← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Διονύση Διονυσίου κ.α., Συν. Αγωγές: 6523/04 6522/04, 13/9/2012

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Διονύση Διονυσίου κ.α., Συν. Αγωγές: 6523/04 6522/04, 13/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A269 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 6523/04 6522/04 Αρ. Αγωγής: 6523/2004 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων και

  1. Διονύση Διονυσίου
  2. Μαρίας Διονυσίου
  3. Βέρας Διονυσίου Εναγομένων -------------- και Αρ. Αγωγής: 6522/2004 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων και
  4. Διονύση Διονυσίου
  5. Βέρας Διονυσίου
  6. Μαρίας Διονυσίου Εναγομένων -------------- 13 Σεπτεμβρίου,
  7. Για τους ενάγοντες-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Για τους εναγόμενους-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες: κ. Αντ. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι υπό κρίση αγωγές συνεκδικάζονται, μετά από σχετική διαταγή του Δικαστηρίου. Από νομικής πλευράς οι αξιώσεις δεν ενέχουν ιδιαίτερα στοιχεία πολυπλοκότητας. Οι ενάγοντες, επικαλούνται παραβίαση συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, τις οποίες υπέγραψε ο εναγόμενος 1 στις 28.12.
  8. Αξίωναν αρχικά μεγαλύτερα ποσά, τα οποία και μείωσαν στη συνέχεια για την αγωγή 6522/2004 σε €42.875, πλέον τόκο 11.75% από 24.2.2004 επί ποσού €42.118,89 μέχρι εξόφλησης, και σχετικά με την αγωγή 6523/2004 σε €827.812,89, πλέον τόκο 11.75% από 4.3.2004 επί ποσού €810.874,62 μέχρι εξόφλησης. Οι εναγόμενες 2 και 3 ενάγονται ως εγγυήτριες του εναγόμενου
  9. Ας σημειωθεί, για σκοπούς παρακολούθησης της απόφασης, ότι η εναγόμενη Βέρα Διονυσίου είναι σύζυγος του εναγόμενου 1, η δε εναγόμενη Μαρία Διονυσίου θυγατέρα του. Σε αντιδιαστολή με την απλοποιημένη υφή της αξίωσης, οι μακροσκελέστατες υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις καλύπτονται από ένα ευρύ φάσμα νομικών και πραγματικών ισχυρισμών. Απλοποιημένα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται παραβιάσεις ρητών και εξυπακουόμενων υποχρεώσεων εκ μέρους των εναγόντων και συνδρομή καταχρηστικών όρων. Επικαλούνται ακόμη ύπαρξη επενδυτικών λογαριασμών και προβάλλουν ακυρότητα των εγγράφων εγγύησης και ενεχυρίασης μετοχών, στη βάση ότι αυτά υπεγράφησαν από τις εναγόμενες 2 και 3 στο σπίτι τους και στην απουσία οποιουδήποτε μάρτυρα. Ανταπαιτούν δε - πέραν της κήρυξης ως άκυρων των οποιωνδήποτε συμφωνιών - μεγάλα ποσά ως ζημιές τις οποίες υπέστηκαν εξαιτίας άκυρων συμφωνιών και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και λόγω του ότι, κατ΄ ισχυρισμό τους, οι ενάγοντες παρέλειψαν να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, επιδεικνύοντας αμέλεια στη διαχείριση και/ή παραβιάζοντας νόμιμες και συμβατικές τους υποχρεώσεις. Σύνοψη και μόνο της μαρτυρίας είναι αρκετή προκειμένου να γίνει ευκολότερα κατανοητή η θέση των δύο μερών και να οδηγηθεί, στη συνέχεια, το Δικαστήριο στην αξιολόγησή της. Εκ μέρους των εναγόντων παρουσιάστηκε η μαρτυρία τεσσάρων υπαλλήλων τους: Του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ΜΕ1, ο οποίος για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο εργαζόταν στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, της Χαράς Ευσταθίου, ΜΕ2, και της Μάγδας Μούσκου, ΜΕ4, του τμήματος εκτελέσεων, όπου και ετοιμάζονται τα έγγραφα προς υπογραφή από τους πελάτες όταν πρόκειται να χρηματοδοτηθούν και εκτελούνται οι σχετικές αποφάσεις, και του Μιχάλη Κανελλά, ΜΕ3, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε τη διεύθυνση του κέντρου εξυπηρέτησης μεγάλων πελατών, ήτοι αυτών με δραστηριότητες και ετήσιο