← Κύπρος

SIVA PLUS DETERGENTS LTD ν. TOTAL PACK (CYPRUS) LTD, Αρ. Αγωγής: 2544/06, 20/6/2012

SIVA PLUS DETERGENTS LTD ν. TOTAL PACK (CYPRUS) LTD, Αρ. Αγωγής: 2544/06, 20/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2544/06 Μεταξύ: SIVA PLUS DETERGENTS LTD Εναγόντων και TOTAL PACK (CYPRUS) LTD Εναγομένων --------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.6.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα M. Στυλιανού Για τους Εναγόμενους: κ. Δ. Βάκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιούν με την παρούσα αγωγή £67.098,81 (€114.645,12) ως υπόλοιπο προϊόντων πωληθέντων και παραδοθέντων προς τους εναγόμενους και/ή προϊόντων τιμολογηθέντων και/ή σαν υπόλοιπο λογαριασμού με τόκους προς 8% από 28.8.2002 πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στις 28.8.2002 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της Larticon Company και της εναγόμενης εταιρείας (Total Pack (Cyprus) Ltd) σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη διορίστηκε σαν αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων Siva στην Κύπρο. Με την εγγραφή της ενάγουσας εταιρείας οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Larticon Company που απορρέουν από τη συμφωνία μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα εταιρεία. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας η εναγόμενη εταιρεία θα αγόραζε τα προϊόντα των εναγόντων με πίστωση 180 ημερών και θα τα διέθετε στην Κυπριακή αγορά, σε συγκεκριμένες τιμές (αφαιρουμένης της προμήθειας των εναγομένων). Η διαδικασία πώλησης, παράδοσης και τιμολόγησης των προϊόντων επεξηγήθηκε επαρκώς και με λεπτομέρεια από τον πρώτο μάρτυρα των εναγόντων κ. Θεόδωρο Λαρτίδη ο οποίος κατέθεσε αντίγραφο της συμφωνίας των διαδίκων ημερ. 28.8.2002 (τεκμήριο 2) όπως και το τεκμήριο 4 που περιλαμβάνει τιμολόγια και δελτία αποστολής μαζί με καταστάσεις λογαριασμού. Η περίοδος συνεργασίας των δύο πλευρών άρχισε το 2002 και διακόπηκε το

  1. Σύμφωνα με τον κ. Λαρτίδη οι εναγόμενοι, οι οποίοι παραλάμβαναν τα εμπορεύματα αποστέλλοντας φορτηγά αυτοκίνητα με δικούς του οδηγούς από το εργοστάσιο των εναγόντων οι οποίοι υπέγραφαν τα σχετικά δελτία αποστολής και στη συνέχεια ετιμολογούντο τα εμπορεύματα, παρέλειψαν να συμμορφώνονται με τους όρους της συμφωνίας (τεκμήριο 2) με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να δεικνύει στις 30.12.2003 οφειλόμενο υπόλοιπο £33.108,11, στις 7.12.2004 £40.204,34 και στις 15.7.2005 £67.098,
  2. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο επίσης το τεκμήριο 3 (αντίγραφο επιταγής εκδοθείσης προς όφελος εναγόντων ημερ. 12.8.2005) για ποσό £252,59 η οποία δεν τιμήθηκε με οδηγίες της εναγομένης εταιρείας για την οποία όπως ανέφερε καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση. Η επιταγή (τεκμήριο 3) εξεδόθη από την εταιρεία Total Pack Trading Ltd και όχι την εναγόμενη. Στην έκθεση υπεράσπισης που οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 28.2.2008 παραδέχονται την ύπαρξη της συμφωνίας και του λογαριασμού, αρνούνται όμως ημερομηνίες, ποσά και υπόλοιπα όπως αναφέρονται από τους ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν στην ενάγουσα εταιρεία και ότι «παν οφειλόμενο ποσό εξοφλήθηκε». Επιφυλάσσονται δε να αναφερθούν στα τιμολόγια και παραδόσεις κατά τη δικάσιμο. Πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης αναφέρουν: «
  3. Με ειδική αναφορά στις παραγράφους 5 και 7 της έκθεσης απαίτησης η εναγόμενη παραδέχεται ότι υπήρχε λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων αλλά αρνείται ότι ο εν λόγω λογαριασμός έδειχνε ή και δείχνει τα αναφερόμενα ή και οποιοδήποτε υπόλοιπο προς όφελος της ενάγουσας και λέγει ότι εξόφλησε παν οφειλόμενο ποσό. Η εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι η ενάγουσα αδικαιολόγητα χρέωνε τον εν λόγω λογαριασμό με ποσά για προϊόντα που ουδέποτε παραδόθηκαν στην εναγόμενη ή και με άλλα αδικαιολόγητα ποσά τα οποία εν πάση περιπτώσει η εναγόμενη δεν όφειλε. Η εναγομένη επιφυλάσσεται όπως αναφερθεί στις χρεοπιστώσεις στον εν λόγω λογαριασμό και κατά πόσο ο λογαριασμός που τηρείτο από την ενάγουσα είναι ορθός κατά τη δικάσιμο όταν θα έχει λεπτομέρειες των εν λόγω χρεοπιστώσεων.» Στις 25.9.2009 οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων όπου στην παράγραφο 3 αποκαλύπτουν ότι έχουν στην κατοχή και ή τον έλεγχο τους τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σχετίζονται με τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή:
  4. Ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της ενάγουσας
  5. Κατάσταση λογαριασμού μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένης για την περίοδο 1.1.2002-31.12.
  6. Κατάσταση λογαριασμού μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένης για την περίοδο 1.1.2003-31.12.
  7. Κατάσταση λογαριασμού μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης για την περίοδο 1.1.2004-31.12.
  8. Κατάσταση λογαριασμού μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένης για την περίοδο 1.1.2005-31.12.
  9. Κατάσταση λογαριασμού μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένης για την περίοδο 1.1.2006-31.12.
  10. Είναι γνωστό και νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την έκθεση απαίτησης, την έκθεση υπεράσπισης και όσα έγγραφα αποκαλύπτονται ότι ευρίσκονται στην κατοχή του διαδίκου κατόπιν ένορκης δήλωσης αποκάλυψης (βλ. Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd)

(1991)1 A.A.Δ. 24). Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Βασιλειάδης, Π., στην υπόθεση Omeros Courtis and others v. Panos Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Έχω παρεμβάλει την πιο πάνω νομική επιχειρηματολογία για να καταφανεί ότι το Δικαστήριο στην έκδοση της απόφασης του θα αγνοήσει οτιδήποτε είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Η πρώτη μου διαπίστωση είναι ότι στην παρούσα υπόθεση η καταχωρηθείσα υπεράσπιση των εναγομένων πόρρω απέχει από την υπερασπιστική γραμμή η οποία υιοθετήθηκε και ακολουθήθηκε από τον κ. Γιώργο Κωνσταντίνου ο οποίος εκλήθηκε και κατέθεσε ως ο μοναδικός μάρτυρας αυτών. Σαν αποτέλεσμα ούτε για τη δικογραφημένη υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να καταθέσουν τις θέσεις τους ή οποιαδήποτε τεκμήρια προς υποστήριξη της. Το επίδικο θέμα που εγέρθηκε από το δικηγόρο των εναγομένων κατά την αντεξέταση του κ. Λαρτίδη ήταν το ερώτημα γιατί από το Φεβρουάριο του 2004 τα τιμολόγια και τα δελτία αποστολής έχουν ως παραλήπτη των εμπορευμάτων και χρεώστη αντί της εναγομένης εταιρείας την εταιρεία Total Pack Trading Ltd, η οποία σύμφωνα με τον κ. Βάκη είναι μια εντελώς διαφορετική νομική οντότητα από τους εναγόμενους. Ο κ. Λαρτίδης παρότι διευθυντής των εναγόντων δεν ήταν σε θέση να απαντήσει το ερώτημα αυτό. Για το σκοπό αυτό η πλευρά των εναγόντων κάλεσε ως μάρτυρα την κα Λουϊζα Ροδοσθένους που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος του λογιστηρίου των εναγόντων, η οποία εξήγησε πώς ετοιμάστηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 4) από την ίδια η οποία επιβεβαίωσε ουσιαστικά το οφειλόμενο από την εναγόμενη εταιρεία αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Επιβεβαίωσε επίσης ότι τα προϊόντα παραδίδονταν καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας σε φορτηγά που έφεραν την επωνυμία της εναγομένης εταιρείας, από οδηγούς της εναγομένης οι οποίοι υπέγραφαν την παραλαβή των εμπορευμάτων πάντοτε στην παρουσία ενός εκ των διευθυντών των εναγόντων. Ανέφερε επίσης ότι τα ποσά και οι καταστάσεις λογαριασμών δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τους εναγόμενους και ότι η ίδια απέστελλε τις καταστάσεις λογαριασμού στο λογιστή των εναγομένων ο οποίος ουδέποτε διαφώνησε με τα ποσά. Η ίδια περνούσε από τα γραφεία της εναγομένης εταιρείας στο Τσέρι και έπαιρνε επιταγές που εκδίδονταν για την πληρωμή των χρεών της εναγομένης εταιρείας προς τους ενάγοντες, δυνάμει πάντα του λογαριασμού και ακολούθως εξέδιδε την απόδειξη αφού επίστωνε το λογαριασμό με το αντίστοιχο ποσό. Είναι σημαντικό επίσης ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας Ροδοσθένους, ότι κάποιες φορές οι πληρωμές εγίνονταν με επιταγές της Total Pack Trading Ltd και κάποιες φορές από επιταγές που εκδίδονταν από την εναγόμενη εταιρεία. Όσον αφορά το θέμα που προέκυψε αναγκαιότητα να καταθέσει στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο ένας εκ των διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας, ο κ. Κονάρης συγκεκριμένα, της είπε ότι είχε συμφωνήσει με τον κ. Γιώργο Κωνσταντίνου ο οποίος κατά την ίδια ήταν διευθυντής και των δύο εταιρειών, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα συνεργασίας τα τιμολόγια να εκδίδονται όπως επίσης και οι αποδείξεις στο όνομα της εταιρείας Total Pack Trading Ltd αλλά η κίνηση του λογαριασμού συνέχισε κανονικά μεταξύ εναγόντων και εναγομένων. Τίποτε ουσιαστικά δεν άλλαξε στην καθορισμένη με τη συμφωνία - τεκμήριο 2 - εμπορική σχέση των διαδίκων. Η γραμμή που ανακαλύφθηκε από τον κ. Βάκη μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (παρά το γεγονός ότι τα τιμολόγια και οι καταστάσεις λογαριασμού, δηλαδή το τεκμήριο 4, εδόθησαν προς αυτούς πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας), δηλαδή της μη οφειλής των εναγομένων αλλά άλλης νομικής οντότητας τουλάχιστον για την περίοδο μετά το Φεβρουάριο του 2004 υιοθετήθηκε, ακολουθήθηκε και επεκτάθηκε από το μάρτυρα των εναγομένων κ. Γιώργο Κωνσταντίνου, παρά το γεγονός ότι η υπερασπιστική του γραμμή στα δικόγραφα και συγκεκριμένα στην έκθεση υπεράσπισης ήταν τελείως διάφορη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η εκτός δικογράφων μαρτυρία του να είναι ως κατασκευασμένη πλέον ψεύτικη, αναληθής και ανακριβής. Η διαπίστωση ενός «λάθους», αβλεψίας ή καλύτερα αφέλειας των εναγόντων που αποδέχθηκαν την εισήγηση ενός εκ των διευθυντών των εναγομένων για αλλαγή του χρεώστη στα τιμολόγια για λόγους που όπως φαίνεται εξυπηρετούσαν τους ίδιους έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εναγόμενους χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να τροποποιήσουν τα δικόγραφα τους αφού τις καταστάσεις λογαριασμού είχαν πολύ πριν την έναρξη της ακρόασης και αφού η εταιρεία Total Pack Trading Ltd εξέδιδε επιταγές μετά τη λήξη της συνεργασίας των δύο πλευρών προς εξόφληση του χρέους (ευθύνη για το οποίο δεν αποδέχονται σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντίνου) των εναγομένων (βλ. τεκμήριο 3) για να ειπωθούν από το μάρτυρα των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη μη δικογραφημένων ισχυρισμών διάφορα αντιφατικά και παράδοξα. Ο κ. Κωνσταντίνου στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του ισχυρίστηκε, σε αντίθεση με ό,τι περιλαμβάνεται στα δικόγραφα του και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του, ότι:
  1. Ότι δεν αναγνωρίζει την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη την οποία ο ίδιος απεκάλυψε με ένορκη δήλωση του ότι έχει στην κατοχή του.
  2. Ότι απ΄ αυτήν αναγνωρίζει μόνο τις πιστώσεις αλλά όχι τις χρεώσεις.
  3. Ότι η εναγόμενη εταιρεία σταμάτησε εργασίες, δραστηριότητες στις αρχές του 2004 και κατόπιν τούτου ενημέρωσαν τους ενάγοντες με επιστολή, σταμάτησαν τη συνεργασία και εξόφλησαν κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Τόσο η επιστολή όσο και η απόδειξη εξόφλησης δεν δικογραφούνται ούτε αποκαλύπτεται ότι υπάρχουν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εναγομένων.
  4. Η εναγόμενη εταιρεία δεν αποδέχεται οποιαδήποτε οφειλή με την οποία τιμολογήθηκε ή χρεώθηκε άλλη νομική οντότητα η οποία σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντίνου είναι ξεχωριστή με άλλους «ιδιοκτήτες» και δεν έχει σχέση με την εναγόμενη εταιρεία. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Κωνσταντίνου παραδέχθηκε ότι ήταν και μέτοχος και διευθυντής της Total Pack Trading Ltd κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούσε κατά το στάδιο της ακρόασης να είναι υπάλληλος της.
  5. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όλα αυτά τα είπε στο δικηγόρο του αλλά δεν γνωρίζει γιατί δεν συμπεριλήφθησαν στα δικόγραφα του. Δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο τους δικούς του λογαριασμούς, καμιά απόδειξη εξόφλησης, ούτε την ισχυριζόμενη επιστολή που απέστειλε για τη λήξη της συνεργασίας το 2004, ούτε και τους λογαριασμούς του 2006 τους οποίους επικαλείται ότι έχει στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης ενώ η συνεργασία των διαδίκων έληξε το
  6. Όταν του υπεβλήθη η ερώτηση γιατί αναφέρει στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης ότι έχει λογαριασμούς μεταξύ εναγόντων και εναγομένων για το 2006 απάντησε: «Μέχρι να κλείσουν οι λογιστές τις χρονιές της εταιρείας μέχρι το
  7. Το 2004 διακόψαμε συνεργασία αλλά οι λογιστές κλείνουν τα βιβλία μετά. Μέχρι το 2006 που κοίταζα ήταν μηδέν. Η εταιρεία αφού δεν είχε εργασίες ήταν μηδέν. Ήταν εξοφλημένο το υπόλοιπο. Δεν είχε υπόλοιπο.» Αν όμως δεν είχε υπόλοιπο γιατί η εταιρεία Total Pack Trading Ltd εξέδωσε το τεκμήριο 3 τον Αύγουστο του 2005 όπως και άλλες επιταγές σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της κας Ροδοσθένους προς εξόφληση του χρέους των εναγομένων; Ο ένας και μόνο λογαριασμός που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (τεκμήριο 4) δεν αποκαλύπτει ότι εξοφλήθηκε κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2004 ή/και πότε. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να παρουσιάσουν τους δικούς τους λογαριασμούς και/ή οποιαδήποτε στοιχεία για δήθεν υπερχρεώσεις και μη παράδοση εμπορευμάτων.
  8. Τέλος, κατά την αντεξέταση του διεφάνη ότι ήταν στα αρχικά στάδια της ίδρυσης της Total Pack Trading Ltd και μέτοχος και διευθυντής, κάτι που απέκρυψε επιμελώς κατά την κυρίως εξέταση του, προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η θέση που προώθησε η πλευρά των εναγομένων η οποία είναι σε αντίθεση με τη δικογραφία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η αλήθεια είναι ότι για λόγους που μόνο οι εναγόμενοι γνωρίζουν έπεισαν τους ενάγοντες να εκδίδουν τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια στο όνομα άλλης αδελφής εταιρείας της οποίας μέτοχοι και διευθυντές ήσαν οι ίδιοι και αυτό το γεγονός το εκμεταλλεύτηκαν εκ των υστέρων για να παρουσιάσουν μια εντελώς διάφορη υπερασπιστική γραμμή και να αποφύγουν την εξόφληση του χρέους τους χωρίς να παρουσιάζουν τη θέση τους που είναι δικογραφημένη για δήθεν υπερχρεώσεις και για εμπορεύματα που δεν παραδίδονταν. Η ευθύνη τους όμως που οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουν φαίνεται, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, από το γεγονός ότι η αδελφή εταιρεία Total Pack Trading Ltd εξέδιδε επιταγές προς εξόφληση του χρέους του συγκεκριμένου λογαριασμού (βλέπε μεταξύ άλλων το τεκμήριο 3 για το ποίο δεν είχαν τίποτε να πουν). Φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης ότι έχουν στην κατοχή τους καταστάσεις λογαριασμού «μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης για τις περιόδους 1.1.2002 - 31.12.2002, 1.1.2003-31.12.2003, 1.1.2004-31.12.2004, 1.1.2005-31.12.2005, 1.1.2006-31.12.2006.» Είναι κατά συνέπεια παραδεκτός ο συγκεκριμένος λογαριασμός που παρουσίασαν οι ενάγοντες (τεκμήριο 4) και αφορά την οφειλή της «εναγομένης» και όχι οποιουδήποτε τρίτου νομικού προσώπου. Η θέση αυτή είναι επίσης φανερή από το γεγονός ότι η κα Ροδοσθένους όσο και ο κ. Λαρτίδης αναφέρουν ότι εσυνέχισαν να παραδίδουν εμπορεύματα μετά το Φεβρουάριο του 2004 στους ίδιους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων τα οποία έφεραν το όνομα των εναγομένων, να συνεργάζονται με τα ίδια πρόσωπα και τους ίδιους λογιστές των εναγομένων οι οποίοι ουδέποτε αμφισβήτησαν το υπόλοιπο των λογαριασμών. Η μαρτυρία του κ. Κωνσταντίνου δεν είναι αποδεκτή στην ολότητα της από το Δικαστήριο. Είναι μια μαρτυρία γενική, αόριστη, αναληθής, κατασκευασμένη αλλά κυρίως εκτός των δικογραφημένων θέσεων των εναγόμενων. Αντίθετα, δέχομαι ως αληθή τη μαρτυρία του κ. Λαρτίδη και της κας Ροδοσθένους η οποία είναι σύμφωνη με τα κατατεθέντα τεκμήρια τα οποία καταδεικνύουν τη συνέχεια του ενός και μοναδικού λογαριασμού των διαδίκων, ο οποίος ουδέποτε εξοφλήθηκε και εσυνέχισε την κίνηση του και μετά το Φεβρουάριο του 2004 (με τον ίδιο χρεώστη ανεξαρτήτως των τιμολογίων) δυνάμει της συμφωνίας των διαδίκων, τεκμήριο
  9. Προτού ολοκληρώσω θα πρέπει να πω ότι όσον αφορά την προδικαστική ένσταση των εναγομένων ότι η αγωγή είναι παράτυπη και ή αντικανονική γιατί το κλητήριο ένταλμα υπογράφεται από μη δεόντως εξουσιοδοτημένο δικηγόρο αφού τα πρόσωπα που υπέγραψαν τον τύπο διορισμού του συγκεκριμένου δικηγόρου που συνοδεύει το κλητήριο δεν ήταν εξουσιοδοτημένα ή και ικανά από μόνα τους να δεσμεύσουν την ενάγουσα, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το καταστατικό είναι ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας μιας εταιρείας, στο δε καταστατικό της ενάγουσας εταιρείας (τεκμήριο 5) και συγκεκριμένα στο άρθρο 31 αναφέρεται ότι οι διευθυντές της εταιρείας εξουσιοδοτούνται να διαχειρίζονται την εταιρεία, διευθύνουν αυτή και υπογράφουν με το όνομα της από κοινού. Ο κ. Λαρτίδης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ναι μεν ο τρίτος διευθυντής των εναγόντων δεν υπέγραψε το διοριστήριο αλλά συναίνεσε σε κάθε πράξη που αφορούσε την αγωγή και υπέγραψε την επιταγή με την οποία πληρώθηκε ο δικηγόρος που διορίστηκε και ήγειρε την αγωγή. Είμαι της άποψης ότι ο διορισμός δικηγόρου έγινε νομότυπα από τους δύο διευθυντές και το γεγονός ότι λείπει η υπογραφή του τρίτου διευθυντή δεν επιφέρει καμιά ακυρότητα, αντικανονικότητα ή παρατυπία στην αγωγή. Επίσης ως έχει νομολογηθεί οι συναλλασσόμενοι με εταιρεία δεν υποχρεούνται να διερευνούν και να βεβαιώνονται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες της εταιρείας έχουν ακολουθηθεί και είναι σύμφωνες με το καταστατικό. Αντίθετα μπορούν να βασιστούν στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. Ο κανόνας αυτός έχει διαμορφωθεί με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand
(1856)E and B 327 (1843-1860) All E.R. 435, η οποία απόφαση αναλύθηκε στην απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd
(2003)1 Β Α.Α.Δ. 722. Στην υπόθεση Royal British Bank v. Turquand μια εταιρεία υπέγραψε μια εγγύηση που έφερε τη σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή δύο διευθυντών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του καταχωρημένου εγγράφου (registered deed of settlement) που αντιστοιχούσε προς το περιεχόμενο του καταστατικού (articles of association) οι διευθυντές θα μπορούσαν να δανεισθούν με εγγύηση τέτοια ποσά που θα εγκρίνονταν σε συνεδρία με σύνηθες ψήφισμα (ordinary resolution). Ουδεμία συνεδρία συγκλήθηκε και ουδεμία απόφαση λήφθηκε για τη σύναψη οποιουδήποτε δανείου. Αποφασίστηκε ότι η εγγύηση ήταν δεσμευτική για την εταιρεία αφού οι δανειστές είχαν το δικαίωμα να συμπεράνουν ότι είχε ληφθεί σχετική απόφαση για τη σύναψη του δανείου. Η απόφαση Turquand υιοθετήθηκε αργότερα σε μεγάλο άλλο αριθμό υποθέσεων όπως στη Morris n. Kanssen
(1946)1 All E.R. 586 και στην Rolled Steel Products (Holdings) Ltd v. British Steel Corporation and others
(1985)3 All E.R. 52, στην οποία εξετάστηκε η διαφορά μιας συμφωνίας που συνάπτεται καθ΄ υπέρβαση των σκοπών της εταιρείας (ultra vires) και της υπέρβασης των εσωτερικών κανονισμών από αξιωματούχους της εταιρείας. Η υιοθέτηση του δόγματος βασίζεται στην κοινή λογική που στοχεύει στην προώθηση των εμπορικών συναλλαγών. Η ανάπτυξη των εμπορικών δοσοληψιών με εταιρείες θα ήταν τρομερά δύσκολη αν ένα πρόσωπο που είχε πρόθεση να συμβληθεί με μια εταιρεία θα έπρεπε να βεβαιώνεται ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας με τους οποίους συναλλαττόταν είχαν πραγματική εξουσία προς τούτο. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων για το ποσό των £67.098,81 (€114.645,12) με νόμιμο τόκο από σήμερα πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.