← Κύπρος

Ανδρέας Θεοδούλου ν. AQUA MASTERS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης 1391/2006, 29/6/2012

Ανδρέας Θεοδούλου ν. AQUA MASTERS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης 1391/2006, 29/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A227 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 1391/2006 ΜΕΤΑΞΥ: Ανδρέας Θεοδούλου -και-

  1. AQUA MASTERS LTD
  2. Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 21.03.2012 29 Ιουνίου, 2012 Για τoν ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κος Παγιάσης Για την Εναγομένη 1/αιτήτρια: κος Χριστοδούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της αγωγής είναι η αξίωση του ενάγοντα από την εναγομένη 1 (στη συνέχεια η εναγομένη) για καταβολή αποζημιώσεων. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον της εναγομένης
  3. Ο ενάγων εδράζει την αξίωσή του σε σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη ενόσω εργοδοτείτο από την εναγομένη. Όπως υποστηρίζει, κατά ή περί την 20.02.2004 εργαζόταν ως διευθυντικό προσωπικό της εναγομένης στο εργοτάξιο Βίλλα Γαλήνη στο Πόρτο Καρας. Μετέβη εκεί το 2003 όταν η εναγομένη ανέλαβε ως υπεργολάβος, δυνάμει συμφωνίας με την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε., την εκτέλεση και κατασκευή του έργου. Διατείνεται εν προκειμένω ότι ο ίδιος αγνοεί και/ή δεν γνωρίζει τη συμφωνία της εναγομένης με την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, κατά ή περί την 20.02.2004 και ενόσω εργαζόταν στο εν λόγω εργοτάξιο, στο οποίο τον απέστειλε η εναγομένη ως ένα εκ των διευθυντών της για εκτέλεση του έργου και ολοκλήρωση των εργασιών μετά που τον διαβεβαίωσε ότι το έργο ήταν ασφαλισμένο, τραυματίστηκε στο κεφάλι από πτώση βαρέως αντικειμένου. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος προήλθαν από αμελή συμπεριφορά και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρέοντων καθηκόντων της εναγομένης και/ή συνεπεία της παράλειψης της να λάβει λογικά μέτρα για την ασφάλεια των υπαλλήλων και/ή εργοδοτουμένων της και/ή να παράσχει και διατηρεί το χώρο εργασίας ασφαλή και/ή να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας των εργοδοτουμένων της. Στον αντίποδα η εναγομένη υποστηρίζει ότι ο ενάγων κωλύεται να αξιώνει ό,τι η έκθεση απαιτήσεως αναφέρει εφόσον παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 07.09.
  4. Πέραν τούτου δέχεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων τελούσε υπό την εργοδότησή της, καθώς ότι η ίδια ανέλαβε την εκτέλεση και κατασκευή του έργου Βίλλα Γαλήνη στην Ελλάδα ως υπεργολάβος μετά από συμφωνία με την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε.. Είναι εντούτοις η θέση της ότι ο ενάγων γνώριζε τη συμφωνία της με την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων κατείχε τη θέση του προϊσταμένου του ηλεκτρομηχανολογικού τμήματος της εναγομένης και ήταν ο υπεύθυνος μηχανικός του έργου που αυτή ανέλαβε στην Ελλάδα. Συνεπώς, διατείνεται η υπεράσπιση, ο ενάγων ήταν ο καθ' ύλην αρμόδιος για το συγκεκριμένο εργοτάξιο και στα καθήκοντά του συμπεριλαμβάνετο η επίβλεψη του χώρου εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης και η τήρηση της διαδικασίας και των κανόνων ασφαλείας που προβλέπονται με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία και τον κώδικα ασφαλείας σε εργοτάξια και/ή χώρους εργασίας. Στο πλαίσιο αυτών των ισχυρισμών η υπεράσπιση διατείνεται ότι το ατύχημα του ενάγοντα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι το ατύχημα δεν επεσυνέβη εντός του δικού της εργοταξίου αλλά σε παρακείμενο εργοτάξιο του οποίου την ευθύνη και/ή έλεγχο είχε η Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε.. Αφότου άρχισε η ακροαματική διαδικασία, συγκεκριμένα ενόσω κατέθετε ενόρκως ο ενάγων-πρώτος μάρτυρας στην ακροαματική διαδικασία, η εναγομένη καταχώρισε την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται τροποποίηση της υπεράσπισης. Ό,τι επιθυμεί η εναγομένη να τροποποιηθεί αφορά την ταυτότητα του νομικού προσώπου που ανέλαβε το επίδικο έργο και είχε τον έλεγχο του εργοταξίου. Ζητά εν προκειμένω άρση της παραδοχής των παραγράφων 3 και 4 της έκθεσης απαιτήσεως, δηλαδή ότι η ίδια ανέλαβε το επίδικο έργο ως υπεργολάβος δυνάμει συμφωνίας με την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε., και διαφοροποίηση της 4ης παραγράφου της υπεράσπισης ώστε να αναφέρεται ότι η σχετική συμφωνία, ημερομηνίας 21.10.2003, υπεγράφη 'μεταξύ της εταιρείας Aqua Masters Ε.Π.Ε. και της εταιρείας Τοξότης Α.Τ.Ε. ως εργοδότης για την εκτέλεση εργασιών για την πισίνα της Βίλλα Γαλήνη'. Δεν διαφοροποιείται όμως ως προς την παραδοχή της ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων ήταν εργοδοτούμενός της. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλοιώνει το εργασιακό καθεστώς του ενάγοντα, δηλαδή ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από την εναγομένη, παρά μόνο ότι υπο αυτό το καθεστώς ο ενάγων απεστάλη ως υπεύθυνος μηχανικός του έργου που ανέλαβε η Aqua Masters Ε.Π.Ε., εις αντικατάσταση πλέον της εναγομένης, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι η Aqua Masters Ε.Π.Ε. ήταν εκείνη που είχε τον έλεγχο του εργοταξίου. Περαιτέρω, αναφορικά με τον υφιστάμενο ισχυρισμό ότι το ατύχημα επεσυνέβη σε παρακείμενο εργοτάξιο του οποίου την ευθύνη και/ή έλεγχο είχε η Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε., η εναγομένη αιτείται την προσθήκη και της εταιρείας Τοξότης Α.Τ.Ε, δηλαδή ότι ο χώρος όπου έλαβε χώραν το ατύχημα ανήκε και/ή ελέγχετο από μια ή και από τις δυο αυτές εταιρείες. Η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμού Δ.25 κκ1-5 και Δ.48 κκ1-3 και 8, στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Ο ενάγων δεν συναίνεσε στο αίτημα και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ενάγοντα, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.25 κκ1-5, Δ.48 κκ1-4 και 8, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και στην πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και τη νομολογία. Ως λόγους ένστασης αναφέρει ότι∙ "
  1. Με την επιδιωκόμενη Αίτηση επιχειρείται η ριζική μετατροπή της φύσης της Υπεράσπισης μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας.
  2. Οι Εναγόμενοι αρ. 1/Αιτητές προέβηκαν στην παρούσα Αίτηση με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί αυτή την υπέρμετρη καθυστέρηση, αφού μεταξύ άλλων το αίτημα υποβάλλεται 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής και εν μέσω της ακροαματικής διαδικασίας.
  3. Οι Αιτούμενες Τροποποιήσεις θα προκαλέσουν μεγάλη αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ζημία που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έκδοση διαταγής για έξοδα υπέρ του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση, αφού τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιτρέψει στους Εναγόμενους/Αιτητές να ισχυριστούν ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρουν τρίτα πρόσωπα τα οποία ούτε συμμετέχουν στη διαδικασία αλλά ούτε είναι δυνατή πλέον, λόγω παραγραφής, η προσθήκη αυτών στη διαδικασία.
