← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ν. ΒΑΣΟΥ ΠΑΥΛΟΥ, Αγωγή αρ.: 7885/2010, 28/8/2012

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ν. ΒΑΣΟΥ ΠΑΥΛΟΥ, Αγωγή αρ.: 7885/2010, 28/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 7885/2010 Μεταξύ: ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Ενάγοντες και ΒΑΣΟΥ ΠΑΥΛΟΥ Εναγομένου 28 Αυγούστου,

  1. Για εναγόμενο-αιτητή, εμφανίζεται η κα Κ. Μιχαηλίδου για τους κ.κ. Μιχαηλίδου και Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον ενάγοντα-καθ'ου η αίτηση, εμφανίζεται η κα Ε. Λοϊζίδου Νικολαϊδου Απόφαση για την αίτηση ημερ. 25.7.11 (αίτημα για παραμερισμό και/ή ακύρωση δικαστικής απόφασης) ---------------------- Διά κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισε στις 15.9.10, ο ενάγων-καθ'ου η αίτηση («ο καθ'ου η αίτηση») διεκδικεί από τον εναγόμενο-αιτητή («ο αιτητής») διάφορα ποσά, συμποσούμενα στις €13.173,
  2. Πρόκειται για οφειλές του αιτητή προς την Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας («η Υπηρεσία Φ.Π.Α.») για φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 30.11.
  3. Ο αιτητής παρουσιάζεται ως επαγγελματίας υποκείμενος σε καταβολή φόρου προστιθέμενης αξίας («φ.π.α.), εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο την 1.11.
  4. Οι επίδικες οφειλές του αιτητή παρουσιάζονται να προέκυψαν κατ΄ εφαρμογήν του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και αναλύονται ως εξής: α) €436,97 ως ο φ.π.α. για τη φορολογική περίοδο από την 1.9.05 έως και την 30.11.05, β) €317,22 ως η πρόσθετη επιβάρυνση για φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 30.11.05, γ) €5.023,26 ως η χρηματική επιβάρυνση για τις φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 30.9.99, δ) €968,21 ως άλλες επιβαρύνσεις για τις φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 31.1.98 και από την 1.9.05 έως και την 30.11.05 και ε) €6.427,83 ως ο τόκος για φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 30.11.
  5. Ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη, καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας, επιμαρτυρεί πως επίσημο αντίγραφο του επίδικου κλητηρίου εντάλματος επεδόθηκε προσωπικώς στον αιτητή στις 20.1.11, ο οποίος, μάλιστα, υπέγραψε δεύτερο σχετικό αντίγραφο. Ο αιτητής δεν εμφανίσθηκε στη διαδικασία και στις 14.4.11 εξεδόθηκε εναντίον του απόφαση για το ποσόν των €13.173,49, επιπλέον τόκους και έξοδα («η απόφαση ημερ. 14.4.11»). Ας σημειωθεί πως για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής του, ο καθ'ου η αίτηση παρουσίασε κατάσταση καταγράφουσα πληροφορίες για τον αιτητή ως επαγγελματία οδηγό φορτηγού. Η κατάσταση αυτή αναφέρει πως ο αιτητής ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα ως εργαζόμενος αυτοτελώς και πως είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. από την 1.11.97 (δείτε το τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Σωφρόνη Αντωνίου ημερ. 13.4.11, η οποία ευρίσκεται καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας). Για τον ίδιο σκοπό, ο καθ'ου η αίτηση παρουσίασε «Αναλυτική κατάσταση των οφειλών ανά φορολογική περίοδο». Η κατάσταση αυτή παρουσιάζει τον αιτητή να μην οφείλει φ.π.α. για τις φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 30.9.
  6. Για τις φορολογικές αυτές περιόδους ο αιτητής παρουσιάζεται να οφείλει μόνον πρόσθετες, χρηματικές και άλλες επιβαρύνσεις καθώς και τόκο. Ο αιτητής παρουσιάζεται να οφείλει φ.π.α. μόνον για την φορολογική περίοδο από την 1.9.05 έως και τις 30.11.05 (δείτε το τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του Σωφρόνη Αντωνίου ημερ. 13.4.11 η οποία ευρίσκεται καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας). Στις 25.7.11 ο αιτητής κατεχώρισε την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») διά της οποίας επιδιώκει τον παραμερισμό και ή την ακύρωση της απόφασης ημερ. 14.4.
  7. Επικαλείται την Δ.17 θ.θ.10 και 11 και τη Δ.48 θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομία Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του αιτητή ημερ. 25.7.11 το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζεται ως εξής: Κατά το έτος 1997 ο αιτητής, επαγγελματίας οδηγός φορτηγού, εργοδοτείτο από εταιρεία η οποία ανέλαβε να διευθετήσει την καταβολή του οφειλομένου από αυτόν φ.π.α. αποκόπτοντας το ανάλογο ποσόν από το μισθό του. Περί τον Απρίλιο του έτους 2000 ο αιτητής ενεγράφηκε ατομικώς στο σχετικό μητρώο και ο τότε διευθυντής της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. κ. Τρυφωνίδης τον διαβεβαίωσε πως ουδέν ποσόν όφειλε για τις φορολογικές περιόδους από το έτος 1997 έως και το έτος
  8. Παρά ταύτα, η Υπηρεσία Φ.Π.Α. του απέστελλε ειδοποιήσεις για επιβολή προστίμων λόγω εκκρεμουσών οφειλών του. Περί το έτος 2005 μετέβηκε αυτοπροσώπως στην Υπηρεσία Φ.Π.Α για να διερευνήσει το ζήτημα. Η κα Αιμιλιανίδου, νέα διευθύντρια της Υπηρεσίας Φ.Π.Α., τον διαβεβαίωσε εκ νέου πως ουδέν ποσόν όφειλε. Όμως, η Υπηρεσία Φ.Π.Α. εξακολουθούσε να του αποστέλλει ειδοποιήσεις τις οποίες αυτός αγνοούσε γιατί «.Δεν εσκέφθηκ(ε) ότι θα του έστελλαν ειδοποιήσεις για οποιαδήποτε οφειλή τη στιγμή που όλα είχαν διακανονιστεί και ειδικά από τη στιγμή που είχ(ε) επιβεβαιωθεί διά στόματος δύο διευθυντών του Φ.Π.Α.» (δείτε στην παρα. 4 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ημερ. 25.7.11). Όσον αφορά στην παράλειψή του να εμφανισθεί κατά την εκδίκαση της προκείμενης αγωγής, ο αιτητής ισχυρίζεται, επί λέξει, τα εξής: «
  9. Όταν περί το τέλος Ιανουαρίου 2011 ήρθε ένας κύριος και μου έδωσε μια επιστολή, εγώ δεν κατάλαβα ότι ήτο αγωγή και ούτε ο ίδιος με ενημέρωσε τι ακριβώς μου έδιδε. Μου είπε απλά να υπογράψω και έτσι έκανα. Μου έδωσε το ένα αντίτυπο και έφυγε. Βασισμένος στις διαβεβαιώσεις των κ.Τρυφωνίδη και κ. Αιμιλιανίδου αγνόησα την επιστολή εφόσον υπέθεσα ότι ήτο ακόμη μια εκ παραδρομής επιστολή από το ΦΠΑ.
  10. Σας διαβεβαιώ οτι εαν γνώριζα τι ακριβώς ήτο εκείνο το έγγραφο που μου έδωσε θα εμφανιζόμουν ενώπιων του Δικαστηρίου για να ζητήσω κάποιο χρόνο να αναθέσω την υπόθεση μου σε δικηγόρο. Για κανένα λόγο δεν θα επεδύκνεια αδιαφορία για την αγωγή ώστε να φτάσει στον βαθμό της ασυγχώρητης και προσβλητικής σε βαθμό καταφρόνησης προς την δικαστική διαδικασία και προς το Δικαστήριο σας.
