← Κύπρος

Δήμου Στροβόλου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, Αγ. Αρ. 6390/07, 23/5/2012

Δήμου Στροβόλου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, Αγ. Αρ. 6390/07, 23/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 6390/07 ΜΕΤΑΞΥ:- Δήμου Στροβόλου, από Στρόβολο ΕΝΑΓΟΝΤΑ - και - Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ---------------------------- Ημερομηνία: 23 Μαίου 2012 Αίτηση ημερ. 9.11.11 Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Λεοντίου με κα Μακρίδου Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Δαμιανού ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Ο ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των €1.097.881,13 ως οφειλόμενο υπό του εναγομένου. Στην οπισθογράφηση απαίτησης όπως και στην Έκθεση Απαίτησης διατυπώνονται πολλές βάσεις αγωγής. Ο συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση του σήμερα περιόρισε αυτό στη βάση Διοικητικής Πράξης πλέον 10% επιβάρυνση επί του πιο πάνω ποσού πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας, που είναι ο Δήμος Στροβόλου, λειτουργεί δυνάμει του περί Δήμων Νόμου, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και μέσα στα πλαίσια ως Αρμόδια Αρχή που είναι επιβάλλει μεταξύ άλλων διάφορα τέλη. Μεταξύ αυτών είναι και το τέλος θεάματος επί όλων των πληρωμών που γίνονται από το κοινό και εισπράττονται για την είσοδο του σε οποιοδήποτε δημόσιο θέαμα το οποίο λαμβάνει χώρα εντός των δημοτικών του ορίων. Σε αυτό το θέαμα περιλαμβάνονται οι διάφοροι ποδοσφαιρικοί αγώνες. Ο εναγόμενος, Οργανισμός Δημόσιου Δικαίου είναι ο Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού και λειτουργεί βάσει Νόμου. Μεταξύ άλλων ενασχολήσεων του είναι και η διοργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων. Για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες εκδίδονται και πωλούνται υπό ή εκ μέρους του στο κοινό εισιτήρια εισόδου καθορισμένης αξίας από τα οποία εισπράττεται η αξία τους από το θεατή για να του επιτραπεί η είσοδος. Στην αξία του εισιτηρίου εισόδου περιλαμβάνεται και το τέλος θεάματος το οποίο επιβάλλεται από τους ενάγοντες δυνάμει Νόμου και Κανονισμών πλην όμως εισπράττεται από τον Εναγόμενο. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι από 3.10.2 μέχρι 31.5.07 μέσα στα πλαίσια του κύκλου εργασιών και δραστηριοτήτων του ο Εναγόμενος οργάνωσε διάφορους ποδοσφαιρικούς αγώνες στο στάδιο ΓΣΠ εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου με αποτέλεσμα να εισπράξει και/ή όφειλε να εισπράξει τέλος θεάματος συνολικού ύψους €2.802.826,31 και κατέβαλε έναντι του ποσού αυτό το συνολικό ποσό των €926.485,05 και κατακρατά το υπόλοιπο ποσό το οποίο ανέρχεται σε €1.875.841,26 το οποίο αρνείται να καταβάλει. Προς τούτο παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαίτησης πίνακες όπου αναφέρονται οι εκδηλώσεις, ποδοσφαιρικοί αγώνες που καλύπτουν την περίοδο από τις 3.10.02 μέχρι 12.5.07, εισπράξεις και οφειλόμενο ποσό υπό του ενάγοντα. Το κλητήριο ένταλμα κατεχωρήθη την 31.5.07 και η Έκθεση Απαίτησης στις 6.11.

  1. Ακολούθησε αίτηση για απόφαση λόγω παράληψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης στις 20.2.09 η οποία μετά από κάποια αναβολή και αφού κατεχωρήθη η Έκθεση Υπεράσπισης, στις 27.4.09 απεσύρθη. Στην Υπεράσπιση του εναγόμενου προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί. Θεωρώ σκόπιμο, εν όψει της φύσεως της εξεταζόμενης αίτησης αλλά και των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Υπεράσπιση να καταγραφεί πλήρως το κείμενο που έχει ως ακολούθως:- "
  2. (Α) Οι Εναγόμενοι από τη παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης δεν παραδέχονται τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων νόμιμα επιβάλλει τέλος θεάματος επί όλων των πληρωμών που γίνονται από το κοινό και εισπράττονται για την είσοδο του σε οποιοδήποτε δημόσιο θέαμα το οποίο λαμβάνει χώρα εντός των δημοτικών της ορίων, περιλαμβανομένων των ποδοσφαιρικών αγώνων. (Β) Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο ενάγων δύναται να επιβάλλει φόρο θεάματος μόνον πάνω στη τιμή των εισιτηρίων εισόδου, την οποία καθορίζουν αποκλειστικά οι Εναγόμενοι και βάσει της οποίας ο ενάγων επέβαλλε και εισπράττε φόρο θεάματος για δεκαετίες ολόκληρες από τους έναντι του υπόχρεους, που δεν ήταν ποτέ ούτε είναι και τώρα οι Εναγόμενοι. (Γ) (α) ότι ο ενάγων δεν δύναται να επιβάλλει φόρο θεάματος και πάνω στο αθλητόσημο και/ή πάνω στα τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις που καταβάλλονται στους Εναγόμενους και αποτελούν αφορολόγητο δικό τους εισόδημα. (β) τα πιο πάνω «τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις» ουδεμία σχέση έχουν με την «τιμή εισόδου». Είναι τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις που επιβάλλονται επί των αθλητικών εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων και όχι επί της τιμής εισόδου, που αποτελεί ξεχωριστό, ανεξάρτητο οικονομικό μέγεθος.
  3. Οι Εναγόμενοι από τη παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης παραδέχονται μόνον ότι είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, ιδρύθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τον περί Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού Νόμο με έδρα την Λευκωσία και ισχυρίζονται περαιτέρω τα ακόλουθα: (α) Οι Εναγόμενοι δεν διοργανώνουν αγώνες (β) Οι Εναγόμενοι δεν διοργανώνουν ποδοσφαιρικούς αγώνες (γ) Οι Εναγόμενοι ούτε εκδίδουν ούτε πωλούν εισιτήρια εισόδου (δ) Οι Εναγόμενοι ουδέποτε είσπραξαν και ουδέποτε εισπράττουν φόρο θεάματος για λογαριασμό του ενάγοντα και ουδεμία ανάμιξη έχουν στην είσπραξη φόρου θεάματος. Σχετικά με το τέλος θεάματος ουδεμία υποχρέωση έχουν οι Εναγόμενοι έναντι του ενάγοντα και ουδεμία σχέση, συμβατική ή άλλη, συνδέει τους Εναγόμενους με τον ενάγοντα. (ε) Οι Εναγόμενοι απλώς ορίζουν τας τιμάς των εισιτηρίων εισόδου στους αθλητικούς χώρους. Το άρθρο 5

(2)(ζ) του Ν.41/1969 καθορίζει ρητά ότι: «Ο Οργανισμός κέκτηται εξουσία όπως: εγκρίνει τους αθλητικούς χώρους δια τας εν αυτοίς διεξαγόμενος πάσης φύσεως εξωσχολικός αθλητικός εκδηλώσεις και αγώνας και ορίζει τας τιμάς των εισιτηρίων εισόδου εις τους αθλητικούς χώρους και τα τέλη, δικαιώματα και επιβαρύνσεις άτινα δέον να καταβάλλονται εις αυτόν ως επίσης και τα εκ των καθαρών εισπράξεων ποσοστά, άτινα δέον να καταβάλλονται εις τας οικείας αθλητικός ομοσπονδίας, αθλητικά σωματεία ως και εις τας διοικούσας επίτροπος των αθλητικών χώρων, ως δικαιώματα γενικής εποπτείας, ενοικιάσεως και οικονομικής επιστασίας: Νοείται ότι οι τιμαί των εισιτηρίων και τα ποσοστά της οικείας ομοσπονδίας, των αθλητικών σωματείων και των αθλητικών χώρων δύνανται να καθορίζονται είτε καθ' όσον αφορά εις πάσας τας εν μια αθλητική περιόδω διεξαγωμένας αθλητικός εκδηλώσεις είτε καθ' όσον αφορά εις μίαν εκάστη τούτων». (στ) Οι Εναγόμενοι ακολουθώντας πάγια πρακτική ορίζουν την τιμή του εισιτηρίου εισόδου και το αθλητόσημο και τον τρόπο κατανομής του στο γηπεδούχο στο στάδιο και στην ομοσπονδία του αθλήματος έτσι που γίνεται σχεδόν αυτόματα η κατανομή όλων των εισπραττόμενων ποσών και ουδέν ποσό περιέρχεται στην κατοχή των Εναγομένων.
  1. (Α) Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται και με συνέπεια απορρίπτουν όλους ανεξαίρετα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης και ιδιαίτερα τις «Λεπτομέρειες Λογαριασμού» που περιέχονται στη παράγραφο αυτή. (Β) Οι Εναγόμενοι ούτε είσπραξαν ούτε είχαν καθήκον να εισπράξουν για λογαριασμό του ενάγοντα τέλος θεάματος και/ή τέλος θεάματος συνολικού ύψους €2802826,31.-. (Γ) Οι Εναγόμενοι ουδέν ποσόν κρατούσαν ποτέ ούτε κατακρατούν οποιοδήποτε ποσό για τον ενάγοντα. (Δ) Ο ενάγων είσπραξε από τους έναντι του υπόχρεους στο ακέραιο το φόρο θεάματος που νόμιμα εδικαιούτο τη περίοδο 03/10/2002 μέχρι 31/05/2007 και ουδέν ποσό οφείλεται σήμερα σ' αυτόν.
  2. Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα της παραγράφου 4 και ισχυρίζονται: (α) ότι ουδέποτε αποδέχθησαν είτε χρεωστικές σημειώσεις είτε περιοδικές καταστάσεις Λογαριασμού. Αντίθετα ήταν πάντα ρητή και ξεκάθαρη η θέση τους έναντι του ενάγοντα ότι ούτε να τους χρεώνει όπως τους χρέωνε είχε δικαίωμα είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και ότι ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση τους συνέδεε. (β) ότι οι Εναγόμενοι ως η Ανωτάτη Αθλητική Αρχή της Δημοκρατίας καθορίζουν ως έχουν εκ του νόμου υποχρέωση τις τιμές των εισιτηρίων εισόδου εις τους αθλητικούς χώρους και επί των τιμών αυτών υπολογίζεται ο φόρος θεάματος που εισπράττεται από το σωματείο ή το πρόσωπο που οργανώνει την αθλητική εκδήλωση ή τον ποδοσφαιρικό αγώνα. (γ) οι εναγόμενοι ούτε αθλητικές εκδηλώσεις οργανώνουν ούτε ποδοσφαιρικούς αγώνες.
  3. Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται και με συνέπεια απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται: (α) ότι ούτε εισέπραξαν ποτέ ούτε είχαν υποχρέωση να εισπράξουν για λογαριασμό του ενάγοντα φόρο θεάματος. Εισπράκτορας είναι τα σωματεία που οργανώνουν τις αθλητικές εκδηλώσεις και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και τα οποία κατέβαλαν και ξόφλησαν στον ενάγοντα το φόρο θεάματος στο ακέραιο.
  4. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όλους ανεξαίρετα τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα των παραγράφων 6, 7, 8, 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται περαιτέρω: (α) ότι ο ενάγοντας παράτυπα και αδικαιολόγητα αξιώνει όσα αξιώνει από τους Εναγόμενους (β) ότι ουδέν όφειλαν ή οφείλουν στον ενάγοντα είτε ως χρέος οφειλόμενο λόγω παράβασης καθήκοντος και/ή υποχρέωσης δυνάμει νομοθετικής και/ή κανονιστικής διάταξης και/ή αποζημίωση για παράβαση εμπιστεύματος (breach of trust) και/ή δυνάμει υπολοίπου εκκαθαρισμένου και/ή παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated) και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση ρητής και/ή εξυπακουόμενης συμφωνίας και/ή υποχρέωσης και/ή λόγω άδικου πλουτισμού (unjust enrichment) των Εναγομένων εις βάρος και προς ζημιά του ενάγοντος.
  5. (Α) Οι Εναγόμενοι, εκτός από τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που ρητά παραδέχονται στην Υπεράσπιση τους, απορρίπτουν όλους ανεξαίρετα και τον καθένα ξεχωριστά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του, ωσάν να καταγράφονταν όλοι εδώ και απορρίπτονταν ένας-ένας με τη σειρά τους. (Β) Οι Εναγόμενοι θεωρούν απαράδεκτη την αξίωση του ενάγοντα.
  6. Mε βάση όλα τα πιο πάνω και για τους πάνω λόγους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται παροχής έννομης προστασίας και/ή θεραπείας, είτε στη μορφή που αξιώνει, είτε σε οποιαδήποτε άλλη μορφή και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα." Ακολούθησε Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 9.7.09 και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες την 5.5.10 και για ακρόαση για πρώτη φορά στις 20.10.
  7. Αναβλήθηκε για τις 18.2.11 και εν συνεχεία στις 15.6.11 για ακρόαση όπως και στις 9.11.
  8. Ορίστηκε δε στις 14.12.11 για οδηγίες εν όψει αιτήματος για καταχώρηση αίτησης εκ μέρους του ενάγοντα διά διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η αίτηση κατεχωρήθηκε στις 9.11.11 με αιτητικό τη διαγραφή ουσιαστικά της Έκθεσης Υπεράσπισης για τους λόγους ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται με την υπεράσπιση και αποκλειστική δικαιοδοσία για το θέμα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρονται και άλλοι λόγοι αλλά βασικά αυτός είναι ο λόγος που ώθησε τον ενάγοντα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Αναστασιάδη, Οικονομικού Διευθυντή του ενάγοντα ο οποίος με αφορμή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε προσφυγή του εναγομένου 480/09 ημερ. 10.10.11 προβάλλει και πάλι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης καθότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας του σύμφωνα με το άρθρο 146
(1)του Συντάγματος καθότι πρόκειται περί αξιώσεως στηριζόμενης σε Διοικητική Πράξη. Ο Καθ΄ ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλονται διάφοροι λόγοι μεταξύ των οποίων είναι ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αφού το αίτημα για διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αβάσιμο, νομικά αστήρικτο και δεν στηρίζεται στο σωστό δικονομικό βάθρο, ότι η αίτηση δεν καλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων θεραπειών ούτε εξειδικεύει τα σημεία και τους λόγους επί των οποίων εδράζεται ο ισχυρισμός ότι η Έκθεση Υπεράσπισης και/ή οι παράγρ. 1-8 δεν αποτελούν λογική και έγκυρη υπεράσπιση και/ή περιέχουν αβάσιμους επιπόλαιους και ενοχλητικούς ισχυρισμούς, ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να καταδεικνύουν την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, απόκρυψη στοιχείων από τον αιτητή, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ότι η υπεράσπιση ευσταθεί σε νομικά σημεία και εγείρει όλα τα σημεία που αν δεν εγερθούν ενδεχομένως να καταλάβουν τον ενάγοντα εξ απροόπτου και εγείρει στοιχεία που δεν προβλήθηκαν στα δικόγραφα και τέλος αν γινόταν δεκτή η αίτηση θα είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση στον καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενο να προσφύγει στο Δικαστήριο και προβάλει τις θέσεις του. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Βάσου Κουτσιούντα, Λειτουργού στην υπηρεσία του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και πρόσθετα διευκρινίζει και προβάλλει με περισσότερη πληρότητα τους λόγους ένστασης. Από την ένορκη δήλωση του σημειώνεται όπως σημειώθηκε και από τον συνήγορο της άλλης πλευράς η παράγρ. 7(β)(iii) ότι η απόφαση του Ενάγοντα-Αιτητή για επιβολή φόρου θεάματος και πάνω στο αθλόσημο όσο και ο υπολογισμός του ύψους του ποσού των τελών θεάματος βάσει της απόφασης αυτής, ανήκουν στη σφαίρα διοικητικού δικαίου και το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει και να αποφασίσει περί αυτών. Επίσης, ότι εναντίον της απόφασης στην προσφυγή 480/09 ημερ. 9.11.11 εκκρεμεί έφεση με αρ. 186/11. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων τους οποίους εκπροσωπούν, ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του αιτητή στάθηκε με ιδιαίτερη έμφαση στην αιτία της αγωγής και την έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει τη Διοικητική Πράξη βάσει της οποίας δημιουργήθηκε η οφειλή, δικαιοδοσία η οποία ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο και μόνον, με αναφορά σε νομολογία επί του θέματος. Αντίθετα, η συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση στάθηκε κυρίως σε τρία σημεία. Πρώτο σημείο ήταν το λανθασμένο της νομικής βάσης της αίτησης και συγκεκριμένα σε αναφορά στη Δ.19 θ.6 που είναι ανεφάρμοστη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεύτερο στην καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και τρίτο με αναφορά σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου την Sportsman Betting Company Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των 1. Υπουργείου Οικονομικών και 2. Γενικού Λογιστή
(2001)3 Α.Α.Δ 1069 και την A.O.M.M Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(2008)3 Α.Α.Δ 291 ήταν η θέση της ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαγράψει την υπεράσπιση ουσιαστικά στερείται ο καθ΄ ου η αίτηση να προσφύγει στο Δικαστήριο και προβάλει την υπεράσπιση του. Η αίτηση, ως έχει αναφερθεί, στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.2, Δ.19 θ.6, Δ.27 θ. 1,2,3 και στα άρθρα 19 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως και στο άρθρο 146
(1)και 175 του Συντάγματος και στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Η διαγραφή δικογράφου είναι δυνατή μέσω δύο διατάξεων των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η μια είναι η Δ.19 θ.26 και η άλλη είναι η Δ.27 θ.3. Η Δ.19 θ.6 επι της οποίας στηρίζεται η αίτηση είναι παντελώς άσχετη. Αυτή αναφέρεται σε διαταγή δια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες κ.λ.π. Η Δ.19 θ.26 έχει τύχει ανάλυσης σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων είναι η Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 685 όπου με αναφορά σε αγγλικές αυθεντίες το Εφετείο επανέλαβε τους γνωστούς κανόνες ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης, η σύνταξη των οποίων διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες όπως ενσωματώνονται στη Δ.19 και ότι με βάση του Θ.4 μόνο απαραίτητοι και σχετικοί ισχυρισμοί είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται, και ότι η διατύπωση και η παρουσίαση μιας υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και να περιορίζεται μόνο στα ουσιαστικά γεγονότα. Η μαρτυρία για απόδειξη των επίδικων θεμάτων δεν έχει θέσει στη δικογραφία. Η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή ισχυρισμών είναι αναμφίβολα δραστική και δεν πρέπει να ασκείται παρά όπου είναι απολύτως αναγκαία χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ταυτόχρονα ότι αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προσθήκη σκανδαλωδών, αχρήστων ή ενοχλητικών θεμάτων (Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R 1094). Όπως λέχθηκε εις τη Rossage v. Rossage & Another
(1960)1 All E.R 600 εάν η δικογραφία εμπεριέχει θεματικό υλικό το οποίο έκδηλα είναι άσχετο τότε το Δικαστήριο θα το διαγράψει χωρίς αμφιβολία είτε σύμφωνα με τους σχετικούς δικονομικούς θεσμούς, είτε κάτω από τη συμφυή του εξουσία. Εις την Buttes Gas & Oil G.v Hammer
(1975)2 W.L.R 425, 439, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις διαγραφής το Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα με αναφορά στα ίδια τα δικόγραφα και δεν θα εξετάσει οτιδήποτε άλλο έξω απ΄ αυτό. Η Δ.27 θ.3 υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 A.A.Δ 246 όπου μεταξύ άλλων έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:- «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hamer
(1975)2 W.L.R 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς.» Στην απόφαση ημερ. 10.10.11 στην υπόθεση αρ. 480/09 που αφορούσε τους ίδιου διαδίκους και σε σχέση με τέλη θεάματος όπως στην παρούσα περίπτωση αναφέρονται μεταξύ άλλων στη σελ. 2 σε σχέση με την κατάσταση των οφειλομένων ποσών τα ακόλουθα:- «..Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να είναι οτιδήποτε άλλο πέραν της ενημερωτικής - υπενθυμητικής και βεβαιωτικής φύσεως πράξη σε σχέση με προηγηθείσες επι μέρους φορολογίες οι οποίες είχαν διενεργηθεί μέχρι την 31.12.2008.» Πέραν όμως τούτων, όπως είναι παραδεκτό από τον ίδιο τον καθ΄ ου η αίτηση στην παράγρ. 7(β)(iii) της ένορκης δήλωσης Κουτσιούντα, οι επιβληθείσες φορολογίες ανήκουν στη σφαίρα Διοικητικού Δικαίου και το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία. Εξετάζοντας τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, την Έκθεση Υπεράσπισης, παρατηρώ ότι με αυτήν προβάλλονται ισχυρισμοί επί της ουσίας Διοικητικής Πράξης και αναφέρονται στην εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικής πράξης με την οποία επεβλήθη φορολογία. Σύμφωνα με την νομολογία, σχετική είναι η Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1(A) A.A.Δ 223, το παρόν Δικαστήριο, δηλαδή το Επαρχιακό δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικής πράξης. . Αυτό το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Όσον αφορά τη θέση του Καθ΄ ου η αίτηση ότι τυχόν διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης θα είχε ως αποτέλεσμα την στέρηση του καθ΄ ου η αίτηση προσφυγής στο Δικαστήριο και παρουσίασης της υπεράσπισης του, θα παρατηρούσα - σε συνάρτηση με τις δύο αποφάσεις που έχουν αναφερθεί τις οποίες έχω εξετάσει - το επιχείρημα αυτό όσο και αν φαίνεται αληθοφανές τόσο όμως από την άλλη πλευρά είναι ορθό να λεχθεί ότι και στις δύο αποφάσεις δεν έχει λεχθεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσίας, εξουσίας να εξετάσει την εγκυρότητα και νομιμότητα Διοικητικών Πράξεων. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί επι τη βάσει αυτού να αποκτήσει δικαιοδοσία εξέτασης αυτών των πράξεων. Τέλος το θέμα της καθυστέρησης υποβολής της αίτησης πράγματι παρατηρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της. Γι΄ αυτό και αναφέρθηκε και το ιστορικό της υπόθεσης από την αρχή μέχρι την εξέταση της παρούσας αίτησης. Η Νομολογία επιτάσσει όπως αιτήσεις της φύσεως υπό εξέταση καταχωρούνται με την αναγκαία σπουδή και το συντομώτερο δυνατό παρόλο που ο σχετικός θεσμός προνοεί ότι η αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εις την Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1958 σελ. 409 αναφέρεται ότι εάν το προς διαγραφή δικόγραφο είναι η Έκθεση Απαίτησης τότε η αίτηση θα πρέπει να γίνει πριν την καταχώρηση και επίδοση της Υπεράσπισης. Εις την Williams & Glyns Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1984)1 A.Α.Δ 821, αίτηση δια διαγραφή απερρίφθη και για το λόγο ότι είχε εισαχθεί πάρα πολύ καθυστερημένη και μετά που είχε οριστεί η υπόθεση δι' εκδίκαση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η Έκθεση Υπεράσπισης κατεχωρήθη 27.4.09, μεσολάβησε καταχώρηση Απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης και ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση σε αρκετές περιπτώσεις και η υπό εξέταση αίτηση κατεχωρήθη στις 9.11.11 δηλαδή σχεδόν 2½ χρόνια μετά και μάλιστα χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Τα γεγονότα ήταν όλα υπόψη του ενάγοντα-αιτητή. Η απόφαση στην προσφυγή που έχει αναφερθεί δεν διαφοροποιούσε καθόλου τη νομική κατάσταση. Παρ' όλα ταύτα εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη το λόγο για τον οποίο ζητήθηκε η διαγραφή, ο οποίος σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρος και αφορά υπεράσπιση που προσβάλλει την εγκυρότητα και νομιμότητα Διοικητικής Πράξεως, θα ήταν ενάντια σε κάθε έννοια ορθής απονομής της δικαιοσύνης λόγω της άνω καθυστέρησης να επιτύχει η ένσταση χωρίς οποιοδήποτε άλλο λόγο. Τα δεδομένα της υπόθεσης δικαιολογούν όμως το Δικαστήριο στα πλαίσια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ως προς τα έξοδα (βλ.59 θ.3, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ 890) να ασκήσει την ευχέρεια του λαμβάνοντας υπόψη και κάθε γεγονός που άπτεται του χειρισμού της από τους διάδικους ώστε να μην εκδώσει διαταγή για τα έξοδα υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά, η αίτηση επιτυγχάνει βάσει της Δ.27 θ.3 αλλά και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου και διαγράφεται όλη η Έκθεση Υπεράσπισης που αφορά την προσβολή της νομιμότητας και εγκυρότητας Διοικητικής Πράξεως. Όσον αφορά τα έξοδα, δια τους λόγους που έχω αναφέρει, δεν επιδικάζονται. Έκαστη πλευρά να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.