κύκλο εργασιών πέραν κάποιου ποσού. Ο ΜΕ1, λόγω της θέσης του, είχε στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν τις υπό εκδίκαση υποθέσεις και ήταν υπεύθυνος παρακολούθησης των σχετικών λογαριασμών. Παρουσίασε ως Τεκμήρια 1 και 2 τις επίδικες αποφάσεις-εγκρίσεις, ως Τεκμήριο 3 το πρωτότυπο της συμφωνίας εγγύησης και ως Τεκμήρια 4-7Ε έγγραφες συμφωνίες ενεχυρίασης κινητών αξιών, οι οποίες δόθηκαν ως επιπρόσθετες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις. Κατέθεσε επίσης καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, Τεκμήρια 8 και 9, και σχετικές ανακατασκευές τους, Τεκμήρια 10 και
  10. Επεξηγώντας στη συνέχεια τις παραβιάσεις των όρων των επίδικων λογαριασμών εκ μέρους του εναγόμενου 1, παρουσίασε σχετικές επιστολές αύξησης του επιτοκίου προς 12,25% ετησίως και επιστολές τερματισμού, Τεκμήρια 12-
  11. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και 4 προσφέρθηκε προκειμένου να τεκμηριωθεί η θέση των εναγόντων σχετικά με την υπογραφή των εγγράφων εγγύησης και ενεχυρίασης εκ μέρους των εναγομένων στην παρουσία των μαρτύρων αυτών στα γραφεία των εναγόντων. Ο ΜΕ3 κατέθεσε σχετικά με τα γεγονότα που καλύπτουν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, τις υπερβάσεις που ακολούθησαν και, γενικά, για τις συνθήκες που περιέβαλλαν τις μεταξύ των διαδίκων συμβατικές σχέσεις. Επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκμήριο 1, ήτοι η έγκριση, αποφασίστηκε από τους ενάγοντες στις 30.7.2001, αλλά, επειδή καθυστερούσε η υπογραφή των συμβολαίων, λήφθηκε προφορικά επανέγκριση το Δεκέμβριο του ιδίου έτους και ακολούθησε η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών στις 28.12.
  12. Αρνούμενος υποβολές για ύπαρξη άλλων συμφωνιών, ήταν βασική του θέση ότι οι οποιεσδήποτε μεταξύ των μερών συμφωνίες καλύπτονται από τα τεκμήρια και μόνο που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Κατηγορηματικά επίσης κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε στον εναγόμενο 1 οποιαδήποτε έγγραφα, συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης, Τεκμήριο 3, προκειμένου να τα υπογράψουν οι εναγόμενες 2 και 3 στο σπίτι τους. Πέραν των εναγομένων, για την υπεράσπιση κατέθεσαν ως μάρτυρες τρία ακόμη πρόσωπα: Ο Γιώργος Κόκκαλος, ΜΥ4, υπάλληλος των εναγόντων, η Βάσω Παναγίδου, ΜΥ5, η οποία εργάζεται στο λογιστήριο της CLR-Marfin και ο Ιωάννης Χαραλαμπίδης, ΜΥ6, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως Λειτουργός Πιστώσεων (Credit Officer) στην υπηρεσία των εναγόντων. Ο εναγόμενος 1, ΜΥ1, παρουσίασε τη δική του εκδοχή ως προς τους λόγους υπογραφής των Τεκμηρίων 1-
  13. Ήταν, συνοπτικά, η θέση του ότι, λόγω μεγάλης υπέρβασης που παρουσίαζε ο τρεχούμενος λογαριασμός του και μετά από παρακλήσεις του ΜΕ3 - ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα από τη διεύθυνση των εναγόντων εξαιτίας της πιο πάνω σοβαρής υπέρβασης - αποδέχτηκε να παραχωρήσει επιπλέον μετοχές ως εξασφάλιση και να προβεί σε νέο δάνειο, προκειμένου να εξοφληθεί η εν λόγω υπέρβαση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, την 1.8.2001, μετέβη στο γραφείο του ΜΕ3 και υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και
  14. Παρόντες ήταν μόνο οι δυο τους. Γύρω στον Οκτώβριο του ιδίου έτους ενεχυρίασε αρκετές χιλιάδες μετοχές προς όφελος των εναγόντων. Σχετικά με τις εναγόμενες 2 και 3, ήταν η θέση του ότι τα οποιαδήποτε επίδικα έγγραφα τα υπέγραψαν σε κατοπινό στάδιο, το Δεκέμβριο, στο σπίτι τους, χωρίς την παρουσία οποιωνδήποτε μαρτύρων. Προέβαλε επίσης ότι η σύζυγός του κατάγεται από τη Ρωσία, «γνωρίζει την καθομιλουμένη», αλλά δεν έχει ικανοποιητική γνώση της Ελληνικής γλώσσας. Ο ίδιος δεν επεξήγησε το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψαν η σύζυγος και η θυγατέρα του, ούτε και οποιοσδήποτε υπάλληλος των εναγόντων το έπραξε. Υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι οι επίδικοι λογαριασμοί του χρησιμοποιούντο για αγορά μετοχών, έθεσε ότι το γεγονός αυτό το γνώριζαν οι ενάγοντες, αφού και ο ΜΕ3 κατά διαστήματα τους χρησιμοποίησε προσωπικά για αγορά τέτοιων αξιών. Με αυτό ως δεδομένο αμφισβήτησε την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήρια 8-10, θέτοντας ότι υπάρχουν καταχωρήσεις που αφορούν άλλα πρόσωπα που χρησιμοποίησαν τους λογαριασμούς του και όχι τον ίδιο. Ήταν βασική του θέση πως είχαν συμφωνήσει με το ΜΕ3 ότι προς εξόφληση του επίδικου δανείου οι ενάγοντες μέχρι τις 31.12.2002 θα έπρεπε να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές. Αυτή ήταν και η μόνη υποχρέωση που ανέλαβαν οι ενάγοντες. Τέλος, προέβαλε ότι λόγω αλλαγής διεύθυνσης δεν παρέλαβε αριθμό εγγράφων που του απέστειλαν οι ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επιστολών τερματισμού, Τεκμ. 12 και
  15. Η μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3 προσφέρθηκε προκειμένου να παρουσιαστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψαν τα έγγραφα που τις αφορούσαν. Πιο συγκεκριμένα, οι εγγυήσεις και η ενεχυρίαση μετοχών. Πλήρως ευθυγραμμισμένες με τα όσα σχετικά κατέθεσε ο ΜΥ1, ήταν οι θέσεις τους. Δεν αρνήθηκαν ότι τα επίδικα έγγραφα φέρουν τις υπογραφές τους. Επέμεναν όμως ότι τα υπέγραψαν στο σπίτι τους, αφού τους τα έφερε ο εναγόμενος 1, στον οποίο είχαν πλήρη εμπιστοσύνη, και ο οποίος δεν τους εξήγησε ή διευκρίνισε οτιδήποτε αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Πρόσθεσαν περαιτέρω ότι οι ίδιες ουδέποτε επισκέφθηκαν οποιοδήποτε κατάστημα των εναγόντων. Ολοκλήρωσαν, καταθέτοντας ότι λόγω αλλαγής διεύθυνσης δεν έλαβαν αριθμό εγγράφων που τους απέστελλαν οι ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επιστολών τερματισμού, Τεκμήρια 14-
  16. Η μαρτυρία των τριών τελευταίων μαρτύρων για την υπεράσπιση, προσφέρθηκε προκειμένου να επεξηγηθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συγκεκριμένες επιταγές, Τεκμήριο 26, οι οποίες αφορούσαν σημαντικά ποσά, κατατέθηκαν στον επίδικο λογαριασμό. Είναι αχρείαστη στο στάδιο αυτό η οποιαδήποτε καταγραφή των όσων κατέθεσαν. Καθότι, παρά τις εκτεταμένες αναφορές των μαρτύρων, και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αργότερα, θα διαφανεί ότι το σύνολο της μαρτυρίας αυτής όχι δεν καλύπτεται από τα επίδικα θέματα, αλλά είναι και χωρίς σημασία για σκοπούς κατάληξης. Στις εκτεταμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν με επάρκεια τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Με όλο το σεβασμό στο έργο τους, χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, το Δικαστήριο θα αποφύγει επανάληψή τους. Ό,τι κριθεί ως απαραίτητο, ανάλογα θα παρεμβληθεί στην πορεία της απόφασης. H αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Αναγκαίο και επιθυμητό είναι η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεών του. Είναι η αξιολόγηση, από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται, και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η αναφορά δε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας παραπέμπει, κατά κύριο λόγο στον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (Αντρέας Στυλιανίδης v. Κωνσταντίνου Χ"Πιέρα

(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ και Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Παναγιώτης Ζερβού κ.ά. και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2008, ημερ. 21.12.2011) . Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης, παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες στην πορεία παράθεσης των ισχυρισμών τους. Για τους λόγους που με λεπτομέρεια θα καταγραφούν στην πορεία της απόφασης, το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τα όσα οι μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν αποτυπώνουν την αλήθεια και μόνο ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν τις υπό κρίση υποθέσεις. Είναι αρκετό σε αυτό το στάδιο να καταγραφεί πως στήριξη σε βασικό μέρος της μαρτυρίας των εναγόντων παρέχει το ίδιο το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα, οι όροι των επίδικων συμφωνιών, των εγγυήσεων και των εξασφαλίσεων που δόθηκαν εκ μέρους των εναγομένων. Η υπεράσπιση, επικαλούμενη επενδυτικούς λογαριασμούς, αμφισβήτησε το εύρος και την υφή των μεταξύ των μερών συμβατικών σχέσεων. Αυτές όμως αποτυπώνονται με κάθε διαύγεια στις συμφωνίες που υπεγράφησαν, οι δε αρχές ερμηνείας εγγράφων, όπως συνοπτικά θα εκτεθούν αμέσως πιο κάτω δεν αφήνουν περιθώρια αποδοχής των σχετικών εισηγήσεων της υπεράσπισης. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντα των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από τον ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄ αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ 630, Θάλεια Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 407, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 168, Σολωμός Οικονόμου κ.α. ν. Γεώργιου Α. Ττοφίνη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 436, Λαζούρας ν. Σκυλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ 168). Έχει επίσης αναγνωριστεί νομολογιακά ότι η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα ο οποίος δεν επιτρέπει σε κανένα από τους συμβαλλόμενους να διαφοροποιήσει γραπτή συμφωνία, του αποκλεισμού δηλαδή εξωγενούς μαρτυρίας, πολλές φορές οδηγεί σε αδικία. Ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει, και οφείλει να εξετάζει, όλη τη μαρτυρία, στο σύνολό της, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική φύση της μεταξύ των μερών συμφωνίας (J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd v. Andrea Merzario Ltd
(1976)2 All E.R. 930, MarketVentures Ltd και Ουράνιου Δικωμίτη, Πολιτική Έφεση 127/2007, ημερ. 10.4.2009). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε δυσκολία εξεύρεσης και εντοπισμού των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα επίδικα έγγραφα αποτυπώνουν ξεκάθαρα τους σκοπούς και τις προθέσεις των μερών και καθορίζουν, χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης, τη φύση της συμβατικής τους σχέσης. Οι ενάγοντες, υπό τους όρους και δεσμεύσεις που οι συμφωνίες αυτές περιείχαν, ανέλαβαν την υποχρέωση παροχής δανείου και λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού προς όφελος του εναγόμενου
  1. Τα όσα ουσιαστικά κατέθεσε ο εναγόμενος 1, προκειμένου να προωθήσει τις δικογραφημένες του θέσεις, είναι έκθετα σε απόρριψη. Θα τεκμηριώσω την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, αξιολογώντας τις βασικές του θέσεις και αντικρίζοντας τις υπό το πρίσμα της λογικής, αλλά και των αδιαμφισβήτητων δεδομένων που καλύπτουν τις εξεταζόμενες υποθέσεις: Έθεσε ο εναγόμενος 1 ως προμετωπίδα των ισχυρισμών του ότι πέραν των γραπτών συμφωνιών έλαβαν χώρα και προφορικές. Αφορούσαν, πάντα κατά τον ίδιο, τη φύση των συμβατικών σχέσεων, τους λόγους που οδήγησαν στην παροχή επιπρόσθετων εγγυήσεων μέσω της ενεχυρίασης σημαντικού αριθμού μετοχών και την υποχρέωση που ανέλαβαν οι ενάγοντες για πώληση των μετοχών αυτών, προς εξόφληση των οποιωνδήποτε οφειλομένων, το αργότερο μέχρι τις 31.12.
  2. Οι θέσεις αυτές είναι αποσυναρτημένες από τη λογική, λαμβανομένων υπόψη του αδιαμφισβήτητου δεδομένου ότι ο εναγόμενος 1 ήταν για σειρά ετών διευθυντής πιστωτικού οργανισμού, της Συνεργατικής Οικοδομικής Εταιρείας Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ (ΣΟΕΔΥΚ), και του λόγου που προέβαλε ως προς την ανάγκη ενεχυρίασης περαιτέρω μετοχών. Καθότι στερείται πειστικότητας η προσέγγιση ότι ο εναγόμενος 1, πρώην ανώτερο τραπεζικό στέλεχος, προχώρησε, ως είναι παραδεκτό, στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών - το περιεχόμενο των οποίων και οι όροι τους είναι σαφέστατοι - και ταυτόχρονα συνομολογούσε προφορικές συμφωνίες διαφορετικής νομικής υπόστασης. Η ιδιότητα του εναγόμενου 1 δεν αφήνει περιθώρια προβολής, ουσιαστικά, εισήγησης ότι δεν αντιλαμβανόταν τους κινδύνους που ενείχε η, κατ΄ ισχυρισμό του, επιλογή υπογραφής των επίδικων συμφωνιών και ταυτόχρονης προφορικής συμφωνίας με ένα στέλεχος των εναγόντων, το ΜΕ
  3. Ούτε και η θέση του ότι οι ενάγοντες δεσμεύτηκαν προφορικά να πωλήσουν το αργότερο μέχρι 31.12.2003 τις ενεχυριασθείσες μετοχές καλύπτεται από πειστικότητα. Οι ίδιοι οι όροι των συμφωνιών ενεχυρίασης, Τεκμήρια 4-7, καθορίζουν με σαφήνεια τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Συνεπώς, και με ξεκάθαρο το νομικό πλαίσιο που κάλυπτε τα έγγραφα ενεχυρίασης, είναι τουλάχιστον ασύμβατο με τη λογική ένας γνώστης των τραπεζικών δεδομένων, όπως ο εναγόμενος 1, να υπογράφει με τόση ευκολία και αφέλεια κείμενα ενεχυρίασης μετοχών και να ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι οι ανάλογες συμβατικές του σχέσεις διέπονται από προφορικές συμφωνίες που έλαβαν χώρα ταυτόχρονα με την υπογραφή των γραπτών. Περαιτέρω, και με την ίδια λογική προσέγγιση, η θέση του εναγόμενου 1 ότι η παροχή πρόσθετης ενεχυρίασης μετοχών έλαβε χώρα επειδή του το ζήτησε ο ΜΕ3 - για το λόγο ότι βρισκόταν σε δύσκολη θέση εξαιτίας σοβαρής υπέρβασης στους επίδικους λογαριασμούς - είναι επίσης έκθετη σε απόρριψη. Καθότι είναι παράλογο να προχωρούσε ο εναγόμενος 1 στην παροχή επιπρόσθετης εγγύησης ενεχυριάζοντας χιλιάδες μετοχές χωρίς ο ίδιος να ευθύνεται, όπως ήταν η βασική του προσέγγιση, για τη σημαντική υπέρβαση που παρατηρήθηκε στους εν λόγω λογαριασμούς. Τα όσα ακόμη επικαλέστηκε ο εναγόμενος 1 σχετικά με την αλλαγή διεύθυνσής του και την μη λήψη, ως αποτέλεσμα, σειράς εγγράφων από τους ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επιστολών τερματισμού, Τεκμήρια 12 και 13, είναι ευθέως αντίθετα και απολύτως αντιφατικά με τις δικογραφημένες του θέσεις, όπως αυτές προβάλλονται στην παράγρ. 5(ζ) των εκθέσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησής του. Όπου θέτει ότι όχι μόνο έλαβε τις εν λόγω επιστολές ημερ. 19.2.2003, αλλά και προχώρησε, λίγες μέρες αργότερα, στις 10.3.2003, μέσω του δικηγόρου του, σε αποστολή απαντητικών προς τους ενάγοντες. Τα δεδομένα αυτά επιμαρτυρούν το αβάσιμο των θέσεων, τόσο του εναγόμενου 1 όσο και των εναγομένων 2 και 3, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την αλλαγή διεύθυνσής τους και τη μη λήψη σειράς εγγράφων που απέστελλαν οι ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων και των επιστολών τερματισμού, Τεκμήρια 12-
  4. Σε τελική δε ανάλυση, η διεύθυνση στην οποία η τράπεζα απέστελλε την αλληλογραφία ήταν αυτή που δηλώθηκε από τους εναγόμενους, οι οποίοι και απέτυχαν να τεκμηριώσουν ότι ειδοποίησαν τους ενάγοντες για τη νέα τους διεύθυνση. Το γεγονός δε ότι η αποστολή των επίδικων εγγράφων δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και υπάρχει μαρτυρία για επιστροφή τους από το ταχυδρομείο, θα ήταν αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα και σε εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι αυτές παραλήφθηκαν από τους αποδέκτες τους (Χριστόδουλος Πιττάκα v. F&B Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, 1907). Μια, τελευταία, παράμετρος των θέσεων του εναγόμενου 1, αφορούσε την αμφισβήτηση της χρησιμοποίησης αποκλειστικά από τον ίδιο των επίδικων λογαριασμών και, συνακόλουθα, την ακρίβεια των καταστάσεων που παρουσίασε ο ΜΕ1. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τους επίδικους λογαριασμούς του χρησιμοποιούσε και ο ΜΕ3 για εξυπηρέτηση επενδυτικών του δραστηριοτήτων. Η απουσία ανάλογης δικογραφημένης θέσης δεν θα ήταν το μοναδικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο εναγόμενος 1 ως προς την αποδοχή της εξεταζόμενης θέσης του. Η ίδια η μαρτυρία που παρουσίασε, των ΜΥ4-6, τον διαψεύδει. Ό,τι προέκυψε ως σημαντικό από την εν λόγω μαρτυρία, είναι ότι χρήση των λογαριασμών δεν έγινε από το ΜΕ3 - και μάλιστα εν αγνοία ή χωρίς τη σύμπραξη του εναγομένου 1 - αλλά από άλλα πρόσωπα εν γνώσει και με πρωτοβουλία του εναγόμενου 1, ο οποίος ενεργούσε ως χρηματιστής τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι που ο εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε τους επίδικους λογαριασμούς, προκειμένου να προωθήσει δικές του εκκρεμότητες και δοσοληψίες. Συνεπώς, οι περί αντιθέτου θέσεις του και η προσπάθειά του να εμπλέξει άλλα πρόσωπα και να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα ως προς την κίνηση των λογαριασμών αυτών, είναι αβάσιμες και απορρίπτονται. Άλλωστε, περαιτέρω στοιχείο που αποδυναμώνει την εξεταζόμενη θέση του εναγόμενου 1, ουδέποτε σε προηγούμενο χρόνο αυτός παραπονέθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στους ενάγοντες για την ισχυριζόμενη χρήση του λογαριασμού του από τρίτα πρόσωπα υπό τις συνθήκες που καθυστερημένα πλέον επικαλείται. Εν κατακλείδι, τα όσα ουσιαστικά με την υπόθεση παρέθεσε ο εναγόμενος 1 στερούνται πειστικότητας. Η προηγούμενη πολυετής τριβή του, αλλά και η, εκ των πραγμάτων, εμπειρία και γνώση του περί των τραπεζικών δεδομένων, της σημασίας και των νομικών προεκτάσεων που δημιουργούν και ενέχουν γραπτές συμφωνίες, όπως οι υπό κρίση, αφαιρούν κάθε βάση στοιχειώδους αλήθειας στα όσα ενόρκως επικαλέστηκε περί ύπαρξης προφορικών συμφωνιών και επενδυτικών λογαριασμών. Οι εναγόμενες 2 και 3 παραδέχονται ότι υπέγραψαν τόσο τα έγγραφα εγγύησης και ενεχυρίασης, όσο και οποιοδήποτε άλλο επίδικο έγγραφο τους αφορά και κατατέθηκε ως τεκμήριο στην πορεία της διαδικασίας. Αρνούνται όμως, όπως ήδη λέχθηκε, ότι υπέγραψαν στην παρουσία δύο μαρτύρων στα γραφεία των εναγόντων. Επικαλούνται επίσης άγνοια των εγγράφων που υπέγραφαν και, νεφελωδώς, τίθεται ζήτημα δημιουργίας σχέσης εμπιστοσύνης και ψυχικής πίεσης. Τα όσα κατέθεσαν οι εναγόμενες αυτές σχετικά με τις συνθήκες που κάλυπταν την υπογραφή των προαναφερθέντων εγγράφων, δεν έχει καμία αμφιβολία το Δικαστήριο ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Οι ΜΕ2 και 4, τα πρόσωπα δηλαδή που υπέγραψαν ως μάρτυρες, ήταν απόλυτα στη θέση τους ότι σε κάθε περίπτωση οι εκτελέσεις των οποιωνδήποτε εγγράφων γίνονται στην παρουσία τους, στα υποστατικά των εναγόντων. Ουδέποτε, όπως ανάφεραν, υπογράφουν ως μάρτυρες εν λευκώ και χωρίς να είναι παρών το πρόσωπο, την υπογραφή του οποίου επιβεβαιώνουν. Και οι δύο μάρτυρες των εναγόντων άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο κατά την πορεία παρουσίασης των εξεταζόμενων θέσεών τους και τα όσα σχετικά κατέθεσαν γίνονται αποδεκτά ως αποτύπωση της αλήθειας και μόνο. Ήταν φανερή η προσπάθεια των εναγομένων 2 και 3 να αποστασιοποιηθούν με κάθε τρόπο από την αλήθεια, για να βοηθήσουν τον εαυτό τους και μόνο. Στη βάση αυτή δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν να αγνοούν τη φύση των εγγράφων που υπέγραφαν, παρά τις επιπτώσεις και τη σοβαρότητα που αυτά ενείχαν. Και οι δύο σπούδασαν οικονομικά. Έχουν δηλαδή γνώσεις άμεσα σχετικές με το υπό κρίση αντικείμενο. Συνεπώς, πολύ εύκολα θα μπορούσαν να αντιληφθούν τη σημασία των εγγράφων εγγύησης και ενεχυρίασης μετοχών. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση της εναγόμενης-συζύγου του εναγόμενου 1 άγνοιας της ελληνικής γλώσσας και συνεπώς αδυναμίας αντίληψης των κειμένων που υπέγραψε, κάθε άλλο παρά πείθει. Αντίθετα - λαμβανομένων υπόψη των πολλών χρόνων που διαμένει στην Κύπρο, τη στοιχειώδη γνώση της ελληνικής γλώσσας που παραδέχθηκε ότι κατέχει, αλλά και της εύκολης κατανόησης της ουσιαστικής υφής των εγγράφων εγγύησης και ενεχυρίασης - εύκολα επιβεβαιώνεται το άτοπο και αστήρικτο των εξεταζόμενων ισχυρισμών της υπεράσπισης. Η θέση δε της συγκεκριμένης εναγόμενης περί άσκησης πίεσης αντικρούεται από την ίδια την υπογραφή της στο Τεκμήριο 3(α) όπου επιβεβαιώνει ότι η εγγύηση που έδωσε ήταν ελεύθερη και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση εκ μέρους οποιουδήποτε. Επιβεβαιώνει επίσης - αυτοανατρέποντας ουσιαστικά τις προβληθείσες στο Δικαστήριο θέσεις της - ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες που προκύπτουν από την εγγύηση που έδωσε. Τελικά δε, εάν όντως τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως οι εναγόμενες αυτές ισχυρίζονται, εύλογα δημιουργείται το ερώτημα γιατί τόσα χρόνια δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα για ακύρωση των συμφωνιών που τις αφορούν και απεμπλοκή τους από τις σοβαρότατες συνέπειες που αυτές ενείχαν; Προβάλλεται από την υπεράσπιση ζήτημα ψυχικής πίεσης. Συνοπτική παράθεση των νομικών αρχών που καλύπτουν το θέμα αυτό, που είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας, θα καταδείξει το αβάσιμο του προβαλλόμενου αυτού λόγου. Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί απαραίτητο συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης. Η δε άσκηση ψυχικής πίεσης δεν συμβαδίζει με ελευθερία της συναίνεσης, την οποία, ουσιαστικά, αναιρεί. Η απόδειξη της ύπαρξης ψυχικής πίεσης οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αριστοτέλους
(2001)1 ΑΑΔ 750 και υιοθετήθηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Πούλλα κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 961, η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μία εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει το άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄ αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά, από την άλλη, είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα. Η ψυχική πίεση δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε. Στο άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149 καθορίζεται ότι σύμβαση θεωρείται ότι έλαβε χώρα συνεπεία ψυχικής πίεσης όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες, ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄ αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων, τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχική πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε. Κατά το δίκαιο της επιείκειας, η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης σκοπό έχει να εξασφαλίσει ότι δεν θα είναι επιτρεπτό σε κανένα να διατηρήσει το όφελος που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπου ο διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, δεν εντοπίζεται από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχειοθέτηση της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης. Προβλήθηκε, περαιτέρω, ως στοιχείο υπεράσπισης, αλλά και ως βασικό στήριγμα των ανταπαιτήσεων η, κατ΄ ισχυρισμό, δημιουργία σχέσης εμπιστεύματος και η, συνακόλουθα, υποχρέωση των εναγόντων να πωλήσουν σε συγκεκριμένο χρόνο τις ενεχυριασθείσες μετοχές. Είναι αβάσιμες οι πιο πάνω θέσεις. Οι συμφωνίες ενεχυρίασης των μετοχών καλύπτουν περιοριστικά και καθορίζουν με σαφήνεια τη δημιουργηθείσα νομική σχέση μεταξύ των μερών. Οι μετοχές ενεχυριάστηκαν ως επιπρόσθετη εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στον εναγόμενο
  1. Καμία σχέση εμπιστεύματος δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Ο τρόπος λειτουργίας των σχέσεών τους καθορίζεται από τις ίδιες τις συμφωνίες ενεχυρίασης, Τεκμήρια 4, 5(α), 6(α) και 7(α), όπου ξεκάθαρα τίθεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση, αλλά δικαίωμα πώλησης των ενεχυριασθεισών μετοχών. Είχαν επίσης απόλυτο δικαίωμα και ανέκκλητη εξουσία για πώληση των μετοχών αυτών, χωρίς καμία αναφορά στον ενεχυριαστή, σε τιμή και σε χρόνο που οι ενάγοντες θα έκριναν ως κατάλληλο. Συνεπώς, η μη άσκηση αυτού του δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων καμία συνέπεια επιφέρει σε αυτούς, ούτε και παρέχει βάση για υπεράσπιση ή διεκδίκηση, ανταπαιτητικά, θεραπειών. Προς ολοκλήρωση, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολιτική Έφεση 192/2009, Παναγιώτης Ζερβού κ.ά. και Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ. 5.9.2012, όπου αποφασίστηκαν στην πιο πάνω βάση παρόμοια ζητήματα. Εκ του περισσού σημειώνεται ότι, έστω κι αν είχαν βάση οι εισηγήσεις της υπεράσπισης για ύπαρξη επενδυτικών λογαριασμών, τα θέματα που τέθηκαν περί υποχρέωσης της αντίδικης πλευράς για πώληση των αξιών και δημιουργίας σχέσης εμπιστοσύνης, έχουν επιλυθεί νομολογιακά σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με πιο πρόσφατες τις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 356/2008 Γρηγόρης Γρηγορίου και Euroinvestment & Finance Ltd, ημερ. 22.12.2011 και Αρ. 303/2008 Στέλιος Μαρκίδης και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερομ. 8.3.
  2. Ο δικαστικός λόγος των υποθέσεων αυτών δεν στηρίζει τα όσα σχετικά η πλευρά των εναγομένων επικαλείται. Περαιτέρω στοιχείο υπεράσπισης κινείται γύρω από τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης υπερχρεώσεων και αυξημένου επιτοκίου στους επίδικους λογαριασμούς. Βεβαίως τα όσα, με περιττή έκταση, δικογραφήθηκαν από την υπεράσπιση, δεν συνιστούν μαρτυρία, αλλά προσδιορισμό των θέσεών της ως προς τα επίδικα ζητήματα. Θέσεις που θα έπρεπε να αποδειχθούν μέσα από την ακροαματική διαδικασία με την παροχή ανάλογης μαρτυρίας. Σε αντίθεση δε με τα όσα παρέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων, τα οποία με λεπτομέρεια ανέπτυξαν και έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, καμία σχετική μαρτυρία προσφέρθηκε από την αντίδικη πλευρά. Συνεπώς, η παράλειψη προώθησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους αφήνει ατεκμηρίωτους. Ολοκληρώνοντας ως προς το ζήτημα, τονίζω ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία προβλέπει ως προς το ποσοστό επιτοκίου και την κεφαλαιοποίησή του δύο φορές το χρόνο. Με τις δε επιστολές τερματισμού ειδοποιήθηκαν οι εναγόμενοι ως προς την αύξηση του επιτοκίου (Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1ΑΑΔ 194, 201-202). Οι πιο πάνω προσεγγίσεις του Δικαστηρίου εξαντλούν τόσο τα ουσιαστικά μέρη της υπεράσπισης, όσο και τους πυλώνες επί των οποίων εδράζουν οι εναγόμενοι τις ανταπαιτήσεις τους. Με βάση την αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας που πρόσφεραν οι ενάγοντες, και την αντίστοιχη απόρριψη αυτής των εναγομένων, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι βασικό εύρημα η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου, εγγύησης και ενεχυρίασης μετοχών υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε. Περαιτέρω, ανάλογα με τη μαρτυρία των εναγόντων είναι και τα ευρήματα ως προς τους λόγους τερματισμού των συμφωνιών, την πορεία τερματισμού και το ύψος των ποσών που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Τελικά, οι ενάγοντες, μέσα από το σύνολο της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας, έχουν αποδείξει την απαίτησή τους στο ύψος των ποσών που αξιώνουν. Τα προβληθέντα στοιχεία υπεράσπισης και τα όσα τέθηκαν προς στήριξη βάσης ανταπαίτησης απορρίπτονται για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών. Ταυτόχρονα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά: Στην αγωγή 6522/2004 για το ποσών των €42.875, πλέον τόκο 11.75% από 24.2.2004 επί ποσού €42.118,89 μέχρι εξόφλησης, και, στην αγωγή 6523/2004 για το ποσό των €827.812,89, πλέον τόκο 11.75% από 4.3.2004 επί ποσού €810.874,62 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδονται επίσης διατάγματα πώλησης των ενεχυριασθέντων μετοχών. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι ανταπαιτήσεις, οι οποίες εδράζονται στο ίδιο φάσμα ισχυρισμών και ήταν απόλυτα συναρτημένες με το αποτέλεσμα των αξιώσεων των εναγόντων, απορρίπτονται χωρίς καμιά ιδιαίτερη διαταγή όσον αφορά τα έξοδα, εφόσον αυτές συνεκδικάστηκαν με τις αγωγές. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.