  11. Περαιτέρω θα ήθελα να αναφέρω οτι δεν υπήρξε υπέρμετρη και/η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσης αφου μόλις στις 15/06/2011 με πληροφόρησε Δικαστικός Επιδότης ότι υπάρχει δικαστική υπόθεση εναντίον μου. Αργότερα έμαθα ότι είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον μου για την εν λόγω υπόθεση στις 14/4/
  12. Επικοινώνησα τότε με τους δικηγόρους μου, οι οποίοι και καταχώρισαν άμεσα την παρούσα Αίτηση.» (δείτε στις παρα. 5 έως και 7 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ημερ. 25.7.11). Τέλος, ο αιτητής ισχυρίζεται πως έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής εφ' όσον ο καθ'ου η αίτηση κωλύεται να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις και/ή έχει αποποιηθεί του σχετικού δικαιώματος του ένεκα της συμπεριφοράς των αρμοδίων και των προηγουμένων διαβεβαιώσεών τους περί εξόφλησης. Αυτές οι συμπεριφορές και οι διαβεβαιώσεις τον οδήγησαν να πιστεύει «ότι η οφειλή είχε δεόντως εξοφληθεί.και δεν έδωσ(ε) σημασία σε μετέπειτα αλληλογραφία του Εφόρου Φ.Π.Α.» Αυτές οι συμπεριφορές και οι διαβεβαιώσεις τον οδήγησαν να πιστεύει «ότι οι επιστολές που (του) αποστέλλοντο ήτο εκ παραδρομής και ότι η οφειλή του ήτο εξοφλημένη» (δείτε στην παρα. 8 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ημερ. 25.7.11). Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση του καθ'ου η αίτηση. Αυτή κατεχωρίστηκε στις 29.1.11 και οι λόγοι της έχουν ως εξής: (α) Η αίτηση κατεχωρίστηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (β) Δεν υπεδείχθηκε σοβαρός και ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη του αιτητή να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. (γ) Δεν υπεδείχθηκε καλόπιστη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της συνηγόρου του καθ'ου η αίτηση η οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και επικρίνει, ως στερούμενα σοβαρότητας, τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται για την παράλειψή του να εμφανισθεί στη διαδικασία. Η κα Νικολαϊδου επισημαίνει πως το κλητήριο ένταλμα, αντίγραφο του οποίου επεδόθηκε στον αιτητή, αναγράφει με σαφήνεια τις συνέπειες τυχόν παράλειψής του να εμφανισθεί στη διαδικασία. Επισημαίνει, επίσης, το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο αιτητής έλαβε πληθώρα ειδοποιήσεων σχετικών με τις οφειλές του χωρίς αυτός να αντιδράσει. Κατόπιν αδείας ο αιτητής κατεχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 19.4.
  13. Διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του ο αιτητής επαναλαμβάνει τους κεντρικούς ισχυρισμούς του πως για την περίοδο από το έτος 1997 έως το 1999 η εταιρεία στην οποία εργοδοτείτο απέκοπτε, από το μισθό του, τον ανάλογο φ.π.α. και τον κατέβαλλε εκ μέρους του στην Υπηρεσία Φ.Π.Α, πως η πρακτική αυτή ήταν αποδεχτή από την Υπηρεσία Φ.Π.Α. και πως εφαρμόσθηκε έως και το έτος 2000 και πως μόλις περί το έτος 2000 η Υπηρεσία Φ.Π.Α. τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να εγγραφεί ο ίδιος ατομικώς στο σχετικό μητρώο. Ο αιτητής συνεχίζει ισχυριζόμενος πως η ατομική εγγραφή του στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. πραγματοποιήθηκε στις 4.4.00, οπότε και απέκτησε τον αριθμό μητρώου 00123574Κ και όχι την 1.11.1997, ως ο καθ'ου η αίτηση αναφέρει. Τέλος, διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του ημερ. 19.4.12 ο αιτητής παρουσιάζει στοιχεία τα οποία επιμαρτυρούν το γεγονός πως στις 10.4.00 αυτός κατέβαλε τα πληρωτέα ποσά φ.π.α. τα οποία αφορούν στις φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και τις 29.2.00 (τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή ημερ. 19.4.12). Είναι χρήσιμο να σημειώσω τα ακόλουθα εν σχέσει με το θεσμοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασης της αιτήσεως ως η επίδικη: Η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις οι οποίες εξεδόθηκαν ερήμην (Δ.26 θ.14 και Δ.17 θ.10) είναι διακριτική. Γνώμονα αποτελεί η ανάγκη να εξισορροπηθούν αφ' ενός το δικαίωμα κάθε διαδίκου να ακουσθεί και αφ' ετέρου η ανάγκη προόδου και αποπεράτωσης της δίκης χωρίς προσκόμματα [Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)

(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1936, 1941]. Για να επιτύχει η αίτηση, ο εκάστοτε αιτητής θα πρέπει είτε να αποδείξει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή, οπότε η δικαστική απόφαση θα ακυρωθεί ex debito juisticiae (Γεωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 247, 250) είτε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο και να δώσει πειστικές εξηγήσεις για την παράλειψή του να εμφανισθεί κατά τη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής [Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (ανωτέρω) 1941-3, «Βόθροτεξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 339, 344]. Στη δεύτερη περίπτωση, η προϋπόθεση για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου και η προϋπόθεση για ύπαρξη καλού λόγου για την παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί, είναι σωρευτικές. Για την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου δεν απαιτείται απόδειξη των σχετικών γεγονότων. Είναι αρκετό να εγερθούν τα ζητήματα, οπότε το Δικαστήριο τα εξετάζει χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία τους και χωρίς να αξιολογεί τη σχετική μαρτυρία [Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774, 1779]. Περαιτέρω, ακόμη και εάν αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να απορρίψει αίτηση για παραμερισμό απόφασης, εκδοθείσας ερήμην, εάν διαπιστώσει πως ο αιτητής παρέλειψε να εμφανισθεί στη διαδικασία εκδίκασης της εναντίον του υπόθεσης χωρίς αποχρώντα λόγο. Η χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη του εναγομένου να εμφανισθεί σε δικαστική διαδικασία η οποία τον αφορά καθώς και η χωρίς αποχρώντα λόγο καθυστέρηση του εναγομένου να αποταθεί για τον παραμερισμό απόφασης η οποία εξεδόθηκε εναντίον του ερήμην δυνατόν να συνιστούν απόρροιες μιας περιφρονητικής στάσης απέναντι στο Δικαστήριο. Τέτοια στάση είναι ασυγχώρητη και όπου παρατηρείται το Δικαστήριο μπορεί, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση [Milouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, «Βόθροτεξ» Λτδ ν. Φαντάκη (ανωτέρω), 343]. Δεδομένων των όσων ο αιτητής ισχυρίζεται είναι προφανές πως στην προκείμενη υπόθεση ό,τι ενδιαφέρει είναι η σωρευτική συνδρομή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης και καλού λόγου για την παράλειψη εμπρόθεσμης εμφάνισής του στη διαδικασία. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Έχω εξετάσει με προσοχή τα επίδικα νομικά ζητήματα, λαμβάνοντας υπ' όψιν και τα όσα οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν αγορεύοντας. Έχω δε διεξέλθει τη μαρτυρία: Παρατηρώ, κατ' αρχάς, πως τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται εν σχέσει με την παράλειψή του να εμφανισθεί στη διαδικασία είναι, πράγματι, απλοϊκά και καθόλου πειστικά προσχήματα. Ο αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι είναι αναλφάβητος και ούτε ισχυρίζεται ότι στερείται αντίληψης και εμπειριών. Αντιθέτως, επί τη βάσει των όσων ο ίδιος δηλώνει προκύπτει πως αυτός είναι έμπειρος επαγγελματίας και διαθέτει αντίληψη, πρωτοβουλία και ικανότητες. Ένας τέτοιος επαγγελματίας δεν μπορεί, στη συνέχεια, να ισχυρίζεται πως, παρά την επί έτη συνεχή λήψη ειδοποιήσεων από την Υπηρεσία Φ.Π.Α., οι οποίες αφορούσαν σε οφειλές του και πρόστιμα, και παρά την προσωπική επίδοση της εναντίον του προκείμενης αγωγής, δεν θορυβήθηκε και συνέχισε να θεωρεί το ζήτημα λήξαν γιατί αυτό το διαβεβαίωσαν προφορικώς αρμόδιοι. Ο αιτητής επιχειρεί ανεπιτυχώς να παρουσιάσει, ως φυσιολογικές και δικαιολογημένες, τις επίδικες παραλείψεις και την επίδικη αδράνειά του. Όμως, αυτές οι παραλείψεις και αυτή η αδράνεια δεν προσιδιάζουν στη φυσιογνωμία του ως επαγγελματία ενήμερου για τις φορολογικές του υποχρεώσεις ο οποίος, μάλιστα, είναι τόσον ικανός και δυναμικός ώστε να συζητεί ο ίδιος απευθείας με δύο διευθυντές της αρμόδιας δημόσιας Υπηρεσίας Φ.Π.Α. προς το σκοπό διευθέτησής τους. Τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται, ως δικαιολογία για την παράλειψή του να εμφανισθεί στη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής, απορρίπτονται. Γεγονός παραμένει πως, παρά το ότι ο αιτητής έλαβε προσωπικώς αντίγραφο του επίδικου κλητηρίου εντάλματος την 20.1.11, αυτός παρέμεινε αδρανής. Αντέδρασε μόνον όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον δικαστικό επιδότη. Εάν ο αιτητής σεβόταν τις δικαστικές διαδικασίες και το ίδιο το Δικαστήριο και εάν αυτός σεβόταν τα νόμιμα δικαιώματα του αντιδίκου του θα μεριμνούσε να συμμετάσχει στη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής ως η δικονομία προβλέπει. Η επίδικη συμπεριφορά του αιτητή είναι περιφρονητική απέναντι στις δικαστικές διαδικασίες και το ίδιο το Δικαστήριο και δηλώνει αδιαφορία για τα νόμιμα συμφέροντα του αντιδίκου του. Αυτή η συμπεριφορά είναι ασυγχώρητη και αφ' εαυτής δικαιολογεί την άρνηση παραμερισμού της απόφασης ημερ. 14.4.
  1. Παρά το ότι η διαπίστωσή μου αυτή καθορίζει την τύχη της αίτησης, εντούτοις, θα προχωρήσω να εξετάσω και την προϋπόθεση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης: Σημειώνω πως η επιτυχία της προβαλλόμενης, από τον αιτητή, υπεράσπισης προϋποθέτει την αποδοχή της κεντρικής του θέσης πως η ατομική εγγραφή του στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. ισχύει από το έτος 2000 και όχι από το έτος 1997, ως η θέση και η μαρτυρία του καθ'ου η αίτηση (δείτε τα τεκμήρια Α και Β στην ένορκη δήλωση του Σωφρόνη Αντωνίου ημερ. 13.4.11 η οποία ευρίσκεται καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας). Και αυτό γιατί η επίδικη απαίτηση συναποτελείται και από τις επιβαρύνσεις (πρόσθετες, χρηματικές και άλλες) και τους τόκους που επεβλήθηκαν στον αιτητή με δεδομένο την ατομική εγγραφή του στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. από την 1.11.97 (δείτε στο τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του Σωφρόνη Αντωνίου ημερ. 13.4.11 η οποία ευρίσκεται καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας). Όμως, η νομιμότητα της απόφασης του καθ'ου η αίτηση να εγγράψει τον αιτητή στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. από το έτος 1997 δεν μπορεί να αποτελεί το αντικείμενο της προκείμενης αγωγής. Τέτοια απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική απόφαση η οποία ελέγχεται, ως προς τη νομιμότητά της, μόνον στα πλαίσια προσφυγής καταχωρισθείσας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εφ' όσον δεν υπάρχει ενώπιόν μου ισχυρισμός πως η απόφαση του καθ'ου η αίτηση να εγγράψει ατομικώς τον αιτητή στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. από το έτος 1997 έχει ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ή έχει ανακληθεί (από τη διοίκηση), τότε η απόφαση αυτή τεκμαίρεται νόμιμη και ισχυρή και παράγει έννομες συνέπειες. Μεταξύ των δια νόμου προβλεπόμενων συνεπειών της εγγραφής στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. είναι και η επιβολή επιβαρύνσεων (πρόσθετων, χρηματικών και άλλων) καθώς και τόκων στις περιπτώσεις παραβίασης της σχετικής νομοθεσίας (δείτε την απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση αρ. 2803 Καλαπαλίκκης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 20.9.01 και την απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση αρ 2876 Ελευθερίου ν. Δημοκρατίας ημερ. 29.10.01). Συναφώς επισημαίνω πως από τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει πως αυτός γνώριζε τουλάχιστον από τις 10.4.00 για την απόφαση του καθ'ου η αίτηση να τον εγγράψει ατομικώς στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. για την φορολογική περίοδο από την 1.11.97 έως και την 31.3.
  2. Παραπέμπω στην φορολογική δήλωση την οποίαν υπέβαλε ο αιτητής στις 10.4.00, υπογεγραμμένη από τον ίδιο, και η οποία αφορά στην φορολογική περίοδο που αρχίζει την 1.11.97 και λήγει στις 31.3.
  3. Στη δήλωση αυτή, η οποία επισυνάπτεται ως μέρος του τεκμηρίου 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή ημερ. 19.4.12, καταγράφεται και ο αριθμός εγγραφής του στο σχετικό μητρώο: 00123574Κ. Με άλλα λόγια, η κατά τεκμήριον νόμιμη, έγκυρη και ισχυρή απόφαση του καθ'ου η αίτηση να εγγράψει τον αιτητή ατομικώς στο μητρώο της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. από την 1.11.97 καθιστά την υπεράσπιση που αυτός προβάλλει εν σχέσει με τις φορολογικές του υποχρεώσεις για τις φορολογικές περιόδους από την 1.11.97 έως και την 30.9.99 προδήλως αβάσιμη. Ας σημειωθεί πως για το μέρος της επίδικης απαίτησης το οποίο αφορά στην φορολογική περίοδο από την 1.9.05 έως και την 30.11.05 και το οποίο συναποτελείται από τον πληρωτέο, για την περίοδο αυτή, φ.π.α., τις σχετικές επιβαρύνσεις (πρόσθετη και άλλες) και το σχετικό τόκο (δείτε στο τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του Σωφρόνη Αντώνη ημερ. 13.4.11 η οποία ευρίσκεται καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας) ο αιτητής ουδεμία υπεράσπιση προβάλλει. Κατά συνέπειαν, ατελέσφοροι καταλήγουν και οι ισχυρισμοί του αιτητή οι οποίοι τείνουν να θεμελιώσουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερ. 25.7.11 αποτυγχάνει. Η αίτηση ημερ. 25.7.11 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 25.7.11, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος - καθ' ου η αίτηση και εναντίον του εναγομένου-αιτητή. (Υπ.)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.