  4. Τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης δεν θα επιφέρει την εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων, ούτε τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά αντίθετα θα περιπλέξει τη διαδικασία και θα δράσει αντίθετα προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
  5. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα (mala fide), κατά παράβαση και καθ' υπέρβαση των λόγων για τους οποίους ο Νομοθέτης τάσσει στην παρούσα διαδικασία και/η αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό του Ενάγοντα/Καθ' ου.
  6. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση και το αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι ουσιαστικά αβάσιμο και νομικά αστήρικτο.
  7. Με την παρούσα Αίτηση δεν αποκαλύπτονται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Οι Εναγόμενοι αρ. 1/Αιτητές υποβάλλουν την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσής του." Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, Ευαγόρας Χατζησπυρίδης, αναφέρει ότι από το 2002 εργάζεται στο τμήμα διεύθυνσης της εναγομένης. Υποστηρίζει ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης διεπιστώθη περί το Φεβρουάριο του 2012 κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για την επικείμενη ακρόαση. Αποδίδει τη μη ορθή δικογράφηση της υπεράσπισης σε λάθος και/ή παραδρομή τρίτου προσώπου, του Ανδρέα Παπαδόπουλου, ώστε να εντοπίσει τη συμφωνία μεταξύ των εταιρειών Τοξότης Α.Τ.Ε. και Aqua Masters E.Π.Ε και να την αποστείλει στους συνηγόρους της εναγομένης. Όπως υποστηρίζει, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος ήταν ο αρμόδιος για τις νομικές υποθέσεις της εναγομένης και αποχώρησε από την εταιρεία τον Οκτώβριο του
  9. Τότε ήταν που ο ίδιος ανέλαβε τα σχετικά καθήκοντα. Λόγω του ότι δεν γνώριζε ό,τι είχε προηγηθεί η υπόθεση αφέθηκε ως είχε μέχρι που διεπιστώθη, ως πιο πάνω επεξηγείται, η αναγκαιότητα τροποποίησης. Υποστηρίζει επίσης ότι την 13.02.2012 η εναγομένη ενημέρωσε το δικαστήριο για την πρόθεσή της να υποβάλει αίτημα τροποποίησης. Ο ενάγων αναφέρει ότι ανέγνωσε την ένορκο δήλωση του Ευαγόρα Χατζησπυρίδη και αρνείται και απορρίπτει όλους και καθ' ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται σε αυτήν. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά προσπάθεια της εναγομένης να μετακυλήσει τις δικές τις ευθύνες σε αλλοδαπή εταιρεία με την οποία ο ίδιος ουδεμία σχέση είχε ή έχει, και ότι το αίτημα υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση, ιδιαίτερα εφόσον η βάση της αγωγής έχει πλέον παραγραφεί έναντι οιουδήποτε τρίτου. Ό,τι άλλο αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα συνιστά αναπαραγωγή και νομικά επιχειρήματα των λόγω ένστασης και έτσι παραλείπω να τα επαναλάβω εφόσον πιο πάνω παρατίθενται αυτολεξεί. Η έκδοση διατάγματος τροποποίησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
  10. Η θεμελιακή αρχή με ευκρίνεια αποδίδεται στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρεται ότι: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here."................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 υιοθετήθηκαν τα ακόλουθα: "..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Παρά τη φιλελεύθερη, ομολογουμένως, προσέγγιση, η νομολογία καθιέρωσε παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης και οι οποίοι καθορίζουν την τύχη του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ.223, 228 η οποία περιόρισε την άσκηση της γενικής αρχής ως ακολούθως: "Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Ό,τι προκύπτει από την υφιστάμενη επι του θέματος νομολογία είναι πως οι κυριότεροι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) η δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος (βλ. SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). (β) η γνησιότητα και το καλόπιστο των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44) (γ) το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης και η δυνατότητα αποζημίωσης του αναίτιου μέρους (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 A.A.Δ. 560), και (δ) κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση εγείρει νέα βάση αγωγής η οποία θα διαφοροποιήσει ριζικά το χαρακτήρα της αγωγής, σε βαθμό τέτοιο, που θα ήταν ευχερέστερο να εκδικαστεί ξεχωριστά (βλ. Περικτίονη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704) Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι παράγοντες όπως αμέλεια δικηγόρου να θέσει εξ αρχής το θέμα στο σωστό πλαίσιο και υποβολή αιτήματος μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν αποτελούν εμπόδιο όταν κρίνεται δίκαιο να διαταχθεί η τροποποίηση (βλ. Χριστοδούλου, (πιο πάνω). Σημειώνεται εντούτοις ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, δηλαδή ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο αλλά η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Τρείς από τους λόγους ένστασης αναφέρουν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατάχρηση και κακοπιστία, και περιφρόνηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσής του (βλ. λόγους ένστασης 2, 5 και 8). Ο ομνύων την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ισχυρίζεται ότι καμία καθυστέρηση υφίσταται εφόσον μόλις διαπιστώθηκε ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση είναι εσφαλμένη πάραυτα ενημερώθηκε το δικαστήριο και υπεβλήθη αίτημα τροποποίησης. Παρ' ότι ο ενάγων απορρίπτει και αρνείται τους ισχυρισμούς του ομνύοντα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρατηρώ ότι η σχετική άρνηση φείδεται ισχυρισμών, δηλαδή γεγονότων που να αντικρούουν το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο εδράζεται ο Ευαγόρας Χατζησπυρίδης επικαλούμενος λάθος και/ή παραδρομή να τεθεί η υπεράσπιση στο σωστό πλαίσιο γεγονότων εξ αρχής. Επιπλέον, ο ενάγων δεν ζήτησε την αντεξέταση του Ευαγόρα Χατζησπυρίδη. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνω ότι η στεγνή ισχυρισμών άρνηση του ενάγοντα είναι ανίκανη να αλλοιώσει, ακυρώσει και διαψεύσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της εναγομένης. Ως εκ τούτου αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ο λόγος δια τον οποίο η αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισης διαπιστώθηκε μόλις το Φεβρουάριο του 2012 οφείλεται στο ότι ο ομνύων, υπεύθυνος για τις νομικές υποθέσεις της εναγομένης, ανέλαβε τούτα τα καθήκοντα το
  1. Η δε λανθασμένη δικογράφηση της υπεράσπισης οφείλεται στην παράλειψη του Ανδρέα Παπαδόπουλου να αποστείλει τη σχετική συμφωνία στους συνηγόρους της εναγομένης. Το εν λόγω πρόσωπο ήτο αρμόδιο για τις νομικές υποθέσεις της εναγομένης μέχρι το
  2. Η δε αναγκαιότητα τροποποίησης διαπιστώθηκε το Φεβρουάριο του 2012 όταν ο ομνύων, ο οποίος ανέλαβε τις νομικές υποθέσεις της εναγομένης μετά την αποχώρηση του Ανδρέα Παπαδόπουλου από την εταιρεία, προετοιμάζετο μαζί με τους συνηγόρους της εναγομένης για την ακρόαση. Περαιτέρω, από το φάκελο της διαδικασίας λαμβάνω γνώση ότι η επίδικη αίτηση είναι ημερομηνίας 21.03.2012 και ότι η ακρόαση της αγωγής άρχισε την 14.02.2012 και βρίσκεται στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα, πρώτου μάρτυρα στην ακροαματική διαδικασία. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, αποκαλυπτικές των πραγματικών γεγονότων που περιβάλουν την υποβολή της αίτησης, δεν οδηγούν σε εκ προοιμίου αποδοχή της θέσης της εναγομένης ότι ουδεμία καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώριση του αιτήματος. Γεγονός παραμένει ότι η βάση της αγωγής παραπέμπει σε ατύχημα ημερομηνίας 20.02.2004, το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε την 16.02.2006, η έκθεση απαιτήσεως την 13.04.2007, η υπεράσπιση την 19.09.2007 και η απάντηση στην υπεράσπιση την 01.11.
  3. Παρεμβάλλω περαιτέρω ότι την 09.06.2011 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαιτήσεως και ακολούθησε καταχώριση της τροποποιημένης έκθεσης απαιτήσεως την 24.06.2011 και υπεράσπιση σε αυτήν την 29.06.
  4. Ως εκ των πιο πάνω αδιανόητο είναι να ειπωθεί ότι η αγωγή δεν είναι καθυστερημένη. Ταυτόχρονα και η επίδικη αίτηση έχει συμβάλει και συμβάλλει σε περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης. Εντούτοις, η καθυστέρηση έχει δυο όψεις. Η πρώτη άπτεται του ευρύτερου πλαισίου της αγωγής και διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος, ενώ η δεύτερη αφορά τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη στιγμή κατά την οποία ο αιτητής, στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη, διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση. Άλλωστε, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon, πιο πάνω, στη σελ. 53, 'η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας', δηλαδή να γνώριζε ο αιτητής την αναγκαιότητα για τροποποίηση. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του δικαστηρίου δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι από τη στιγμή που η εναγομένη αντιλήφθηκε το σφάλμα στη δικογράφηση της υπεράσπισης πάραυτα αποτάθηκε για διόρθωση τούτου. Περαιτέρω, επεξήγησε επαρκώς πως και γιατί διαπίστωσε τούτην την αναγκαιότητα στο χρόνο που τη διαπίστωσε. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι αυτή η πτυχή της καθυστέρησης έχει αιτιολογηθεί δεόντως. Εν πάση όμως περιπτώσει σημειώνεται ότι όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ.1005, 1009 'Εν όψει της νομολογίας κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους'. Από την άλλη, θεώρηση του αιτήματος στο ευρύτερο πλαίσιο της αγωγής, και η προηγηθείσα εξιστόρηση της μέχρι σήμερα πορείας αποκαλύπτει ότι είναι παλαιά και συνεπώς καθυστερημένη, καθιστά σαφές ότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προσθέσει περαιτέρω χρόνο στο μακρύ χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Αυτό όμως από μόνο του δεν συνιστά αιτία απόρριψης του αιτήματος και ούτε εξισούται με κακοπιστία (βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. Πολ. Έφ. 79/2009, ημερομηνίας 04.05.2012). Στο στάδιο που βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία κρίνω ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα επιδράσει ουσιωδώς στα γεγονότα που σήμερα συνθέτουν την καθυστέρηση. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι μεγάλο μέρος της καθυστέρησης, αφενός στην καταχώριση της αγωγής και αφετέρου στην προώθηση τούτης, βαρύνει και τον ενάγοντα. Υπό αυτή την έννοια δεν συμμερίζομαι τη θέση του ενάγοντα ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα θέσει την υπόθεση εκτός πλαισίου δίκαιας δίκης και θα παραβλάψει τα δικαιώματά του. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης 2, 5 και 8 είναι αβάσιμοι και απορρίπτονται. Κρίνω ότι διερεύνηση των λόγων 1, 3 και 4 της ένστασης καθίσταται ευχερέστερη αν ειδωθούν ως ενιαίο σύνολο. Δεν χωρεί πιστεύω αμφισβήτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά νέα βάση υπεράσπισης και είναι, ως εκ τούτου, ριζική. Ενώ η υφιστάμενη τροποποίηση φέρει την εναγομένη να παραδέχεται ότι ήτο ο κάτοχος του εργοταξίου στο οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα του ενάγοντα, η αιτούμενη τροποποίηση διαφοροποιεί τούτο το δεδομένο και θέλει την Aqua Masters Ε.Π.Ε. να ήτο η κάτοχος του εργοταξίου, λόγω συμφωνίας που προηγήθηκε μεταξύ της και της εταιρείας Τοξότης Α.Τ.Ε., εταιρεία που δεν αναφέρεται στην υφιστάμενη υπεράσπιση. Επαναλαμβάνω όμως ότι η εργοδότηση του ενάγοντα από την εναγομένη και η αποστολή του στο συγκεκριμένο εργοτάξιο για λογαριασμό της εναγομένης εξακολουθεί να είναι παραδεχτή. Η άλλη πτυχή της τροποποίησης, δηλαδή προσθήκη της εταιρείας Τοξότης Α.Τ.Ε. ως ένα εκ των δυο, πλέον, ιδιοκτητών και/ή κατόχων του παρακείμενου εργοταξίου στο οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα, είναι ήσσονος σημασίας εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός προϋπήρχε και απλώς επεκτείνεται. Η προσθήκη σήμερα και της εταιρείας Τοξότης Α.Τ.Ε δεν διαφοροποιεί δραστικά ή ουσιαστικά αυτή τη πτυχή της υπεράσπισης. Ως εκ των πιο πάνω η προσοχή μου επικεντρώνεται στην παράμετρο που άπτεται της ταυτότητας του προσώπου που ήλεγχε το εργοτάξιο στο οποίο έλαβε χώρα, σύμφωνα με τον ενάγοντα, το ατύχημα. Με όλο το σεβασμό στις αιτιάσεις και τα νομικά επιχειρήματα του ενάγοντα, κρίνω ότι δεν ευσταθούν και εν πάση περιπτώσει είναι ανίκανα να αποτρέψουν έγκριση του αιτήματος. Αναφορικά με την εισήγηση ότι προστίθεται νέα βάση υπεράσπισης, αποστομωτική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Π ολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.04.2012. Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707)". Η γλαφυρότητα και ευκρίνεια των πιο πάνω δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι στην περίπτωση υπεράσπισης η σχετική εισήγηση δεν έχει την ίδια δυναμική όπως όταν πρόκειται για νέα βάση αγωγής, εφόσον η υπεράσπιση δεν επηρεάζει την απαίτηση, δηλαδή τους ισχυρισμούς που ο ενάγων οφείλει να αποδείξει ώστε να δικαιούται σε θεραπεία. Η δε ευχέρεια απάντησης των νεοεισαχθέντων ισχυρισμών δεν πρέπει να λησμονείται ή να υποτιμάται. Διατείνεται ο ενάγων ότι έγκριση του αιτήματος επικροτεί την επιχειρούμενη από την εναγομένη μετακύληση των ευθυνών της σε τρίτα πρόσωπα που δεν μετέχουν στη διαδικασία και για τα οποία η βάση αγωγής έχει πλέον παραγραφεί. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί ως γενική αρχή είναι ότι η αξίωση του ενάγοντα δεν καθορίζεται και ούτε περιορίζεται από τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του. Ούτως ή άλλως σταθερή υποχρέωση του ενάγοντα είναι η απόδειξη των ισχυρισμών που ο ίδιος προβάλλει. Διερεύνηση και κατάρριψη των ισχυρισμών της υπεράσπισης είναι άνευ αντικρίσματος αν ο ενάγων δεν αποδείξει πρώτα την αξίωσή του. Στην πράξη δεν συνηθίζεται προσθήκη συνεναγόμενου από τον ενάγοντα για μόνο λόγο ότι ο εναγόμενος επικαλέστηκε άλλο πρόσωπο ως υπαίτιο. Αν ο ενάγων δεν έχει ουσιαστική γνώση τέτοιου ισχυρισμού δεν πρόκειται να τον υιοθετήσει και δη να προωθήσει την υπόθεσή του ως να ήτο ορθός. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του ενάγοντα περί τρίτων προσώπων για τα οποία η βάση αγωγής έχει παραγραφεί δεν αντιλαμβάνομαι πως επηρεάζουν την αξίωσή του και τους ισχυρισμούς που ο ίδιος προβάλλει. Περαιτέρω, η επικαλούμενη παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα έναντι τρίτων προσώπων, θέμα για το οποίο δεν αποφαίνομαι οριστικά παρά μόνο ως συμπλέκεται με το λόγο ένστασης, παραγνωρίζει ότι ο ενάγων είναι εκείνος που επέλεξε να καταχωρίσει την αγωγή εικοσιτέσσερις, σχεδόν, μήνες μετά το ατύχημα, και την έκθεση απαιτήσεως δεκαέξι μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής. Στη βάση αυτού του συλλογισμού, όταν καταχωρίστηκε η υπεράσπιση, δηλαδή την 19.09.2007, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έναντι οιουδήποτε τρίτου προσώπου είχε ήδη παραγραφεί (βλ. άρθρο 68, Κεφ. 148). Συνεπώς αν η υπεράσπιση εξ αρχής παρέπεμπε σε τρίτα πρόσωπα και πάλιν θα ήτο αδύνατο για τον ενάγοντα να τα διώξει. Ως εκ τούτου είναι τουλάχιστον άδικο να επικαλείται την παραγραφή ως λόγο ένστασης, όταν οι δικές του ενέργειες είναι εκείνες που οδήγησαν στην παραγραφή. Υποστηρίζει ο ενάγων ότι η τροποποίηση θα περιπλέξει τη διαδικασία και δεν θα επιφέρει εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Και σε αυτή την περίπτωση δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τη βασιμότητα του ισχυρισμού. Έχω ακριβώς αντίθετη άποψη. Η τροποποίηση, παρ' ότι ουσιαστική, δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων εργοδοτείτο από την εναγομένη και ήταν ο απεσταλμένος της στο εργοτάξιο Βίλλα Γαλήνη. Η διαφοροποίηση άπτεται του ισχυρισμού ότι κάτοχος του εργοταξίου δεν ήταν η εναγομένη αλλά η Aqua Masters Ε.Π.Ε. Αφενός ο σχετικός ισχυρισμός αναμένεται να αποφασισθεί και δεν εκλαμβάνεται ως δεδομένο. Αφετέρου, αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο του ισχυρισμού φανερώνει την εγγενή σοβαρότητα και δυναμική του, καθώς ότι αν ήθελε γίνει πιστευτός είναι ικανός να οδηγήσει μέχρι και σε απαλλαγή της εναγομένης. Θα ήτο, ως εκ τούτου, άδικο να αποστερηθεί η υπεράσπιση ευχέρεια προώθησης τούτου. Συνεπώς, κίνδυνος μη εκδίκασης όλων των επίδικων θεμάτων ελλοχεύει όχι στην περίπτωση που εισηγείται ο ενάγων αλλά στην περίπτωση που δεν εγκριθεί το αίτημα, εφόσον σε τέτοια περίπτωση η υπεράσπιση θα αποστερηθεί ουσιαστικού ισχυρισμού που ζητά, έστω καθυστερημένα, να προβάλει. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, και δοθέντος ότι η ακρόαση βρίσκεται στο μέσω της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα, κρίνω ότι η ζημία που δυνατό να υποστεί ο ενάγων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και είναι επανορθώσιμη. Τέλος, ασύστατος κρίνεται και ο άλλος ισχυρισμός του ενάγοντα δηλαδή ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική βάση. Απλή και μόνο ανάγνωση της νομικής βάσης της αίτησης αποκαλύπτει ότι κάνει αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 κκ1 έως 5, δηλαδή το ορθό δικονομικό βάθρο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ορθό και δίκαιο να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου ευχέρεια και να εγκρίνω το αίτημα της υπεράσπισης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως το Α, Β και Γ της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση εντός 10 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης υπεράσπισης. Το διάταγμα να ζητηθεί εντός δύο, τουλάχιστον, ημερών. Το ήμισυ των εξόδων της επίδικης αίτησης επιδικάζεται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης. Ο λόγος μείωσης των εξόδων οφείλεται στην απόρριψη των λόγων ένστασης που προώθησε ο ενάγων. Διαφυγόντα έξοδα λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.