MAGNA Metalforming AG ν. PE Financing Cyprus Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 878/12, 27/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 878/12 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις -και- Αναφορικά με τη Σύμβαση για διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 -και- Αναφορικά με την αγωγή που καταχωρήθηκε την 14/5/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο του Frankfurt am Main της Γερμανίας μεταξύ της MAGNA Metalforming AG, Magnastrabe, 1, 2522 Oberwaltersdorf, Αυστρία και των
- Westerheide Holding GmbH (formerly BDW Leichtmetall Holding GmbH), Tonweg 1, 33775 Versmold, Γερμανία
- Westerheide Entrepreneurship GmbH (formerly BDW Leichtmetall Holding Soest GmbH), Tonweg 1, 33775 Versmold, Γερμανία
- Westerheide Managing Partner GmbH (formerly BDW Technologies Holding GmbH i.L.), Tonweg 1, 33775 Versmold, Γερμανία
- PE Financing Cyprus Ltd., Ίωνος 20, Διαμέρισμα/Γραφείο 101, Έγκωμη 2406 Λευκωσία, Κύπρος
- Ecokirk Holdings Limited, Θάσου 3, Dadlaw House, 1520 Λευκωσία, Κύπρος
- Roland Walenty Cibis, ul. Kuczynskiego 3, 47-232 - Kedzierzyn-Kozle, Πολωνία -και- Αναφορικά με την αίτηση της MAGNA Metalforming AG από την Αυστρία («η Αιτήτρια») κατά των
- PE Financing Cyprus Ltd., Ίωνος 20, Διαμέρισμα/Γραφείο 101, Έγκωμη 2406 Λευκωσία, Κύπρος («η καθ΄ ης η αίτηση 1») και
- Ecokirk Holdings Limited, Θάσου 3, Dadlaw House, 1520 Λευκωσία, Κύπρος («η καθ΄ ης η αίτηση 2») Ημερομηνία: 27.9.2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Κυπριανού με τον κ. Χαραλάμπους Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα Χρ. Ερωτοκρίτου με την κα Στ. Ερωτοκρίτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές κατεχώρησαν αίτηση για δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 που βρίσκονται σε τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο, θεραπείες Α και Β, όπως επίσης και αποκάλυψη όλων των περιουσιακών τους στοιχείων που βρίσκονται εντός ή εκτός της Κύπρου, θεραπείες Γ και Δ. Η αίτηση στηρίζεται στον Ε.Κ. 44/2001, ημερομηνίας 22.12.2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, στη Σύμβαση για Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, ημερομηνίας 27.9.1968, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο
- Τη 16.5.2012 εκδόθησαν μονομερώς δύο διατάγματα δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσαν οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, απαγορεύθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση να αποξενώσουν οποιοδήποτε ποσό αφαιρουμένου του οποίου θα παρέμενε κατατιθεμένο στο σύνολο των εν λόγω λογαριασμών, ποσό λιγότερο και ή μικρότερο από το αντίστοιχο σε €149.000 μέχρι την πλήρη εκδίκαση και ή αποπεράτωση της αγωγής που καταχωρήθηκε τη 14.5.2012 στο Regional Court Frankfurt and Maim της Γερμανίας, μεταξύ της αιτήτριας και έξι εναγομένων, οι οποίοι θ΄ αναφέρονται μετά απλώς ως «οι εναγόμενοι», μεταξύ των οποίων είναι και οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 στην υπό κρίση διαδικασία. Σε σχέση με τις άλλες δύο θεραπείες, παράγραφοι Γ και Δ, διατάχθηκε η επίδοση τους. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ερμιόνης Παυλίδου δικηγόρου, στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Συνοψίζω το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως. Τον Οκτώβριο του 2011 η αιτήτρια και οι έξι εναγόμενοι σύναψαν μια συμφωνία, Framework Agreement, τεκμήριο
- Σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας οι εναγόμενοι προσέφεραν στην αιτήτρια να αγοράσει τις μετοχές τους σε συγκεκριμένες στοχευόμενες εταιρείες, που θ΄ αναφέρονται μετά απλώς ως οι στοχευόμενες εταιρείες έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος μέχρι τη 5.11.
- Σύμφωνα με τους όρους του Framework Agreement, οι πωλητές των μετοχών ήτοι οι εναγόμενοι στη γερμανική αγωγή όφειλαν να διασφαλίσουν ότι, μεταξύ της περιόδου από την υπογραφή του Framework Agreement και την εκτέλεση της συνδιαλλαγής, οι στοχευόμενες εταιρείες δεν θα σύναπταν οποιαδήποτε συμφωνία δανείου χωρίς την έγκριση των αγοραστών, ήτοι της αιτήτριας. Περαιτέρω οι στοχευόμενες εταιρείες δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε συναλλαγή εκτός του πλαισίου των συνηθισμένων δραστηριοτήτων τους. Συναλλαγές με αντικείμενο πέρα των Ευρώ 100.000 θα θεωρούνταν ως τέτοιες. Η ευθύνη κατανεμήθηκε μεταξύ των πωλητών, σχετική είναι η παράγραφος 4
(2)(α) του Framework Agreement. Οι εναγόμενοι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 στη παρούσα διαδικασία όπως επίσης και ο Roland Cibis, εναγόμενος 6 στην γερμανική αγωγή ήταν αλληλέγγυα υπεύθυνοι σε ποσοστό 25% του συνολικού ποσού ευθύνης των μετοχών πλειοψηφίας. Η αιτήτρια αποδέχθηκε την πρόταση που περιέχεται στο Framework Agreement και αγόρασε τις επίδικες μετοχές. Η σχετική συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των μερών κατατέθηκε ως τεκμήριο 4. Η αιτήτρια κατέβαλε το τίμημα αγοράς των μετοχών και απέκτησε ανάμεσα σε άλλα τις μετοχές στην ΝΤΡ S.A και στη θυγατρική της εταιρεία ΝΤΡ Β.Μ. Κατά την περίοδο μεταξύ της υπογραφής και της εκτέλεσης του Framework Agreement η ΝΤΡ ΜΒ, μια εκ των στοχευόμενων εταιρειών παραχώρησε δάνειο ύψους €900.000 σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε εξασφάλιση και χωρίς την έγκριση της αιτήτριας. Η παραχώρηση του συγκεκριμένου δανείου ήταν εκτός των συνήθων δραστηριοτήτων της εταιρείας αυτής. Στη παράγραφο 37 της ενόρκου δηλώσεως διαβάζουμε τα πιο κάτω σε σχέση με την υποχρέωση των εναγομένων έναντι του δανείου: «Βάσει της παραγράφου 4
(2)(β) του Μέρους Β του Framework Agreement οι εναγόμενοι είναι υπόλογοι σε ποσοστό 86.5203% οπόταν είναι υπόλογοι για το ποσό των ΕΥΡΩ 778,682.70 από το συνολικό ποσό των ΕΥΡΩ 900,
- Με βάση την κατανομή που αναφέρεται στις παραγράφους 25 μέχρι 30 πιο πάνω οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 είναι υπόλογες, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των ΕΥΡΩ 194.670,68». Οι καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση. Είναι η θέση τους ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και απεκρύβησαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χάρης Δημητριάδου, δικηγόρου. Η πιο πάνω ομνύουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που κατεχώρησε ότι η αιτήτρια μαζί με τις άλλες τρεις αγοράστριες εταιρείες, συμφώνησαν να αγοράσουν τις επίδικες μετοχές, για το ποσό των €6.750.
- Ήταν όρος της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών (Share Sale and Purchase Agreement), όπως η αιτήτρια και οι υπόλοιπες αγοράστριες εταιρείες κατακρατήσουν από το σύνολο των τιμημάτων αγοράς για τις μετοχές όλων των στοχευόμενων εταιρειών, το συνολικό ποσό €3.000,000 ως εγγύηση (Retention) για περίοδο τριών μηνών, από την 7.2.2012 μέχρι και την 7.5.2012, για τυχόν απαιτήσεις που δυνατόν να προέκυπταν εκ μέρους των αγοραστριών εταιρειών. Αν οι αγοράστριες εταιρείες δεν είχαν απαιτήσεις ή αξιώσεις από τους πωλητές των μετοχών, μεταξύ αυτών ήταν και η καθ΄ ης η αίτηση 2, εντός τριών μηνών από το «closing date», δηλαδή μέχρι και την 7.5.2012, το ποσό της κατακράτησης θα καθίστατο πληρωτέο στη λήξη της περιόδου των τριών μηνών. Η τρίμηνη περίοδος κατά την οποία οι αγοράστριες εδικαιούντο να κατακρατήσουν την εγγύηση έληξε την 7.5.
- Το ποσό της κατακράτησης, «.που αναλογεί της πράξης για την αγορά των μετοχών της εταιρείας NTP Real Estate και που ανήκαν στην καθ΄ ης η αίτηση 2, δηλαδή €750.000, δεν έχει μέχρι σήμερα καταβληθεί και κατακρατείται έκτοτε παρά το γεγονός ότι όλες οι μετοχές των στοχευόμενων εταιρειών μεταβιβάστηκαν στην αιτήτρια και τις υπόλοιπες αγοράστριες εταιρείες». Είναι η εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η απόκρυψη του πιο πάνω γεγονότος δεικνύει ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Το ποσό της κατακράτησης υπερκαλύπτει την αξίωση των €194.670,68, που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δικαιούται να λάβει από τις καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2, στα πλαίσια της γερμανικής αγωγής. Η σκόπιμη απόκρυψη του ουσιώδους αυτού γεγονότος, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, «μολύνει» ολόκληρη την αίτηση εφόσον αποδεικνύει την κακοπιστία της αιτήτριας καθώς και την πρόθεση της να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να μην παρουσιάσει όλα τα γεγονότα και τα στοιχεία που αφορούν την υπόθεση. Πέραν των πιο πάνω, η αιτήτρια απέκρυψε και παρέλειψε να αποκαλύψει το γεγονός ότι η ίδια είχε διορίσει τον Pawel Kocieniewski στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας NTP Budowa Maszyn και ότι κατά την 7.2.2012 ο Pawel Kocieniewski ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας, κάτω από τον έλεγχο και τις οδηγίες της αιτήτριας και των υπολοίπων αγοραστριών εταιρειών. Ο Pawel Kocieniewski ήταν αυτός που είχε συντάξει την επιστολή την 7.2.2012 με την οποία έδωσε οδηγίες σε μια εταιρεία επ΄ ονόματι Ciropress όπως πληρώσει το ποσό των €900.000 στην εταιρεία NTP Work Service (NTP WS), που αποτελεί το αντικείμενο της γερμανικής αγωγής. Κατά τον πιο πάνω χρόνο όμως, όταν ο Pawel Kocieniewske έδιδε τις οδηγίες αυτές, ενεργούσε ως διευθυντής της ΝΤΡ Budowa Maszyn, είχε διορισθεί στη θέση αυτή από την αιτήτρια και τις άλλες αγοράστριες εταιρείες την 23.1.
- Οι μεταβιβάσεις των μετοχών είχαν ολοκληρωθεί και ως εκ τούτου τόσο η ιδιοκτησία, όσο και η διεύθυνση και η διαχείριση της εταιρείας NTP Budowa Maszyn, είχε «περάσει στα χέρια της αιτήτριας και των υπολοίπων αγοραστριών εταιρειών». Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι η αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει κατά πόσο είχε εξουσιοδότηση από τις άλλες τρεις αγοράστριες να καταχωρήσει την αγωγή στη Γερμανία, όπως επίσης και την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω η αιτήτρια παρέλειψε ν΄ αναφέρει ότι στη συμφωνία που διέπει την εκτέλεση της αγοράς μετοχών, δηλαδή στο Share Sale and Purchase Agreement ουδεμία αναφορά γίνεται στην καθ΄ ης η αίτηση ως συμβαλλόμενο μέρος και ούτε ήταν αυτή συμβαλλόμενο μέρος. Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι οι αιτητές δεν ζήτησαν άδεια να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση σε απάντηση των όσων αναφέρει η ομνύουσα Χάρης Δημητριάδου, ούτε ζήτησαν να την αντεξετάσουν. Ενόψει τούτου τα όσα αυτή αναφέρει στην ένορκη δήλωση της σε σχέση με την παράλειψη των αιτητών να αποκαλύψουν ότι κατακρατούν το ποσό των €3.000.000 όπως επίσης και τη σχέση του Pawel Kocieniewski με την αιτήτρια, παρέμειναν αναντίλεκτα. Το διάταγμα, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας εκδόθηκε στα πλαίσια των εξουσιών που δίδει στο Δικαστήριο το άρθρο 31 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου, ημερομηνίας 22.12.
- Το παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Και τα δύο μέρη συμφωνούν ότι παρέχεται η δυνατότητα στο παρόν Δικαστήριο να εκδώσει ασφαλιστικά μέτρα αν κρίνει ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών του θα εφαρμόσει το ημεδαπό δίκαιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1460, ήτοι: α. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β. Πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία και γ. Αδυναμία ή δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα. Αυτού του είδους οι αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) καθότι εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα μονομερώς χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά ν΄ ακουσθεί, κατά παρέκκλιση δηλαδή του βασικού αυτού δικαιώματος (audi alteram partem). Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α v Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου κ.α[1]: «.Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία». Καθοδηγητική επί του θέματος αυτού είναι η αγγλική απόφαση Brink's Mat Ltd v Elcombe[2]. Οι αρχές που διατυπώνονται στην αγγλική απόφαση υιοθετήθηκαν και σε σωρεία Κυπριακών αποφάσεων[3]. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make 'a full and fair disclosure of all the material facts': see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514, per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Jarvie [1850] 2 Mac. & G. 231, 238, and Browne Wilkinson J. in Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
- a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
- b)the order fore which application is made and the probate effect of the order on the defendant .and (
- c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1987] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be 'astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:' see per Donaldson L.J. in Mellat v. Nikpour, at p.91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question where the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it 'is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:' per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90». Ο κ. Κυπριανού αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν αμφισβητήσει ότι παραβίασαν τους όρους του Framework Agreement. Αυτό δεν ευσταθεί. Στην ένορκη δήλωση της ομνύουσας Χάρης Δημητρίου, γίνεται εκτενής αναφορά στο θέμα αυτό. Υπενθυμίζω τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Pawel Kocieniewski, που ήταν το πρόσωπο που έδωσε τις οδηγίες για καταβολή του ποσού των €900.000 το Φεβρουάριο του 2012, ενεργούσε εκ μέρους της αιτήτριας. Διορίσθηκε στη θέση του διευθυντή της ΝΤΡ Budowa Maszyn από την αιτήτρια και τις άλλες αγοράστριες εταιρείες μερικές εβδομάδες προηγουμένως. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η κατακράτηση του ποσού των €3.000.000 είναι θέμα παντελώς «άσχετο». Οι καθ΄ ων η αίτηση, σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, δεν προσκόμισαν μαρτυρία από Γερμανό νομικό, «.που να ερμηνεύει το Framework Agreement και το Share Sale and Purchase Agreement (τα οποία, ως προαναφέρεται διέπονται από το Γερμανικό δίκαιο) και ο οποίος να εξηγεί την ισχυριζόμενη σχετικότητα της κατακράτησης του ποσού των €3.000.000 με τα επίδικα θέματα στη Γερμανική Αγωγή». Η σχετικότητα του γεγονότος αυτού με τα επίδικα θέματα αποκαλύπτεται από την αίτηση που κατεχώρησε η ίδια η αιτήτρια. Η ίδια η αιτήτρια συμπεριέλαβε στην αίτηση της το θέμα αυτό. Υπενθυμίζω ότι στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης και υπογράφεται από την Ερμιόνη Παυλίδου ρητά αναγράφεται στην παράγραφο 19 ότι: «Η αιτήτρια κατέβαλε το τίμημα αγοράς την 7.2.2012. Με την καταβολή του τιμήματος αγοράς οι μετοχές στις στοχευόμενες εταιρείες μεταβιβάστηκαν στην αιτήτρια την 7 και 8.2.2012». Η αιτήτρια όχι μόνο δεν αποκάλυψε την κατακράτηση του ενός δευτέρου σχεδόν του τιμήματος, €3.000.000, μετά την ημερομηνία που αυτό ήταν καταβλητέο, αλλά η εικόνα που παρουσίασε στο Δικαστήριο ήταν ότι αυτή κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα. Συμφωνώ δε με τη θέση της κας Ερωτοκρίτου ότι η κατακράτηση του ποσού των €3.000.000 αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης που θέτει το άρθρο 32 του Ν14/60, ήτοι κατά πόσο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εισήγηση δε του ευπαιδεύτου συνηγόρου που ανέπτυξε κατά την αγόρευση του, ήτοι ότι το θέμα της κατακράτησης του ποσού των €3.000.000 αφορά άλλη συμφωνία και άλλες παραβάσεις που έγιναν από άλλα μέρη, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τα γεγονότα, περιγράφονται τόσο στην ένορκη δήλωση της Ερμιόνης Παυλίδου, όσο και στην ένορκη δήλωση της Χάρης Δημητριάδη και τα οποία παραθέτω ανωτέρω, δεικνύουν ότι οι δύο συμφωνίες ήταν αλληλένδετες. Αντικείμενο δε και των δύο συμφωνιών ήταν η αγοραπωλησία συγκεκριμένων μετοχών. Σε σχέση με τις ενέργειες του Pawel Kocieniewski, ο κ. Κυπριανού αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επισήμανε ότι η απόφαση για παραχώρηση του δανείου λήφθηκε από την NTP Budowa Mazyn κατά τη συνεδρία των μετόχων της εταιρείας την 25.1.2012 προτού διορισθεί το εν λόγω πρόσωπο διευθυντής από την αιτήτρια και τις άλλες αγοράστριες εταιρείες. Αυτό ευσταθεί. Επισημαίνω όμως ότι κατά τη συνεδρία των μετόχων λήφθηκε απλώς μια απόφαση η υλοποίηση της απόφασης αυτής έγινε πολύ αργότερα όταν τον έλεγχο των στοχευόμενων εταιρειών είχαν η αιτήτρια και οι άλλες αγοράστριες εταιρείες. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αιτήσεως. Η πιο πάνω κατάληξη μου είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για τις θεραπείες Α και Β για τις οποίες είχε εκδοθεί μονομερώς προσωρινό διάταγμα όσο και για τις θεραπείες Γ και Δ που αφορούσαν την αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων. Τα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται. Οι θεραπείες, παράγραφοι Γ και Δ της αιτήσεως απορρίπτονται. Τα έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(1995)1 Α.Α.Δ.
- [2] [1988] 1 W.L.R.
- [3] Βλέπετε σχετικά Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd Π.Ε. 211/2010 ημερ. 14.7.2011 και CTO Public Company Limited κ.α v. BAT (Cyprus) Π.Ε. 263/09 ημερ. 16.2.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο