Νίκος Ευαγγέλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 89/2012, 19/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 89/2012 Μεταξύ: Νίκος Ευαγγέλου Ενάγων και
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρο 57 του Νόμου 14/60)
- Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
- Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
- Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
- Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Εναγομένων 19 Ιουνίου,
- Ενάγων-αιτητής, παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για τους εναγομένους αρ. 1 έως και 5-καθ'ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Ζ. Κυριακίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 25.1.12 (αίτημα για άμεση καταβολή σύνταξης ανικανότητας και για τιμωρία ένεκα παρακοής) ---------------------- Διά της απόφασης στην προσφυγή αρ. 1779/2009 Νίκος Ευαγγέλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.α., ημερ. 2.12.11, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε διοικητική απόφαση ημερ. 28.5.09 η οποία τερμάτιζε την παραχώρηση στον ενάγοντα-αιτητή («ο αιτητής») σύνταξη ανικανότητας («η ακυρωτική απόφαση ημερ. 2.12.11»). Η ακύρωση οφείλεται σε λόγους τυπικούς: Κρίθηκε πως η διοικητική απόφαση ημερ. 28.5.09 εξεδόθηκε κατόπιν ελλιπούς έρευνας και υπό το καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα, περιείχε αντιφάσεις και δεν ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Επικαλούμενος την ακυρωτική απόφαση ημερ. 2.12.11 ο αιτητής κατεχώρισε, στις 5.1.12, την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Διεκδικεί α) το ποσόν των €20.246, ως το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων ανικανότητας για την περίοδο από την 1.5.09 έως και τις 5.1.12, β) το ποσόν των €562, 40 μηνιαίως ως σύνταξη ανικανότητας για την περίοδο από τις 5.1.12 «μέχρι τέλους ζωής», γ) αποζημιώσεις για παραβίαση των Άρθρων 7, 8 και 9 του Συντάγματος και δ) τόκους και έξοδα. Στις 13.1.12 οι εναγόμενοι αρ. 1 έως και 5-καθ'ων η αίτηση («οι καθ'ων η αίτηση») κατεχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Επί του παρόντος δεν έχει καταχωριστεί υπεράσπιση. Στις 25.1.02 ο αιτητής κατεχώρισε την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») διά της οποία επιδιώκει α) την έκδοση διατάγματος διά του οποίου να διατάσσονται οι εναγόμενοι αρ. 1 έως και 5-καθ'ων η αίτηση («οι καθ'ων η αίτηση») να του καταβάλλουν μηνιαίως την σύνταξη ανικανότητας και β) την τιμωρία των καθ'ων η αίτηση (με φυλάκιση ή πρόστιμο) γιατί παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την ακυρωτική απόφαση ημερ. 2.12.
- Η αίτηση καταγράφει, ως νόμικό της υπόβαθρο, το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τη Δ.42Α και την Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και τα Άρθρα 7, 8 και 9 του Συντάγματος. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή ημερ. 25.1.12 ο οποίος αναφέρει τα εξής: «..
- Την 2/12/2011 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση που ακύρωνε την απόφαση των Εναγομένων να τερματίσουν τη σύνταξη ανικανότητας του Ενάγοντα στη βάση ανύπαρκτου Ιατρικού Συμβουλίου όπως λέει η απόφαση.
- Την 2/12/2011 το πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και η παρούσα αγωγή την 5/1/2012 επεδόθησαν εις τους Εναγόμενους.
- Οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερον παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τη ρηθείσα απόφαση η οποία εξεδόθη κατά την ως άνω ημερομηνία 2/12/2011 παραβιάζοντας τα συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα και την ποιότητα ζωής και αξιοπρεπούς διαβίωσης του Ενάγοντα. Ο Ενάγων δεν έχει άλλα εισοδήματα πλην της σύνταξης και τα δικαστήρια έχουν καθήκον να διατάσσουν εφαρμογή των αποφάσεων τους.
- Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 29/12/2011 η οποία ελήφθη 9/1/2012 αναφέρουν ότι θα υλοποιήσουν την απόφαση αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν κάνει κάτι τέτοιο..» Οι καθ'ων η αίτηση ενίστανται. Στις 16.2.12 κατεχώρισαν γραπτή ένσταση οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής: 1) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. 2) Η προβλεπόμενη, από το Άρθρο 146
(6)του Συντάγματος, θεραπεία, στην περίπτωση ακυρωτικής απόφασης, περιορίζεται στην επιδίκαση δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. 3) Εν προκειμένω δεν υφίσταται διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο οι καθ'ων η αίτηση έχουν παρακούσει. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Ελένης Νεοφύτου, υπεύθυνης του αρχείου αγωγών στη Νομική Υπηρεσία, η οποία δηλώνει και τα εξής: «
- (α) Στις 2/12/2011 εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η απόφαση στην προσφυγή 1779/2009 με την οποία ακυρωνόταν η απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 28/5/2009.. (β) Η απόφαση διαβιβάστηκε στο αρμόδιο τμήμα στις 2/12/
- (γ) Στις 26/1/2012 ο ενάγοντας-αιτητής με επιστολή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενημερώθηκε ότι ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων επανεξέτασε την υπόθεση του και προχώρησε σε έκδοση απόφασης για τερματισμό της σύνταξης ανικανότητας του ενάγοντα-αιτητή από 1/5/2009 καθώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις πού θέτει η Νομοθεσία για να καταστεί αιτητής δικαιούχος σύνταξης ανικανότητας.. (δ) Στις 5/1/2012 καταχωρήθηκε ειδική οπισθογράφηση και έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή.» Στην ένορκη δήλωση της Ελένης Νεοφύτου επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, η ακυρωτική απόφαση ημερ. 2.12.11 (τεκμήριο 1) καθώς και η επιστολή του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς τον αιτητή ημερ. 26.1.
- (τεκμήριο 2). Ο αιτητής χειρίζεται ο ίδιος την υπόθεσή του. Κατεχώρισε ο ίδιος την αγωγή καθώς και τα άλλα ένδικα μέσα τα οποία προωθεί. Εμφανίζεται δε αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα οι ενόρκως δηλούντες αναφέρουν και δεν επιχειρήθηκε η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας. Συνεπώς, για την εξέταση της αίτησης, κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο αποτελούν τα όσα προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας και τα όσα δηλώνουν ενόρκως ο αιτητής και η Ελένη Νεοφύτου. Μελέτησα τα επίδικα νομικά ζητήματα και διεξήλθα τη μαρτυρία: Ας σημειωθεί, κατ' αρχάς, πως στο ισχύον νομικό καθεστώς δεν υφίστανται διατάξεις οι οποίες να καθιστούν τους φορείς των διοικητικών οργάνων, οι οποίοι παραλείπουν ή αρνούνται να συμμορφωθούν με ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκδοθείσα στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του, ενόχους του αδικήματος της παρακοής δικαστικού διατάγματος και υποκειμένους σε ποινή (Δημοκρατία ν. Θαλασσινού
(1991)3 Α.Α.Δ. 203, Βύρωνας ν. Δημοκρατία
(1999)3 Α.Α.Δ. 77). Περαιτέρω, ας σημειωθεί πως το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης από Δικαστήριο, κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, το οποίο καθιερώνει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis). Οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος αυτού καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι και διαφέρουν από τους αντίστοιχους του κοινοδικαίου και της επιείκειας [Frangoulides ν. Republic
(1982)1 C.L.R 462]: Η ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής (ipso facto) και άνευ άλλου τινός δικαίωμα αποζημιώσεων από Πολιτικό Δικαστήριο. Μετά την ακυρωτική απόφαση, η διοίκηση έχει πρώτιστη και επιτακτική υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργώς με αυτήν και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα, η οποία έχει τρωθεί με την, εν τέλει, ακυρωθείσα απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μια νόμω οφειλόμενη ενέργεια εφ' όσον επιβάλλεται δια του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος. Ο επιτυχών διοικούμενος έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει, κατ' αρχήν, την εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση των πραγμάτων στη νομική κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική απόφαση καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος. Η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει επί τη βάσει των ευρημάτων του ακυρωτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στα γεγονότα. Κάθε τέτοιο εύρημα δεσμεύει τη διοίκηση. Εφ' όσον υπάρξει δικαστική ακύρωση μιας απόφασής της και εφ' όσον η διοίκηση επιθυμεί να ενεργήσει νόμιμα, καλόπιστα και σύμφωνα με την ηθική και το δίκαιο (χρηστή διοίκηση) πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα και να λάβει νέα απόφαση λαμβάνοντας υπ' όψιν τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση, εφαρμόζοντας τα ευρήματα του ακυρωτικού Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα και συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις του [Νικόλας ν. Δημοκρατία
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 983, 1004]. Η επανεξέταση του επίδικου ζητήματος φαίνεται να έγινε στην προκείμενη περίπτωση δεδομένης της έκδοσης, στις 26.1.12, νέας διοικητικής απόφασης (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Ελένης Νεοφύτου ημερ. 16.2.12). Η νέα διοικητική απόφαση ημερ. 26.1.12 ρητώς αναφέρει πως αφορά στη σύνταξη ανικανότητας του αιτητή και πως εκδίδεται κατόπιν επανεξέτασης επί τη βάσει των διαπιστωθέντων από την ακυρωτική απόφαση ημερ. 2.12.
- Τέλος, ας σημειωθούν τα κάτωθι εν σχέσει με την φύση και το θεσμικό πλαίσιο εκδίκασης αίτησης για τιμωρία λόγω παρακοής δικαστικού διατάγματος: Η δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων να τιμωρούν πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία παρακούουν διάταγμα Δικαστηρίου καθιερώνεται δια του άρθρου 42 του Ν. 14/
- Το δικαιοδοτικό αυτό άρθρο καθορίζει τα εξής μέσα για την διασφάλιση συμμόρφωσης με διάταγμα Δικαστηρίου: επιβολή προστίμου, επιβολή φυλάκισης, έκδοση διατάγματος για την μεσεγγύηση πραγμάτων, επιδίκαση αποζημιώσεων (Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2389, 2396, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 750, 759). Οι διατάξεις του άρθρου 42 του Ν.14/1960 είναι ποινικές, το δε αδίκημα που διαγράφουν είναι αδίκημα πρόθεσης. H αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη παραβιάσουσα διάταγμα Δικαστηρίου, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) συνίσταται στην ηθελημένη ανυπακοή ή, διαφορετικά, στην πρόθεση ανυπακοής ή στην πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται η άμεση απόδειξη της πρόθεσης για ανυπακοή. Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την πρόθεση προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάση των γεγονότων. Αυτό, άλλωστε, συμβαίνει όταν αναζητείται πρόθεση και σε άλλες περιπτώσεις αδικοπραγίας (Ανθία v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404, 408-9). Περαιτέρω, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παρακοής δεν απαιτείται οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία. Κατάλληλη περιστασιακή μαρτυρία αρκεί (Χωματένος v. Σταυρινού
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2110, 2112). Η αναφορά, ενώπιον Πολιτικού Δικαστηρίου, των περιπτώσεων παρακοής διατάγματος γίνεται με τη διαδικασία που καθορίζουν οι Δ.42 Α και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών [Krashias Shoe Factory v. Adidas (ανωτέρω)]. Καταχωρίζεται γραπτή αίτηση η οποία εκθέτει την φύση του αιτήματος καθώς και τις νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων εδράζεται. Εάν αυτή βασίζεται επί γεγονότων τα οποία δεν προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (Δ.48 θ.1). Σε τέτοια ένορκη δήλωση προβαίνει όποιος γνωρίζει προσωπικώς τα γεγονότα καθώς και όποιος τα πληροφορήθηκε και τα πιστεύει ως αληθή, εφ' όσον κατονομάσει τις πηγές του και τη βάση της πεποίθησής του (Δ.38 θ.2). Όμως, παρά τον αστικό χαρακτήρα της, σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η τιμωρία του παραβάτη. Έτσι, η αίτηση που καταχωρίζεται προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας. Ως αποτέλεσμα, οι εκάστοτε εγκαλούμενες παραβιάσεις διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο. Επίσης, η απόδειξη της εγκαλούμενης παρακοής πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες απόδειξης ποινικού αδικήματος. (Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, 314, Krashias Shoe Factory v. Adidas (ανωτέρω), 761). Επί τη βάσει των όσων προβλέπει ο νόμος και των όσων αναφέρει η σχετική νομολογία, το αδίκημα της ανυπακοής σε διάταγμα Δικαστηρίου στοιχειοθετείται εφ' όσον αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η συνδρομή των ακολούθων: (α) εξεδόθηκε διάταγμα εναντίον του καθ' ου η αίτηση, (β) το οποίο συνετάχθηκε και οπισθογραφήθηκε ως η Δ.42Α ορίζει, (γ) το οποίο επεδόθηκε προσωπικώς στον καθ' ου η αίτηση και (δ) το οποίο ο καθ' ου η αίτηση εκ προθέσεως παρακούει παρά τη δυνατότητά του να συμμορφωθεί με αυτό (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1086). Στην προκείμενη περίπτωση, και επί τη βάσει των ενώπιόν μου γεγονότων καταλήγω πως ουδεμία από τις προϋποθέσεις αυτές συντρέχει. Ο αδιαμφισβήτητος, από την πλευρά των καθ'ων η αίτηση, ισχυρισμός του αιτητή πως επέδοσε σε αυτούς πιστοποιημένο αντίγραφο της ακυρωτικής απόφασης ημερ. 2.12.11 δεν αρκεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 25.1.12 κρίνεται ως νόμω και ουσία αβάσιμη και αποτυγχάνει. Η αίτηση ημερ. 25.1.12 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 1 έως και 5-καθ'ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντος-αιτητή. (Υπ.) ............. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο