ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 833/11, 30/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 833/11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντα και
- ΑΝΤΩΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΚΩΣΤΑ ΚΩΣΤΑ Εναγομένων ------ Αίτηση παραμερισμού ημερ. 30.12.2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Οκτωβρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή - Εναγόμενο 1: κ. Α. Χριστοδούλου για Σωτήρη Αργυρού ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κα Πελεκάνου για Χριστόδουλο Γ. Βασιλειάδη & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος 1 ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε στις 7.7.2011 εναντίον του στην παρούσα αγωγή. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, με την αγωγή τους, που αφορά έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 15.10.2008, των εναγόντων με τον εναγόμενο 1 για παραχώρηση στεγαστικού δανείου σ' αυτόν με την εγγύηση του εναγόμενου 2, οι ενάγοντες απαιτούν το ποσό των €130.413,92 πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου προς κάλυψη της απαίτησης τους έναντι των εναγομένων. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που είναι καταχωρημένη στο φάκελο, ιδιώτης επιδότης επέδωσε επίσημο αντίγραφο του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 θ.6) της αγωγής στον εναγόμενο 1 προσωπικά στις 15.6.2011 έναντι της υπογραφής του εναγόμενου
- Λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, καταχωρήθηκε στις 29.6.2011 μονομερής αίτηση από τους ενάγοντες για έκδοση απόφασης και στις 7.7.2011 κατόπιν απόδειξης εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 30.12.
- Νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θθ 1-4 και 9(h), Δ.57 και Δ.64, το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή-εναγόμενου 1 ίδιας ημερομηνίας. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει έχει θετική γνώση για όσα παραθέτει ενώ για γεγονότα που δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση παραθέτει την πηγή της πληροφόρησης του. Επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της επίδικης δικαστικής απόφασης, ο αιτητής αναφέρει ότι η καταχωρηθείσα αγωγή του επιδόθηκε στις 15.6.2011 (Τεκμήριο 2). Αμέσως τότε διόρισε ως δικηγόρο του τον κ. Φαίδωνα Βαλιαντή για να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης. Επειδή καταχωρήθηκαν εναντίον του και οι αγωγές με αρ. 1208/11 και 834/11 και ενημέρωσε σχετικά τον ίδιο δικηγόρο, επισκέφθηκε το γραφείο του και του κατέβαλε το ποσό των €500, διορίζοντας τον εν λόγω δικηγόρο και υπογράφοντας σχετικό διοριστήριο. Αντίγραφο απόδειξης είσπραξης του εν λόγω δικηγόρου από τον εναγόμενο 1 με αρ. 15444, ημερομηνίας 27.6.2011 για το ποσό των €500 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ενόσω θεωρούσε ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος θα καταχωρούσε την εμφάνιση και την υπεράσπιση του όπως είχαν συμφωνήσει, περί το τέλος Νοεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου του 2011 ο εναγόμενος 1 ενημερώθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην παρούσα αγωγή λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Οι προσπάθειες του να επικοινωνήσει με τον υπό αναφορά δικηγόρο απέτυχαν εφόσον το κινητό του τηλέφωνο ήταν κλειστό και στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι ο εν λόγω δικηγόρος ήταν κρατούμενος στη φυλακή χωρίς να γνωρίζει τους λόγους. Τότε αποτάθηκε σε άλλο δικηγόρο, ο οποίος τον συμβουλεύει ότι έχει καλή υπεράσπιση την οποία δικαιούται να προβάλει καθότι πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής κατέθετε χρήματα στο λογαριασμό του για να αποκόπτονται οι δόσεις του σε όλους τους λογαριασμούς του και οι ενάγοντες αναίτια, αδικαιολόγητα και χωρίς εξουσιοδότηση κατηύθυναν όλες τις χρηματικές του δόσεις στον τρεχούμενο του λογαριασμό, τα στοιχεία του οποίου παραθέτει, υπερβαίνοντας κατά πολύ την προβλεπόμενη μηνιαία δόση. Σε αντίθεση με ρητές οδηγίες που είχε δώσει στους ενάγοντες, αυτοί επέδειξαν αυθαίρετη και αντισυμβατική συμπεριφορά εξοφλώντας τον τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς να πληρώνονται οι δόσεις στις υπόλοιπες υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να εγερθεί η παρούσα αγωγή και να εκδοθεί η επίδικη απόφαση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα έχει ουσιαστική υπεράσπιση εφόσον δεν παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις του προς τους ενάγοντες και η πρακτική των εναγόντων, που γινόταν εν αγνοία του, τους οδήγησε να τερματίσουν τους λογαριασμούς και τα δάνεια που διατηρούσε με αυτούς εφόσον κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας πίστωναν το καταβληθέν από τον εναγόμενο 1 μηνιαίως ποσό σε ένα από τους λογαριασμούς του. Με βάση τις πιο πάνω θέσεις του ο ενόρκως δηλών αξιώνει ως η αίτηση του. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση- εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 29.5.2012 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.48 θθ. 1, 2, 4 και 7-9 και Δ.64, τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και τη νομολογία, ενώ ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: - ο αιτητής δεν προέβαλε ικανοποιητικό και/ή κανένα λόγο που να δικαιολογεί τη μη καταχώρηση εμφάνισης στο Δικαστήριο - ο αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πλήρη καταφρόνηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου και των χρονοδιαγραμμάτων που καθορίζονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης - ο αιτητής αδικαιολόγητα καθυστέρησε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις 15.6.2011 - ο αιτητής αδικαιολόγητα καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση ακόμη και μετά την ημερομηνία που όπως ισχυρίζεται έμαθε για την έκδοση της απόφασης εναντίον του - ο αιτητής αδικαιολόγητα καθυστέρησε στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης μη προχωρώντας στην επίδοση της στους καθ' ων η αίτηση - ο αιτητής δεν έδειξε καλή και/ή καλόπιστη και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και/ή πιθανότητα επιτυχίας της οποιασδήποτε υπεράσπισης του στην αγωγή - ο αιτητής δεν αμφισβητεί την αξίωση και τη βάση της αγωγής των καθ' ων η αίτηση καθότι όσα αναφέρει δεν αποτελούν υπεράσπιση - δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πάσχει και/ή είναι παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφόσον είναι αόριστη, γενική, δεν αναφέρει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης ούτε τον τόπο διαμονής του αιτητή - ο αιτητής με την ένορκη του δήλωση αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να το οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα και - τυχόν ακύρωση της επίδικης απόφασης δεν θα συμβάλει στην ορθή, δίκαιη και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης πλήττοντας την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Αγγελίνας Κούρα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση, η οποία όπως αναφέρει γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Παρόλο που η ενόρκως δηλούσα δέχεται τη θετική γνώση του εναγόμενου 1 για την υπόθεση αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην ένορκή του δήλωση. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ότι ο αιτητής δεν προέβαλε κανένα βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώρηση εμφάνισής του στο Δικαστήριο εφόσον πλήρωσε μεν δικηγόρο για να τον εκπροσωπεί και υπέγραψε σχετικό διοριστήριο έγγραφο από τις 15.6.2011, αλλά δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον και/ή επιμέλεια για την πορεία και την εξέλιξη της εναντίον του διαδικασίας τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στις άλλες δύο αγωγές που όπως δέχθηκε του είχαν επιδοθεί προσωπικά τον Ιούνιο του
- Περαιτέρω ο αιτητής αδικαιολόγητα και/ή καθυστερημένα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση ενόσω η εναντίον του απόφαση εκδόθηκε στις 7.7.2011, δηλαδή πέντε μήνες προηγουμένως. Όπως προκύπτει από την επιστολή του αιτητή προς τον Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 25.10.2011, αντίγραφο της οποίας παραδόθηκε στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους καθ' ων η αίτηση (Τεκμήριο Α), ο αιτητής γνώριζε από τον Οκτώβριο του 2011 για την έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Παρόλο δε που ως αναφέρει στο Τεκμήριο Α ο αιτητής εξουσιοδότησε τους νέους δικηγόρους στις 24.10.2011 να προβούν σε έρευνα στο φάκελο της παρούσας αγωγής, στην ένορκή του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι περί το τέλος Νοεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου ενημερώθηκε για την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης εναντίον του. Από τους εν λόγω ισχυρισμούς του αιτητή συμπεραίνεται ότι αυτός αποκρύπτει την πραγματικότητα και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς και για τον χρόνο που έλαβε γνώση της έκδοσης της απόφασης. Επιπρόσθετα, η γνώση του αιτητή από τον Οκτώβριο του 2011 για την έκδοση της απόφασης επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το ένταλμα κινητών με αρ. 051592 που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση στις 19.9.2011 επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 12 Οκτωβρίου με τη δικαιολογία ότι ο αιτητής στερείται κινητής περιουσίας στη δοθείσα διεύθυνση, που ήταν το σπίτι των γονέων του (Τεκμήριο Β). Ακόμη, ενώ ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 30.12.2011 αδικαιολόγητα αμέλησε και/ή παρέλειψε να προχωρήσει στην επίδοση της στους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι έλαβαν γνώση για την παρούσα διαδικασία μετά από επιστολή των δικηγόρων του αιτητή με την οποία ζητείτο αναστολή των μέτρων που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας εναντίον του αιτητή και παρελήφθη μέσω φαξ από το γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους καθ' ων η αίτηση στις 28.2.2012 (Τεκμήριο Γ). Αρνείται, επίσης, η ενόρκως δηλούσα τους ισχυρισμούς του αιτητή που αφορούν την προβαλλόμενη εκ μέρους του υπεράσπιση και υποστηρίζει ότι δεν προκύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα που να υποδηλώνουν την ύπαρξη εύλογης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και ως εκ τούτου δεν συντρέχει δικαίωμα του αιτητή να ακουστεί στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι ο αιτητής δεν αμφισβητεί την αξίωση και τη βάση της απαίτησης των καθ' ων η αίτηση, έχει δε αναγνωρίσει την οφειλή του προβαίνοντας σε διάφορες προσπάθειες για διευθέτηση της παρούσας υπόθεσης με τους καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα δεν υποδεικνύεται κανένας λόγος για να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Υποστηρίζει, επίσης, η ενόρκως δηλούσα ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πάσχει και/ή είναι παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς, είναι ακόμη αόριστη και γενική, αποκρύπτουσα ουσιώδη γεγονότα και δεν αναφέρει τον τόπο διαμονής του αιτητή και ως εκ τούτου σκοπεύει στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου και στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων. Με τη θέση, τέλος, ότι τυχόν παραμερισμός της επίδικης δικαστικής απόφασης δεν θα συμβάλει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και θα έπληττε την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, η ενόρκως δηλούσα ζητά την απόρριψη της αίτησης, ως αποτελούσας και κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι, οι οποίοι αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης του Δικαστηρίου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών παραπέμποντας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Στη νομολογία γίνεται διάκριση σε σχέση με τις αιτήσεις παραμερισμού όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται ανάλογα με το κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι. Όταν πρόκειται περί αντικανονικά εκδοθείσας απόφασης (irregular judgment), όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης ως παράτυπης "ex debito justitiae" δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 601, Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 700). Περαιτέρω, όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσα απόφαση (regularly obtained judgment), ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγομένου είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης/παραμερισμού απόφασης έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση από το Δικαστήριο οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για την ορθότητα των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο ουσιαστικούς παράγοντες στην απονομή της δικαιοσύνης: της ανάγκης αφενός να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και της ανάγκης αφετέρου να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του επίσης τη συμπεριφορά του αιτητή. Αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση (βλ. Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R. 646, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 CLR 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 και Ζήνωνας Μερκή ν. Yiannoukkas Holiday Inns Ltd
(1994)1 AAΔ 736). Οι νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στη Μούγης ν. Σπανούδη
(1996)1 ΑΑΔ 997, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ 712, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793). Τονίστηκε δε στη νομολογία ότι τόσο η αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης όσο και η ικανοποιητική εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης αλλά και η μη ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης του αιτητή να αποταθεί για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν την απόφανση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως (βλ. και Κ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 86, Λουκαϊδου ν. Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333, F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 2054, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω παραγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528). Όπως έχει νομολογηθεί για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Στην απόφαση Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1101, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «To Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. (Ιδε Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd, Πολιτική Έφεση 9153, ημερ. 31.10.96)». Λέχθηκε ακόμη ότι ο αιτητής πρέπει να παρουσιάζει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των δεδομένων επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε κανονικά και ως εκ τούτου η αίτηση θα κριθεί υπό το φως των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσες αποφάσεις. Αρχικά επισημαίνεται ότι αιτητής-εναγόμενος 1 επικαλείται ότι έχει υπεράσπιση στην εναντίον του απαίτηση των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων. Η υπεράσπιση του είναι ότι πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής κατέθετε χρήματα στο λογαριασμό του ώστε να αποκόπτονται οι δόσεις του σε όλους τους λογαριασμούς του και οι ενάγοντες αναίτια, αδικαιολόγητα και χωρίς εξουσιοδότηση κατηύθυναν όλες τις χρηματικές του δόσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό του, υπερβαίνοντας κατά πολύ την προβλεπόμενη μηνιαία δόση. Σύμφωνα με τον αιτητή οι ενάγοντες σε αντίθεση με τις ρητές οδηγίες που τους είχε δώσει, επέδειξαν αυθαίρετη και αντισυμβατική συμπεριφορά εξοφλώντας τον τρεχούμενο λογαριασμό με αποτέλεσμα να μην καταβάλλονται οι δόσεις του στις υπόλοιπες υποχρεώσεις που είχε προς τους ενάγοντες. Η υπεράσπιση που προβάλλει ο αιτητής συναρτάται με ενέργειες των εναγόντων, που εγίνοντο εν αγνοία του και κατά παράβαση των οδηγιών του προς τους ενάγοντες, οι οποίοι προέβησαν σε αυθαίρετες και αντισυμβατικές πράξεις που τους έδωσαν το δικαίωμα να τερματίσουν το επίδικο δάνειο αλλά και άλλους λογαριασμούς του αιτητή. Δεν μου διαφεύγει ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση βασίζεται σε ισχυρισμούς του αιτητή, που ωστόσο παρέμειναν αναντίλεκτοι εφόσον αυτός δεν αντεξετάστηκε. Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς του αιτητή υποστηρίζοντας ότι ο αιτητής δεν αμφισβητεί τη βάση της αγωγής έχοντας μάλιστα αναγνωρίσει την οφειλή του προβαίνοντας σε προσπάθειες διευθέτησης της υπόθεσης. Η τελευταία αυτή θέση των καθ' ων η αίτηση ωστόσο δεν συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής του αιτητή προς τον Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 25.10.2011, την οποία οι καθ' ων η αίτηση παρουσίασαν ως Τεκμήριο Α της ένστασης, όπου ο αιτητής διαμαρτύρεται για τη συμπεριφορά του δικηγόρου στον οποίο είχε αναθέσει την καταχώρηση εμφάνισης και υπεράσπισης σε τρεις αγωγές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η παρούσα. Χωρίς να αξιολογείται η πιο πάνω θέση του αιτητή ως προς την ύπαρξη υπεράσπισης προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ότι εγείρεται συζητήσιμο σημείο στην παρούσα υπόθεση που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής προβάλλει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση (βλ. Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ (πιο πάνω)). Ως προς το θέμα της παράλειψης του αιτητή-εναγόμενου να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία και την εξήγηση που αυτός προβάλλει, προκύπτει ότι δίδεται ικανοποιητική εξήγηση εκ μέρους του αιτητή για το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση εκ μέρους του στην παρούσα αγωγή. Μετά την επίδοση στις 15.6.2011 της παρούσας αγωγής στον αιτητή, όπως προβάλλει και από το Τεκμήριο 3 της αίτησης, ο αιτητής επισκέφθηκε τον τότε δικηγόρο του καταβάλλοντας το ποσό των €500 στις 27.6.2011 ώστε να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης τόσο για την παρούσα όσο και για άλλες δύο αγωγές που του είχαν επίσης επιδοθεί. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι ο αιτητής ενήργησε όπως λογικά αναμένετο να ενεργήσει ένας εναγόμενος και δεν ευθύνεται προφανώς για την παράλειψη του τότε δικηγόρου του να προχωρήσει σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη του-αιτητή. Η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την πορεία και εξέλιξη της παρούσας διαδικασίας μη επιδεικνύοντας ενδιαφέρον λόγω της μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ακόμη και από το Τεκμήριο Α της ένστασης συνάγεται ότι ο αιτητής έχοντας προβεί σε διορισμό δικηγόρου για την παρούσα αγωγή, βρέθηκε εκτεθειμένος από την απραξία του εν λόγω δικηγόρου και απευθύνθηκε με την εν λόγω επιστολή του στο Γενικό Εισαγγελέα, καταγγέλλοντας την συμπεριφορά του δικηγόρου του. Αυτή η θέση του αιτητή παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι δεν ζητήθηκε αυτός να αντεξεταστεί και μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στη διαδικασία. Είναι η αντίληψη μου ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι παντελώς αδικαιολόγητα ο αιτητής δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία έγκαιρα για να προβάλλει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση του. Συνάγεται ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί στη διαδικασία εγκαίρως και να προβάλλει την υπεράσπιση του πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης. Καταλήγω ότι τα γεγονότα καθιστούν αποδεκτή την προβληθείσα θέση του αιτητή για την μη εμφάνιση του στη διαδικασία και αποκαλύπτουν σοβαρό και εύλογο λόγο και ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης του στο Δικαστήριο εν καιρώ, οπότε θα είχε την ευκαιρία να προβάλλει την υπεράσπιση του. Όσον αφορά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, την οποία σύμφωνα με την εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ο αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει και να προωθήσει, δεν συμμερίζομαι τη θέση τους. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι ο αιτητής είχε πληροφορηθεί ότι εκδόθηκαν εναντίον του αποφάσεις τόσο στην παρούσα όσο και σε άλλες δυο αγωγές περί τον Οκτώβριο του 2011 Ειδικότερα από το Τεκμήριο Α της ένστασης προκύπτει ότι ανέθεσε στις 24.10.2011 στο νέο του δικηγόρο να ερευνήσει κατά πόσο εκδόθηκε εναντίον του απόφαση τόσο στην παρούσα όσο και σε μία ακόμη αγωγή. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Β της ένστασης, επίσης, φαίνεται ότι ο αιτητής βρέθηκε αντιμέτωπος με την εκτέλεση εντάλματος της κινητής περιουσίας του προς εκτέλεση της επίδικης δικαστικής απόφασης περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2011. Επακολούθησε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης από το νέο δικηγόρο του αιτητή στις αρχές Νοεμβρίου του 2011 όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου και στη συνέχεια καταχωρήθηκε στις 30.12.2011 η υπό κρίση αίτηση. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι η αναφορά του αιτητή στην ένορκη του δήλωση σε πληροφόρηση του για την έκδοση της επίδικης απόφασης περί το τέλος Νοεμβρίου του 2011 δεν είναι ακριβής, τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι η παρέλευση δυο περίπου μηνών έως ότου καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση, δηλαδή μετά τα μέσα Οκτωβρίου του 2011 που είχε την πρώτη πληροφόρηση περί έκδοσης της επίδικης απόφασης με την προώθηση μέτρων εκτέλεσης της από τους δικηγόρους των εναγόντων, γεγονός που επιβεβαιώθηκε περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2011 μετά από έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής αδιαφόρησε για την τύχη της εναντίον του αγωγής. Ουδόλως επίσης μπορεί να συναχθεί ότι ο αιτητής προέβη στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης επιθυμώντας αποκλειστικά να αποφύγει τις συνέπειες της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του, όπως είχε κριθεί ότι συνέβη, μεταξύ άλλων υποθέσεων, και στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού "Βοθροτέξ" Λτδ ν. Πρ. Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339. Η συμπεριφορά του αιτητή-εναγόμενου 1 βάσει των πιο πάνω δεδομένων δεν καταδεικνύει την αδιαφορία του για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των αντιδίκων του ώστε να θεωρηθεί περιφρονητική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd (πιο πάνω), Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Ελ. Ιακώβου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 457 και Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω) το Δικαστήριο μπορεί βάσιμα να απορρίψει αίτηση παραμερισμού της απόφασης όταν διαπιστώσει την «.. άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης...» [βλ. και Χρ. Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD,
(2004)1 ΑΑΔ 1761, Μαρία Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 229]. Σταθμίζοντας την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος αφενός και το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί αφετέρου και συνεκτιμώντας τους καθοριστικούς προαναφερθέντες παράγοντες άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως ασκηθεί η διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτητή. Θεωρώ την κατάληξη αυτή ως αρμόζουσα υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης καθότι διαφορετικά θα εστερείτο ο αιτητής-εναγόμενος 1 του συνταγματικού του δικαιώματος να ακουστεί από το Δικαστήριο για λόγους που δεν ανάγονται σε αδιαφορία του για την δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των εναγόντων. Κατά συνέπεια η αίτηση επιτυγχάνει. Τίθεται ωστόσο ως όρος για την επαναφορά της υπόθεσης η πληρωμή από τον αιτητή-εναγόμενο 1 των εξόδων που επωμίσθηκαν οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες για την έκδοση της επίδικης απόφασης καθώς και των εξόδων της παρούσας αίτησης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (πιο πάνω), Ιωάννου ν. Γεωργιάδη
(1999)1ΑΑΔ 1411 και Κουδουνάς ν. ΣΚΥΜΕ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 967). Εκδίδεται κατά συνέπεια διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 7.7.2011 αναφορικά με τον αιτητή-εναγόμενο 1, υπό τον όρο ότι αυτός θα καταβάλει στους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες τα έξοδα έκδοσης της παραμερισθείσας απόφασης και της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή Η καταβολή των εν λόγω εξόδων να γίνει εντός 10 ημερών από την επίδοση στον αιτητή ή στον δικηγόρο του, του εγκεκριμένου καταλόγου εξόδων. Σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση του εναγόμενου 1 να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από την ημέρα που θα καταβάλει τα ως άνω έξοδα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο