← Κύπρος

Αλέξανδρος (Αλέκος) Κ. Ευαγγέλου ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ κ.α., Αγωγή αρ.: 3249/2007, 27/8/2012

Αλέξανδρος (Αλέκος) Κ. Ευαγγέλου ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ κ.α., Αγωγή αρ.: 3249/2007, 27/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. A.K.Λυκούργου, Ε.Δ Αγωγή αρ.: 3249/2007 Μεταξύ: Αλέξανδρος (Αλέκος) Κ. Ευαγγέλου Ενάγων ν.

  1. ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
  2. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.05.2008 Μεταξύ: Αλέξανδρος (Αλέκος) Κ. Ευαγγέλου Ενάγων ν.
  3. ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Προέδρου αυτού
  4. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Εναγομένων 27 Αυγούστου, 2012 Για τον ενάγοντα, εμφανίζονται η κα Θ. Ραφτοπούλου για τους κ.κ. Αλέκος Ευαγγέλου και Σία και η κα Ε. Β. Στυλιανού Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Α. Ανδρέου για τους κ.κ. Αντώνης Ανδρέου και Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων ενεγράφηκε στο μητρώο των ασκούντων το επάγγελμα δικηγόρων προ πολλού και συνεχίζει, έως και σήμερα, να ασκεί το επάγγελμά του. Από την 1.1.1972 έως και την 1.3.1993 κατείχε τη δημόσια θέση του δικηγόρου στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Από τις 15.4.1997 ιδιωτεύει. Παρεμβλήθηκε ο διορισμός του στο πολιτειακό αξίωμα του Υπουργού της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας και η άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων για μίαν τετραετία. Επί σειρά ετών, και ως δικηγόρος ο οποίος υπηρετούσε στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ο ενάγων υπήρξε μέλος και εισφορέας στο Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων («το Ταμείο»). Το Ταμείο (οι εναγόμενοι αρ. 1) αποτελεί ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό ταμείο. Καθιδρύθηκε δια νόμου (άρθρο 26 του Περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ.2, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και σε αυτό δύνανται, κατ΄ αρχήν, να μετέχουν, ως μέλη και εισφορείς, μόνον οι ασκούντες το επάγγελμα εγγεγραμμένοι δικηγόροι, ιδιώτες ή Νομικοί Λειτουργοί οι οποίοι υπηρετούν στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας («Νομικοί Λειτουργοί») (Διοικητικό Συμβούλιο Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων ν. Αντωνιάδη

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ.1915). Το Ταμείο αποτελεί διακεκριμένη νομική οντότητα, διοικείται από συμβούλιο (οι εναγόμενοι αρ. 2) και λειτουργεί στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Σκοπός του είναι η παροχή σύνταξης και άλλων χορηγημάτων στους εισφορείς του, όταν αυτοί αποσυρθούν από την άσκηση του επαγγέλματος, ή, σε περίπτωση θανάτου τους, στις χήρες και τα ορφανά τους (απόφαση στην υπόθεση αρ.1256/1999 Μιχάλης Γ. Κούμας ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων, ημερ. 20.11.2000). Η λειτουργία του Ταμείου διέπεται από τους περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμούς του 1966 (Κ.Δ.Π.642/1966, ως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και από τους περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (Τέλη) Κανονισμούς του 1966 (Κ.Δ.Π.643/1966, ως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Η δευτερογενής αυτή νομοθεσία, η οποία λαμβάνει τη μορφή κανονιστικών διοικητικών πράξεων, εκδίδεται με πρωτοβουλία του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και αφού εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 26
(1)του Κεφ.2). Το είδος των εισφορών των μελών του Ταμείου καθορίζεται διά νόμου: Οι Κανονισμοί 3 και 4 της Κ.Δ.Π.643/1966 ορίζουν πως οι ιδιώτες δικηγόροι εισφέρουν στο Ταμείο καταβάλλοντας τέλη «εις κινητά επισήματα τοιαύτης αξίας και τοιούτου τύπου ως το Συμβούλιον του Δικηγορικού Σώματος ήθελε ορίσει» (Καν.4 της Κ.Δ.Π.643/1966). Αυτά τα «κινητά επισήματα», τα γνωστά δικηγορόσημα, έχουν ποικίλες αξίες και επικολλούνται σε έντυπα και έγγραφα απαραίτητα για τη διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων και της δικηγορικής εργασίας εν γένει. Ο Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966 ορίζει πως οι Νομικοί Λειτουργοί καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο ίση με το ένα τοις εκατόν (1%) του βασικού μηνιαίου μισθού τους. Το πλήρες κείμενο του Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966 έχει ως ακολούθως: «3. Τέλη ................................
(4)Αντεξαρτήτως των διατάξεων των παραγράφων
(1)και
(2), υφ΄ εκάστου Νομικού Λειτουργού ή Στρατιωτικού Εισαγγελέως καταβάλλεται εις το Ταμείον, αντί των εν τοις προηγουμένοις παραγράφοις προνοουμένων τελών, μηνιαίον τέλος αντιπροσωπεύον το εν τοις εκατόν του βασικού μηνιαίου αυτού μισθού ως ούτος είναι καθωρισμένος κατά την 1ην Ιανουαρίου έκαστου έτους, προκειμένου δε περί έτους τινός εν τω οποίω ούτος δεν κατείχε την θέσιν κατά την 1ην Ιανουαρίου, του επί τω διορισμώ του καθωρισμένου βασικού μηναιαίου αυτού μισθού». Η προσθήκη της παρα.
(4)στον Καν. 3 της Κ.Δ.Π 643/1966 και η συνακόλουθη διαφοροποίηση στο είδος της εισφοράς την οποία καταβάλλουν στο Ταμείο οι Νομικοί Λειτουργοί εισήχθηκε διά των περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (Τέλη) (Τροποποιητικών) Κανονισμών του 1968 (Κ.Δ.Π.595/1968). Προέκυψε αμφισβήτηση του δικαιώματος των Νομικών Λειτουργών οι οποίοι διορίστηκαν μετά τις 14.9.1966 (ως είναι η περίπτωση του ενάγοντος) να είναι μέλη και εισφορείς του Ταμείου. Η αμφισβήτηση αυτή οδήγησε στη μονομερή απόφαση των εναγομένων αρ. 1 και 2 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) να διαγράψουν τον ενάγοντα από το Ταμείο και να του επιστρέψουν τα χρηματικά ποσά τα οποία κατέβαλε ως εισφορές. Ο ενάγων θεωρεί ότι, δυνάμει του ισχύοντος δικαίου, δικαιούται να είναι μέλος και εισφορέας στο Ταμείο από την 1.1.1972, ημερομηνία έναρξης της εργοδότησής του στη δημόσια υπηρεσία. Εξ ου και εγκαλεί τους εναγομένους για παράνομη συμπεριφορά και διεκδικεί την έκδοση ανάλογων αποφάσεων και διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αξιώσεις του ενάγοντος. Ισχυρίζονται πως η αγωγή είναι πρόωρη γιατί δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία εξέτασης σχετικού γραπτού αιτήματος του ενάγοντος. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, πως η νομοθετική διάταξη την οποία ο ενάγων επικαλείται ως νομικό έρεισμα των αξιώσεών του, δηλαδή ο Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966, είναι ultra vires του εξουσιοδοτούντος νόμου. Η υπεράσπιση αναλύεται ως εξής: Ο ενάγων δεν έλαβε, επί του παρόντος, αρνητική απάντηση στο γραπτό αίτημά του να επανέλθει, ως μέλος και εισφορέας, του Ταμείου από την 1.1.1972. Είναι, βεβαίως, γεγονός πως οι εναγόμενοι παραλείπουν να απαντήσουν. Όμως, αυτό οφείλεται στο ότι η εξέταση του αιτήματος συνεχίζεται. Ο ενάγων θα μπορούσε να ζητήσει από τους εναγομένους να του απαντήσουν εντός τακτής χρονικής προθεσμίας. Τυχόν άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής θα μπορούσε να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα. Εφ' όσον ο ενάγων δεν έθεσε προθεσμία για την απάντηση των εναγομένων, δεν δημιουργήθηκε αγώγιμο δικαίωμα. Επί της ουσίας, επειδή το άρθρο 27
(1)του Κεφ.2, το οποίο εξουσιοδοτεί την έκδοση κανονισμών για την καταβολή, εκ μέρους των δικηγόρων οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα, τελών στο Ταμείο, δεν προβλέπει τη δυνατότητα διαφοροποίησης στο είδος των εισφορών, ο Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966 ευρίσκεται εκτός τους εξουσιοδοτούντος νόμου. Και αυτό γιατί, ορίζοντας πως οι Νομικοί Λειτουργοί θα εισφέρουν στο Ταμείο χρηματικό ποσόν ίσο με το ένα τοις εκατόν (1%) του μηνιαίου μισθού τους και δεν θα καταβάλλουν τέλη «εις κινητά επισήματα», ως οι ιδιώτες δικηγόροι, ο Καν. 3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966, καθιερώνει τέτοια διαφοροποίηση. Ως ultra vires του άρθρου 27
(1)του Κεφ.2 ο Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966 δεν μπορεί να εφαρμόζεται. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε απλή: Κατετέθηκαν, είτε εκ συμφώνου είτε χωρίς ένσταση, πληθώρα εγγράφων (τεκμήρια 1 έως και 5) το περιεχόμενο των οποίων αποκαλύπτει την εξέλιξη των ουσιωδών γεγονότων και φωτίζει κρίσιμες παραμέτρους της υπόθεσης του ενάγοντος. Προφορική μαρτυρία προσεκόμισε μόνον ο ενάγων καταθέτωντας ο ίδιος ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πλευρά των εναγομένων δεν προσεκόμισε προφορική μαρτυρία. Προώθησε τις υπερασπίσεις της με την αντεξέταση του ενάγοντος Αλέξανδρου (Αλέκου) Κ. Ευαγγέλου (Μ.Ε.1). Η κυρίως εξέταση του ενάγοντος Αλέξανδρου (Αλέκου) Κ. Ευαγγέλου (Μ.Ε.1) έγινε με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Η εκδοχή του για τα ουσιώδη γεγονότα δεν αμφισβητήθηκε. Ο ενάγων Αλέξανδρος (Αλέκου) Κ. Ευαγγέλου (Μ.Ε.1) υπεβλήθηκε σε περιορισμένη αντεξέταση στα πλαίσια της οποίας επεσήμανε το γεγονός πως η διά της Κ.Δ.Π.595/1968 επίμαχη τροποποίηση της Κ.Δ.Π.643/1966 αποτελεί, έως και σήμερα, ισχύον δίκαιο. Οι εναγόμενοι ουδέποτε επεδίωξαν την περαιτέρω τροποποίηση της δευτερογενούς αυτής νομοθεσίας. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε πως, σε πραγματικούς αριθμούς, η διά νόμου καθορισθείσα εισφορά των Νομικών Λειτουργών είναι συχνά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των ιδιωτών δικηγόρων δεδομένης της συνεχούς και σημαντικής αύξησης του μηνιαίου μισθού των πρώτων. Έχω διεξέλθει τη μαρτυρία και διαπιστώνω πως αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, συναρτώμενα προς τη δικογραφημένη βάση της αγωγής, τα εξής: Ο ενάγων ενεγράφηκε στο μητρώο των ασκούντων το επάγγελμα δικηγόρων στις 5.6.1969 και από την 1.1.1972 έως και την 1.3.1993 υπηρέτησε ως δικηγόρος στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Απεχώρησε από τη δημόσια υπηρεσία την 1.3.1993 όταν ανέλαβε το πολιτειακό αξίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως στη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Άσκησε τα υπουργικά του καθήκοντα έως και τον Απρίλιο του έτους 1997. Από τις 15.4.1997 ο ενάγων ιδιωτεύει. Ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας. Από την 1.1.1972 έως και το έτος 1985 ο ενάγων ανεγνωρίζετο, από τους εναγομένους, ως μέλος και εισφορέας του Ταμείου. Εξ ου και οι εναγόμενοι ανεζητούσαν και εισέπρατταν από αυτόν τη εισφορά την οποία ο νόμος εκάστοτε όριζε για τους Νομικούς Λειτουργούς (σχετικές οι επιστολές των εναγομένων προς τον ενάγοντα ημερ.26.2.1973, 5.4.1973 και 16.2.1982, η επιστολή του ενάγοντος προς τους εναγομένους ημερ. 1.3.1973 και το σύνολο αποδείξεων είσπραξης, οι οποίες εξεδόθηκαν από το Ταμείο, τεκμήριο 1). Όμως, ανέκυψε αμφισβήτηση του δικαιώματος των Νομικών Λειτουργών οι οποίοι διορίσθηκαν στη θέση τους μετά τις 14.9.1966 (ως η περίπτωση του ενάγοντος) να είναι μέλη και εισφορείς στο Ταμείο και να λαμβάνουν σύνταξη από αυτό εφ' όσον αποσυρθούν από την άσκηση του επαγγέλματος. Ανέκυψε, επίσης, αμφισβήτηση της επάρκειας της εισφοράς αυτών. Το ζήτημα απασχόλησε τους ενδιαφερομένους και παρέμεινε σε εκκρεμότητα για πολλά έτη (σχετικά τα τεκμήρια 2 έως και 5 και η επιστολή των Νομικών Λειτουργών ημερ. 1.2.1990, τεκμήριο 1). Διαρκούσης της εκκρεμότητας, οι Νομικοί Λειτουργοί, του ενάγοντος συμπεριλαμβανομένου, δεν κατέβαλλαν εισφορές στο Ταμείο. Εν τέλει, με επιστολή τους ημερ. 16.6.1997 και επικαλούμενοι τον Καν. 11
(1)της Κ.Δ.Π.642/1966, οι εναγόμενοι ανεκοίνωσαν στον ενάγοντα την απόφασή τους να μην τον θεωρούν μέλος και εισφορέα στο Ταμείο γιατί διορίστηκε στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας μετά τις 14.9.1966 (τεκμήριο 1). Συνεπεία της απόφασης αυτής, επεστράφηκαν στον ενάγοντα οι εισφορές του στο Ταμείο. Ο ενάγων παρέλαβε τα επιστραφέντα επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά του (σχετικές οι επιστολές του ενάγοντος προς τους εναγομένους ημερ. 26.6.1997 και 24.3.1998, τεκμήριο 1). Η απόφαση αυτή των εναγομένων επηρέασε και άλλον Νομικό Λειτουργό ο οποίος προσέφυγε στη δικαιοσύνη επιτυχώς. Δια της απόφασης στη Πολιτική Έφεση αρ. 10379 Διοικητικό Συμβούλιο Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων ν. Αντωνιάδη (ανωτέρω) το Εφετείο έκρινε τον Καν. 11
(1)της Κ.Δ.Π.642/1966 ως ultra vires του εξουσιοδοτούντος νόμου (δηλαδή του άρθρου 26 του Κεφ.2) σε όση έκταση αυτός εξαιρεί τους Νομικούς Λειτουργούς, οι οποίοι διορίστηκαν στη θέση τους μετά τις 14.9.1966, από την ιδιότητα του μέλους και του εισφορέα του Ταμείου. Συναφώς, το Εφετείο κατέληξε πως «ο όρος «δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελμα» όπως ερμηνεύεται στις διατάξεις του Νόμου (δηλ. του Κεφ.2) ρητά περιλαμβάνει Νομικό Λειτουργό ο οποίος είναι δικηγόρος» και ανεγνώρισε πως οι Νομικοί Λειτουργοί, οι οποίοι είναι μέλη και εισφορείς στο Ταμείο και οι οποίοι αποσύρονται από την άσκηση του επαγγέλματος, δικαιούνται συνταξιοδοτικών ωφελημάτων από το Ταμείο (Διοικητικό Συμβούλιο Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων ν. Αντωνιάδη (ανωτέρω), 1922). Επικαλούμενος την οριστική και ανέκκλητη αυτή απόφαση ο ενάγων απηύθηνε στους εναγομένους, στις 12.1.2001, γραπτό αίτημα για την επαναφορά του στο Ταμείο, ως μέλος και εισφορέας, από την ημερομηνία της πρώτης εγγραφής του, δηλαδή από την 1.1.1972 (τεκμήριο 1). Παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ο ενάγων να λάβει απάντηση στο αίτημά του. Επανήλθε δια της επιστολής του ημερ. 3.7.2006 (τεκμήριο 1). Οι εναγόμενοι αντέδρασαν δια της επιστολής ημερ. 20.7.2006 (τεκμήριο 1) παραδεχόμενοι πως, πράγματι, δεν απήντησαν στο γραπτό αίτημα ημερ. 12.1.2001 και υποσχόμενοι πως αυτό θα εξεταζόταν στην αμέσως επόμενη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Υπήρξαν άλλες δύο γραπτές υπομνήσεις του ενάγοντος προς τους εναγομένους ημερ. 10.8.2006 και 14.12.2006 (τεκμήριο 1). Εν τέλει, το επίδικο αίτημα του ενάγοντος απησχόλησε τη συνεδρίαση των εναγομένων ημερ. 28.3.2007. Στη συνεδρίαση αυτή παρέστη και ο ενάγων ο οποίος ανέπτυξε τις θέσεις του (σχετική η επιστολή του ενάγοντος προς τους εναγομένους ημερ. 29.3.2007, τεκμήριο 1). Πλην όμως, έως και σήμερα, ουδεμία συγκεκριμένη απάντηση, είτε γραπτή είτε προφορική, δόθηκε από τους εναγομένους. Έχω μελετήσει τα κρίσιμα ζητήματα λαμβάνοντας υπ' όψιν και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων, ως αυτή διατυπώνεται στις επιμελημένες αγορεύσεις τους. Όσον αφορά στην πρώτη υπεράσπιση, διαπιστώνω πως το επίδικο συμφέρον του ενάγοντος να είναι μέλος και εισφορέας του Ταμείου από την 1.1.1972 (ημερομηνία διορισμού του στη δημόσια υπηρεσία) επλήγηκε στις 16.6.1997 διά της απόφασης των εναγομένων να τον διαγράψουν και να του επιστρέψουν τις εισφορές τις οποίες αυτός είχε ήδη καταβάλει. Στις 16.6.1997, δηλ. μια δεκαετία περίπου πριν από την καταχώριση της αγωγής, αποκρυσταλλώθηκε το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα. Η κοινοποίηση της απόφασης διαγραφής του ενάγοντος από το Ταμείο και επιστροφής των εισφορών τις οποίες αυτός κατέβαλε αποτελεί το χρονικό σημείο γένεσης του δικαιώματός του να ενάξει τους εναγομένους για παράνομη συμπεριφορά και να επιδιώξει έννομη προστασία. Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν προσέφυγε αμέσως στη δικαιοσύνη και, αντί τούτου, επέλεξε να επιδιώξει την προστασία του επίδικου συμφέροντός του εκτός Δικαστηρίου δεν οδηγεί στη μετατόπιση του χρονικού σημείου γένεσης του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος. Όσα η πλευρά των εναγομένων ισχυρίζεται περί πρόωρης αγωγής γιατί η διαδικασία εξέτασης του επίδικου αιτήματος δεν ολοκληρώθηκε είναι αβάσιμα. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ως αυτά καταγράφονται πιο πάνω, αποκαλύπτουν πως η προσπάθεια του ενάγοντος να επιτύχει, εκτός Δικαστηρίου, την επαναφορά του στο Ταμείο, ως μέλος και εισφορέας, δεν βρήκε θετική ανταπόκριση. Από την επί μακρόν (από τις 12.1.2001) παράλειψη των εναγομένων να απαντήσουν στο επίδικο αίτημα του ενάγοντος, τεκμαίρεται η απορριπτική απόφασή τους. Δεν είναι αρκετό για τους εναγομένους να ισχυρίζονται, γενικά και αόριστα, πως συνεχίζουν να εξετάζουν το επίδικο αίτημα. Οφείλουν να υποδείξουν το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία εξέτασης καθώς και την πτυχή η οποία απομένει να εξετασθεί. Η παράλειψη των εναγομένων να υποδείξουν τα προαναφερθέντα καθιστά τον ισχυρισμό τους περί εκκρεμότητας της διαδικασίας εξέτασης του επίδικου αιτήματος προσχηματικό. Όσον αφορά στην δεύτερη υπεράσπιση, σημειώνω, εν πρώτοις, πως οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να αμφισβητούν το κύρος του Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966 και ούτε νομιμοποιούνται να αρνούνται να τον εφαρμόσουν, ισχυριζόμενοι πως αυτός ευρίσκεται εκτός του νομοθετικού πλαισίου το οποίο ορίζει ο εξουσιοδοτών νόμος (άρθρο 27
(1)του Κεφ.2). Στην προκείμενη περίπτωση και επειδή η σχέση μεταξύ ενάγοντος και εναγομένων προσομοιάζει με την σχέση μεταξύ διοικουμένου και διοίκησης, οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν τους κανόνες δικαίου οι οποίοι ρυθμίζουν τη λειτουργία τους και οι οποίοι ευρίσκονται εν ισχύι. Τέτοιος κανών είναι και ο Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966. Όπως η διοίκηση δεν νομιμοποιείται να αμφισβητεί το κύρος και να αρνείται να εφαρμόσει, ως ultra vires, κανόνες δικαίου οι οποίοι θεσπίσθηκαν για να εξυπηρετήσουν τη λειτουργία της (Kapsou v. Republic
(1983)3 CLR 1336, Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, Δημοκρατία ν. S. Kyriakou Euromarket Ltd
(2000)3 Α.Α.Δ. 692 και απόφαση στην υπόθεση αρ. 9/2010 CGA FACILITIES SERVICES INC v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.ά. ημερ. 20.3.2012), κατ΄ ανάλογον τρόπον και οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να αμφισβητούν το κύρος και ούτε νομιμοποιούνται να αρνούνται να εφαρμόσουν, ως ultra vires, κανόνα δικαίου ο οποίος περιλαμβάνεται στο θεσμοθετημένο πλαίσιο λειτουργίας τους. Όμως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται να αμφισβητούν το κύρος του επίμαχου Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966, καταλήγω πως αυτός ευρίσκεται εντός του νομοθετικού πλαισίου το οποίο ορίζει ο εξουσιοδοτών νόμος (άρθρο 27
(1)του Κεφ.2) και άρα, οι εναγόμενοι οφείλουν να τον εφαρμόσουν. Η θεσμοθετημένη, διά του κανονισμού αυτού, διαφοροποίηση στο είδος των εισφορών τις οποίες καταβάλλουν στο Ταμείο οι Νομικοί Λειτουργοί είναι θεμιτή εφ' όσον πρόκειται για διαφοροποίηση αντικειμενική και εύλογη. Η δια νόμου διαφοροποίηση των ιδιωτών δικηγόρων, οι οποίοι οφείλουν να έχουν ως κύριο επάγγελμα την άσκηση της δικηγορίας και να προσφέρονται έτοιμοι να το ασκήσουν (άρθρο 2
(1)του Κεφ. 2, Τορναρίτης ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 1071), από τους Νομικούς Λειτουργούς, οι οποίοι ασκούν μόνον συγκεκριμένη νομική εργασία και μόνον κατ' εντολήν του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον των Δικαστηρίων μόνον όταν η Δημοκρατία είναι διάδικος (η περί δημοσίας υπηρεσίας νομοθεσία συμπεριλαμβανομένων των οικείων σχεδίων υπηρεσίας), καθιστά την επίμαχη διαφοροποίηση στο είδος της εισφοράς στο Ταμείο αντικειμενική, εύλογη και intra vires. Άλλωστε, η αντικειμενική και εύλογη διαφορετική μεταχείριση διακεκριμένων περιπτώσεων δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας. Παραβίαση της αρχής της ισότητας υπάρχει όταν όμοιες, από κάθε ουσιώδη άποψη περιπτώσεις, τυγχάνουν αυθαίρετης διαφορετικής μεταχείρισης (Kyriakides v. Republic
(1969)3 CLR 390. Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών κ.ά.
(1987)1 CLR 252, Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ν. Αντένα Λιμιτεδ,
(2005)3 Α.Α.Δ.383). Η κεντρική θέση των εναγομένων σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις του Καν.3
(4)της Κ.Δ.Π.643/1966 επιφυλάσσουν ευνοϊκή μεταχείριση στους Νομικούς Λειτουργούς εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των ιδιωτών δικηγόρων παρέμεινε γενικόλογη και ατεκμηρίωτη. Επισημαίνω το γεγονός πως ο κανονισμός αυτός δεν απαλλάσσει τους Νομικούς Λειτουργούς από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς στο Ταμείο. Ό,τι αυτός ρυθμίζει είναι το είδος της εισφοράς αυτών. Ευνοϊκή μεταχείριση των Νομικών Λειτουργών εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των ιδιωτών δικηγόρων θα συνέτρεχε στη περίπτωση απαλλαγής των πρώτων από την υποχρέωση καταβολής εισφορών ή στη περίπτωση καθορισμού, όσον αφορά σε αυτούς, μηδαμινής εισφοράς. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί πως η εισφορά των Νομικών Λειτουργών είναι μηδαμινή. Όπως έχουν παρουσιασθεί τα πράγματα ενώπιόν μου δεν έχει καταδειχθεί πως, σε πραγματικούς αριθμούς, ο μέσος όρος των μηνιαίων εισφορών των Νομικών Λειτουργών είναι μικρότερος του μέσου όρου της αξίας των «κινητών επισημάτων» (δικηγοροσήμων) τα οποία χρησιμοποιούν μηνιαίως οι ιδιώτες δικηγόροι. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση διά της οποίας κηρύσσεται ως άκυρη και στερούμενη οιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος η απόφαση των εναγομένων αρ. 1 και 2 ημερ. 16.6.1997 διά της οποίας ο ενάγων διεγράφηκε από μέλος και εισφορέας του Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων. Εκδίδεται απόφαση διά της οποίας κηρύσσονται ως άκυρες και στερούμενες οιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος οι συναφείς προς την ανωτέρω αποφάσεις των εναγομένων αρ. 1 και 2 να επιστρέψουν στον ενάγοντα τις εισφορές τις οποίες αυτός κατέβαλε στο Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων ως Νομικός Λειτουργός υπηρετήσας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Εκδίδεται απόφαση διά της οποίας κηρύσσεται ως άκυρη και στερούμενη κάθε νόμιμου αποτελέσματος η τεκμαρτή άρνηση των εναγομένων αρ. 1 και 2 να επαναφέρουν τον ενάγοντα ως μέλος και εισφορέα του Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων από την 1.1.1972. Εκδίδεται διάταγμα διά του οποίου οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 διατάσσονται όπως, εντός τριάντα
(30)ημερών από την επίδοση του παρόντος, επαναφέρουν τον ενάγοντα ως μέλος και εισφορέα του Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων από την 1.1.1972 και όπως αποδεχθούν τις εισφορές τις οποίες αυτός κατέβαλε στο Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων ως Νομικός Λειτουργός υπηρετήσας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ως εάν αυτός ουδέποτε να έπαυσε να είναι νομίμως μέλος και εισφορέας του Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων από την 1.1.
  1. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και
  2. (Υπ.) ........... Α.Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /θη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.