξουσιοδοτημένου από τη FIFA αντιπροσώπου του ποδοσφαιριστή κ. R. Szuster. Στις δύο συμφωνίες που υπέγραψε ο Ενάγοντας με τους Εναγόμενους όπως έχω ήδη αναφέρει στη συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα δεν περιλαμβάνονται η υποχρέωση σύνταξης των συμβολαίων ούτε και η άφιξη του διεθνούς πιστοποιητικού μετακίνησης του ποδοσφαιριστή στην ΚΟΠ, μπλε κάρτα. Αυτές αποτελούν υποχρεώσεις που ανέλαβε μεν ο Ενάγοντας χωρίς όμως αμοιβή. Από το σύνολο των Κανονισμών των αντιπροσώπων των ποδοσφαιριστών που έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου από τους συνηγόρους των δύο πλευρών προκύπτει ότι το να συστήνει ένα πρόσωπο ποδοσφαιριστές σε σωματείο με σκοπό την εργοδότηση έναντι αμοιβής εμπίπτει στη ερμηνεία του όρου "αντιπρόσωπος ποδοσφαιριστών". O Eνάγοντας είναι το πρόσωπο που έχει συστήσει στους Εναγομένους τους δύο ποδοσφαιριστές. Όμως οι υπηρεσίες που προσέφερε για τις οποίες και συμφώνησε με τους Εναγόμενους να λάβει αμοιβή ύψους €4.000 για κάθε συμβόλαιο σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνονται στα αποκλειστικά δικαιώματα των αδειούχων αντιπροσώπων ποδοσφαιριστών. Η θέση επομένως των Εναγομένων ότι η σύμβαση μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων είναι παράνομη όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 αλλά και στη νομολογία, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το Άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι παράνομη είναι η σύμβαση που η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας δεν είναι νόμιμος γιατί είτε είναι απαγορευμένος από οποιοδήποτε νόμο είτε συνιστά απάτη είτε επιφέρει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη. Δυνάμει δε του Άρθρου 24 του ίδιου Νόμου, τέτοια συμφωνία είναι παράνομη και κατά συνέπεια άκυρη εξ υπαρχής. Μάλιστα σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργοποιείται το Άρθρο 65 του ίδιου Νόμου το οποίο επιβάλλει όπως το συμβαλλόμενο μέρος που αποκόμισε οικονομικό όφελος στη βάση άκυρης σύμβασης οφείλει να το επιστρέψει ή να αποζημιώσει το μέρος από το οποίο το προσπορίστηκε. Στην παρούσα περίπτωση είναι η θέση μου ότι η συμμετοχή του Ενάγοντα στην εργοδότηση των δύο ποδοσφαιριστών από τους Εναγομένους, η οποία ουσιαστικά περιορίστηκε στο να συστήσει μεν τους ποδοσφαιριστές στο σωματείο αλλά ουσιαστκά να προσφέρει παρεμφερείς υπηρεσίες κατά την περίοδο δοκιμασίας τους μέχρι την υπογραφή των συμβολαίων τα οποία έγιναν νόμιμα και νομότυπα με τους αδειούχους από τη FIFA επαγγελματίες αντιπροσώπους τους δεν καθιστά τις συμβάσεις παράνομες. Τούτο γιατί δεν υπάρχει απάτη ούτε βλάβη στους Εναγόμενους ούτε και ο Ενάγοντας έχει συμφωνήσει να λάβει αμοιβή για οποιαδήποτε από τις πράξεις και ενέργειες που σαφώς καθορίζονται ως αποκλειστική δικαιοδοσία των αδειούχων επαγγελματιών αντιπροσώπων. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι στους εν λόγω Κανονισμούς δεν υπάρχει καμία πρόνοια ως προς το τι γίνεται σε περίπτωση που υπογραφούν οποιαδήποτε συμβόλαια είτε από σωματεία είτε από ποδοσφαιριστές είτε από πρόσωπα που παρουσιάζονται ως αντιπροσώποι καθ' υπέρβαση των προνοιών των κανονισμών. Αντίθετα το τι προνοείται είναι ότι τα σωματεία και οι ποδοσφαιριστές δεν δύνανται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μη αδειούχων αντιπροσώπων, πολύ διαφορετικό από την εκ του νόμου απαγόρευση και επίσης προνοούνται κυρώσεις για τους αντιπροσώπους και/ή τα σωματεία που ενεργούν κατά παράβαση των κανονισμών. Πουθενά δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία για παράνομα συμβόλαια και/ή άκυρα. Σε σχέση με το θέμα αυτό ήταν η θέση του κ. Ορφανίδη ότι με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-519/04 David Meca-Medina, Igor Majcen v. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερ. 18.7.06 οι Κανονισμοί αυτοί και η εφαρμογή τους ουσιαστικά εξισώνονται με την εφαρμογή νομοθετικών προνοιών και άρα η απαγόρευση των κανονισμών υπέχει την ίδια σημασία με την ανάλογη νομοθετική, δεν με βρίσκει σύμφωνη με βάση το πλαίσιο των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, καίρια και καθοριστικά του γεγονότος ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα δεν αφορά κανένα εκ των κανονισμών απαγορευμένων ενεργειών αλλά και του γεγονότος ότι δεν υπήρξε καμία πλάνη, ούτε ψευδής παράσταση ούτε ζημιά στους Εναγόμενους αλλά καίρια και καθοριστικά λόγω της συμμετοχής εξουσιοδοτημένου αντιπρόσωπου των ποδοσφαιριστών στο καταρτισμό των συμφωνιών μεταξύ Εναγομένων και ποδοσφαιριστών. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι: v Ο Ενάγοντας δεν προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις προς τους Εναγόμενους παριστάνοντας τον εαυτό του ως αδειούχο αντιπρόσωπο ποδοσφαιριστών. v Οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Ενάγοντας στους Εναγομένους αναφορικά με τους ποδοσφαιριστές Bingo και Jamroz ήταν παρεμφερείς υπηρεσίες οι οποίες οδήγησαν στη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των ποδοσφαιριστών και του σωματείου. v Κατά την υπογραφή των συμφωνιών μεταξύ του σωματείου και των ποδοσφαιριστών συμμετείχαν οι εξουσιοδοτημένοι από τη FIFA αντιπρόσωποι των ποδοσφαιριστών. v Στις συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ σωματείου και Ενάγοντα για συνολική αμοιβή €8.000 στις υπηρεσίες του Ενάγοντα σαφώς εξαιρούνται από την αμοιβή οι υπηρεσίες που με βάση τους κανονισμούς της FIFA μπορούν να γίνουν μόνο από επαγγελματίες αντιπροσώπους ποδοσφαιριστών δηλαδή κατάρτιση των συμφωνιών και εξασφάλιση της μπλε κάρτας. v Το ποσό που έχει συμφωνηθεί μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων μπορεί να είναι υψηλό αλλά δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το ποσό αυτό συνεφωνήθη με την ελεύθερη βούληση των μερών. v Έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής του ο Ενάγοντας έλαβε μόνο ποσό €2.562,90 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €5.318,
  3. Ως τελευταίο σημείο θα αναφερθώ στην προδικαστική ένταση των Εναγομένων η οποία δεν προωθήθηκε μεν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά επειδή αφορά την κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αφορά θέμα που το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει και αυτεπάγγελτα αναφέρω τα εξής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 3 υπογράφησαν στη Λάρνακα. Οι Εναγόμενοι επίσης είναι Αθλητικό σωματείο εγγεγραμμένο στο μητρώο Λεσχών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας. Ο Ενάγοντας με βάση και τον τύπο διορισμού δικηγόρου που έχει υπογράψει στο δικηγόρου του είναι από τη Λευκωσία και το γεγονός αυτό δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί. Ο Ενάγοντας έχει να λαμβάνει σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ποσό από τους Εναγόμενους ως αμοιβή για υπηρεσίες που έχει προσφέρει σε αυτούς περί το έτος
  4. Σύμφωνα με τη νομολογία προκειμένου περί παράλειψης αποπληρωμής οφειλής έχει νομολογηθεί ότι όπου δεν καθορίζεται ο τόπος και ο τρόπος αποπληρωμής ο οφειλέτης υπέχει υποχρέωση να αναζητεί τον πιστωτή για να τον πληρώσει στον τόπο της εργασίας του ή της διαμονής του. (Βλ. Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, 205, 206* και υιοθετηθεί στην Stefanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, 102, C & K Kyriakou και Α/φοί Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479, 481, 482, Πουγιούκα κ.ά. ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014 και Χριστοφόρου κ.ά. ν. Paneuropean Insurance Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 11072, 21.10.2002. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Sartas Importers - Distributors Ltd v. Μαρουλλή,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446. Στην παρούσα περίπτωση με βάση τα Τεκμήρια 2 και 3 δεν υπάρχει καθορισμός του τόπου αποπληρωμής και επομένως ισχύει ο κανόνας ότι ο οφειλέτης δηλαδή οι Εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να αναζητήσουν τον πιστωτή δηλαδή τον Ενάγοντα για να τον πληρώσουν στον τόπο διαμονής του που είναι η επαρχία Λευκωσίας. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει κατά τόπο αρμοδιότητα σε ότι αφορά την παρούσα αγωγή και συνεπώς η αντίστοιχη προδικαστική ένσταση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Εν όψει των ανωτέρω η αξίωση του Ενάγοντα επιτυγχάνει και εκδίδεται προς όφελος του και εναντίον των Εναγομένων απόφαση για το ποσό των € 5.318,88 πλέον νόμιμο τόκο από 4.9.06 πλέον δικηγορικά έξοδα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται χωρίς καμία άλλη διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.