Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 4521/11, 23/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4521/11 Μεταξύ: Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου Ενάγουσας και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου Εναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 19.1.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.5.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Εναγόμενους: κα Κλ. Πολυβίου (για να ακούσει απόφαση η κα Χρ. Μαυρίκιου) Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Λ. Λουκαϊδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.6.2011 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Με αυτή η ενάγουσα επιδιώκει τις ακόλουθες θεραπείες εναντίον του Ρ.Ι.Κ.: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα είναι η νόμιμος δικαιούχος της σύνταξης χηρείας του αποθανόντος συζύγου της Ανδρέα Χριστοφίδη ο οποίος απεβίωσε το 1998 και υπήρξε Διευθυντής του ΡΙΚ μέχρι τις 22.7.1983 κρίθηκε δικαιούχος συντάξεως το 1997 και νυμφεύθηκε την ενάγουσα το
- Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ΡΙΚ έχει νομική υποχρέωση να καταβάλει την εν λόγω σύνταξη χηρείας στην ενάγουσα από την ημέρα του θανάτου του πιο πάνω συζύγου της λόγω του σχετικού νομικού καθεστώτος αυτού και της ενάγουσας και του ανθρώπινου δικαιώματος σεβασμού, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της ιδιοκτησίας της ενάγουσας ως και του σεβασμού του δικαιώματος του γάμου της και της ίσης μεταχείρισης της. Γ. Αποζημιώσεις ανερχόμενες στο συνολικό ποσό της εν λόγω σύνταξης χηρείας που δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα. Δ. Νόμιμο Τόκο. Ε. Οποιαδήποτε άλλη παρεμπίπτουσα ή/και δίκαιη θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπουσα το Δικαστήριο. Ζ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και συγκεκριμένα στις 19.1.2012 οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκουν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγή απορριφθεί ως παράτυπη και/ή παράνομη και/ή αντίθετη προς τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και του Συντάγματος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τη διαγραφή της παρούσας αγωγής ως καταχρηστική, ενοχλητική, σκανδαλώδης και ανεπίτρεπτη. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή που το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα.» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεις και Θεσμοί (Civil Procedure Rules) Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.3 και Δ.48 θ.1 και 2, το άρθρο 146 του Συντάγματος, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι αρχές που διέπουν τη διακριτική ευχέρεια αυτού, καθώς επίσης και οι γενικές αρχές δικαίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ξένιας Κόκκινου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ, δικηγόρων των εναγομένων-αιτητών, στην οποία αποκαλύπτονται τα ακόλουθα: «
- ...................................
- Στις 25.7.2000 καταχωρήθηκε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος από μέρους της αιτήτριας στην προσφυγή / ενάγουσας στην παρούσα αγωγή με την οποία η τελευταία ζητούσε δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση ημερ. 8.5.2000, με την οποία οι καθ΄ ων η αίτηση αποφάσισαν να μην χορηγήσουν στην αιτήτρια στην προσφυγή, σύνταξη χηρείας, ήταν άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Αντίγραφα της αίτησης και ένστασης στην υπόθεση υπ΄ αρ. 978/00 επισυνάπτονται ως τεκμήρια 1 και 1 Α, αντίστοιχα. Στις 3.4.2002 η αίτηση της αιτήτριας στην προσφυγή / ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από ακρόαση, όχι γιατί ήταν εκπρόθεσμη η προσφυγή όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας αλλά γιατί η εν λόγω απόφαση των καθ΄ ων η α΄τιηση ημερ. 8.5.2000 δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη που μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής αλλά βεβαιωτική πράξη. Αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 3.4.2002 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Είναι η άποψη μας, ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται και δεν μπορεί να εγείρει και/ή να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι το αντικείμενο της αγωγής αυτής αφορά ξεκάθαρα και αποκλειστικά διοικητική πράξη, σε σχέση με την οποία και σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η προσφυγή της αιτήτριας στην προσφυγή / ενάγουσας είχε απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο για το λόγο ότι η υπό κρίση πράξη ήταν βεβαιωτική και όχι εκτελεστή δεν αναιρεί το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν διοικητικού χαρακτήρα και ότι ως εκ τούτου το μοναδικό Δικαστήριο το οποίο θα μπορούσε να επιληφθεί του εν λόγω ζητήματος ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Άλλωστε, και η ίδια η ενάγουσα αναγνώρισε αυτό με το να καταχωρήσει την εν λόγω αίτηση ημερ. 25.7.2000 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος προτού αποφασίσει να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην ίδια την Έκθεση Απαίτησης της αναφέρεται εξ άλλου ρητά ότι η σύνταξη χηρείας που επιθυμούσε και/ή που επιθυμεί να της καταβληθεί ρυθμίζεται κατ΄ ευθείαν από τον Κανονισμό 205/87 και ότι η άρνηση των εναγομένων να καταβληθεί σε αυτήν το εν λόγω ωφέλημα αποτελεί διοικητική πράξη. Η ενάγουσα θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής μόνο στην περίπτωση που ακυρώνετο από το Ανώτατο Δικαστήριο η απόφαση των εναγομένων / καθ΄ ων η αίτηση στην εν λόγω προσφυγή και η ενάγουσα / αιτήτρια στην προσφυγή ζητούσε αποζημιώσεις σαν αποτέλεσμα της ακυρωτικής από το Ανώτατο Δικαστήριο απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή όχι γιατί δεν αποτελούσε διοικητική πράξη η επίδικη απόφαση των εναγομένων αλλά γιατί αυτή αποτελούσε βεβαιωτική παρά εκτελεστή πράξη. Ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι αποκλειστική αρμοδιότητα για ζητήματα τέτοιας φύσης είχε και έχει με βάση το Σύνταγμα το Ανώτατο Δικαστήριο.
- Ως εκ τούτου και εν όψει των πιο πάνω είναι η άποψη μας ότι η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής είναι ενοχλητική και/ή παράτυπη και/ή αντινομική και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου και του Συντάγματος και/ή ότι αποτελεί κατάχρηση του Δικαστηρίου και ότι θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα προς όφελος των εναγομένων/αιτητών.» Η ένσταση της ενάγουσας-καθ΄ ης η αίτηση δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση (μάλιστα τιτλοφορείται ως Αίτηση) και στο σώμα της περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι ένστασης: «(α) Αντικείμενο της αγωγής δεν είναι οποιαδήποτε διοικητική πράξη, και οπωσδήποτε όχι «εκτελεστή» διοικητική πράξη, ούτε επιδιώκεται η ακύρωση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης η δε προσφυγή εναντίον της επιστολής του ΡΙΚ 8.5.2000 που αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύεται την πιο πάνω αίτηση ως επίσης και εκείνη της 10.4.2000 δεν αποτελούν «εκτελεστές» διοικητικές πράξεις αλλά εκφράζουν απλώς την άποψη ή την υποκειμενική ερμηνεία του νόμου/κανονισμού περί συντάξεων του ΡΙΚ από πλευράς ΡΙΚ. (β) Όπως αναφέρεται και στην έκθεση απαιτήσεως το κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται ή όχι σύνταξη χηρείας ρυθμίζεται απευθείας από τους σχετικούς κανονισμούς. Οι επιστολές του ΡΙΚ πάνω στο ίδιο θέμα δεν καθορίζουν ούτε μπορούσαν να καθορίσουν το εν λόγω δικαίωμα αλλά αποτελούν άποψη της διοίκησης. Εξ άλλου, ο νόμος/κανονισμοί του ΡΙΚ περί συντάξεων δεν απαιτούν διοικητική πράξη ως προϋπόθεση για την εφαρμογή τους. (γ) Κι αν ακόμη υπήρξε «εκτελεστή» διοικητική πράξη επί του θέματος της συντάξεως της ενάγουσας πράγμα που απορρίπτεται για τους πιο πάνω λόγους η μη προσβολή της δεν καταργεί οποιοδήποτε δικαίωμα έχει η ενάγουσα βάσει του σχετικού Νόμου/κανονισμών περί συντάξεων και συνεπώς δικαιούται η ενάγουσα δεσμευτική αναγνώριση από το δικαστήριο το οποίο δεν αποκλείεται να ερμηνεύσει τον εν λόγω Νόμο/κανονισμούς. Πέραν τούτου σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου έστω και αν το θέμα ρυθμίζεται με διοικητική πράξη αυτό δεν εμποδίζει την αστική αγωγή για αποζημίωση για οποιαδήποτε παρανομία και οπωσδήποτε και κατ΄ επέκταση δεσμευτική δικαστική αναγνώριση. Η σχετική διοικητή πράξη δεν ακυρώνεται μεν αλά το δικαίωμα αποζημίωσης και αναγνώρισης της παρανομίας διατηρείται (βλ. Στασινόπουλου, Μαθήματα διοικητικού δικαίου). (δ) Για τους πιο πάνω λόγους η πιο πάνω αίτηση του ΡΙΚ θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα, ως αβάσιμη και ασυμβίβαστη με το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της σχετικής Νομολογίας του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει το ανεμπόδιστο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο (Golden v. UK, A 18
(1975): 1 ECHR 524 PC).» Αμφότεροι οι δικηγόροι αγορεύοντας ενώπιον μου υιοθέτησαν τους εκατέρωθεν νομικούς ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση και στην ένσταση αντίστοιχα, οι μεν αιτητές ως λόγους για αποδοχή της αίτησης, η δε καθ΄ ης η αίτηση για την απόρριψη της. Μάλιστα ο κ. Λουκαϊδης ισχυρίστηκε ότι η αίτηση θα κριθεί επί καθαρά νομικών σημείων και δεν χρειάζεται ένορκη δήλωση στην οποία μόνο γεγονότα πρέπει να αποκαλύπτονται αφού τα γεγονότα της υπόθεσης είναι παραδεκτά και εδράζεται στο άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την αναγνώριση δικαιωμάτων των πολιτών, ενώ αντίθετα το Ανώτατο Δικαστήριο αντλώντας εξουσία από το άρθρο 146 του Συντάγματος έχει εξουσία ακύρωσης διοικητικών πράξεων. Βάσισε την εισήγηση του αυτή στην αυθεντία PYX GRANITE CO LTD v. MINISTRY OF HOUSING AND LOGAL GOVERNMENT AND OTHERS
(1960)H.L. 260, όπου στη σελ. 286 αναφέρονται τα ακόλουθα: «.The question is whether the statutory remedy is the only remedy and the right of the subject to have recourse to the courts of law is excluded. Obviously it cannot altogether be excluded; for, as Lord Denning has pointed out, if the subject does what he has not permission to do and so-called enforcement proceedings are taken against him, he can apply to the court of summary jurisdiction under section 23 of the Act and ask for the enforcement notice to be quashed, and he can thence go to the High Court upon case stated. But I agree with Lord Denning and Morris L.J. in thinking that this circuity is not necessary. It is a principle not by any means to be whittled down that the subject's recourse to Her Majesty's courts for the determination of his rights is not to be excluded except by clear words. That is, as McNair J. called it in Francis v. Yiewsley and West Drayton Urban District Council, a "fundamental rule" from which I would not for my part sanction any departure.» Επίσης ο κ. Λουκαϊδης με παρέπεμψε στο σύγγραμμα του Μιχ. Στασινόπουλου (Σύμβουλου Επικρατείας) Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου, όπου στη σελίδα 267 κάτω από τον τίτλο «Έννομος προστασία των διοικουμένων» αναφέρεται: «Η αστική ευθύνη της Διοικήσεως δια τας παρανόμους πράξεις αυτής δεν ανεγνωρίζετο πάντοτε. Αρχικώς, η διοίκησις εθεωρείτο ανεύθυνος, έστω και αν εζημίωνεν ένα πολίτην δια παρανόμων πράξεων, το ανεύθυνον δε τούτο εστηρίζετο εις την ιδέαν της κυριαρχίας του ηγεμόνος. Βραδύτερον, εθεωρήθη υπεύθυνος μόνον δια τας πράξεις εξουσίας, ουχί ε διά τας πράξεις διαχειρίσεως. Τέλος, ανεγνωρίσθη η ευθύνη προς αποζημίωσιν δια πάσαν παράνομον πράξιν της Διοικήσεως σχετιζομένην με την λειτουργίαν των δημοσίων υπηρεσιών, έστω και αν αυται δεν περιέχουν το στοιχείον της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας.» Και πιο κάτω στη σελίδα 268: «Συνεπώς, μόνον μέσον προστασίας κατά της παρανόμου ταύτης ζημίας είναι η αγωγή προς αποζημίωσιν, η θέτουσα εις κίνησιν την αστικήν ευθύνην της Διοικήσεως. Οσάκις όμως η ζημία επήλθεν εξ εκτελεστής διοικητικής πράξεως, τότε ο διοικούμενος έχει εις την διάθεσιν του, εκτός της αγωγής αποζημιώσεως και την αίτησιν ακυρώσεως. Μεταξύ της αγωγής αποζημιώσεως και της αιτήσεως ακυρώσεως, το ισχυρότερον μέσον προστασίας του διοικουμένου είναι η αίτησις ακυρώσεως, διότι αύτη απολήγει μόνον εις την επανόρθωσιν της περιουσιακής ζημίας, αφήνει δε άθικτον την πράξιν.» Νομική Πτυχή. Η Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών αναφέρει: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διαγραφή οποιοδήποτε δικογράφου για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση, και σε μια τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαιη.» Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι: (α) η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction of the Court). Δικαιοδοσία έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο η ενάγουσα προσέφυγε το 2000 και το 2002 είχε απορριπτική απόφαση. (β) η αγωγή είναι σκανδαλώδης και/ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) ως εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία αφού με βάση τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας δεν είναι δυνατόν να εκδοθούν τα δια της αγωγής αξιούμενα διατάγματα από το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο. (γ) ουσιαστικά οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής. Στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1338, αποφασίστηκε ότι η Δ.27 θ.3 δίδει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ή σκανδαλώδης ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Επίσης αποφασίστηκε ότι η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Ιn Re Pelmaco Co Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Στην Λοϊζος Λούκα & Υιοι Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1991)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, αποφασίστηκε ότι τα πρωτόδικα Δικαστήρια δεν στέργουν σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφεύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος) και κατ΄ επέκταση το δικαίωμα για καταχώρηση αγωγής αναγνώρισης δικαιώματος του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60. Ακριβώς επειδή η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί στην ουσία μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία χωρίς τη διεξαγωγή δίκης να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία του με προσοχή και φειδώ και ειδικότερα να το πράττει μόνο σε καθαρές περιπτώσεις. (βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 και Έρμος Χατζηκυριάκος ν. Διομήδη Κυθρεώτη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1119). Αμφότερες οι προϋποθέσεις της Δ.27 θ.3 συντρέχουν κατά την άποψη μου στην προκειμένη περίπτωση σε σημείο που η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση για να διατηρήσει τη διαδικασία στη ζωή, αφού δεν παρουσιάζει καμιά προοπτική επιτυχίας. Δεν αποκαλύπτεται καμιά αιτία αγωγής, η δε αγωγή είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Πέραν των δύο προϋποθέσεων της Δ.27 θ.3 είμαι της άποψης ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Αρχίζοντας από τον τελευταίο αυτό λόγο να σημειώσω ότι τα Δικαστήρια έχουν συμφυή εξουσία να απορρίπτουν διαδικασίες που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με την προσφυγή υπ΄ αρ. 978/00 η ενάγουσα δεν επεδίωκε την ίδια θεραπεία, δηλαδή την αναγνώριση του δικαιώματος της σε σύνταξη χηρείας; Είναι αυτονόητο ότι η απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου στην προσφυγή της ενάγουσας υπ΄ αρ. 978/00 γιατί η προσβαλλόμενη πράξη δεν ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά βεβαιωτική των δικαιωμάτων της αιτήτριας δεν δίδει δικαίωμα στην αποτυχούσα προσφεύγουσα να αξιώσει αποζημιώσεις για ζημίες τις οποίες προφανώς δεν υπέστη από πράξεις ή παραλείψεις της διοικήσεως. Η ενάγουσα ουσιαστικά ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει δηλωτική η βεβαιωτική απόφαση ότι η ενάγουσα δικαιούται σε σύνταξη χηρείας (σε αντίθεση με την απορριπτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο προσέφυγε) η οποία πρέπει να καταβάλλεται προς αυτή από τους εναγόμενους από το θάνατο του συζύγου της. Ουσιαστικά η ενάγουσα προσπαθεί να πλήξει την άρνηση των εναγομένων να της παραχωρήσουν τέτοια σύνταξη χηρείας, ότι δηλαδή αυτοί δεν δικαιούνται (negative declaration) να μην της καταβάλλουν σύνταξη χηρείας, κάτι για το οποίο ορθά προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας απορριπτική απόφαση. Η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον επιδιώκεται ο ίδιος ή όμοιος σκοπός με δύο διαφορετικές δικαστικές διαδικασίες. Η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Επίσης η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ.3)
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 529). Μια παντελώς ανεδαφική αγωγή είναι και ασήμαντη και επιπόλαια και ενοχλητική και σαν τέτοια απορρίπτεται από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.27 θ.3, αλλά και των συμφυών εξουσιών του. Στις σελίδες 423 και 424 του Annual Practice, 1957, αναφέρεται: «Apart from all Rules and Orders, the Court has an inherent jurisdiction to stay all proceedings before it which are obviously frivolous or vexatious or an abuse of its process. The Court has inherent jurisdiction to stay an action which must fail; . So, too, any action which the plaintiff clearly cannot prove and which is without any solid basis may be stayed under the inherent jurisdiction as frivolous and vexatious.» Η παρούσα αγωγή δεν είναι, όπως έχω ήδη αναφέρει, αγωγή αναγνωριστική δικαιώματος (του δικαιώματος της ενάγουσας να της καταβληθεί σύνταξη χηρείας χωρίς αυτό το δικαίωμα να αναγνωρισθεί κατόπιν προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο) δυνάμει της Δ.27 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών και του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60που δίδει εξουσία σε οποιοδήποτε Δικαστήριο να εκδίδει δηλωτικές αποφάσεις αναγνωριστικές δικαιωμάτων όπως είναι η εισήγηση του κ. Λουκαϊδη. Είναι γνωστό ότι τα Δικαστήρια κάτω από προϋποθέσεις μπορούν να εκδίδουν δηλωτικές αποφάσεις σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν επιζητείται και κάποια άλλη παράλληλη θεραπεία (βλ. London Passenger Transport Board v. Moscrop
(1942)1 All E.R. 97). Όπως έχω ήδη αναφέρει με την αγωγή δεν επιδιώκεται η έκδοση δηλωτικής αναγνωριστικού δικαιώματος απόφασης (θετική δήλωση) αλλά δήλωση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου ότι δεν δικαιούνται οι εναγόμενοι να μην της καταβάλλουν σύνταξη χηρείας αφού εκλαμβάνοντας αυθαίρετα και σε αντίθεση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή της 978/00, ότι έχει τέτοιο δικαίωμα λήψης σύνταξης χηρείας (ή εν πάση περιπτώσει ζητά από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους σχετικούς κανονισμούς του ΡΙΚ ως δίδοντας της τέτοιο δικαίωμα) για γάμο που έκαμε μετά τη συνταξιοδότηση του συζύγου της Α. Χριστοφίδη από το ΡΙΚ. Ουσιαστικά δηλαδή επιδιώκεται αρνητική δήλωση (negative declaration). Οι προϋποθέσεις για έκδοση αρνητικών δηλώσεων είναι ακόμα πιο αυστηρές από τις προϋποθέσεις έκδοσης θετικών δικαστικών δηλώσεων αναγνωριστικών δικαιωμάτων. Στους Halsbury's Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, σελ. 750 αναφέρεται: «.a declaration that a person is not liable in an existing or possible action is one that will rarely be made, although it is not beyond the power of the Court in a very exceptional case to make such a declaration.» Οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής είναι από ανύπαρκτες έως μηδαμινές εφόσον στην έκθεση απαίτησης δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός ότι η υπόθεση εμπίπτει στην κατηγορία των πολύ σπάνιων και εξαιρετικών περιπτώσεων που το Δικαστήριο δυνατόν να εκδώσει την αρνητική δήλωση που επιδιώκεται, ούτε προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την ωφελιμότητα των αξιούμενων αρνητικών δηλώσεων πλην του γεγονότος ότι αυτές θα αποτελέσουν τις αποζημιώσεις τις οποίες η ενάγουσα αυθαίρετα εκαλμβάνει ότι δικαιούται. Στην Gasto Shipping Company Limited v. 1. Mineag SQM (Africa) (Proprietory) Limited κ.α.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1634 αναφέρθηκαν οι προϋποθέσεις έκδοσης αρνητικής διακήρυξης από το Δικαστήριο, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: (α) Η έκδοση αρνητικής διακήρυξης εκδίδεται σε εξαιρετικές περιστάσεις. (β) Αξιώσεις για αρνητικές διακηρύξεις πρέπει να προσεγγίζονται με μεγάλη περίσκεψη και να υποβάλλονται σε ενδελεχή έρευνα. (γ) Πρέπει να εξετάζεται η ωφελιμότητα της έκδοσης μιας αρνητικής διακήρυξης. (δ) Πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο δεν θα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη αν δεν εκδοθεί μια αρνητική διακήρυξη. Η αγωγή της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή και επιδιώκεται αρνητική διακήρυξη του Δικαστηρίου δεν εμπίπτει σε καμιά από τις πιο πάνω κατηγορίες. Τέλος η αγωγή της οποίας επιδιώκεται η διαγραφή στερείται νομικής βάσης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Στην έκθεση απαίτησης δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί παράβασης καθήκοντος ή υποχρέωσης εκ μέρους των εναγομένων αλλά ουσιαστικά επανέρχεται η ενάγουσα με μια καταχρηστική διαδικασία όχι μόνο για να ανατρέψει την απορριπτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή της αλλά για να αξιώσει αποζημιώσεις θεωρώντας ότι αυτή επέτυχε. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση γίνεται δεκτή. Εκδίδονται διατάγματα ως το αιτητικό Α και Β της αίτησης. Τα έξοδα είναι εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσας (έξοδα της παρούσας αίτησης και της αγωγής) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο