Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ντανιέλ Χατζηττοφή , Αρ. Αγωγής: 9037/05, 10/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9037/05 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και Ντανιέλ Χατζηττοφή Εναγομένου Ημερομηνία: 10.5.2012 Αίτηση Ημερομηνίας 23.3.2012 για αναστολή της διαδικασίας Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. A. Παπαντωνίου, για ν΄ ακούσει την απόφαση κ. Κ. Γεωργίου. Για Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ξ. Κόκκινου, για ν΄ ακούσει την απόφαση κα Μαλέκκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε την 29.11.2005, πριν έξι και πλέον έτη. Η δικογραφία ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβρη του 2006, η ακρόαση της υπόθεσης όμως δεν έχει αρχίσει μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι η υπόθεση ορίσθηκε επανειλημμένα για ακρόαση. Τη 12.11.2009 καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου, αίτηση για τροποποίηση του τίτλου, συνέχιση της διαδικασίας «.μεταξύ των παλιών και των νέων διαδίκων» και τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση και η αίτηση απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 11.2.2010. Στη συνέχεια η υπόθεση επαναορίσθηκε τέσσερις φορές για ακρόαση, αναβλήθηκε όμως μετά από αίτημα της υπεράσπισης σε τρεις περιπτώσεις και μετά από αίτημα των εναγόντων σε μια περίπτωση. Τη 30.12.2011 καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους του εναγομένου με την οποία ζητούσε τη συνένωση της υπό κρίση αγωγής με την αγωγή 8190/11. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Η αίτηση απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.3.2012. Λίγες μέρες μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου η παρούσα αίτηση με την οποία αξιώνει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης, ημερομηνίας 13.3.2012. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.30, Δ.33, θ6, Δ.48 θθ1-7 και 9(
- e)και στη Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Κυριάκου Γεωργίου, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια. «5. Λόγω των σημαντικών θεμάτων που εγείρονται στην πιο πάνω Έφεση, θεωρούμε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως ανασταλεί η διαδικασία της πιο πάνω Αγωγής 9037/2005 μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω Έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. 6. Είναι η θέση μας ότι σε περίπτωση κατά την οποία αρχίσει η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω Αγωγής 9037/2005 ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέψει την πιο πάνω Έφεση, τότε υποχρεωτικά θα διακοπεί η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής και θα αρχίσει εκ νέου από την αρχή ως συνενωμένη με την Αγωγή 8190/2011. 7. Είναι περαιτέρω η θέση μας ότι με την αναστολή της διαδικασίας της πιο πάνω Αγωγής 9037/2005 θα περιοριστούν τα έξοδα και θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. 8. Περαιτέρω σε συνδυασμό με τα ανωτέρω εάν το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε μορφής βλάβη στους άλλους διάδικους, και δεν θα προκληθεί και οποιασδήποτε μορφής αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση των πιο πάνω υποθέσεων, αλλά αντιθέτως θα επιταχυνθεί η εκδίκαση τους και θα υποβοηθηθεί η ταχύτερη και πληρέστερη απονομή δικαιοσύνης». Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Είναι η θέση τους ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ν΄ αναστείλει τη δικαιοδοσία εκκρεμούσης εφέσεως, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν συντρέχουν «ειδικές και ή εξαιρετικές περιπτώσεις». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η παρούσα αίτηση, σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, «.αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, και αποτελεί καθαρά προσπάθεια καθυστέρησης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής.». Αρχικά οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι «εκλείπει η ορθή νομική βάση» από την αίτηση, ήτοι ότι στην αίτηση δεν αναγράφεται η Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη συνέχεια όμως δήλωσαν ότι δεν επέμεναν στο λόγο αυτό της ένστασης τους, ήτοι στην παρατυπία. Ισχυρίσθηκαν περαιτέρω ότι ούτε η Δ.35 θ.18 μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Ο δικηγόρος των αιτητών αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη του αιτήματος του επικαλέσθηκε την απόφαση Αρτεμίου Παπαχρυσοστόμου για άδεια καταχώρησης Αίτησης για έκδοση εντάλματος Prohibition και Certiorari[1]. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγοντας είχε καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου του. Η αίτηση του απορρίφθηκε και τότε εκείνος κατεχώρησε έφεση και στη συνέχεια αίτηση για αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας απορρίφθηκε και τότε αυτός καταχώρησε αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων certiorari και prohibition για αναστολή της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω ασκήσεως του εναλλακτικού ένδικου μέσου της έφεσης. Αδυνατώ να αντιληφθώ με ποιο τρόπο η πιο πάνω απόφαση υποστηρίζει τις θέσεις που προβάλλονται εκ μέρους του εναγομένου στην παρούσα αίτηση. Η αίτηση, ως αναφέρω και ανωτέρω, στηρίζεται στις Διατάξεις 30, 33, 48 και 57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πιο πάνω Διατάξεις, 30, 33 και 57 είναι άσχετες με την υπό κρίση αίτηση. Η Δ.30 αφορά κλήση για οδηγίες, η Δ.33 τη διαδικασία κατά την ακρόαση και η Δ.57 αναφέρεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να επεκτείνει ή να μειώσει το χρόνο που καθορίζεται από τους κανονισμούς. Τέλος, η Δ.48 αφορά τον τύπο της αίτησης που θα καταχωρηθεί, για παράδειγμα κατά πόσο θα είναι μονομερής ή δια κλήσεως ή κατά πόσο θα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή όχι. Η εξουσία του Δικαστηρίου ν΄ αναστείλει την εκτέλεση κάποιας απόφασης εδράζεται στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 που προβλέπει τα πιο κάτω: «The judgment of every court shall, subject to any direction contained therein to the contrary and notwithstanding that the same shall have been made in default of pleading or of appearance of any party, be binding on all parties to the action immediately on the making thereof and notwithstanding any appeal against the same, but the court by which such judgment is given or any court having jurisdiction to hear such judgment on appeal may at any time, if it shall so thing fit, and whether an order for execution of such judgment be suspended for such time and subject to such terms or otherwise as to such court may seem just». Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, «.αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας»[2]. Το ίδιο είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει της Δ.35 θ.18 την οποία επίσης παραθέτω αυτούσια για εύκολη αναφορά. «18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered the person obtaining the order shall furnish such security (of any) as may have been directed .». Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση Β. Παπακόκκινου κ. α v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (ανωτέρω[3]), «.Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε «.stay of .proceedings under the decision appeals from .» δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση . Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή .». Στη Ν. Λύρα v. Πετρολίνα Λτδ (αρ.1)[4], η οποία αφορούσε αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε για ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου κρίθηκε ότι το αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Η Δ.35 θ.18, «.δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition) της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Σχετική είναι και η αναφορά που γίνεται στην απόφαση In the matter of E.S., an Infant[5] όπου το Εφετείο καθόρισε σε ποιες περιπτώσεις εκδίδεται διάταγμα αναστολής και τόνισε παράλληλα ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αναστείλει τις διαδικασίες γενικά, αλλά μόνο στις περιπτώσεις που καθορίζονται ρητώς από το θεσμό. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Even if we assume that the decision of the trial Court, on the issue of a blood test, essentially a ruling on the admissibility of evidence, is an appealable decision in the sense of r.2 and r.18 of Ord. 35, Civil Procedure Rules, a doubtful proposition in view of the decision in Christophidou v. Nemitsas, jurisdiction to stay under r. 18 is expressly confined to two matters: (
- a)The execution of the order or judgment under appeal. "Execution" in the context of the Civil Procedure Rules encompasses every proceeding designed to enforce a judgment or order. And this is the sense in which "execution" should be understood and applied under the rule here under consideration. (
- b)Proceedings under the decision. Here, again, we are concerned with proceedings incidental to the decision appealed, such as garnishee proceedings and proceedings under the Fraudulent Transfers Avoidance Law-Cap. 62. The proceedings that the applicant wishes us to stay are exclusively connected with the legitimation petition under trial before the District Court. They are neither intended to execute the ruling, excluding the admission of certain evidence, nor are they in any way incidental or dependent upon the ruling of the Court. Rule 18 does not confer power to stay proceedings in general or in connection with any matter other than those explicitly enumerated in the rule here under consideration. Nor is there any justification in principle for giving Ord. 35, r. 18 an interpretation wider than its wording admits, considering the drastic implications of an order staying proceedings and the limitation inherent in any such order to the right o access to the courts safeguarded by Article 30.1 of the Constitution .». Στην πρόσφατη απόφαση Μιχάλης Δημητριάδης και Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη[6] γίνεται μια εις βάθος ανάλυση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.35 θ.18 και της μέχρι τότε νομολογίας. Το Εφετείο τόνισε μεταξύ άλλων ότι το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται «.προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλομένη απόφαση». Όπου όμως δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση από τη διαταγή του Δικαστηρίου, όπως στην περίπτωση καταδικαστικής απόφασης για αστική παρακοή διατάγματος, τότε δεν παρέχεται εξουσία αναστολής. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία στην υπό κρίση υπόθεση ν΄ αναστείλει την διαδικασία εκκρεμούσης της έφεσης. Η ενδιάμεση απόφαση της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ.18. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω και αν ακόμη το Δικαστήριο είχε διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία, το αίτημα δεν θα γινόταν δεκτό. Όπως τόνισα και πιο πάνω η εκδίκαση της υπόθεσης έχει ήδη καθυστερήσει πάρα πολύ και οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα ήταν εις βάρος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(2009)1 ΑΑΔ 644. [2] Β. Παπακόκκινου κ. α v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 692,
- [3] Σελ.
- [4]
(1997)1 Α.Α.Δ. 1384. [5]
(1986)1 C.L.R.
- [6] Π.Ε. 294/2010, ημερ. 31.3.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο