Ιnci Hakki ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α., Αγωγή αρ.: 7413/10, 27/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 7413/10. METAΞΥ : Ιnci Hakki, υπό την ιδιότητα διαχειριστή της βακουφικής περιουσίας του Barutcuzade Ahmet Vasif Efendi, Λευκωσία, Ενάγουσας, - και - 1. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, 2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, 3. Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών, Εναγομένων. ----------------- Ημερομηνία: 27 Ιουνίου, 2012. Αίτηση ημερ. 15.3.2011 δι' απόρριψη της αγωγής Για Αιτήτρια-Εναγομένη 1 : κ. Α. Δημητρίου (κ. Φρακάλας για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Μurat M. Hakki Για Εναγόμενους 2 & 3: κα Φλουρέντζου. ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Όπως έχει ήδη αναφερθεί, (βλ. Ενδιάμεση Απόφαση Δικαστηρίου ημερ. 12.12.11) με την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Eνάγουσα υπό την ιδιότητα της ως διαχειριστή βακουφικής περιουσίας αξιοί εναντίον των Εναγομένων 1 ενοίκια και/ή αποζημιώσεις διά την περίοδο 1.11.75-31.12.78 σε σχέση με ακίνητο που ευρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Αιγύπτου και Ομήρου. Εναντίον των Εναγομένων 2 εώς 3 αξιοί το ποσό των €965.694,75 ως αποζημιώσεις διά παράνομη επέμβαση στο άνω ακίνητο από 1.1.79 και διαζευκτικά το ίδιο ποσό υπό μορφή αποζημιώσεων διά άδεια χρήσεως που παραχωρήθηκε από τον άνω Εναγόμενο 2 στον Εναγόμενο 3 διά την περίοδο 1.1.79-31.8.10. Περαιτέρω, αιτείται διατάγματος παράδοσης ελεύθερης κατοχής του άνω ακινήτου με την ταυτόχρονη πληρωμή αποζημίωσης από 1.9.10 μέχρι παράδοσης και/ή το ποσό των €8.500 μηνιαίως όπως και παραδειγματικές και/ή άλλες αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Μετά την καταχώριση της άνω αγωγής με κλητήριο ένταλμα 0.2 r.1 και της Έκθεσης Απαίτησης στην Τουρκική γλώσσα την 10.12.10, ακολούθησε η αίτηση των Εναγομένων 1, ημερ. 15.3.11, με την οποία επιζητείται η απόρριψη της αγωγής λόγω του ότι η Ενάγουσα, σύμφωνα με τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991, Ν.139/91, δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Ντορίνας Παπαδοπούλου ημερ. 8.3.11. Εις αυτήν μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η αγωγή αφορά αξίωση της ενάγουσας, υπό την ιδιότητα της ως Μουταβελλής (καταπιστευματοδόχου) Τουρκοκυπριακής Βακούφικης περιουσίας με βάση το ΚΕΦ. 337, δια ενοικίου και/ή αποζημίωση για την περίοδο 1.11.75 ή 31.12.75 και 31.12.78. Με βάση τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991, άρθρο 3 ο Υπουργός Εσωτερικών διορίζεται Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών που «εγκαταλείφθηκαν» και βρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου ο όρος «Τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει και βακούφικες περιουσίες. Η «εγκαταλειφθήσα περιουσία» σύμφωνα με νόμο είναι η περιουσία Τουρκοκύπριου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του σε ελεγχόμενες υπό της Δημοκρατίας περιοχές. Ο Κηδεμόνας, βάσει του νόμου είναι εκείνος που διαχειρίζεται τις περιουσίες αυτές και αυτός έχει την αποκλειστική ιδιότητα να εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη διαδικασία. Επίσης κατ΄ επίκληση και του άρθρου 6(ζ) ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, επικαλούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι η διαχείριση βακούφικών περιουσιών ανατίθεται στον Κηδεμόνα και όχι σε πρόσωπο που διαμένει μόνιμα στα κατεχόμενα. Εις την ένορκη δήλωση επισυνάπτεται Έκθεση Απαίτησης εις την Τουρκική γλώσσα όπως και μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και αριθμός ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση κατεχώρησε ένσταση. Εις αυτή αναφέρονται μεταξύ άλλων ως λόγοι ένστασης ο λανθασμένος τίτλος της αίτησης, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ότι ο Ν.139/91δεν είναι εφαρμόσιμος επί του επίδικου ακινήτου το οποίο δεν εγκαταλείφθηκε την 20.7.04, ο ρηθείς νόμος δεν είναι εφαρμόσιμος επί αγωγών «που έλαβαν χώραν» πριν την έναρξη της ισχύος του ήτοι την 1.7.91, ο Υπουργός Εσωτερικών είναι μέρος της διαδικασίας και έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει αίτηση όπως η εξεταζόμενη, η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται εις την καταχώρηση την υπό εξέταση αίτηση, η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση πρόσβασης της ενάγουσας εις το Δικαστήριο, θα παραβίαζε τα δικαιώματα της ενάγουσας για ελεύθερη διακίνηση, σεβασμό της οικογενειακής και προσωπικής ζωής όπως και τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με το το άρθρο 1 - πρωτόκολλο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εισάξει διακρίσεις εις βάρος της ενάγουσας. Τέλος, ότι η εισαγωγή του νέου άρθρου 6Α του Ν.139/91 καθιστά υποχρέωση του Δικαστηρίου να ερμηνεύει τις παλαιές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε συμφωνία με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ένσταση στηρίζεται επί ενόρκου δηλώσεως της εναγούσης-καθ΄ ης η αίτηση. Εις αυτήν μεταξύ άλλων και αφού πρώτα γίνεται άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση της Ντορίνας Παπαδοπούλου εν συνεχεία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το βακούφι που εκπροσωπεί «δεν έχει εγκαταλείψει σε κανένα στάδιο κατά τα τελευταία 37 χρόνια την περιουσία του σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας». Προχωρεί εν συνεχεία και αναφέρεται στην ενοικίαση υποστατικών του βακουφίου εις Άγιον Ανδρέα με τελευταίο ενοικιαστήριο έγγραφο να έχει ημερ. 6.10.10. Οι αιτητές αναφορικά με το επίδικο υποστατικό σύμφωνα με την ομνύουσα κατέβαλαν μέχρι την 1.1.76 μισθώματα σε προηγούμενες διαχειρίσεις και ακολούθως μέχρι την 1.1.79 το χρησιμοποιούν χωρίς να πληρώνουν μισθώματα και κατά συνέπεια είναι ο ισχυρισμός της ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία του Βακουφίου δεν έχουν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν.139/91. Πρόσθετα με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων την 22.4.03 εύκολα δύναται να φθάσει στα επίδικα υποστατικά εντός 15' από την οικία της. Εν συνεχεία προβάλλει ότι ο Ν.139/91είναι ανεφάρμοστος στην παρούσα περίπτωση καθότι η ζημιά ή βλάβη της ενάγουσας προκλήθησαν πριν τεθεί αυτός σε ισχύ. Επίσης, ο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και ο ίδιος θα έπρεπε να υποβάλει οιαδήποτε αίτηση προς την κατεύθυνση όπως η επίδικη αίτηση και όχι η αιτήτρια. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό που προβάλλει η ενόρκως δηλούσα Παπαδοπούλου περί μη δικαιώματος της να διορισθεί μουταβέλης για διαχείριση βακούφικης περιουσίας η οποία έχει εγκαταλειφθεί και ευρίσκεται εις τις ελεύθερες περιοχές που ευρίσκονται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, εισηγήθηκε, ότι η προϋπόθεση για τον τόπο διαμονής της για διορισμό της στη θέση διαχειριστή είναι αντίθετη με το δικαίωμα δι΄ ελεύθερη κυκλοφορία που κατοχυρώνεται από την παράγρ. 1 - άρθρο 13 του Συντάγματος - παράγρ. 1 - άρθρο 15 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και σύστασης Οικογένειας. Πρόσθετα αναφέρεται σε παράβαση του άρθρου 23 παράγρ. 1 του Συντάγματος που αφορά την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας και ότι ο διορισμός της ως διαχειριστής βακουφικής περιουσίας ήταν καθ΄ όλα νόμιμος και λανθασμένα ερμηνεύθηκε από την άλλη πλευρά, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης λόγω του ότι τα γεγονότα είναι διαφορετικά. Τέλος προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς που αφορούν νομικά θέματα. Οι συνήγοροι με τις ικανές αγορεύσεις τους προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Ο συνήγορος δια τους αιτητές με αναφορά εις το νόμο εισηγήθηκε ότι εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εις την υπό εξέταση υποθεση και ως αποτέλεσμα η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερσης της παρουσας αγωγής. Αντίθετα, ο συνήγορος της ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση με αναφορά στην κυπριακή και ξένη νομολογία εισηγήθηκε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.139/91εις την παρούσα υπόθεση καθότι (α) η επίδικη περιουσία δεν εγκαταλείφθη ποτέ (β) δεν εμπίπτει εν τω σκοπώ του Νόμου (γ) ο νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομικότητα και δεν εφαρμόζεται λαμβανομένου υπόψη ότι η αιτία αγωγής δημιουργήθηκε πριν να τεθεί σε ισχύ ο νόμος αυτός (δ) ο Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών αν και είναι διάδικος δεν κατεχώρησε αίτηση της ίδιας φύσεως όπως η παρούσα (ε) τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των αιτητών με βάση το Ν.139/91θα είναι ενάντια του δικαιώματος της ενάγουσας δια πρόσβαση εις το Δικαστήριο αλλά και (στ) της νομιμότητας διορισμού της εναγούσης ως διαχειρίστριας των βακουφίων (ζ) του δικαιώματος ελεύθερης διακίνησης, οικογενειακής ζωής και οικίας (η) θα δημιουργείτο δυσμενής διάκριση εις βάρος βακουφίου της εναγούσης βασισμένη σε φυλετική καταγωγή και/ή διαμονή (
- i)το νέο άρθρο 6(Α) του Ν.139/91 δίδει πρόσβαση στην ενάγουσα διά τις αξιούμενες θεραπείες (iα) η αίτηση (τίτλος) είναι παράτυπη και (iβ) η παρατηρούμενη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης δεν επιτρέπουν την επιτυχία της. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία διέπεται από τις πρόνοιες του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, Ν.139/91όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης παράγρ. 2 και 7 το επίδικο ακίνητο τεμάχιο 253, Αρ. εγγρ. 26/563 εις Άγιο Ανδρέα Λευκωσία, είναι μέρος βακούφικης περιουσίας. Εις το άρθρο 2 του Ν.139/91 αναφέρεται:- «"Τουρκοκυπριακή» περιουσία περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία.» «"Τουρκοκύπριος" σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ.» Εις την παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό από την ενάγουσα τόσο στην ένσταση της όσο και κατά την αγόρευση του συνήγορου της ότι αυτή δεν έχει την συνήθη διαμονή της στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν χωρεί αμφιβολία ότι το επίδικο ακίνητο είναι «Τουρκοκυπριακή περιουσία» που ανήκει σε «Τουρκοκύπριο». Ως αποτέλεσμα και σύμφωνα με τις διατάξεις, δημόσιας Τάξης, του Ν.139/91 άρθρα 3, 5 και 6 ο Υπουργός Εσωτερικών (εναγόμενος 3) υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών έχει την άμεση κατοχή του. Η νομική κατοχή είναι αρκετή και δεν απαιτείται φυσική. (βλ. Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 120). Το άρθρο 6(β) του Νόμου (Ν.139/91) προβλέπει ως ακολούθως:- «Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 5, ο Κηδεμόνας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, τις οποίες ασκεί με τη βοήθεια δημόσιων υπαλλήλων:- (α) Διαχειρίζεται κάθε Τουρκοκυπριακή περιουσία σύμφωνα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και προς το σκοπό αυτό:- (i) .............................. ................... (β) εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία αυτή ή του ιδιοκτήτη.» Η «έκρυθμη κατάσταση» συνεχίζει αυτό αποτελεί αντικείμενο Δικαστικής γνώσης και εν πάση περιπτώσει δεν τέθηκε από την ενάγουσα καθ΄ ης η αίτηση οιανδήποτε γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου λήξης της. Σχετικά με τη Δικαστική γνώση στο σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης» του Τάκη Ηλιάδη σελ. 48 αναφέρεται: «ο κανόνας της Δικαστικής Γνώσης επιτρέπει σε ένα Δικαστήριο να δέχεται ως αποδεδειγμένα μερικά αναμφισβήτητα και πασίδηλα γεγονότα. Στην Νεοκλέους ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)1 Α.Α.Δ (31.5.93) λέχθηκε ότι «Δικαστική Γνώση μπορεί να ληφθεί μόνο για γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα σε βαθμό που να αποτελούν κοινή γνώση». Στην Καρυδάς Ταξί Λτδ ν. Κωμοδίκη
(1975)1 C.L.R 321, 330 απεφασίσθη ότι μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο Δικαστικής Γνώσης στην Κύπρο ότι με την Τουρκική Εισβολή κατακτήθηκε και κατέχεται ένα μεγάλο μέρος του Κυπριακού Εδάφους. Η καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει ότι ουδέποτε εγκατέλειψε την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία καθ΄ ότι οι αιτητές ως ενοικιαστές μέχρι την 1.5.75 πλήρωναν ενοίκιο και το ενοικιαστήριο τους έληγε την 31.12.78 περίπου και ακόμη ότι δι΄ ένα κτίριο εκ των δύο που υπάρχουν στο επίδικο τεμάχιο τελούσε υπό συνεχή ενοικίαση με τελευταίο συμφωνητικό ημερ. 6.10.10. Με βάση λοιπόν το πιο πάνω αλλά και το προοίμιο του Νόμου όπου αναφέρεται ότι ο κύριος σκοπός του ήταν η δια νομοθετικών ρυθμίσεων προστασία της περιουσίας που εγκαταλήφθηκε από τον Τουρκικό πληθυσμό και που ήταν αδύνατο να επιστρέψει στις ελεύθερες περιοχές λόγω της στρατιωτικής επέμβασης της 20.7.74 εισηγήθηκε ότι ο νόμος δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Πιστεύω ότι τα πιο πάνω δεν μπορούν να έχουν οιαδήποτε ευνοϊκή επίδραση εις την ενάγουσα -Καθ΄ ης η Αίτηση. Το θέμα ήδη έχει κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ 426, 432 όπου λέχθηκαν:- "Ήταν η θέση του συνήγορου του εφεσείοντα-εναγομένου ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου 139/91 από την ημέρα που ο Νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ, με βάση τον ορισμό των όρων "Τουρκοκύπριος" και "τουρκοκυπριακή περιουσία". Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε το θέμα με αναφορά στο προοίμιο του πιο πάνω Νόμου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Νόμος καλύπτει μόνο εγκαταλειφθείσες τουρκοκυπριακές περιουσίες και εφόσο, σύμφωνα με τα ευρήματά του, η περιουσία των εφεσιβλήτων-εναγόντων δεν είχε ποτέ εγκαταλειφθεί, δεν είχε εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης. Το ερώτημα που γεννάται είναι σε ποιό βαθμό το περιεχόμενο προοιμίου σε συγκεκριμένο νόμο μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία ρητών προνοιών του νόμου αυτού. Το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Veis & Others v. Republic
(1979)3 C.L.R. 390, από την οποία παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα (σελ. 409 - 411): "The use of a preamble, in construing the provisions of a particular statute, has been explained by Lord Halsbury L.C. in The Commissioners for Special Purposes of the Income Tax v. Pemsel,
(1891)A.C. 531 (at p. 542) as follows: "My Lords, to quote from the language of Tindal C.J. when delivering the opinion of the Judges in the Sussex Peerage Case 11 Cl. & F. at p. 143: ' The only rule for the construction of Acts of Parliament is, that they should be construed according to the intent of the Parliament which passed the Act. If the words of the statute are in themselves precise and unambiguous, then no more can be necessary than to expound those words in their natural and ordinary sense. The words themselves alone do in such case best declare the intention of the lawgiver. But if any doubt arises from the terms employed by the Legislature, it has always been held a safe means of collecting the intention, to call in aid the ground and cause of making the statute, and to have recourse to the preamble, which, according to Dyer C.J. (Stowel v. Lord Zouch Plow. at p. 369), is a key to open the minds of the makers of the Act, and the mischiefs which they are intended to redress'". Also, in Attorney-General v. Prince Ernest Augustus of Hanover,
(1957)A.C. 436, Viscount Simonds stressed the importance of construing a statute as a whole, by stating (at p. 460): "My Lords, the contention of the Attorney-General was in the first place, met by the bald general proposition that where the enacting part of a statute is clear and unambiguous, it cannot be cut down by the preamble, and a large part of the time which the hearing of this case occupied was spent in discussing authorities which were said to support that proposition. I wish at the outset to express my dissent from it, if it means that I cannot obtain assistance from the preamble in ascertaining the meaning of the relevant enacting part. For words, and particularly general words, cannot be read in isolation: their colour and content are derived from their context. So it is that I conceive it to be my right and duty to examine every word of a statute in its context, and I use ΄context΄ in its widest sense, which I have already indicated as including not only other enacting provisions of the same statute, but its preamble, the existing state of the law, other statutes in pari materia, and the mischief which I can, by those and other legitimate means, discern the statute was intended to remedy." The above dictum of Viscount Simonds was referred to with approval by Brandon J. in The Norwhale. Owners of the vessel Norwhale v. Ministry of Defence
(1975)2 All E.R 501, 506". Επίσης στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 1153 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 1175-1176: "Ο νόμος ερμηνεύεται με βάση την αλληλουχία του κειμένου, το οποίο περιλαμβάνει και το κείμενο του προοιμίου, όπου υπάρχει. Το Προοίμιο συνήθως δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση του νόμου για την οποία ο Νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο που ακολουθεί. Η αυθεντική ερμηνεία των νόμων - του Συντάγματος και της Νομοθεσίας - στην έννομη τάξη της Κύπρου ανήκει εξ ολοκλήρου στη δικαστική εξουσία. (Βλ. Diagoras Development v. National Bank
(1985)1 C.L.R. 581). Ο ερμηνευτής του νόμου μπορεί να προσφύγει στο προοίμιο για την ερμηνεία του νόμου εάν υπάρχει ασάφεια. Στην υπόθεση Powell v. Kempton Park Racecourse Co. Ltd
(1)[1899] A.C. 143 o Λόρδος Davey είπε στη σελ. 185: ".... it is a settled rule that the preamble cannot be made use of to control the enactments themselves where they are expressed in clear and unambiguous terms." Στην υπόθεση Attorney-General v. H.R.H. Prince Ernest Augustus of Hanover
(1957)1 All E.R. 49 o Λόρδος Normand είπε στις σελ. 57-58: "When there is a preamble, it is generally in its recitals that the mischief to be remedied and the scope of the act are described. It is, therefore, clearly permissible to have recourse to it as an aid to construing the enacting provisions. The preamble is not, however, of the same weight as an aid to construction of a section of the Act as are other relevant enacting words to be found elsewhere in the Act, or even in related Acts. There may be no exact correspondence between preamble and enactment, and the enactment may go beyond, or it may fall short of, the indications that may be gathered from the preamble. Again, the preamble cannot be of much, or any, assistance in construing provisions which embody qualifications or exceptions from the operation of the general purpose of the Act. It is only when it conveys a clear and definite meaning in comparison with relatively obscure or indefinite enacting words that the preamble may legitimately prevail." (Βλ. επίσης, Odgers' Construction of Deeds and Statutes 5η Έκδοση, σελ. 305-309)." Στο σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η Έκδοση, στις σελ. 8 και 9 παρατίθενται περιπτώσεις όπου, παρόλον ότι μπορούσε να θεωρηθούν οι πρόνοιες του Νόμου σαφείς, εντούτοις, με αναφορά στο προοίμιο, περιορίστηκε η εφαρμογή τους γιατί αν δεν γινόταν τούτο, το αποτέλεσμα θα ήταν παράλογο και αντίθετο με την πρόθεση του νομοθέτη. Έτσι, στην υπόθεση R. v. Bateman
(1858)27 L.J.M.C. 95, όπου στο άρθρο 18 του Quarter Sessions Act 1849, υπήρχε πρόνοια ότι "οποιαδήποτε διαταγή" μπορούσε να μεταφερθεί σε άλλο Δικαστήριο για εφαρμογή, αυτή περιορίστηκε σε διαταγές που αφορούσαν υποθέσεις έφεσης, με βάση το προοίμιο που με το να αναφέρει ότι ήταν επιθυμητό ότι το δίκαιο θα έπρεπε να ήταν ομοιόμορφο σε υποθέσεις έφεσης, καταδείκνυε την περιορισμένη εφαρμογή του Νόμου του
- Στην παρούσα περίπτωση το προοίμιο του Νόμου 139/91 αναφέρει τα ακόλουθα: "Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, Και επειδή για την προστασία των περιουσίων αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων, Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσίων αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις, Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία. Για όλα αυτά η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:" (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Το άρθρο 5 του ιδίου νόμου περιέχει τις πιο κάτω πρόνοιες: "
- Χωρίς επηρεασμό των υφιστάμενων κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δικαιωμάτων κατοχής προς όφελος τρίτων προσώπων δυνάμει υφιστάμενης κατά τις 20.7.74 έννομης σχέσης μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών, με το διορισμό του Κηδεμόνα όλες οι Τ/Κ περιουσίες περιέρχονται στον Κηδεμόνα, ο οποίος έχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή αυτών και να τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου". Ο όρος "τουρκοκυπριακή περιουσία" καθορίζεται στο άρθρο 2 όπου αναφέρεται ότι "περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία." Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι "΄Τουρκοκύπριος΄ σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από τουρκοκύπριο, καθώς και το Εφκάφ". Με βάση τις τελευταίες αυτές πρόνοιες υπέβαλε ενώπιον μας ο συνήγορος του εφεσείοντα-εναγομένου ότι προκύπτει σαφώς ότι περιέρχονται στον Κηδεμόνα όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες που βρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, έστω και αν δεν έχουν εγκαταλειφθεί, ασχέτως του προοιμίου, αφού οι πρόνοιες είναι σαφείς. Ως εκ τούτου, υπέβαλε, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αποφάσιζε ότι οι επίδικες περιουσίες καλύπτονταν από το Νόμο 139/91 και ακολούθως θα έπρεπε να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο η πρόνοια αυτή ήταν συνταγματική, θέμα που είχε εγερθεί ενώπιόν του. Έχουμε εξετάσει με τη μεγίστη προσοχή την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των δύο πλευρών, τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα όπως τις έχουμε παραθέσει πιο πάνω και τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Νόμος 139/91 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, είναι εσφαλμένο. Βασιζόμενοι στον ορισμό του όρου "Τουρκοκύπριος" έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε απασχολήσει το Νομοθέτη ο καθορισμός της έννοιας της "εγκαταλειφθείσας περιουσίας" και την καθόρισε ως την περιουσία Τουρκοκυπρίου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατίας περιοχές. Η ερμηνεία που δίδει ο Νομοθέτης στην έννοια του όρου "εγκαταλειφθείσες περιουσίες" είναι σαφής και ως εκ τούτου δεν χωρεί η χρήση του προοιμίου για ανατροπή της. Είναι δε καθαρό από τα γεγονότα που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Κατά συνέπεια, το εύρημα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει να ακυρωθεί και θα παραμείνει έτσι το θέμα κρίσης του κατά πόσο οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου 139/91 είναι συνταγματικές." Το ίδιο και ο λόγος ένστασης που προβάλλει το ανεφάρμοστο του σε «αγωγές που έλαβαν χώραν πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ήτοι την 1.7.91». Η αγωγή αυτή κατεχωρήθηκε την 31.8.10 ήτοι μετά που τέθηκε σε ισχύ ο άνω νόμος και συνεπώς δεν υπάρχει οιονδήποτε πρόβλημα υπο την έννοια που προωθήθηκε από πλευράς Καθ΄ ης η αίτηση. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στην Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ 1084 ο Ν.139/91κρίθηκε ο νόμος στην ολότητα του συνταγματικός. (Βλ. επίσης Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1275). Αναφορικά με το δικαίωμα που παρέχεται κάτω από το άρθρο 6Α
(1)του Νόμου σε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω εφαρμογής των προνοιών ή πρόνοιας του Ν.139/91 παραβιάστηκε οιονδήποτε δικαίωμα του που κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλα της, να προσφύγει στο Δικαστήριο με αγωγή δια θεραπεία, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πρώτα θα πρέπει να αποταθεί στον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα με το σχετικό αίτημα του και «εάν απορριφθεί το αίτημα του .. να προσφύγει σε Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή...». Το άρθρο 6Α
(1)και
(2)έχει ως ακολούθως:- «6Α.
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημα του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.» Εις την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ Αιτ. αρ. 49247/08 Κazali κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 6.3.12 αναφέρονται:- «
- The Court recalls that the decision of the Custodian is merely the first step in the procedure envisaged under amended Law 139/1991 and that in the event of a refusal, his decision can be judicially reviewed by the lodging of an action in the District Court (see paragraph 50 above). The Court therefore does not consider that the fact that the Custodian may be unlikely to lift the custodianship in a particular case undermines the effectiveness of the overall remedy proposed.
- Some of the applicants complained that the remedy proposed did not offer them direct access to court. However, Article 35 § 1 does not require direct access to court in order for a remedy to be considered effective. The Court reiterates that an adverse decision by the Custodian can subsequently be reviewed by the courts.
- The Court therefore cannot exclude that Law 139/1991 as amended provides an accessible and effective framework of redress in respect of complaints about interference with the property owned by Turkish Cypriots. The applicant property owners in the present cases have not made use of this mechanism and their complaints under Articles 8 and 14 of the Convention and Article 1 of Protocol No. 1 to the Convention must therefore be rejected for non-exhaustion of domestic remedies pursuant to Article 35 §§ 1 and 4 of the Convention.» Εις την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας δεν αναφέρεται η πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής, ούτε προωθήθη κάτι τέτοιο από το δικηγόρο της κατά την αγόρευση του. Επίσης δεν είναι ορθή η εισήγηση της ενάγουσας ότι επειδή πρόκειται περί αξίωσης δι΄ ενοικίαση εναντίον της εναγομένης 1 που προέκυψε πριν τη θέσπιση του νόμου δεν διέπεται η διαφορά αυτή από τις πρόνοιες του νόμου. Ο συνδυασμός των άρθρων 5 και 6 (α)(i)(ii)(vii) (β) (ζ) και (η) πιστεύω ότι δεν αφήνουν περιθώρια επιτυχίας της εισήγησης. Από το διορισμό του Κηδεμόνα, που έγινε από την 1.7.91 (βλ. άρθρο 17) αυτός περιεβλήθη, μεταξύ άλλων με όλα τα δικαιώματα που αναφέρονται εις τα πιο πάνω ρηθέντα άρθρα και περιλαμβάνουν και δικαίωμα δι΄ είσπραξη οφειλομένων ενοικίων ενώ παράλληλα αφαιρέθη τέτοια δυνατότητα από το δικαιούχο «Τουρκοκύπριο» εντός της έννοιας του Ν.139/
- Ο συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση-Ενάγουσα κατά την αγόρευση του αναφέρθηκε σε διάφορα άλλα θέματα όπως την έκταση εφαρμογής του Ν.139/91, το δικαίωμα πρόσβασης στα Δικαστήρια, (βλ. Kazali κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία (άνω)) η δυνατότητα του εναγομένου 3 να ενεργεί ως διαχειριστής Βακουφίου και τις υποχρεώσεις του Δικαστηρίου κάτω από το Ν.39/62 Όλα τα πιο πάνω θέματα έχουν εξετασθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες αποφάσεις του και σε καμία περίπτωση δεν βοηθούν την υπόθεση της ενάγουσας από τη στιγμή που κρίθηκε ότι η επίδικος ιδιοκτησία διέπεται από την πρόνοια του Ν.139/
- Επανάληψη τους δεν προσφέρει σε τίποτα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Cemil v. Επί τοις αφορώσι την CEMIL CUFI SULEYMAN αποβιώσαντα
(2008)1 Α.Α.Δ. 987, Balce v. Επί τοις αφορώσι τον Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμο Π.Ε. 62/08, ημερ. 18.5.10, Υπουργό Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ 120, Σολομωνίδη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (άνω), Ahmet Suleyman (μέσω της Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου του Sabiha A. Suleyman v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Υποθ. Αρ. 99/05 ημερ. 21.5.
- Σε σχέση με το λόγο εκείνο που αφορά την καθυστέρηση καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης είμαι της γνώμης ότι λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης ήτοι στις 10.12.10, τη χρήση δύο γλωσσών στη διαδικασία με την ανάγκη μετάφρασης τους αλλά και τις διατάξεις του Ν.139/91 που είναι δημόσιας τάξης αυτή δεν μπορεί να έχει οιανδήποτε επίπτωση στην εξεταζόμενη αίτηση. Όσον αφορά τον τίτλο της αίτησης πράγματι παρατηρείται παρατυπία σ΄ αυτό καθότι δεν αναφέρονται οι άλλοι δύο εναγόμενοι δηλ. εναγόμενοι 2 και
- Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η καθ΄ ης η αίτηση κατεχώρησε ένσταση στις 4.5.11 και δεν πρόβαλε την άνω παρατυπία. Αυτό προβλήθηκε στην τροποποιημένη ένσταση της μετά από Διαταγή του Δικαστηρίου ημερ. 12.12.11 κατόπιν αίτησης της εναγούσης ημερ. 24.6.11 δια τροποποίηση της ενστάσεως της. Εις την Πεγιώτης ν. Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1601, 1607 αναφέρεται ότι:- «Ο καθ' ου η αίτηση αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία, ως στην προκείμενη περίπτωση με την υποβολή ένστασης, τα οποία υποδηλώνουν ανοχή της ή συμπόρευση με αυτή. Αναφορά γίνεται στις Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366, Γιαννή ν. Αν. Έφ. Μηχαν. Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 ΑΑΔ 334, Δημοκρατία v. Lion Insur. Agency Ltd.
(1995)3 ΑΑΔ 338, 340, P. Georghiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 ΑΑΔ 323, (απόφαση Ολομέλειας). Γίνεται αναφορά και στις αγγλικές αποφάσεις Boyle v. Sucker [1888] 39 Ch. D. 249- C.A Fry 5 v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 (Ay Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea Land Services Inc [1981] 1 W.L.R. 1068,1079- Leal v. Dunlop Bio - Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881, καθώς επίσης και στο Supreme Court Practice
(1999)σελ. 10.» Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση πετυγχαίνει και ως αποτέλεσμα η αγωγή απορρίπτεται εναντίον όλων των εναγομένων. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι υπέρ των Αιτητών-Εναγομένων 1 και εναντίον της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. Δικαστήριο προς κα Φλουρέντζου Εσείς ζητάτε έξοδα; κα Φλουρέντζου Όχι Δικαστήριο Εν όψει της δηλώσεως της κ. Φλουρέντζου για τους εναγόμενους 2 και 3 ουδεμία διαταγή για έξοδα. Ο πρωτοκολλητής να μεριμνήσει ώστε η παρούσα απόφαση να μεταφραστεί στην Τουρκική γλώσσα. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/final decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο