ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. Νίκη Ρώσσου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5645/05, 14/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5645/05 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Εναγόντων και Νίκη Ρώσσου Μάριος Ρώσσος Κώστα Ρώσσο Νέαρχο Ρώσσο Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: ο κ. Κ. Μαυραντώνης Για τον Εναγόμενο 2: η κα Ν. Παπαμιχαήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 25.7.05 καταχωρήθηκε η πιο πάνω αγωγή με την οποία οι Ενάγοντες διεκδικούν από την Εναγομένη 1 ως πρωτοφειλέτη και τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ως εγγυητές ποσό ΛΚ14.004,38 ως υπόλοιπο ενοικίου και/ή δυνάμει δόσεων και/ή ως αποζημιώσεις πλέον τόκους, διάταγμα για επιστροφή του οχήματος ΗΧΑ 002 στα γραφεία τους και διάταγμα για πώληση του εν λόγω οχήματος δια δημοσίου πλειστηριασμού και όπως τα έσοδα που θα εισπραχθούν διατεθούν έναντι της οφειλής των Εναγομένων. Η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς η οποία υπεγράφη στις 11.3.02 στη Λευκωσία. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η συμφωνημένη τιμή ενοικιαγοράς ήταν ΛΚ22.587 το οποίο ποσό ήταν πληρωτέο δια 60 μηνιαίων δόσεων εκ ΛΚ376,30 της πρώτης δόσεως πληρωτέας της 14.4.02 και ακολούθως κάθε 14η ημέρα εκάστου μηνός μέχρι εξόφλησης πλέον ΛΚ10 ως δικαιώματα αγοράς. Η συμφωνία ενοικιαγοράς αφορούσε το όχημα μάρκας Peugeot με αρ. εγγραφής ΗΧΑ
- Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου στις 10.5.07 στην παρουσία συνηγόρου για τους Εναγομένους 1, 2 και 3 και στην παρουσία της Εναγομένης 1 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για ποσό ΛΚ14.004,38 πλέον τόκο 9% επί ποσού ΛΚ74,28 από 8.11.04 μέχρι εξόφλησης πλέον τόκος 8% επί ποσού ΛΚ13.930,10 από 25.7.05 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα ΛΚ1.021,50 με τόκο 8% από 25.7.05 μέχρι εξοφλης πλέον 15% ΦΠΑ. Εκδόθηκαν επίσης διατάγματα εναντίον της Εναγομένης 1 για παράδοση του επίδικου οχήματος στα γραφεία των Εναγόντων και την πώληση του δια δημοσίου πλειστηριασμού προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων. Τόσο η εκτέλεση της απόφασης όπως και τα έξοδα αλλά και τα διατάγματα αναστάλλεισαν εκ συμφώνου μέχρι 1.9.
- Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 4 προς τον οποίο η αγωγή δεν είχε επιδοθεί το κλητήριο εξέπνευσε στις 24.7.06 και αφού δεν είχε ανανεωθεί έπαυσε να ισχύει για σκοπούς επίδοσης. Στις 9.3.09 καταχωρήθηκαν εκ μέρους του Εναγομένου 2 δύο αιτήσεις, μία για παραμερισμό της απόφασης ημερ.10.5.07 και μια για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για παραμερισμό. Δικαστήριο με άλλη σύνθεση μετά από ακρόαση εξέδωσε στις 3.12.09 απόφαση με την οποία παραμερίστηκε η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 10.5.07 σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2 ως άκυρη ex debito justitae λόγω του ότι διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο
- Δόθηκε στον Εναγόμενο 2 η ευκαιρία να καταχωρήσει Υπεράσπιση η οποία και καταχωρήθηκε στις 8.1.
- Σύμφωνα με την Υπεράσπιση που έχει καταχωρήσει, είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι το όχημα Peugeot με αρ. εγγραφή ΗΧΑ 002 δεν είναι ιδιοκτησίας των Εναγόντων και δεν βρίσκεται στην κατοχή της Εναγομένης 1, ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής στην ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς και αρνείται τα ποσά που αναφέρονται, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω σύμβαση είναι άκυρη καθότι αντιβαίνει των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και τους Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας και/ή καθότι αφορά ανύπαρκτο αντικείμενο και/ή καθότι υπεγράφη με τον ουσιώδη όρο παράδοσης του εν λόγω αντικείμενου στη Εναγομένη 1 το οποίο ουδέποτε παραδόθηκε σε αυτή. Ισχυρίζεται επίσης ότι οποιαδήποτε έγγραφα έχει τυχόν υπογράψει αυτά δεν ήταν συμπληρωμένα και συμπληρώθηκαν μετά την υπογραφή του από τους Ενάγοντες, ισχυρίζεται ότι οι όροι της συμφωνίας είναι καταχρηστικοί και δεν τον δεσμεύουν και ότι οι Ενάγοντες παράνομα υπέβαλλαν χρεώσεις στο εκάστοτε υπόλοιπο με τόκο πέραν του 9% ετησίως με ανατοκισμούς και επιτόκια που οι διάδικοι ουδέποτε συμφώνησαν. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται το υπόλοιπο που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες όπως επίσης και αρνείται ότι του επιδόθηκε οποιαδήποτε επιστολή για τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κλήθηκε ο ίδιος να προσέλθει και να εξοφλήσει τις κατ' ισχυρισμό καθυστερημένες δόσεις και/ή ενοίκια. Μετά από αρκετές προσπάθειες συμβιβασμού της υπόθεσης και/ή αναβολές που δόθηκαν και λόγω άλλων υποχρεώσεων του Δικαστηρίου και/ή αιτήματα αναβολών εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων η υπόθεση τελικά οδηγήθηκε σε ακρόαση. Οι Ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες προς απόδειξη των θέσεων τους ενώ ο Εναγόμενος 2 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που προσέφερε μαρτυρία προωθώντας την Υπεράσπιση του. Ο ΜΕ1 Τάσος Μαυροθέρης είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και μεταξύ των καθηκόντων του είναι η παρακολούθηση των Δικαστικών υποθέσεων συμπεριλαμβανομένης και της παρούσης. Έχει στην κατοχή και φύλαξη του όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και κατέθεσε ως Τεκμήρια την σύμβαση ενοικιαγοράς ημερ. 11.3.02, το τιμολόγιο της εταιρείας MPM Eurocars Ltd αναφορικά με το όχημα Peugeot 406 ST 2.0 Saloon, αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του μηχανοκινήτου οχήματος ΗΧΑ 002 επ' ονόματι των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 και επιστολή τερματισμού προς την Εναγομένη 1 ημερ. 8.3.04 με βεβαίωση ότι αυτή στάληκε συστημένη στην Εναγομένη 1 και στην οποία αναφέρεται ότι κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στον Εναγόμενο 2 στη διεύθυνση 19Α Μιχ. Ζένιου 1040 Παλλουριώτισσα. Ανέφερε το ιστορικό έκδοσης απόφασης στην επίδικη αγωγή και τις προσπάθειες των Εναγόντων για εκτέλεση της. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 3 έχει πτωχεύσει, ότι η Εναγομένη 1 σύμφωνα με πληροφορίες που δόθηκαν στους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος είναι αδελφός της, έχει εγκατασταθεί στην Αγγλία με την οικογένεια της, ότι έχουν καταχωρηθεί ΜΕΜΟ και συγκεκριμένα τα ΜΕΜΟ ΕΒ893/09 και ΕΒ1043/07 σχετικά με την ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 1 ενώ το ένταλμα παράδοσης κινητών σε ότι αφορά το επίδικο αυτοκίνητο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Είναι η θέση του ότι δεν έγινε καμία πληρωμή οποιασδήποτε δόσης από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και ως εκ τούτο ολόκληρο το ποσό που οι Ενάγοντες απαιτούν εξακολουθεί να οφείλεται. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει επ' ακριβώς τους λόγους για τους οποίους παραμερίστηκε η απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2, εξήγησε ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν για συνολικό ποσό ΛΚ22.578 εκ των οποίων το ποσό των ΛΚ17.500 ήταν η αξία του επίδικου οχήματος ΛΚ36 ήταν τα χαρτόσημα για τη σύμβαση και ΛΚ5.042 αντιπροσώπευαν τόκους και δικαιώματα. Το ποσό αυτό θα πληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις ΛΚ376,30 έκαστη και δεν δόθηκε προκαταβολή με την υπογραφή της συμφωνίας. Ήταν η θέση του ότι υπήρξε παράβαση της σύμβασης εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας Εναγόμενης 1 η οποία συνίστατο στο ότι δεν πλήρωνε τις συμφωνηθείσες δόσεις γι' αυτό και οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να τερματίσουν την σύμβαση. Δεν γνώριζε πόσες δόσεις ήταν καθυστερημένες. Ήταν η θέση του ότι στάληκε οπωσδήποτε επιστολή στον Εναγόμενο 2 που τον πληροφορούσαν για τις καθυστερημένες δόσεις και τον καλούσαν σε εξόφληση του υπολοίπου και όταν του υπεβλήθη έντονα ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε τέτοια επιστολή ήταν η θέση του ότι οι Ενάγοντες πάντοτε αποστέλλουν αυτές τις επιστολές και στους πρωτοφειλέτες και στους εγγυητές. Ανέφερε ότι το ποσό το οποίο σήμερα αξιώνουν οι Ενάγοντες από τον Εναγόμενο 2 είναι το ποσό των €23.927,90 πλέον τόκοι 9% επί €126,91 πλέον 8% τόκο επί ποσού €23.800,99 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ήτοι 25.7.05 μέχρι τελικής εξόφλησης. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πως προκύπτουν τα ποσά τα οποία διεκδικούν οι Ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να το πράξει αναφέροντας ότι τα ποσά αυτά έχουν υπολογιστεί στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των Εναγόντων. Πρέπει να αναφέρω ότι αποπειράθηκε να καταθέσει κατάσταση λογαριασμού για τα όποια η οποία μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν επετράπη να κατατεθεί λόγω του ότι δεν είχε αποκαλυφθεί στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε όλες τις υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης ότι αν υπάρχει οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ λιγότερο από το αξιούμενο, ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις τόκων και ανατοκισμοί οι οποία δεν προβλέπονταν στη συμφωνία και επέμενε ότι όλες οι χρεώσεις που έχουν γίνει είναι εντός του πλαισίου της συμφωνίας ενοικιαγοράς που έχει υπογράψει ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής. Σε ότι αφορά τον τερματισμό της συμφωνίας αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε έλαβε επιστολή τερματισμού και ανέφερε ότι η επιστολή τερματισμού στάληκε στη δοθείσα από τον Εναγόμενο 2 διεύθυνση, σε αυτή αξιωνόταν το ποσό που οι Ενάγοντες σήμερα διεκδικούν και επίσης ανέφερε ότι οι θέσεις του Εναγόμενου 2 που αφορούν ισχυρισμούς ότι η επίδικη συμφωνία δεν είναι σύμφωνη με τους περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμους και Κανονισμούς δεν ισχύουν γιατί η συμφωνία ενοικιαγοράς αφορούσε όχημα που υπερέβαινε το ποσό χρημάτων για το οποίο έχουν θεσπιστεί οι Κανονισμοί και ο Νόμος περί Καταναλωτικής Πίστης. Του υπεβλήθη τελικά ότι οι Ενάγοντες δεν έλαβαν κανένα μέτρο εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Εναγόμενης 1 θέση την οποία αρνήθηκε αναφέροντας ότι οι Ενάγοντες δοκίμασαν δύο φορές να επιδώσουν αίτηση για παράδοση του επίδικου οχήματος στην Εναγόμενη 1 στην οποία δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσουν αλλά ότι καταχώρησαν δύο ΜΕΜΟ σε περιουσία της την οποία εντόπισαν. Ο ΜΕ2, Σταύρος Σταύρου, είναι επίσης υπάλληλος των Εναγόντων και μεταξύ των καθηκόντων του είναι η ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμών για προβληματικά συμβόλαια για τα οποία εκκρεμούν αγωγές, ο λογιστικός έλεγχος καταστάσεων λογαριασμών γενικά και ο λογιστικός έλεγχος των ποσών προς χρηματοδότηση μέσω συμβολαίων ενοικιαγοράς. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση γνωρίζει λόγω των καθηκόντων του τα θέματα που αφορούν τα ποσά που είχαν δοθεί για χρηματοδότηση, τα επιτόκια όπως και τις όποιες πληρωμές έγιναν έναντι της οφειλής. Ήταν η θέση του ότι με το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερ. 11.3.02 το οποίο υπεγράφη στις 14.3.02 το ποσό προς χρηματοδότηση ήταν ΛΚ17.500 πλέον ΛΚ36 χαρτόσημα και τα συνολικά δικαιώματα ενοικιαγοράς ήταν ΛΚ5.042 δηλαδή το ολικό χρέος ανέρχετο σε ΛΚ22.
- Το ποσό προς χρηματοδότηση δηλαδή οι ΛΚ17.500 έφεραν τόκο 5,7623% επί 60 μηνιαίων δόσεων. Σύμφωνα με τον όρο 2(γ) του επίδικου συμβολαίου, πρωτοφειλέτης και εγγυητές συμφώνησαν να πληρώνουν τόκο 9% ετησίως ή τόκο ίσο προς το εκάστοτε μέγιστο επιτρεπόμενο από το νόμο επιτόκιο πάνω σε όλα τα οφειλόμενα ποσά με αναφαίρετο δικαίωμα των Εναγόντων να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας. Ήταν η θέση του ότι από την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς έγιναν 9 συνολικά πληρωμές από τους Εναγόμενους συγκεκριμένα οι πληρωμές: 14.5.02 £ 373,01 12.6.02 £ 376,38 14.8.02 £ 366,15 16.10.02 £1.141,20 18.10.02 £ 372,94 2.4.03 £1.506,59 26.3.04 £1.741,56 23.7.04 £1.837,00 8.11.04 £ 486,46 Ήταν επίσης η θέση του ότι στις 8.3.04 τερματίστηκε η συμφωνία ενοικιαγοράς αφού οι Εναγόμενη 1 την εν λόγω ημερομηνία καθυστερούσε 11 μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ376,30 εκάστη δηλαδή ΛΚ4139,30 πλέον ΛΚ225,26 τόκους καθυστερημένων δόσεων. Σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει, η επιστολή τερματισμού στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο στην Εναγομένη 1 με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2, 3 και 4 στις διευθύνσεις τις οποίες οι ίδιοι δήλωσαν στους Ενάγοντες στο Τεκμήριο
- Ήταν δε η θέση του ότι σύμφωνα με τον όρο 13 της συμφωνίας οι επιστολές αυτές θεωρούνται ότι λήφθησαν από τους Εναγομένους. Την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής δηλαδή 25.7.05 το οφειλόμενο ποσό ήταν €23.927,90 (ΛΚ14.004,38) πλέον 9% τόκο επί ποσού €126,91 (ΛΚ74,28) από 8.11.04 που ήταν η ημερομηνία της τελευταίας κατάθεσης πλέον τόκο 8% επί ποσού €23.800,99 (ΛΚ13.930,10) από 25.7.05 μέχρι τελικής εξόφλησης. Δεν έχει γίνει καμία άλλη πληρωμή στο συμβόλαιο αυτό και οι Εναγόμενοι οφείλουν τα ποσά που αξιούνται με την αγωγή. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι η όποια επιστολή τερματισμού τυχόν αποστάληκε στην Εναγόμενη 1 δεν κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο 2 και επέμενε ότι η τράπεζα πάντοτε αποστέλλει επιστολή τερματισμού και στον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που οι ίδιοι έχουν δώσει στην τράπεζα. Είπε ότι είναι υποχρέωση των οφειλετών και των εγγυητών να ενημερώνουν την τράπεζα για τυχόν αλλαγές στη διεύθυνση τους διαφορετικά η τράπεζα είναι κατοχυρωμένη εάν αποστείλει την ειδοποίηση στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση του πελάτη της πράγμα το οποίο επέμενε ότι έχει γίνει και στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με τον Εναγόμενο
- Ερωτώμενος σε σχέση με την ενημέρωση των πελατών για την αλλαγή των επιτοκίων η θέση του ότι γίνονται δημοσιεύσεις και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αλλά και σε εφημερίδες καθημερινής κυκλοφορίας. Ανέφερε επίσης ότι τα επιτόκια αλλάζουν με οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και ότι όταν υπεγράφη η συμφωνία το επιτόκιο ήταν 9% αλλά ακολούθως το νόμιμο επιτόκιο έγινε 8% πράγμα το οποίο επενεργεί προς όφελος των Εναγομένων. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι τα ποσά που πληρώθηκαν έναντι του συμβολαίου είναι περισσότερα από αυτά που ανέφερε επιμένοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν έγινε κάτι τέτοιο και ότι όλα τα ποσά που έχουν πληρωθεί έναντι του συμβολαίου έχουν αναφερθεί από τον ίδιο με λεπτομέρεια και έχουν ληφθεί υπόψη για το υπόλοιπο που αξιούν σήμερα οι Ενάγοντες. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι οι χρεώσεις τόκων ήταν παράνομες όπως επίσης και την τελική υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος 2 δεν οφείλει κανένα ποσό στους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι στις 14.3.02 υπέγραψε ως εγγυητής της Εναγομένης 1 η οποία είναι αδελφή του στη συμφωνία ενοικιαγοράς για την αγορά ενός αυτοκινήτου Peugeot με αρ. εγγραφής ΗΧΑ 002 για το συνολικό ποσό ΛΚ22.
- Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για οποιεσδήποτε τυχόν καθυστερημένες δόσεις υπήρχαν στη συμφωνία από την Εναγομένη 1, ούτε και έλαβε οποιαδήποτε επιστολή που είτε να τον πληροφορούν για τις καθυστερημένες και/ή οφειλόμενες δόσεις είτε να τον καλούν να εξοφλήσει τις τυχόν καθυστερημένες δόσεις. Ανέφερε επίσης ότι μετά από την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης 233/09 η οποία βασίστηκε στην απόφαση που είχε εκδοθεί και εναντίον του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης η οποία και τελικά παραμερίστηκε μετά από ακρόαση στις 3.12.
- Είναι η θέση του ότι εφόσον το Δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση εναντίον του ημερ. 10.5.07 αποδεχόμενο τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ενισχύεται η θέση του ότι ουδέποτε έλαβε την ισχυριζόμενη επιστολή τερματισμού που οι Εναγόντες, ισχυρίστηκε ότι του απέστειλαν το
- Ήταν η θέση του ότι εάν πραγματικά γνώριζε από τότε για τυχόν οφειλόμενες δόσεις θα μπορούσε να πιέσει την πρωτοφειλέτιδα και αδελφή του για εξόφληση ολόκληρου του ποσού γιατί τότε η αδελφή του είχε σημαντικά εισοδήματα και ακίνητη περιουσία ενώ σήμερα έχει φύγει για το εξωτερικό, ο ίδιος δεν έχει καμία επαφή μαζί της και έχει αποξενώσει και την ακίνητη περιουσία που είχε. Ισχυρίστηκε ότι έχουν γίνει σημαντικές πληρωμές έναντι του συμβολαίου ενοικιαγοράς και σε καμία περίπτωση το ύψος που τυχόν παραμένει είναι αυτό που διεκδικούν οι Ενάγοντες, ισχυρίζονται μάλιστα ότι αυτό το επιχείρημα είναι πιο δυνατό εφόσον οι Ενάγοντες έχουν παραδεχτεί ότι έχουν επιβάλει διάφορους τόκους και έξοδα στα ποσά που αξιώνουν. Επανέλαβε τη θέση του ότι ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση από τους Ενάγοντες είτε γραπτώς είτε τηλεφωνικώς για οποιαδήποτε υπόλοιπα τυχόν οφείλονται. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε και πάλι έντονα ότι του στάληκε επιστολή και για τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς αλλά και για το ΜΕΜΟ που είχε εγγραφεί επί της περιουσίας του μετά την έκδοση της απόφασης η οποία τελικά παραμερίστηκε θέσεις τις οποίες δεν δέχτηκε. Συμφώνησε ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αλλά μέχρι και το 2010 διέμενε στη οδό Μιχαήλ Ζένιου 19Α Παλλουριώτισσα και ότι αυτή είναι η διεύθυνση την οποία ο ίδιος έδωσε στους Ενάγοντες. Απάντησε αρνητικά σε ερώτηση αν είχε ειδοποιήσει τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση του. Επέμενε να ισχυρίζεται ότι εφόσον το Δικαστήριο δέχτηκε τον ισχυρισμό του ότι δεν του είχε γίνει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος το ορθό συμπέρασμα είναι ότι δεν του είχε γίνει ούτε επίδοση των επιστολών τερματισμού. Ήταν επίσης η θέση του ότι εάν γνώριζε για τις καθυστερήσεις που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπήρχαν θα μεσολαβούσε οπωσδήποτε με την αδελφή του με την οποία τότε είχε καλές σχέσεις αλλά και είχε τότε περιουσία και εισοδήματα να εξοφλούσε το δάνειο. Παραδέχτηκε ότι υπέγραψε ως εγγυητής στο συμβόλαιο για τα ποσά που αναφέρονται, ότι δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι αφού δεν γνώριζε για την ύπαρξη των καθυστερήσεων ούτε και έχει στα χέρια του οποιαδήποτε απόδειξη που να δείχνει είτε ότι η πρωτοφειλέτης είτε οποιοσδήποτε άλλος είτε πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του συμβολαίου ή και ότι το εξόφλησαν. Ο ίδιος πίστευε ότι το συμβόλαιο είχε εξοφληθεί από την αδελφή του. Του υπεβλήθη επίσης μετά από την αρνητική απάντηση στην ερώτηση κατά πόσο έχει οποιαδήποτε περιουσία στο όνομα του σήμερα ότι ουσιαστικά ωφελήθηκε από τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του για να αποξενώσει την ακίνητη περιουσία που είχε στο όνομα του, και αρνήθηκε να απαντήσει την ερώτηση μετά που του υπεδείχθη ότι τυχόν απάντηση στην ερώτηση αυτή να τον εμπλέξει σε διαδικασίες για δόλιες μεταβιβάσεις και/ή σε ποινικά αδικήματα. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εν γένει την όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
- Με βάση τις πιο πάνω αρχές έρχομαι τώρα να αξιολογήσω τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν προφορικά στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 ήταν φανερό ότι δεν γνώριζε πολλές λεπτομέρειες για την παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια των καθηκόντων του όμως είχε στην κατοχή του τα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Δεν μπορούσε να απαντήσει τις ερωτήσεις που του απευθύνοντο για τα ποσά και τους τόκους του επίδικου συμβολαίου ούτε και γνώριζε τη διαδικασία που έγινε για τον παραμερισμό της απόφασης εκ μέρους του Εναγομένου 2 και για το γιατί τελικά παραμερίστηκε η απόφαση. Θεωρώ βεβαίως ότι το θέμα αυτό δεν ήταν απαραίτητο να ήταν στην προσωπική του γνώση. Σε ότι αφορά τις γενικές του θέσεις για την πολιτική της Τράπεζας στα συμβόλαια ενοικιαγοράς η θέση του παρέμεινε σταθερή σε ότι αφορά την αποστολή επιστολών τερματισμού και τη βεβαιότητα του ότι στάληκε επιστολή τερματισμού και στον Εναγόμενο 2 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έδωσε σαφή απάντηση στους ισχυρισμούς των δικηγόρων του Εναγομένου 2 ότι η σύμβαση αυτή εμπίπτει στους περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμους και Κανονισμούς και εξήγησε τον λόγο που διαφωνεί με αυτή την εισήγηση. Δεν θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός έχει πει ψέματα σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του. Σίγουρα όμως δεν ήταν πρόσωπο που είχε ασχοληθεί με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και λόγω και της μη κατάθεσης κατάστασης λογαριασμού δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τα ισχυριζόμενα ποσά και χρεώσεις. Η εντύπωση μου για τον ΜΕ2 είναι πολύ θετική. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν πολύ συγκεκριμένος στις απαντήσεις του, τις δικαιολογούσε και έδιδε μαρτυρία με βάση έγγραφα και πληροφορίες που είχε στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση. Έδωσε σαφείς εξηγήσεις και για τις χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό και για τα επιτόκια όπως επίσης και για όλες τις πληρωμές που έγιναν έναντι του συμβολαίου με πλήρη αναφορά σε ημερομηνίες και ποσά. Η θέση του σε σχέση με την αποστολή επιστολής τερματισμού στον Εναγόμενο 2 στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση παρέμεινε σταθερή και επίσης έχει βεβαιώσει ότι δεν έγινε καμία πληρωμή από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής που ήταν 25.7.07 για το επίδικο συμβόλαιο. Έδωσε δε τον ακριβή αριθμό και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που καθυστερούσε η Εναγόμενη 1 μέχρι τον τερματισμό του συμβολαίου όπως και το ύψος των καθυστερήσεων. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια και ότι μπορώ με ασφάλεια να στηριχτώ στην μαρτυρία του. Ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Με δεδομένο το παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του λόγω του ότι δεν ανεβρέθη στο φάκελο του Δικαστηρίου απόδειξη ότι το κλητήριο ένταλμα του είχε δεόντως επιδοθεί, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, ανεπιτυχώς, ότι ούτε η ειδοποίηση για τον τερματισμό του συμβολαίου του είχε επιδοθεί επιμένοντας να συνδέει την επίδοση του κλητηρίου με την αποστολή της επιστολής τερματισμού κάτι που κατά την άποψη μου είναι εντελώς ανεξάρτητο. Ενώ παραδέχτηκε ότι ο ίδιος δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι του συμβολαίου στο οποίο υπέγραψε ως εγγυητής και ενώ δεν έχει στα χέρια του καμία απόδειξη ότι έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επέμενε ότι το επίδικο συμβόλαιο έχει εξοφληθεί αφού έτσι του έλεγε η αδελφή του με την οποία ας σημειωθεί έχει να επικοινωνήσει εδώ και χρόνια και η οποία μάλιστα δεν είναι καν στην Κύπρο. Δεν θεωρώ λογικό ότι ένα πρόσωπο που υπογράφει ως εγγυητής σε μια συμφωνία ενοικιαγοράς και μάλιστα εν γνώσει του ότι ο πρωτοφειλέτης που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η αδελφή του είχε αρκετές οικονομικές περιπέτειες όπως διαφάνηκε και μάλιστα εγκατέλειψε και την Κύπρο, μπορούσε να επαναπαυτεί με τις βεβαίωσεις της αδελφής του ότι εξόφλησε το συμβόλαιο και δεν θα προέβαινε τουλάχιστο σε κάποια διαβήματα για να διαπιστώσει του λόγου του αληθές. Σημειώνω επίσης ότι ο Εναγόμενος 2 έχει κάθε λόγο να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε τίποτε για το τυχόν υπόλοιπο του χρέους και ότι δεν έλαβε ποτέ του επιστολή τερματισμού αφού όπως εκ των υστέρων διαφάνηκε είναι το μοναδικό πρόσωπο εναντίον του οποίου μπορεί να εκτελεστεί η τυχόν έκδοση δικαστικής απόφασης μια που η πρωτοφειλέτης και Εναγομένη 1 βρίσκεται μόνιμα στο εξωτερικό, ο Εναγόμενος 3 έχει πτωχεύσει ενώ το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει χωρίς να επιδοθεί για τον Εναγόμενο
- Επίσης αναφέρω ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έχει προβάλει καμία ουσιαστική υπεράσπιση πέραν της θέση του ότι δεν έχει λάβει την επιστολή τερματισμού, κάτι που εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τη νομολογία και να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν εμποδίζει την καταχώρηση της αγωγής και τη διεκδίκηση εκ πλευράς Εναγόντων οποιουδήποτε ποσού εναντίον του αφού έχει νομολογηθεί ότι και η καταχώρηση αγωγής ισοδυναμεί με τερματισμό του συμβολαίου παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Χριστίνα Κυριάκου ν. Μάρθα Ανδρέα Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ
- Οι μοναδικές θέσεις που προώθησε αόριστα και γενικά ο Εναγόμενος είναι η εξόφληση του δανείου, η ύπαρξη διαφορετικού υπολοίπου τυχόν από αυτό που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και οι ανατοκισμοί, θέσεις οι οποίες υποβλήθηκαν εντελώς επιδερμικά επίσης και χωρίς τεκμηρίωση. Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας και από τα αναντίλεκτα και/ή παραδεχτά γεγονότα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου τα πιο κάτω: · Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε ως εγγυητής της Νίκης Ρώσσου, η οποία είναι αδελφή του μαζί τους Κώστα Ρώσσο και Νέαρχο Ρώσσο στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς με αρ. 139129684 ημερ. 11.3.02, το οποίο υπεγράφη στις 14.3.
- · Αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς ήταν ένα όχημα Peugeot 406 ST 2.0 Saloon το οποίο πωλήθηκε από την εταιρεία MPM Eurocars Ltd στην Νίκη Ρώσσου για το ποσό των ΛΚ17.500 στις 13.3.
- · Το εν λόγω όχημα ενεγράφη στις 22.3.02 με αριθμούς εγγραφής ΗΧΑ 002 επ' ονόματι των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 Νίκης Ρώσσου. · Στην συμφωνία ενοικιαγοράς, ο εγγυητής Μάριος Ρώσσος, Εναγόμενος 2 έχει δηλώσει ως διεύθυνση την οδό Μ. Ζένιου 19Α Παλλουριώτισσα Λευκωσία. · Στην εν λόγω διεύθυνση ο Εναγόμενος 2 διέμενε από το 1988 μέχρι το
- · Ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε ειδοποίησε τους Ενάγοντες καθοιονδήποτε τρόπο για την όποια αλλαγή στη διεύθυνση του. · Σύμφωνα με το συμβόλαιο ενοικιαγοράς η αξία του οχήματος ήταν ΛΚ17.500, προστέθηκαν ΛΚ36 αξία χαρτοσήμων και ΛΚ5.042 ως δικαιώματα ενοικιαγοράς. Συνεπώς το συνολικό ποσό ήταν ΛΚ22.578 και δεν δόθηκε προκαταβολή. · Το ποσό των ΛΚ22.578 θα πληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ376,30 εκάστη αρχής γενομένης 14.4.02 το δικαίωμα ΛΚ10 θα έπρεπε να πληρωθεί επιπρόσθετα με την τελευταία δόση του συμβολαίου. · Έναντι της συμφωνίας ενοικιαγοράς έγιναν οι ακόλουθες πληρωμές: 14.5.02 £ 373,01 12.6.02 £ 376,38 14.8.02 £ 366,15 16.10.02 £1.141,20 18.10.02 £ 372,94 2.04.03 £1.506,59 26.3.04 £1.741,56 23.7.04 £1.837,00 8.11.04 £ 486,46 · Λόγω του ότι η Εναγομένη 1 καθυστερούσε μέχρι τις 8.3.04 11 μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ376,30 εκάστη δηλαδή ΛΚ4.139,30 πλέον ΛΚ225,26 τόκους οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 8.3.04 η οποία στάληκε συστημένη στην Εναγομένη 1 τερμάτισαν τη συμφωνία και την κάλεσαν να επιστρέψει το αντικείμενο της ενοικιαγοράς και να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ΛΚ18069,40 πλέον τόκους. · Αντίγραφο της επιστολής τερματισμού στάληκε μεταξύ άλλων και στον Εναγόμενο 2 στη διεύθυνση Μιχ. Ζένιου 19Α 2040 Παλλουριώτισσα η οποία ήταν η διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει κατά την υπογραφή της συμφωνίας. · Σύμφωνα με τον όρο 13 του επίδικου συμβολαίου τα μέρη συνεφώνησαν ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση ή επιστολή από τους Ενάγοντες προς τον πρωτοφειλέτη η εγγυητή θα θεωρείται ότι λήφθηκε αν στάληκε με το συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του και θα θεωρείται ότι παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε κατά το χρόνο που αυτή θα έπρεπε να είχε παραδοθεί. · Από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν πληρώθηκε κανένα ποσό έναντι της οφειλής και/ή των τόκων. Η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται σε σύμβαση ενοικιαγοράς. Ο Εναγόμενος 2 ενώ στην Υπεράσπιση του αμφισβητεί ότι ο ίδιος υπέγραψε τη σύμβαση αυτή και προβάλλει σχετικές θέσεις παραδέχεται με την ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο η οποία μάλιστα δόθηκε υπό μορφή γραπτής κατάθεσης σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο παραδέχεται ότι έχει υπογράψει ως εγγυητής της Εναγομένης 1 και αδελφής του για το συνολικό ποσό των ΛΚ22.
- Ο ΜΕ1 αλλά και ο ΜΕ2 εξήγησαν ότι οι χρεώσεις ενοικιαγοράς δεν αφορούν ούτε ανατοκισμό ούτε παράνομο τόκο αλλά δικαιώματα ενοικιαγοράς τα οποία μάλιστα έχουν διευκρινιστεί ότι ήταν ύψους 5,7623 που ήταν το ποσό που ίσχυε τότε. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι τα διαιώματα σε σύμβαση ενοικιαγοράς δεν είναι τόκος και πρέπει να αναφέρω ότι επί του σημείου αυτού η αντεξέταση του ήταν μόνο επιδερμική ουσιαστικά του έχουν τεθεί υποβολές ότι τα ποσά αυτά αποτελούν τόκους. Το ποσό των ΛΚ5.042 το οποίο είναι το συνολικό ποσό των δικαιωμάτων των Εναγόντων για όλη την περίοδο ενοικίασης του επίδικου αντικειμένου, οχήματος αναγνωρίζεται και από τη νομολογία και παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις)
(2003)1 ΑΑΔ 539 στην οποία αναγνωρίστηκε ότι ο τόκος συναρτάται με την χρήση χρηματικού κεφαλαίου ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Αποδέχομαι επίσης την εξήγηση του ΜΕ1 για το ότι η επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς δεν διέπεται από το νόμο περί Καταναλωτικής Πίστης για το λόγο ότι το ποσό για χρηματοδότηση ήταν πέραν των ΛΚ12.000 και έτσι δεν ισχύουν οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου. Σε ότι αφορά το επιτόκιο υπάρχει η μαρτυρία ότι όταν καταρτίστηκε η σύμβαση ενοικιαγοράς τα υψηλότερο νόμιμο επιτόκιο δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% και επομένως οι καθυστερημένες δόσεις έφεραν τόκο προς 9%. Ο νόμιμος τόκος αργότερα κατά την καταχώρηση της αγωγής μειώθηκε σε 8% και είναι με αυτό το επιτόκιο που καταχωρήθηκε η αξίωση των Εναγόντων κάτι που λειτουργεί προς όφελος των Εναγομένων. Στο άρθρο 2(γ) του Τεκμηρίου 1 που είναι η σύμβαση ενοικιαγοράς αναφέρεται ότι «ο μισθωτής συμφωνεί να πληρώνει τόκο προς 9% το χρόνο ή προς το εκάστοτε μέγιστο επιτρεπόμενο με το νόμο επιτόκιο πάνω σε όλα τα οφειλόμενα ποσά με αναφαίρετο δικαίωμα των ιδιοκτητών να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας». Ο ΜΕ2 εξήγησε τις διάφορες πληρωμές που έγιναν από την Εναγομένη για το συμβόλαιο και εξήγησε κατά την αντεξέταση ότι οι πληρωμές συμφώνως του Άρθρου 2(γ) ανωτέρω ήταν επί του υπολοίπου αφού πρώτα εξοφληθούν οι τόκοι των καθυστερήσεων. Η θέση της κας Παπάμιχαηλ σε ότι αφορά το αξιούμενο ποσό είναι διπλή. Αρχικά ισχυρίζεται ότι οι δύο μάρτυρες που παρουσίασαν οι Ενάγοντες δεν έχουν καμία ουσιαστική σχέση με το επίδικο συμβόλαιο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους δεν μπορεί να τεκμηριώσει την αξίωση και κατά δεύτερο λόγο ότι επειδή δεν έχει κατατεθεί κατάσταση λογαριασμού δεν έχει επιβεβαιωθεί η αξίωση των Εναγόντων. Σε ότι αφορά την πρώτη της θέση ότι δηλαδή οι μάρτυρες δεν είχαν καμία σχέση με το επίδικο συμβόλαιο, σίγουρα κανένας από τους δύο αυτούς μάρτυρες δεν ήταν εκ των προσώπων που υπέγραψαν τα συμβόλαια εκ πλευράς των Εναγόντων. Και οι δύο όμως είναι για χρόνια υπάλληλοι των Εναγόντων, στα καθήκοντα τους συμπεριλαμβάνεται η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών και των λογαριασμών για τις οποίες υποθέσεις έχουν παραπεμφθεί στο Δικαστήριο και εποπτεύουν το λογαριασμό αυτό. Ο ΜΕ1 είχε και στη διάθεση του και κατέθεσε στο Δικαστήριο διάφορα Τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση και εξήγησε διάφορα θέματα σε σχέση με αυτά. Στη μαρτυρία του έχουν παρατηρηθεί κάποιες ελλειψεις όμως σε καμία περίπτωση οι ελλείψεις αυτές δεν καθιστούν τον ίδιο πρόσωπο άσχετο με την υπόθεση στο σημείο που η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου 2 ισχυρίζεται. Ο ΜΕ2 ήταν ακόμα πιο σαφής μάρτυρας από τον ΜΕ1, σε καμία περίπτωση δεν άφησε αναπάντητη ερώτηση ή και ασχολίαστη θέση που του υπεβλήθη, αντίθετα ήταν σαφέστατος και πλήρως επεξηγηματικός για όλα όσα ερωτήθηκε και έδωσε στο Δικαστήριο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκαν τα διάφορα ποσά. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου αλλά και με αναφορά στην υπόθεση Παναγιώτης Ζερβού κα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση 305/08 ημερ. 21.12.11 είναι η θέση μου ότι οι μάρτυρες αυτοί έδωσαν στο Δικαστήριο όλη την πληροφόρηση που χρειαζόταν σε ότι αφορά την υπόθεση. Σε ότι αφορά την άλλη θέση της κας Παπαμιχαήλ ότι το αξιούμενο ποσό δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί πρώτα απ' όλα λόγω της μη κατάθεσης κατάστασης λογαριασμού αναφέρω ότι η μη κατάθεση κατάστασης λογαριασμού δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ότι δεν τεκμηριώνει το αξιούμενο ποσό. Αντίθετα υπάρχει πολλή νομολογία όπου μάρτυρες κατέθεσαν καταστάσεις λογαριασμών χωρίς όμως να μπορέσουν να τις εξηγήσουν με συνέπεια να απορριφθούν οι απαιτήσεις των Εναγόντων λόγω του ότι δεν επεξηγήθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν κατατέθηκαν καταστάσεις λογαριασμού αλλά και ειδικά ο ΜΕ2 επεξήγησε πλήρως τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκαν τα αξιούμενα ποσά αφού εξηγήθηκε στο Δικαστήριο το συνολικό ποσό κατάρτιση της σύμβασης ενοικιαγοράς, σημειώνω στο σημείο αυτό ότι για το ποσό αυτό και τον τρόπο που έχει διανεμηθεί υπάρχει η σύμφωνος γνώμη και του Εναγομένου 2, έγινε επίσης πλήρης αναφορά σε όλες τις πληρωμές που έγιναν από Εναγόμενη 1 και πρωτοφειλέτη τόσο σε ημερομηνίες όσο και σε αντίστοιχα ποσά και αναφέρθηκε ότι από τον τερματισμό του συμβολαίου και μετέπειτα αλλά και από την καταχώρηση της αγωγής και μετέπειτα δεν έχει πληρωθεί κανένα ποσό για την πιο πάνω σύμβαση. Οι αόριστες και γενικές υποβολές ότι εξοφλήθηκε ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας και/ή ότι έγιναν και άλλες πληρωμές και/ή ότι το υπόλοιπο του συμβολαίου εάν υπάρχει είναι κατά πολύ λιγότερο από το αξιούμενο παρέμειναν μετέωρες χωρίς να μπορούν να στοιχειοθετηθούν ειδικά και με βάση την απάντηση του Εναγομένου 2 ότι ο ίδιος δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό έναντι του συμβολαίου, ούτε και έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε απόδειξη για ότι κάποιος άλλος έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Είναι συναφώς η θέση μου ότι η παρούσα υπόθεση σαφώς διαχωρίζεται από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτικής Έφεση 227/07 ημερ. 16.6.10, D&G Products Ltd v. Premixco Asphaltinkg Company Ltd Πολιτική Έφεση 10122 ημερ. 26.2.99 και την υπόθεσης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Κύπρου Λτδ ν. Γιαννάκη Α. Σαλουμη κ.α. Πολιτική Έφεση 6305 ημερ. 15.12.06. Επομένως είναι η θέση μου ότι και οι δύο πιο πάνω θέσεις της κας Παπαμιχαήλ είναι καταδικασμένες σε αποτυχία και απορρίπτονται. Η άλλη θέση που παρέμεινε να εξεταστεί, είναι η εισήγηση της κας Παπαμιχαήλ ότι δεν αποδείχτηκε ότι επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς έχει δεόντως τερματιστεί σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2. Σε σχέση με το θέμα αυτό αναφέρω πρώτα απ' όλα ότι και αν ακόμα η θέση αυτή ευσταθεί τα δικαιώματα των Εναγόντων δεν επηρεάζονται αφού έχει νομολογηθεί, και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Χριστίνα Κυριάκου ν. Μάρθα Ανδρέα Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ 2029, ότι ακόμα και η καταχώρηση αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της συμφωνίας. Πέραν τούτου έχω ήδη αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2 προέβαλε τη θέση ότι ουδέποτε έλαβε την συμφωνία τερματισμού και παραλληλίζοντας τη με το γεγονός ότι η απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του παραμερίστηκε επειδή δεν εντοπίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου κλητήριο ένταλμα το οποίο να είχε επιδοθεί σε αυτό συνδέει τα δύο και ισχυρίζεται ότι η θέση του αυτή ενισχύεται. Η προσέγγιση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Πρώτα απ' όλα υπάρχει στο Δικαστήριο η θέση και των δύο μαρτύρων της Ενάγουσας ότι η επιστολή τερματισμού η οποία αποδεδειγμένα έχει αποσταλεί διπλοσυστημένη στην Εναγομένη 1 έχει κοινοποιηθεί και σε όλους τους εγγυητές συμπεριλαμβανομένου του Εναγομένου 2. Επί του ίδιου του Τεκμηρίου 3 που είναι η επιστολή τερματισμού ημερ. 8.3.04 που απευθύνεται στην πρωτοφειλέτιδα φαίνεται να έχει κοινοποιηθεί στον Εναγόμενο 2 στη διεύθυνση Μιχ. Ζένιου 19Α 1040 Παλλουριώτισσα. Η διεύθυνση αυτή ήταν η διεύθυνση που ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 έχει δώσει στην Τράπεζα κατά την υπογραφή της συμφωνίας, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία ήταν η διεύθυνση του από το 1988 μέχρι το 2010 και επίσης σύμφωνα με την ίδια την ένορκη μαρτυρία του ο ίδιος ουδέποτε κοινοποίησε αλλαγή διεύθυνσης στους Ενάγοντες. Σύμφωνα με το Άρθρο 12 του επίδικου συμβολαίου ειδοποίηση ή επιστολή από τους ιδιοκτήτες προς τον εγγυητή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε αν στάληκε με το συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Πέραν τούτου σύμφωνα και με τη νομολογία η ταχυδρόμηση επιστολής η οποία δεν έχει επιστραφεί στον αποστολέα της δημιουργεί τεκμήριο ότι η εν λόγω επιστολή παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν στη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων νοούμενου βέβαια ότι η επιστολή έχει σταλεί στην ορθή διεύθυνση και τα καθορισμένα ταχυδρομικά τέλη έχουν πληρωθεί. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9 και Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 (Γ) 1521. Στην υπόθεση Katsantonis v. Frantzekou
(1981)1CLR 566 λέχθηκε ότι το Άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 εναποθέτει το βάρος απόδειξης της μη λήψης της επιστολής στον παραλήπτη. Στην προκειμένη περίπτωση η επιστολή τερματισμού κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο 2 στη διεύθυνση την οποία ο ίδιος έχει δώσει στην τράπεζα και δεν έχουν επιστραφεί. Επομένως το βάρος απόδειξης της μη λήψης της εν λόγω επιστολής βρίσκεται στους ώμους του Εναγομένου 2 ο οποίος δεν απέσεισε απλά και μόνο επειδή παραλήρησε το θέμα με το μη εντοπισμό του κλητηρίου εντάλματος σε ότι αφορά τον ίδιο στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επομένως είναι η θέση μου ότι το εν λόγω συμβόλαιο σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2 έχει τερματιστεί δεόντως με την αποστολή σε αυτό της επιστολής τερματισμού ημερ. 8.3.
- Σημειώνω ότι με δεδομένο και με εύρημα ότι η σύμβαση δεν εμπίπτει στον περί Καταναλωτικής Πίστεως Νόμο δεν απαιτείτο καμία άλλη αποστολή επιστολής πριν την επιστολή τερματισμού. Σημειώνω επίσης ότι στο Τεκμήριο 3 που είναι η επιστολή τερματισμού αναφέρονται επίσης τα ποσά των καθυστερημένων δόσεων τα οποία με βάση και τη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου δεν έχουν μεταβληθεί. Συνεπώς η θέση των συνηγόρων του Εναγομένου 2 ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για τα αξιούμενα ποσά δεν με βρίσκει σύμφωνη. Είναι συνεπώς η θέση μου ότι οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους έναντι του Εναγομένου 2 και έτσι εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2 για το ποσό των €23.927,90 πλέον τόκο 9% επί ποσού €126,91 από 8.11.04 πλέον τόκος 8%, ως ήταν ο νόμιμος τόκος το επίδικο χρονικό διάστημα επί ποσού 23.800,99 από 25.7.05 μέχρι 13.10.08 και τόκος 5,5% ως προβλέπεται από τον περί Δικαστηρίων Νόμο από 14.10.08 μέχρι εξόφλησης. Η απόφαση αυτή θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγομένους 1 και
- Επιδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2 τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο