← Κύπρος

MKC City College Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3347/2010, 19/7/2012

MKC City College Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3347/2010, 19/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3347/2010 Μεταξύ: M.K.C City College Ltd Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------ 19 Ιουλίου, 2012. Για τους ενάγοντες: κ. Λ. Λουκαΐδης μαζί με κ. Α. Αλεξόπουλο Για τον εναγόμενο: κ. Ρ. Μαππουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι ιδιωτική σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Παρέχουν εκπαίδευση σε Κύπριους και αλλοδαπούς φοιτητές. Προβάλλοντας ότι μέχρι και το έτος 2008 λειτουργούσαν ως επικερδής επιχείρηση, ισχυρίζονται οι ενάγοντες μέσα από την έκθεση απαίτησής τους, ότι από το έτος 2009 και εντεύθεν υφίστανται σημαντική ζημιά ως αποτέλεσμα «ανεπίτρεπτων, ή και αυθαίρετων ή/και δυσανάλογων ή/και δυσμενών ή/και μεροληπτικών ή/και καταπιεστικών ή/και καταστροφικών περιορισμών ή/και ενεργειών ή/και εμποδίων σε σχέση με την άσκηση των εξής δικαιωμάτων: (
  2. i)Το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος ή και της εργασίας ή/και (
  3. ii)το δικαίωμα εκπαίδευσης ή/και (iii) το δικαίωμα απόκτησης και απόλαυσης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας, ή/και (
  4. iv)το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης». Αναλύοντας και επεξηγώντας θέτουν ότι το Υπουργείο Παιδείας επέβαλε αυθαίρετη και άσχετη με τα θέματα σπουδών διαδικασία έγκρισης άδειας εισόδου ξένων φοιτητών - οι οποίοι στόχο είχαν τη φοίτησή τους σε ιδιωτικά τριτοβάθμια εκπαιδευτήρια στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων - αποτέλεσμα της οποίας ήταν η απόρριψη μεγάλου αριθμού υποψήφιων φοιτητών από διάφορες χώρες και ανάλογης ζημιάς των εναγόντων. Με αυτά ως δικογραφημένες θέσεις αξιώνουν: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι έχουν επιβληθεί από κρατικά όργανα και υπηρεσίες εις βάρος της Ενάγουσας εταιρείας η οποία διεξάγει εργασίες ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, ανεπίτρεπτοι, ή και αυθαίρετοι ή/και δυσανάλογοι ή/και δυσμενείς ή/και μεροληπτικοί ή/και καταπιεστικοί ή/και καταστροφικοί περιορισμοί ή/και ενέργειες ή/και εμπόδια σε σχέση με την άσκηση των εξής δικαιωμάτων: (
  5. i)Το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος ή και της εργασίας (
  6. ii)ή/και το δικαίωμα εκπαίδευσης (iii) ή/και το δικαίωμα απόκτησης και απόλαυσης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας, (
  7. iv)ή/και το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης». Διεκδικούν περαιτέρω ειδικές αποζημιώσεις για απολεσθέντα δίδακτρα, για έξοδα προώθησης των σπουδών τους και για δαπάνες σχετικές με ταξιδιωτικά έξοδα, διαμονή, προώθηση και οργάνωση των αιτήσεων για εγγραφή φοιτητών. Τέλος, ζητούν γενικές αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα «επεμβάσεων ή/και παραβιάσεων των δικαιωμάτων της Ενάγουσας από μέρους κρατικών οργάνων και υπηρεσιών». Ο εναγόμενος εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις: Μη αποκάλυψης οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος ή/και εύλογης βάσης αγωγής και έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης. Με επιφύλαξη των θέσεων αυτών, αρνείται τις δικογραφημένες στην έκθεση απαίτησης θέσεις των εναγόντων, ισχυριζόμενος ότι κανένα δικαίωμά τους παραβιάστηκε. Τέλος, αρνείται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά ή, εν πάση περιπτώσει, ότι εξ υπαιτιότητάς του προκλήθηκαν οι αξιούμενες ζημιές. H πλευρά των εναγόντων επιχείρησε να αποδείξει την υπόθεσή της, στηριζόμενη στην παράθεση μαρτυρίας πέντε προσώπων. Εκ μέρους του εναγομένου κατάθεσε ένας και μόνο μάρτυρας. Συνοπτική και μόνο καταγραφή των βασικών στοιχείων της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι αρκετή, με δεδομένη τη φύση της διαφοράς, προκειμένου να γίνει κατανοητό το όλο πλέγμα των θέσεων των δύο πλευρών και να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην τελική του κατάληξη: Ο ΜΕ1, Κώστας Χαραλάμπους, Γενικός Διευθυντής των εναγόντων, αναφέρθηκε στα οικονομικά δεδομένα τους, καθώς επίσης και στη διαδικασία που το Υπουργείο Παιδείας ακολουθούσε για έγκριση άδειας εισόδου ξένων φοιτητών των ιδιωτικών τριτοβάθμιων εκπαιδευτηρίων. Ήταν η θέση του ότι τα κλιμάκια λειτουργών του εν λόγω Υπουργείου, που μετέβαιναν σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, συγκεκριμένα της Ασίας, προς διεξαγωγή συνεντεύξεων των ενδιαφερόμενων υποψήφιων φοιτητών, δεν είχαν οποιαδήποτε προηγούμενη πείρα ή εκπαίδευση ή κατάρτιση. Περαιτέρω ισχυρισμός του ήταν πως οι συνεντεύξεις που λάμβαναν χώρα ήταν ανεπαρκείς και οι λόγοι απόρριψης των υποψήφιων φοιτητών συνοπτικοί και αδικαιολόγητοι, με αποτέλεσμα την απόρριψη μεγάλου αριθμού καθόλα κατάλληλων, κατά τη θέση του, για λήψη έγκρισης άδειας εισόδου και εγγραφής σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο αδελφός του προηγούμενου μάρτυρα, Μιχάλης Χαραλάμπους, γραμματέας των εναγόντων. Παρουσίασε κατάσταση της χωρητικότητας των κτιριακών εγκαταστάσεων του κολλεγίου τους και κατάλογο με τα ονόματα φοιτητών στους οποίους επιστράφηκαν, το 2009, τα δίδακτρα που πλήρωσαν προκαταβολικά, αφού δεν προχώρησε η εγγραφή τους λόγω των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν με την απόρριψη άδειας εισόδου τους. Ανάλογα, κατέθεσε κατάλογο με ονόματα φοιτητών στους οποίους, κατά τη θέση του, οι ενάγοντες οφείλουν να επιστρέψουν ποσά που ήδη κατέβαλαν, προκειμένου να φοιτήσουν στο κολέγιό τους, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ως προς την οικονομική κατάσταση των εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων, εξόδων και γενικότερα των λογαριασμών τους, σχετική μαρτυρία δόθηκε από τη ελέγκτρια Μαρία Μαρνέρου, η οποία κατέθεσε ως ΜΕ3. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της αναφέρθηκε στις επιστροφές διδάκτρων και στην υποχρέωση των εναγόντων επιστροφής τέτοιων διδάκτρων σε φοιτητές, για τους λόγους που κάλυψε η μαρτυρία του ΜΕ2. Προς επίρρωση των θέσεών της παρέθεσε σχετικούς αναλυτικούς πίνακες ως τεκμήρια. Τα όσα κατέθεσε η ΜΕ4 Suzan Taylor, διευθύντρια επιχειρήσεων των εναγόντων και υπεύθυνη για τις υποθέσεις των σπουδαστών του κολλεγίου, περιστρέφονται γύρω από παραθέσεις τεκμηρίων, σχετικών με φόρμες απόρριψης, τραπεζικές βεβαιώσεις και παραπόνων φοιτητών για άδικη και αδικαιολόγητη απόρριψή τους κατά τη διαδικασία έγκρισης άδειας εισόδου τους. Τελευταίος μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν ο Ιωάννης Πίπης, κατά τον ουσιώδη χρόνο επικεφαλής του Γραφείου Διεθνών Εγγραφών του κολλεγίου και υπεύθυνος να ελέγχει τις αιτήσεις εισδοχής των φοιτητών και να επιβλέπει τις συνεντεύξεις. Στην εκτεταμένη μαρτυρία του αναφέρθηκε στα όσα αντιλήφθηκε να διαδραματίζονται πριν και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων στη Σρι-Λάνκα και Ινδία, με σκοπό την παραχώρηση θεώρησης άδειας εισόδου σε υποψήφιους φοιτητές. Ήταν βασική του θέση ότι οι απορρίψεις των φοιτητών ήταν αδικαιολόγητες, δεδομένου ότι, κατά το μάρτυρα, οι αιτητές ικανοποιούσαν όλες τις προϋποθέσεις και πρόνοιες αναφορικά με την παροχή άδειας εισόδου και φοίτησής τους σε τριτοβάθμια εκπαιδευτήρια στην Κύπρο. Ως αποτέλεσμα αποκόπηκαν αυθαίρετα, προέβαλε, 98 υποψήφιοι φοιτητές από τις πιο πάνω χώρες. Ο ανώτερος λειτουργός εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Ανδρέας Παπούλας, ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση. Ως οικείος λειτουργός των εναγόντων είναι υπεύθυνος για οποιοδήποτε θέμα τους αφορά όπως, εγγραφή νέου κλάδου σπουδών, έλεγχο και υποβολή εισηγήσεων για έγκριση των διδάκτρων και άλλων δικαιωμάτων και επιθεώρηση του κολλεγίου. Ήταν επίσης, για κάθε σημαντικό για την υπόθεση χρόνο, υπεύθυνος του κλιμακίου το οποίο διεξήγαγε τις συνεντεύξεις τον Ιανουάριο του 2009 στη Σρι-Λάνκα και Μπαγκλαντές. Επεξήγησε αναλυτικά τη διαδικασία παραχώρησης θεώρησης άδειας εισόδου και παρέθεσε λεπτομέρειες του τρόπου διενέργειας των συνεντεύξεων με σκοπό την παραχώρηση τέτοιας άδειας σε υποψήφιους αλλοδαπούς φοιτητές. Όπως κατέθεσε, το κλιμάκιο ήταν πενταμελές και αποτελείτο από εκπαιδευτικούς λειτουργούς δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης, οι οποίοι, πριν από τη μετάβαση στις χώρες διεξαγωγής των συνεντεύξεων, παρακολούθησαν σύντομα υπηρεσιακά σεμινάρια. Παρέχοντας σχετικές λεπτομέρειες - συνοπτικά, περί μη προσκόμισης ή μη επαρκούς επικύρωσης εγγράφων, πλαστών εντύπων, έλλειψης ακαδημαϊκών προσόντων, ανεπάρκειας οικονομικών πόρων - έθεσε ότι όλες οι απορρίψεις ήταν δικαιολογημένες. Αναφερόμενος, τέλος, στη δυναμικότητα των κτιρίων των εναγόντων, τόνισε ότι το εξεταστικό κλιμάκιο θα μπορούσε να συστήσει παραχώρηση θεώρησης άδειας εισόδου μόνο σε συγκεκριμένο αριθμό, ήτοι 102 υποψήφιων φοιτητών των εναγόντων για όλες τις χώρες. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες και επικαλούμενος το δικαστικό λόγο της Τάκης Γιάλλουρου v. Ευγένιου Νικολάου

(2001)1 ΑΑΔ 558, εισηγήθηκε ότι και στην παρούσα υπόθεση εντοπίζεται παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων που παρέχει αγώγιμο δικαίωμα. Επεξήγησε περαιτέρω ότι η αγωγή στηρίζεται σε ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα, συγκεκριμένα της άσκησης επαγγέλματος, της παροχής εκπαίδευσης της απόκτησης και απόλαυσης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας, και της ίσης μεταχείρισης. Τα δικαιώματα αυτά, εισηγήθηκε, υπέστηκαν νομικά ανεπίτρεπτους περιορισμούς με τη μορφή αποκλεισμού φοιτητών από λειτουργούς του Υπουργείου Παιδείας. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εναγόμενο εισηγήθηκε ότι η επίκληση από τους ενάγοντες παραβίασης του Συνταγματικού δικαιώματος ασκήσεως επαγγέλματος, προϋποθέτει, υπό τις συνθήκες της παρούσας περίπτωση, ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος μέσω της προσβολής διοικητικής πράξης από το πρόσωπο που είχε άμεσο, ίδιο και ενεστώς έννομο συμφέρον. Στοιχείο που ελλείπει. Αγορεύοντας περαιτέρω, έθεσε ότι κανένα από τα Συνταγματικά δικαιώματα που επικαλούνται οι ενάγοντες παραβιάστηκε. Τόνισε, τέλος, ότι η ζημιά που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν είναι εντελώς αβάσιμη, αφού, κατά τη θέση του, διαφάνηκε καθαρά στα πλαίσια της διαδικασίας πως τίποτε από τα όσα επικαλούνται έχει αποδειχθεί. Είναι αχρείαστη η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προκειμένου να αποτυπωθεί η τελική κρίση του. Καθότι βασικά στοιχεία των αδιαμφισβήτητων γεγονότων είναι αρκετά για να καθορίσουν το αποτέλεσμα της υπό εξέταση περίπτωσης. Η συνολική αξίωση των εναγόντων εδράζεται, ουσιαστικά, στους επικαλούμενους ως νομικά ανεπίτρεπτους περιορισμούς που υπέστησαν ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, συνεπεία του αποκλεισμού μεγάλου αριθμού αλλοδαπών φοιτητών. Με αυτό ως υπόβαθρο, γίνεται επίκληση παραβίασης Συνταγματικών τους δικαιωμάτων και επιχειρείται στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος. Η όλη αυτή προσέγγιση των εναγόντων είναι έκθετη σε απόρριψη. Θα εξηγήσω τους λόγους, αφού προηγουμένως παρεμβάλω τις ακόλουθες νομικές αρχές: Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 ΑΑΔ 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146 παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Η ακύρωση της Διοικητικής Πράξης αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση βάσει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον Πολιτικού Δικαστηρίου. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Η περί αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας αξίωση πρέπει - και αυτή είναι η δεύτερη προϋπόθεση - να απευθύνεται αρχικά προς τη Διοίκηση. Τέλος η απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να εξετάσει τούτο, συνιστά την τρίτη προϋπόθεση. Η ζημιά θα πρέπει να προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή να προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημιά, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η συνδρομή των πιο πάνω οδηγεί στη γένεση αγώγιμου δικαιώματος για αποζημίωση. (Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Χάρη Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ 420, Πελαγία Εγγλεζάκη κ.α ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ 697, Χαράλαμπος Νικόλας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ 983 και Rosary Gardens ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2006)1 Α.Α.Δ 230). Στην υπό κρίση περίπτωση προκύπτει, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι οι οποιεσδήποτε απορριπτικές αποφάσεις της Δημοκρατίας στο αίτημα για παροχή άδειας εισόδου δεν προσβλήθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο έλεγχος της νομιμότητάς τους δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας πολιτικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, εκθεμελιώνεται και το υπόβαθρο στήριξης της αξίωσης των εναγόντων. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ιχνηλατεί και το αποτέλεσμα της υπό εξέταση αγωγής. Συνοπτικά, παρενθετικά και μόνο, προστίθεται ότι τα όποια στοιχεία μαρτυρίας τέθηκαν κατά τη ακροαματική διαδικασία δεν ήταν εν πάση περιπτώσει αρκετά προς τεκμηρίωση των θέσεων των εναγόντων και ένταξης της υπόθεσής τους στα πλαίσια των Συνταγματικών προνοιών που καλύπτουν το δικαίωμα εκπαίδευσης, όπως αυτό οριοθετείται από το Άρθρο 20 του Συντάγματος, ή το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος ή απασχόλησης ή εργασίας του Άρθρου 25 ή το δικαίωμα της ιδιοκτησίας του αντίστοιχου Άρθρου
  1. Περαιτέρω, καμία μαρτυρία προσφέρθηκε προς την κατεύθυνση κατάδειξης της επικαλούμενης παραβίασης της αρχής της ισότητας που καθιερώνεται από το Άρθρο
  2. Υπό την επιφύλαξη των πιο πάνω, έστω κι αν δηλαδή οι ενάγοντες απεδείκνυαν τα επικαλούμενα αγώγιμα δικαιώματά τους, θα αντιμετώπιζαν ανυπέρβλητες δυσκολίες ως προς την απόδειξη των ζημιών που κατ΄ ισχυρισμό υπέστησαν. Καθότι, η προσφερθείσα μαρτυρία δεν θα ήταν ικανοποιητική, με βάση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα απόδειξης τέτοιων ζημιών. Είχαν υποχρέωση, την οποία δεν κάλυψαν, να παρουσιάσουν λεπτομερή μαρτυρία ως προς την κάθε περίπτωση υποψήφιου αλλοδαπού φοιτητή σχετικά με τους λόγους απόρριψή του και την ανάλογη ζημιά που υφίσταντο, έτσι ώστε να αποδεικνύετο, σε κάθε περίπτωση, το παράνομο της απόρριψης και η τεκμηρίωση παροχής ανάλογης αποζημίωσης. Καταληκτικά, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.