Kismetia Ltd ν. LUPUSCO VOLGA FARMING LTD κ.α., Αιτ. Αρ. 1639/11, 2/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 1639/11 ΜΕΤΑΞΥ:- Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι) του 2000 - και - Αναφορικά με τον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο 84 του 1979 - και - Αναφορικά με την απόφαση ημερ. 15.12.2011 του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Στοκχόλμης (Stockholms Handelskammares Skiljedomsinstitu) στην υπόθεση SCC V 155/2010 Μεταξύ
- Fredrik Ljungstrom,
- Anne-Helene Ljungstrom,
- Kismetia Ltd v.
- Gunnar Nilsson
- Lupusco Volga Farming Ltd - και - Αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ Kismetia Ltd AITHΤΡΙΑ - και -
- LUPUSCO VOLGA FARMING LTD, από τη Λευκωσία
- Gunnar Nilsson, από τη Σουηδία ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ -------------------------------- Ημερομηνία: 2 Μαίου 2012 Αίτηση ημερ. 21.12.11 (Κύρια Αίτηση) Για την Αιτήτρια: κ. Τριλλίδης Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Παναγίδης ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Με την υπό εξέταση αίτηση η αιτήτρια αιτείται: «(Α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή να εγγράφει και/ή να εκτελεί την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Στοκχόλμης (Arbitration Institute of the Stockholm Chamber of Commerce) SCC ημερομηνίας 15.12.2011 που εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση στα πλαίσια της υπόθεσης SCC V 155/2010» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας κατά την αγόρευση του περιόρισε το αίτημα στην αναγνώριση και εγγραφή της απόφασης που έχει αναφερθεί όσον αφορά τον Καθ΄ ου αρ.
- Η δικαιολογητική βάση για την αιτούμενη θεραπεία στηρίζεται σε τρεις ένορκες δηλώσεις. Στις ένορκες δηλώσεις ημερ. 21.12.11, 22.12.11 και 7.2.
- Σε αυτές τις ένορκες δηλώσεις αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης μέχρι την έκδοση της απόφασης στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Στοκχόλμης - Σουηδίας όπως επίσης επισυνάπτονται σε μετάφραση αγγλικά αρχικά και σε ελληνικά σε κατοπινό στάδιο της συμφωνίας των μερών διά παραπομπή σε διαιτησία της διαφοράς όπως και της απόφασης που ακολούθησε. Αυτά δεν αμφισβητούνται από την άλλη πλευρά. Η αίτηση στηρίζεται σε δύο νομοθετήματα. Στο Νόμο 84/79 που αφορά τον περί Συμβάσεων περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών αποφάσεων και στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 121
(1)/00. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των δύο Νόμων ο Ν.84/79αφορά τον ουσιαστικό Νόμο και ο Νόμος 121
(1)/00 αφορά τη δικονομική εφαρμογή του Νόμου αυτού όπως και άλλων Νόμων. Όπως αναφέρεται στον άρθρο IV του τελευταίου Νόμου παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ο παρόν Νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται η Αναγνώριση, Εγγραφή ή Εκτέλεση Απόφασης Αλλοδαπού Δικαστηρίου. Απόφαση Αλλοδαπού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου είναι:- «3.
(1)Απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου σημαίνει απόφαση Δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού η λέξη «απόφαση» περιλαμβάνει και οποιαδήποτε εκτελεστή ενδιάμεση ή προσωρινή απόφαση ή διάταγμα.» Στο άρθρο 5
(1)(α) του ιδίου Νόμου αναφέρεται η ακολουθούμενη διαδικασία σε τέτοιες περιπτώσεις. «Η διαδικασία αρχίζει με την καταχώρηση στο Δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές, στην οποία εμφαίνεται ως αιτητής η αρμόδια αρχή ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξεδόθη η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, και ως καθ΄ ου η αίτηση το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται ή αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση της απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου:- .......................................................... (ε) Οι λόγοι επί των οποίων ο καθ΄ ου η αίτηση δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης και στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της.» Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και το μόνο το οποίο προωθήθη ενώπιον του Δικαστηρίου σήμερα ήταν η μη ορθότητα της διαδικασίας μετάφρασης της συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία και η απόφαση του Σουηδικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις επιταγές της παραγρ. 2 του άρθρου IV. Όχι για την ορθότητα της μετάφρασης αλλά ότι δεν ακολουθήθη το τι προβλέπεται στο άρθρο IV του Νόμου 84/79. Το άρθρο IV παράγρ. 2 αναφέρει: «2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Η θέση των Καθ΄ ων η αίτηση είναι ξεκάθαρη ότι δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες της παραγρ.
(2)του άρθρου IV και συνεπώς η αίτηση πρέπει να αποτύχει. Το Δικαστήριο όμως από μόνο του έθεσε και θέμα δικαιοδοσίας αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση αρ.2 ο οποίος φαίνεται από την ίδια την αίτηση δεν διαμένει στην Κύπρο αλλά στη Σουηδία όπως αυτό είναι παραδεκτό και από το συνήγορο της αιτήτριας. Ο συνήγορος της αιτήτριας παρέπεμψε στην απόφαση IPCO (NIGERIA) LTD v. Nigerian National Petroleum Corporation
(2005)Lloyd's Law Report Vol. 2, σελ. 326 και σύγγραμμα του Van Den Berg "The New York convention of 1958: An overview." το οποίο να σημειωθεί για χάρη συντομίας ότι αναφέρεται και στην άνω απόφαση στην παράγρ. 16 στο οποίο θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Γνήσια αντίγραφα της συμφωνίας των μερών για παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία ημερ. 23.10.09 όπως και η απόφαση του Σουηδικού Διαιτητικού Δικαστηρίου 15.12.11 παρουσιάστηκαν σε Δικαστήριο μέσω της ένορκης δήλωσης της Αντιγόνης Φακοντή ημερ. 21.12.11 και είναι πιστοποιημένα από κάποια Anne-Marie Bonde η οποία είναι επίσημος μεταφραστής (Notarius Publicus/Stockholm) όπως αναφέρεται στις σφραγίδες της. Εν συνεχεία αυτά μεταφράστηκαν από τα Σουηδικά στα Αγγλικά από τον Michael G. Linder του Οίκου Μεταφράσεων TransLegal Sueden AB ο οποίος πιστοποιεί ότι είναι αληθής και ακριβής μετάφραση (βλ. Ένορκη Δήλωση Α. Φακοντή ημερ. 22.12.11 και τεκμ. 1 και 2). Εν συνεχεία έγινε μετάφραση των άνω εγγράφων από Αγγλικά σε Ελληνικά από τη δικηγόρο Κάλια Αγρότου (βλ. ένορκη δήλωση της ημερ. 7.2.12) η οποία βεβαιώνει ότι οι μεταφράσεις της είναι σωστές και ορθές. (Βλ. παράγρ. 6 της ένορκης δήλωσης της.) Ο συνήγορος για τους αιτητές παρουσίασε στο Δικαστήριο την απόφαση Nimigan Trading Ltd υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 20.3.2007 μέσω Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ν. Wigram Inc.
(2009)1(B) A.Α.Δ 825. Να σημειωθεί ότι το θέμα που απασχόλησε εκεί ήταν σε συνάρτηση με το Ν.84/79και 121
(1)/
- Το θέμα που εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση εκείνη. Στη σελ. 830 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Περαιτέρω, επί του θέματος του ποιος μπορεί να κάμει την πιστοποίηση διαιτητικών αποφάσεων, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα "Enforcement of International Arbitration Awards" των Pretra & Platte, σελ. 126, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: ". . . , parties can turn to a diplomatic or consular agent of the country where enforcement is sought in the country where the arbitration took place. Judicial officers or notaries in that country (where the arbitration took place) are other options." Σε μετάφραση: «. . . , διάδικοι μπορεί να αποταθούν σε μία διπλωματική ή προξενική αποστολή της χώρας όπου η εφαρμογή και εκτέλεση ζητείται στη χώρα όπου η διαιτησία διεξάχθηκε. Δικαστικοί λειτουργοί ή συμβολαιογράφοι (notaries) σε εκείνη την χώρα (όπου διεξάχθηκε η διαιτησία) είναι άλλες επιλογές.» Επισημαίνουμε πως η αναγκαιότητα για έγκυρη πιστοποίηση υπάρχει για να διασφαλίζεται ότι τίθεται η πραγματική διαιτητική απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου, που θα την εγγράψει για εκτέλεση. Σε όλη την επιχειρηματολογία των εφεσειόντων, πουθενά δεν τέθηκε η εισήγηση ότι το πιστοποιημένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης δεν ήταν γνήσιο, με αναφορά στο περιεχόμενό της, του οποίου η ορθότητα και αυθεντικότητα ουδόλως αμφισβητήθηκε. Παραθέτουμε πιο κάτω ένα απόσπασμα από το σύγγραμμα «The Law and Practice of Commercial Arbitration in England,» 2nd Ed. των M.J. Mustill και S.C. Boyd από τη σελ. 425, που κατά την άποψή μας, υποστηρίζει την πιο πάνω θέση, εν όψει της μη αμφισβήτησης της αυθεντικότητας του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης: "The references to documents being 'duly authenticated' or 'duly certified' are unfamiliar in an English context, but probably add nothing to the ordinary rules of evidence concerning proof of documents: the most convenient method of proof will generally be by exhibiting the document to an affidavit deposing to its authenticity, accuracy as a copy, or truth as a translation, as the case may be." Σε μετάφραση: "Οι αναφορές σε έγγραφα 'δεόντως κεκυρωμένα' ή 'δεόντως πιστοποιημένα' είναι έννοιες άγνωστες στην Αγγλία, αλλά πιθανώς δεν προσθέτουν τίποτε στους συνήθεις κανόνες μαρτυρίας που αφορούν απόδειξη εγγράφων: η πιο πρόσφορη μέθοδος απόδειξης γενικά είναι με την επισύναψη του εγγράφου σε μία ένορκη δήλωση που πιστοποιεί την αυθεντικότητα του, την ακρίβεια του ως αντίγραφο ή την πιστότητά του ως μετάφραση, ανάλογα με την περίπτωση.» Καταλήγουμε πως ορθά το Δικαστήριο έκρινε, πως, υπό τις συνθήκες, η πιστοποίηση ήταν καθόλα έγκυρη για να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του Κυρωτικού Νόμου, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις....» Συνεπώς, εφαρμοζομένων των πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση, έστω και αν ήταν πιο ορθό η μετάφραση να γινόταν απευθείας από το Σουηδικά στα ελληνικά, δεν πιστεύω εν όψει της μη αμφισβήτησης της ορθότητας της μετάφρασης η διαδικασία μετάφρασης από Σουηδικά σε αγγλικά και ακολούθως από αγγλικά σε ελληνικά επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία και έχει ως αποτέλεσμα τη μη πλήρωση της προϋπόθεσης που θέτει ο Νόμος. Τα πιστοποιημένα αντίγραφα της πρωτότυπης συμφωνίας των μερών όπως και πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου επισυνάπτονται ως τεκμ. 1 και 3 στην ένορκη δήλωση ημερ. 21.12.11 που συνοδεύει την ένσταση. Αμφότερα απ΄ ότι φαίνεται είναι πιστοποιημένα ως γνήσια αντίγραφα. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι δεν αμφισβητήθη η μη πλήρωση άλλων προϋποθέσεων είμαι της άποψης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από το άρθρο IV και επίσης εν όψει του ότι δεν προωθήθηκε κανένας από τους λόγους που τίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου του 84/79 είμαι ικανοποιημένος ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Ν.84/79για Εγγραφή, Αναγνώριση και Εκτέλεση της απόφασης όσον αφορά τους καθ΄ ων η αίτηση
- Επίσης, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έχει ικανοποιηθεί η απόφαση ως αναφέρεται στο άρθρο 5(ε) του Ν.121
(1)/00. Παραμένει το θέμα δικαιοδοσίας αναφορικά με τον καθ΄ ου η αίτηση 2 ο οποίος διαμένει και είναι από τη Σουηδία. Έχω αναφέρει ήδη ότι το άρθρο 2 του Ν.121
(1)/00 ρητά προσδιορίζει ως «Δικαστήριο» που έχει εξουσία και δικαιοδοσία να επιληφθεί τέτοιου είδους αιτήσεις είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου ο Καθ' ου η αίτηση διαμένει και σε περίπτωση διαμονής του καθ΄ ου στο εξωτερικό ή σε περίπτωση όπου στη διαδικασία που έχει εκδοθεί απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, «Δικαστήριο» σημαίνει Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας όπου διαμένει ο αιτητής. Η αιτήτρια όπως αναφέρεται στην αίτηση είναι από τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους. Συνεπώς, με τα δεδομένα αυτά, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει καμία σχέση. Ο καθ΄ ου η αίτηση 2 όπως αναφέρθηκε είναι από τη Σουηδία, διαμένει στη Σουηδία και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το άρθρο 4 του Ν.121(ι)/2000 ρητά αναφέρει ότι «ο παρόν Νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται η Αναγνώριση, Εγγραφή ή Εκτέλεση απόφασης Αλλοδαπού Δικαστηρίου.». Η απόφαση και σύγγραμμα που αναφέρθη ο συνήγορος των αιτητών τα οποία έχω εξετάσει δεν καλύπτουν την περίπτωση. Εκεί αναφέρεται το θέμα της εθνικότητας των δύο διαδίκων που δεν αφορά την υπό εξέταση περίπτωση. Συνεπώς, είναι η απόφαση μου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία αναφορικά με τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 σε σχέση με Εγγραφή, Αναγνώριση και Εκτέλεση της Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η αίτηση πετυχαίνει αναφορικά με την Καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1 αλλά αποτυγχάνει αναφορικά με τον Καθ΄ ου η αίτηση 2. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και στην περίπτωση της Καθ΄ ης η αίτηση 1 να είναι υπέρ της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. Στην περίπτωση του Καθ΄ ου η αίτηση 2 να είναι υπέρ του και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν και στις δύο περιπτώσεις από το Δικαστήριο. κ. Παναγίδης Εν όψει της απόφασης του Δικαστηρίου που δόθηκε μόλις τώρα, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 30.3.12 εναντίον του εναγομένου 2 θα πρέπει να ακυρωθεί και πιθανόν και για τον καθ΄ ου η άιτηση 1 γατί ήταν μέχρι αποπεράτωσης της διαδικασίας εγγραφής. Δικαστήριο Η έκδοση της σημερινής απόφασης έχει ως αποτέλεσμα οποιαδήποτε ενδιάμεσα διατάγματα ανάλογα με τη φρασεολογία τους είτε να ακυρώνονται είτε να παραμένουν σε ισχύ. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο