Bristol-Myers Squibb Α.Ε. ν. Akis Panayiotou Sons Ltd, Αρ. Αγωγής: 8199/11, 18/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8199/11 Μεταξύ: Bristol-Myers Squibb Α.Ε., από την Ελλάδα Ενάγουσας και Akis Panayiotou & Sons Ltd, από την Κύπρο Εναγόμενης ----- Αίτηση ημερ. 19.12.2011 για αναστολή και παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Μαΐου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-εναγόμενη: κα Χαραλάμπους για Προύντζο & Προύντζο Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα: κ. Κυπριανού με κ. Χαραλάμπους για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια-εναγόμενη επιζητεί την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και λόγω κατάχρησης της διαδικασίας καθώς και την αναστολή κάθε διαδικασίας στην παρούσα αγωγή λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο και/ή το αρμόδιο (forum non conveniens) για να εκδικάσει την αγωγή (αιτητικά Γ, Δ και Ε της αίτησης). Κατά την ακρόαση της αίτησης και μετά την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος τροποποίησης του τίτλου της αγωγής ώστε η εναγόμενη να καταγράφεται ως «Akis Panayiotou & Son Ltd» αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν τα αιτητικά Α και Β της αίτησης. Με την αγωγή που καταχωρήθηκε στις 12.12.2011 από την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα, αξιώνεται αφενός διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να υπογράψει κάθε απαραίτητο έγγραφο και να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια ώστε να μεταβιβαστούν στην ενάγουσα ή σε πρόσωπο που αυτή θα υποδείξει, οι άδειες κυκλοφορίας των φαρμακευτικών προϊόντων τις οποίες παραθέτει και που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο Φαρμάκων του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατέχει η εναγόμενη καθώς και αποζημιώσεις ύψους €478.350 που αντιστοιχούν στην μείωση των κερδών της ενάγουσας για τα έτη 2009, 2010 και 2011 μέχρι σήμερα, ως επίσης και ειδικές, γενικές και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η ενάγουσα και η εναγόμενη είχαν εμπορική συνεργασία για πολλά χρόνια δυνάμει συμφωνιών βάσει των οποίων η εναγόμενη ήταν, μεταξύ άλλων, και υπεύθυνη για την προώθηση και την πώληση στην Κύπρο φαρμακευτικών προϊόντων που παρήγαγε η ενάγουσα. Η τελευταία συμφωνία, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, υπογράφηκε την 1.4.2005 και η ισχύς της τερματίστηκε και/ή έληξε αυτόματα περί τις 30.6.2009, μετά δε τον τερματισμό της οι διάδικοι δεν έχουν οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση ή συνεργασία μεταξύ τους. Κατά τον χρόνο ισχύος της υπό αναφορά εμπορικής σχέσης και/ή των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, η εναγόμενη μετά από αίτηση της στην αρμόδια αρχή εξασφάλισε άδειες κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται, και οι οποίες είναι απαραίτητες βάσει του σχετικού Νόμου ώστε να διατίθενται νόμιμα τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα και να προωθούνται οι πωλήσεις τους στην Κύπρο. Ο λόγος που η ενάγουσα επέτρεψε στην εναγόμενη στα πλαίσια της συνεργασίας τους να εξασφαλίσει τις εν λόγω άδειες κυκλοφορίας ήταν ότι κατά τον χρόνο έναρξης της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων η σχετική νομοθεσία στην Κύπρο επέτρεπε μόνο σε Κυπριακή εταιρεία να κατέχει άδειες κυκλοφορίας των φαρμάκων. Μετά την τροποποίηση της εν λόγω νομοθεσίας επιτρέπεται πλέον και σε εταιρείες, που είναι εγγεγραμμένες σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ζητούν και να εγγράφονται ως κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων στην Κύπρο. Μετά τις 30.6.2009 που έληξε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και έπαυσαν πλέον να έχουν οποιαδήποτε εμπορική σχέση μεταξύ τους, προέκυψε η υποχρέωση της εναγόμενης να μεταβιβάσει τις υπό αναφορά άδειες κυκλοφορίας στην ενάγουσα ή σε πρόσωπο που αυτή θα υποδείκνυε, όπως η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη με τις επιστολές της ημερομηνίας 10.9.2009, 22.10.2009, 23.10.2009 και 2.5.2011. Η εναγόμενη αρνείται να συμμορφωθεί με το αίτημα της ενάγουσας και παραμένει ως εγγεγραμμένη κάτοχος των αδειών κυκλοφορίας ενάντια στη θέληση της ενάγουσας, η οποία υφίσταται σημαντικές ζημιές και απώλειες, λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, μέσα στα πλαίσια της γενικότερης μείωσης των πωλήσεων των φαρμακευτικών προϊόντων και εφόσον δεν είναι εφικτή η προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της ενάγουσας στην Κύπρο, αλλά και με επακόλουθο το Κυπριακό κοινό, στον τομέα της δημόσιας υγείας, να λαμβάνει μειωμένο επίπεδο υπηρεσιών σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα λόγω αδυναμίας παροχής από την ενάγουσα προς τον αρμόδιο φορέα συγκεκριμένων ουσιωδών πληροφοριών για τα προϊόντα αυτά. Παραθέτοντας, επίσης, λεπτομέρειες που δικαιολογούν την επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων υπέρ της, η ενάγουσα αξιώνει ως η απαίτηση της. Η αιτήτρια-εναγόμενη μετά την επίδοση σ' αυτήν του κλητηρίου εντάλματος με την έκθεση απαίτησης στις 12.12.2011, καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία στις 19.12.2011 μαζί με την υπό κρίση αίτηση. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1, Δ.2, Δ.5 θ.7, Δ.9, Δ.16 θ.θ.3 και 9, Δ.33 θ.10, Δ.48 θ.θ.1-3, 8 και 9 και Δ.64, στα άρθρα 21 και 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 23 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο Άκης Παναγιώτου, διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, αναφέρεται στο ιστορικό καταχώρησης της υπό κρίση αγωγής και της παρούσας αίτησης. Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της εναγόμενης, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω του ότι οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που προέκυπτε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους, η εν λόγω διαφορά θα εκδικάζετο στην Ελλάδα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο μέρους της αρχικής συμφωνίας που υπογράφηκε από τα μέρη, όπου αναγράφεται ρητά ότι η εν λόγω συμφωνία διέπεται αποκλειστικά από το Ελληνικό Δίκαιο και οποιαδήποτε διαφορά προκύψει θα εκδικάζεται στα Δικαστήρια της Αθήνας. Επισυνάπτει, επίσης, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της τελευταίας ανανέωσης της αρχικής συμφωνίας των μερών, όπου αναγράφεται και πάλι ρητά ότι η συμφωνία εξακολουθεί να διέπεται από το Ελληνικό Δίκαιο. Περαιτέρω, βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 23
(1)(α), όταν τα μέρη συμφωνήσουν γραπτώς πού θα εκδικάζουν οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ τους βάσει της συμφωνίας τους, το Δικαστήριο που επιλέγουν έχει διεθνή δικαιοδοσία που είναι και αποκλειστική δικαιοδοσία. Συνεπεία των πιο πάνω είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή και αυτή θα πρέπει να παραμεριστεί. Όπως, επίσης, συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της εναγόμενης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή λόγω του ότι έχει ήδη καταχωρηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Ελλάδας η αγωγή με αρ. 6584/2010 ημερομηνίας 17.6.2010, που αφορά, μεταξύ άλλων, τον παράνομο τερματισμό της συμφωνίας από την ενάγουσα (αντίγραφο της αγωγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η παρούσα αγωγή εμπίπτει στο πλαίσιο του αντικειμένου που αφορά η προαναφερθείσα καταχωρηθείσα στο Ελληνικό Δικαστήριο αγωγή και η ενάγουσα λανθασμένα ισχυρίζεται ότι έχει αξιώσεις εναντίον της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή εφόσον δεν αποφασίστηκε ακόμη κατά πόσο η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τερματίστηκε παράνομα ή όχι, ώστε να μπορεί η εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της εναγόμενης ο ενόρκως δηλών, η ενάγουσα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής προβαίνει σε κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον δεν είναι δυνατό να εκδικάζονται δύο αγωγές με το ίδιο αντικείμενο σε δύο Δικαστήρια ταυτόχρονα και επιπρόσθετα το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο και το αρμόδιο (forum non conveniens) να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εφόσον τα μέρη έχουν συμφωνήσει γραπτώς ότι το καταλληλότερο και πιο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής είναι το Δικαστήριο της Αθήνας, ζητά δε τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 5.3.2012 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, που βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1 θ.2, Δ.2, Δ.5 θ.θ.1, 2, 7 και 9, Δ.6, Δ.9 θ.θ.1, 5 και 6, Δ.16 θ.θ.3 και 9, Δ.19 θ.θ.4 και 26, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.10, Δ.48 θ.θ.1-9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, καθώς και στην πρακτική, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται δε οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - η ρήτρα δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων που επικαλείται η αιτήτρια με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2005 δεν βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον η συμφωνία αυτή έληξε στις 30.6.2009 και τόσο κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής όσο και σήμερα δεν υπάρχει σε ισχύ οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε συμβατική σχέση - η εν λόγω ρήτρα δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση εφόσον η βάση της αγωγής της ενάγουσας δεν στηρίζεται στην προαναφερθείσα συμφωνία των διαδίκων - τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής δεν θα επιλυθούν με αναφορά στην ερμηνεία της συμφωνίας - διαζευκτικά των πιο πάνω, η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της εφόσον δεν έχει προσκομίσει αντίγραφο της συμφωνίας, την οποία επικαλείται, έχοντας καταθέσει ως Τεκμήριο 2 μέρος αυτής - κανένα άλλο Δικαστήριο πλην των Κυπριακών Δικαστηρίων δεν έχει δικαιοδοσία επίλυσης της επίδικης διαφοράς των διαδίκων - τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή εφόσον η εναγόμενη είναι Κυπριακή εταιρεία και η Κύπρος είναι το καταλληλότερο μέρος για την επίλυση της επίδικης διαφοράς δεδομένου ότι η εναγόμενη έχει την έδρα της στην Κυπριακή Δημοκρατία, που είναι ο τόπος όπου θα εκτελεστεί η απόφαση του Δικαστηρίου σε πιθανή επιτυχία της αγωγής - η αγωγή έχει ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο δεσμό με την Κύπρο σε ό,τι αφορά τη βολικότητα, τη δαπάνη της δίκης και το διαθέσιμο των μαρτύρων - η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως ζήτημα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων - άνευ βλάβης των πιο πάνω, αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει έγκυρη συμφωνία σε ισχύ καθώς και ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, αυτή υπόκειται σε εξαιρέσεις και η παρούσα υπόθεση είναι τέτοιας φύσεως ώστε θα πρέπει να παραγκωνιστεί η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας - το άρθρο 23(α) του Κανονισμού (ΕΚ) αρ.44/2001 που επικαλείται η αιτήτρια δεν εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση εφόσον καμία συμφωνία που να δεσμεύει τους διαδίκους δεν υπάρχει σε ισχύ και - η αγωγή που καταχωρήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, η οποία δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ίδιας ημερομηνίας, ο Μιχάλης Χαραλάμπους, δικηγόρος που συνεργάζεται με το γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την ενάγουσα, αναφέρει ότι έχει γνώση των γεγονότων από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφορίες που έλαβε από άλλους δικηγόρους του εν λόγω γραφείου που την χειρίζονται, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης και αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Υποστηρίζει ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας περί αρμοδιότητας των Δικαστηρίων Αθηνών δεν εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση, όπως παραπλανητικά αναφέρει η αιτήτρια, καθότι αφενός η συμφωνία ημερομηνίας 28.12.2005 έληξε στις 30.6.2009 (βλ. παράγραφο 1 του Τεκμηρίου 3 της αίτησης), όπως αυτό άλλωστε αναφέρεται και στην αγωγή που κατέθεσε η αιτήτρια στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ. Τεκμήριο 4 της αίτησης), με την οποία η αιτήτρια αξιώνει αποζημιώσεις που ως ισχυρίζεται απορρέουν από τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 4 αναφέρεται ότι η σύμβαση δεν παρατάθηκε ή ανανεώθηκε και η εναγόμενη (δηλαδή η καθ' ης η αίτηση της υπό κρίση αίτησης) με την από 1.7.2009 επιστολή της γνωστοποίησε στην αιτήτρια ότι δεν είχε πρόθεση να ανανεώσει την μεταξύ τους σύμβαση, όπως επανέλαβε και στην από 7.7.2009 επιστολή της. Επίσης, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής δεν θα επιλυθούν με αναφορά στην ερμηνεία της συμφωνίας γιατί δεν έχουν καμία σχέση με αυτήν και η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της εφόσον δεν προσκόμισε αντίγραφο ολόκληρης της υπό αναφορά συμφωνίας. Ακόμη, το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση έχει ως βάση την άρνηση της αιτήτριας να μεταβιβάσει τις άδειες κυκλοφορίας των φαρμάκων που δικαιωματικά ανήκουν στην καθ' ης η αίτηση, τις οποίες η αιτήτρια είναι υποχρεωμένη να μεταβιβάσει στην καθ' ης η αίτηση εφόσον έληξε η οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης που εκκρεμεί στην Ελλάδα. Δεδομένου ότι η αιτήτρια, με την αγωγή που καταχώρησε στην Αθήνα, παραδέχεται ότι η συμφωνία που περιείχε την ρήτρα δικαιοδοσίας δεν ανανεώθηκε και δεν βρίσκεται σε ισχύ πλέον, είναι άξιο απορίας το ότι επικαλείται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων. Για τον ίδιο λόγο δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 23 (α) του Κανονισμού (ΕΚ) αρ.44/2001 του Συμβουλίου για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές εμπορικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως ζήτημα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, τα οποία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για την επίλυση της επίδικης διαφοράς και το παρόν Δικαστήριο είναι το καταλληλότερο μέρος (forum of convenience) για την επίλυση της, ως αναφέρεται και στους σχετικούς λόγους της ένστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 2.1 του εν λόγω Κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται στα Δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους και οι άδειες κυκλοφορίας, που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής εκδόθηκαν από το Συμβούλιο Φαρμάκων του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου και είναι καταχωρημένες σε σχετικό μητρώο. Άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων του, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι υπάρχει σε ισχύ συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που περιέχει ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας, υπάρχουν παράγοντες, δηλαδή, ο τόπος διάρρηξης της συμφωνίας που είναι η Κύπρος, το γεγονός ότι οι μάρτυρες βρίσκονται στην Κύπρο και το γεγονός ότι η απόφαση θα εκτελεστεί εναντίον Κυπριακής εταιρείας, που είναι τόσο ισχυροί ώστε, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να παραγκωνιστεί αυτή η ρήτρα και που συνηγορούν στο ότι θα είναι ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή η εκδίκαση της αγωγής στη Κύπρο. Άλλωστε, μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι ικανά και αρμόδια να διατάξουν την αιτήτρια να υπογράψει κάθε απαραίτητο έγγραφο και να προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια ώστε να μεταβιβαστούν στην καθ' ης η αίτηση ή σε πρόσωπο που αυτή θα υποδείξει, οι υπό αναφορά άδειες κυκλοφορίας φαρμάκων που παράνομα κατέχει η αιτήτρια. Ενόψει της αποτυχίας της αιτήτριας να καταδείξει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι τα κατάλληλα για εκδίκαση της διαφοράς σε σχέση με τα Δικαστήρια της Ελλάδας και δεδομένου ότι η καταχωρηθείσα αγωγή στο Δικαστήριο Αθηνών δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, θα πρέπει να κριθεί ότι η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με τη θέση, τέλος, ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες και η καταχωρηθείσα από την αιτήτρια αγωγή στην Αθήνα δεν μπορεί να αποστερήσει την καθ' ης η αίτηση από το δικαίωμα της να ζητήσει έννομη προστασία από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Κατά την ακρόαση της αίτησης καταχωρήθηκαν από τους συνηγόρους γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη της θέσης κάθε πλευράς αντίστοιχα με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία. Αποτελεί εισήγηση των συνηγόρων της αιτήτριας ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται στην υπό αναφορά συμφωνία των διαδίκων και στη μεταξύ τους συμβατική σχέση εφόσον η μη μεταβίβαση των αδειών κυκλοφορίας από την αιτήτρια-εναγόμενη προς την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα δεν έχει γίνει λόγω της εκκρεμοδικίας της αγωγής στο Δικαστήριο Αθηνών, στο οποίο έπρεπε να αποταθεί η καθ' ης η αίτηση για την απαίτηση της εναντίον της αιτήτριας λόγω της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων Αθηνών προς επίλυση των μεταξύ των διαδίκων διαφορών και σύμφωνα με το άρθρο 23
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον έχει το ίδιο αντικείμενο με την καταχωρηθείσα στην Αθήνα αγωγή και το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο προς εκδίκαση της υπόθεσης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Αντίθετα οι συνήγοροι της καθ' ης η αίτηση εισηγούνται ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση απαίτηση της έναντι της αιτήτριας σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και το άρθρο 2.1 του πιο πάνω Κανονισμού λόγω του ότι η αιτήτρια εδρεύει στην Κύπρο και η βάση της αγωγής έχει προκύψει καθ' ολοκληρίαν στην Κύπρο ενόσω η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συνεργασίας δεν ισχύει εφόσον έχει λήξει από τις 30.6.
- Βάση της υπό κρίση αγωγής αποτελεί, σύμφωνα με τους συνηγόρους της καθ' ης η αίτηση, αδικοπραξία της αιτήτριας και όχι αθέτηση συμβατικής της υποχρέωσης και συνεπώς η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 23 του Κανονισμού δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι ισχύει η επίδικη συμφωνία των μερών τα δεδομένα της υπόθεσης δικαιολογούν την εκδίκαση της στην Κύπρο, όπως αποδεικνύεται από όσα επικαλείται η καθ' ης η αίτηση. Η αγωγή που καταχωρήθηκε στην Αθήνα δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής ώστε να κριθεί ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η δε αιτήτρια δεν απέδειξε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το καταλληλότερο προς εκδίκαση της παρούσας αγωγής υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης. Αντίστοιχη της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αποτελεί την κύρια νομική βάση της παρούσας αίτησης, είναι η Δ.12 θ.30 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Στα Rules of the Supreme Court, Annual Practice 1952, σχετικά με τη Δ.12 θ.30 αναφέρονται τα εξής: « The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. ........ Although this Rule speaks of obtaining "an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings.» Και στη συνέχεια υπό τον τίτλο "Effect of Conditional Appearance" αναφέρεται ότι: «.....A defendant has the right to appear conditionally where he has a bona fide intention to dispute the jurisdiction of the Court...». Καθοριστικό για την τύχη της παρούσας αίτησης αποτελεί το κατά πόσο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας είναι δυνατόν να αποφασιστεί από το Δικαστήριο η ύπαρξη ή όχι κατά τόπο δικαιοδοσίας αναφορικά με την επίδικη διαφορά, νοουμένου ότι όλα τα γεγονότα τα οποία υπάρχουν και στα οποία θα βασιστεί το Δικαστήριο είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά ή έχουν αποδειχθεί από τον αιτητή, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.
- Η κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού καθορίζεται από το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (α) και (β) της παραγράφου 1, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει πρωτόδικη δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται αγωγών όταν είτε η βάση της αγωγής έχει προκύψει καθ΄ ολοκληρία ή εν μέρει μέσα στα όρια της επαρχίας του Δικαστηρίου, είτε ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε των εναγομένων κατά τον χρόνο που η αγωγή εγείρεται διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα στην επαρχία του Δικαστηρίου. Ως «βάση της αγωγής» στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της αγωγής και στις αγωγές εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ολόκληρη τη βάση της αγωγής, καθόσον βάση της αγωγής θεωρείται ότι έχει προκύψει μέσα στη δικαιοδοσία αν σ΄ αυτήν συνήφθη η σύμβαση ή επήλθε η διάρρηξη της συμφωνίας ανάλογα με την περίπτωση. Όπως έχει νομολογηθεί, η διαπίστωση του Δικαστηρίου κατά πόσο έχει δικαιοδοσία ή όχι να επιληφθεί μιας υπόθεσης θα πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό διότι δεν θα ήταν ορθό να προχωρεί στην εκδίκαση μιας υπόθεσης στην οποία υπάρχει το ενδεχόμενο να μην έχει εξουσία να το πράξει. (βλ. Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203). Θα πρέπει όμως, όλα τα γεγονότα τα οποία έχει το Δικαστήριο ενώπιον του για να αποφασίσει να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Θέμα δικαιοδοσίας καθ΄ ύλην και κατά τόπον, φυσικά, μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ανεξάρτητα του αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιαδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή. (βλ. Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240). Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 A.A.Δ. (E) 729, είναι όσα συνθέτουν την απαίτηση, πηγή δε αναζητήσεως τους είναι η έκθεση απαιτήσεως (βλ. και Μούρτζινος ν. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1160). Σύμφωνα με τη Δ.16 θ.9 είναι δυνατή η καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού κλητηρίου εντάλματος χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου. Η διαμαρτυρία του εναγόμενου ως προς κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του μπορεί να εκδηλωθεί και κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την παράλληλη λήψη οδηγιών για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντός τακτού χρονικού διαστήματος (βλ. σχετικά G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trad. Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.L.C. κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 1090). Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από το φάκελο η εναγόμενη-αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία στις 19.12.2011, καταχωρώντας ταυτόχρονα και την υπό κρίση αίτηση κατά την ίδια ημερομηνία. Εξετάζοντας την ουσία της αίτησης και τις εκατέρωθεν θέσεις, όπως αναλυτικά ήδη παρατέθηκαν, αποτελεί κοινό έδαφος ότι τους διαδίκους, εκ των οποίων η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα εδρεύει στην Ελλάδα και η αιτήτρια-εναγόμενη εδρεύει στη Λευκωσία στην Κύπρο, συνέδεε εμπορική συνεργασία σε σχέση με φαρμακευτικά προϊόντα βάσει συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2005 που ανανεώθηκε και έληξε οριστικά στις 30.6.2009 (βλ. Τεκμήριο 3 της αίτησης). Στο Τεκμήριο 2 της αίτησης, που προσήχθη ως μέρος της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων, καθορίζονται ως έχοντα αποκλειστική δικαιοδοσία τα Δικαστήρια της Αθήνας για την εν λόγω συμφωνία, η οποία θα διήπετο από τους νόμους της Ελλάδας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, η ανανέωση της συμφωνίας θα διήπετο και θα ερμηνεύετο σύμφωνα με τους νόμους της Ελλάδας. Δεν έχει αμφισβητηθεί, επίσης, εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια έχει καταχωρήσει σε Δικαστήριο της Αθήνας στις 17.6.2010 την αγωγή με αρ. 6584/2010 (Τεκμήριο 4 της αίτησης). Με την εν λόγω αγωγή η αιτήτρια, λόγω της μη ανανέωσης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας μετά τις 30.6.2009, απαιτεί από την καθ' ης η αίτηση το ποσό των €1.421.226,65, στο οποίο ανέρχονται επί μέρους αξιώσεις της ως αποζημίωση πελατείας, για διαφυγόντα κέρδη λόγω μη εκτέλεσης παραγγελίας της, λόγω καταχρηστικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της καθ' ης η αίτηση παραβαίνουσας τις αρχές της καλής πίστης και της εμπιστοσύνης καθώς και για διαφυγόντα κέρδη από την πώληση συγκεκριμένου φαρμάκου. Στη νομολογία γίνεται διάκριση μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώνεται ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας όπου το βάρος απόδειξης έχει ο ενάγων και της περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία όπου το βάρος απόδειξης έχει ο εναγόμενος (βλ. Cyprus Trad. Corp. Ltd v. Zim Israel Navig. Co. Ltd κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ ν. CLAPPAS TRADING HOUSE LTD, Πολ. Εφ. Αρ. 295/2008, ημερομηνίας 11.7.2011, «σε κάθε περίπτωση όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας δυνάμει της οποίας καθορίζεται ρήτρα δικαιοδοσίας, αυτή έχει ισχύ και κατά κανόνα εφαρμόζεται εκτός αν ο ενάγων αποδείξει ότι συντρέχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δικαιολογημένη τη μη εφαρμογή της. H απόφαση επί του προκειμένου εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου λαμβανομένων βεβαίως υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., τόμος 2, σελ. 24-28 και G.P. Michaelides & Sons Ltd v. Transmarcom N.V. κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 863, Trendtex Trading Corporation & Another v. Credit Suisse [1980] 3 All E.R. 721 και The Fehgmarn [1958] All E.R. 333).». Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία έχει λήξει και παρά την έλλειψη συμβατικής σχέσης μεταξύ τους, η εναγόμενη αρνείται να προβεί στη μεταβίβαση των αδειών κυκλοφορίας των φαρμακευτικών προϊόντων της ενάγουσας επ' ονόματι της. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει σε ισχύ οποιαδήποτε συμφωνία απορρέει και από την ίδια την αίτηση, τόσο από την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει όσο και από το Τεκμήριο 3 καθώς και από αναφορές της αιτήτριας στο Τεκμήριο 4. Ακόμη, δηλαδή, και από την αγωγή που η ίδια η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο Αθηνών (Τεκμήριο 4 της αίτησης) προκύπτει ότι δεν προβάλλει αξιώσεις έναντι της καθ' ης η αίτηση λόγω παράβασης της επίδικης συμφωνίας αλλά λόγω της μη ανανέωσης της. Δεν υποδείχθηκε, επίσης, από την αιτήτρια πώς η κατ' ισχυρισμόν της καθ' ης η αίτηση υποχρέωση μεταβίβασης των εν λόγω αδειών προέρχεται από παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ώστε η διαφορά της παρούσας αγωγής να διέπεται ή να πρέπει να επιλυθεί βάσει της συμφωνίας αυτής ούτε καν τέθηκε όλο το κείμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2005 ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα η καθ' ης η αίτηση κατέδειξε ότι η βάση της υπό κρίση αγωγής πηγάζει από την άρνηση της αιτήτριας να μεταβιβάσει τις άδειες κυκλοφορίας των φαρμάκων στη νόμιμη δικαιούχο τους, την ενάγουσα, λόγω ακριβώς του ότι δεν υφίσταται πλέον συμβατική σχέση και συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και απαιτεί αποζημιώσεις συνεπεία της άρνησης της αιτήτριας να το πράξει μετά τη λήξη της μεταξύ τους συμφωνίας, επικαλούμενη αδικοπραξία εκ μέρους της εναγόμενης και όχι αθέτηση συμβατικής της υποχρέωσης. Ως προς τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, που η αιτήτρια εισηγείται ότι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, στην απόφαση DIGIMED COMMUNICATIONS LTD v. NERA ASA κ.α., Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις 272/2007 και 273/2007, ημερομηνίας 6.5.2010, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενεργοποιήθηκε με την ενσωμάτωση του κοινοτικού κεκτημένου ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου. Με γνώμονα τις εισαγωγικές διατάξεις, οι «δικαστικές διαφορές που υπάγονται στον κανονισμό πρέπει να παρουσιάζουν σύνδεσμο με το έδαφος» (σκέψη
(8)). Επιδιώκεται ταυτοχρόνως με τη σκέψη
(11)η τήρηση της αρχής της «γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου». Παραλλήλως, οι πρόνοιες του κανονισμού δεν στοχεύουν να εξαφανίσουν «την αυτονομία των μερών μιας σύμβασης» για τον καθορισμό του αρμοδίου, για την επίλυση μιας διαφοράς, δικαστηρίου (σκέψη
(14)). Για ικανοποίηση των πιο πάνω σκοπών, το άρθρο 2.1 του Κανονισμού καθορίζει την τοπική δικαιοδοσία, που αναφύεται από την κατοικία του εναγομένου........ Κάτω από τον γενικό τίτλο «Ειδικές Διατάξεις» που περιλαμβάνεται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού και ειδικότερα στο εδάφιο 3, του άρθρου 5, γίνεται αναφορά σε «ένοχη αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία» που προσδίδει δικαιοδοσία στον τόπο όπου αυτές έχουν συμβεί.» Σύμφωνα με το άρθρο 23.1 του εν λόγω Κανονισμού, αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους-μέλους, συμφώνησαν ότι ένα Δικαστήριο ή τα Δικαστήρια κράτους-μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το Δικαστήριο αυτό ή τα Δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία που είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί με τους τρόπους που προνοείται στο εν λόγω άρθρο, όπως δε αναφέρεται στην υποπαράγραφο (α), είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση. Στην παρούσα υπόθεση, από το αναντίλεκτο ουσιαστικά γεγονός ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία έχει λήξει από τις 30.6.2009 συνάγεται ότι δεν υπάρχει σε ισχύ συμφωνία δεσμευτική μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν καταδείχθηκε ότι η επίδικη διαφορά προκύπτει από την μεταξύ των μερών συμφωνία, η οποία δεν έχει τεθεί στο σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχοντας κατά νου ότι η ενάγουσα βασίζει την αγωγή της σε αδικοπραξία εκ μέρους της εναγόμενης σε συνάρτηση με την έλλειψη συμβατικής σχέσης μεταξύ τους κρίνεται ότι δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας ως είναι η θέση της αιτήτριας, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 23
(1)(α) του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, ενόσω από τις προαναφερθείσες πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού προσδίδεται δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο, τόσο λόγω της έδρας της εναγόμενης στην Κύπρο όσο και λόγω του ότι στην Κύπρο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας. Περαιτέρω, εξετάζοντας το αίτημα της αιτήτριας για αναστολή της διαδικασίας λόγω του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, έγινε αναφορά στον θεμελιώδη κανόνα σε θέματα αναστολής που έθεσε η υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Consulex Ltd [1986] 3 All E.R. 843, σύμφωνα με τον οποίο, το καταλληλότερο είναι το forum στο οποίο μπορεί να εκδικαστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μια υπόθεση «for the interest of all the parties and for the ends of justice». Αυτό εξυπακούει έρευνα αν άλλο forum είναι πράγματι καταλληλότερο και αν λόγοι δικαιοσύνης συνηγορούν υπέρ της εκδίκασης από Αγγλικό δικαστήριο. Ο εναγόμενος έχει το βάρος απόδειξης όχι μόνο ότι το Αγγλικό, στην περίπτωση μας το Κυπριακό, Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο ή φυσικό forum, αλλά και ότι το εναλλακτικό forum είναι καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) πιο πρόσφορο από το Αγγλικό. Τα γενικά κριτήρια που έθεσε η εν λόγω υπόθεση συναρτώνται με το εφαρμοστέο δίκαιο, τους μάρτυρες, την έδρα, πού είναι ο πιο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης κ.λ.π. και διαγράφουν το forum με το οποίο η αγωγή έχει «το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο» (real and substantial connection), το θέμα δε αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο με την απαιτούμενη σφαιρικότητα. Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά υπεδείχθη από τους συνηγόρους της καθ' ης η αίτηση, συντρέχουν οι παράγοντες που καθιστούν το παρόν Δικαστήριο καταλληλότερο για εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής. Τα δεδομένα διαγράφουν ότι η αγωγή έχει ουσιαστικότερο δεσμό με την Κύπρο όπου η εκδίκαση της θα είναι ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή. Η εναγόμενη είναι Κυπριακή εταιρεία και εδρεύει στην Κύπρο, η βάση της αγωγής προέκυψε εξ ολοκλήρου στην Κύπρο εφόσον η ενάγουσα υφίσταται ζημιές στην Κύπρο λόγω της ισχυριζόμενης παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης, οι άδειες κυκλοφορίας έχουν εκδοθεί από το Κυπριακό Υπουργείο Υγείας βάσει του Κυπριακού νόμου όπου βρίσκονται και οι αρμόδιοι υπάλληλοι-μάρτυρες της υπόθεσης για την ενάγουσα αλλά και για την εναγόμενη, η δε εκτέλεση τυχόν εκδοθησομένης απόφασης θα γίνει στην Κύπρο, όπου είναι η έδρα της εναγόμενης και οι εν λόγω αρμόδιες αρχές. Η αιτήτρια, συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βαραίνει ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum προς εκδίκαση της παρούσας αγωγής αλλά ούτε και ότι το Ελληνικό Δικαστήριο είναι πιο πρόσφορο για το σκοπό αυτό, ώστε αυτή να ανασταλεί με βάση τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμη και αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υφίστατο ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αθήνας, οι πιο πάνω παράγοντες θα επενεργούσαν υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση καθιστώντας δικαιολογημένη τη μη εφαρμογή της ρήτρας, εφόσον η καθ' ης η αίτηση επικαλούμενη και βασιζόμενη σ' αυτούς τους λόγους θα είχε αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. ΦΡΗΣΛΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ ν. CLAPPAS TRADING HOUSE LTD (πιο πάνω) και The Eleftheria
(1969)2 All E.R. 641, Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 815, P.T.Asur. Tokio Mar. Ind. v. Seascope Navig. Ltd
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1142). Ούτε και η θέση της αιτήτριας ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, με βρίσκει σύμφωνη. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, ανάλογη δε είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Είναι βέβαια μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.Α.Δ. 911 έγινε αναφορά στις αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»................... Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Αποφάσισε ότι: «.Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου..» Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά εισηγούνται οι συνήγοροι της καθ' ης η αίτηση, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής δεν έχουν σχέση με την αγωγή που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο των Αθηνών. Η ενάγουσα στοιχειοθετεί την επίδικη απαίτηση της στην άρνηση της αιτήτριας να μεταβιβάσει τις άδειες κυκλοφορίας των φαρμάκων, όπως όφειλε λόγω μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων εφόσον η συμφωνία μεταξύ τους έχει λήξει. Ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε έκβαση στην υπόθεση εκείνη, ακόμη και αν η τυχόν απόφαση του Ελληνικού Δικαστηρίου αναφερθεί στο νόμιμο ή μη του τερματισμού της μεταξύ των μερών συμφωνίας, δεν μπορεί να μεταβληθεί το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλέον οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ώστε να επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η παρούσα υπόθεση. Οι αόριστοι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας περί της ταυτότητας του αντικειμένου των δυο αγωγών, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν καταδεικνύουν τη σύνδεση της παρούσας αγωγής με την εκκρεμούσα στο Δικαστήριο των Αθηνών αγωγή, με αποτέλεσμα και η σχετική εισήγηση της αιτήτριας να μην μπορεί να ευσταθήσει. Εν όψει των προαναφερθέντων η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας-εναγόμενης και υπέρ της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο