ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αγ. Αρ. 3621/08, 17/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A306 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 3621/08 ΜΕΤΑΞΥ:- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑ - και - ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ---------------------------- Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου 2012 Για τον Ενάγοντα: κα Λοίζου Για την Εναγομένη: κ. Παπαευσταθίου (κ. Μακρίδης για ν' ακούσει απόφαση) ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εις την παρούσα υπόθεση όλα τα ουσιώδη γεγονότα διά σκοπούς έκδοσης της απόφασης είναι παραδεκτά. Ο μόνος μάρτυρας που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου Χρήστος Νικολάου (Μ.Ε.1) απλά αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης παρουσιάζοντας τα σχετικά τεκμήρια (τεκμ. 1-35). Όλη σχεδόν η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση πλην ενός σημείου που στο τέλος έγινε και αυτό παραδεκτό γεγονός. Συνεπώς η μαρτυρία του μάρτυρα ως άνω γίνεται αποδεκτή ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν και παραδεκτά γεγονότα γίνονται τ΄ ακόλουθα ευρήματα. Ο ενάγοντας, Γενικός Εισαγγελέας κατεχώρησε την παρούσα αγωγή εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίου Νόμου όπως τροποποιήθηκε Ν.14/
- Η εναγόμενη είναι η Αρχή Λιμένων Κύπρου όπως αυτή καθιδρύθη βάσει των προνοιών του Ν.38/73 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.155(ι)/
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εναγομένη κατείχε κτήματα στις Επαρχίες Λεμεσού και Πάφου τα οποία ήταν εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία σε διάφορες ημερομηνίες από το 1996 μέχρι το 2006 (βλ. τεκμ. 9) πλήρωσε εμπρόθεσμα στα Συμβούλια Αποχετεύσεως Λεμεσού-Αμαθούντα (ΣΑΛΑ) και Πάφου (ΣΑΠΑ) τα αποχετευτικά τέλη διά τα άνω κτήματα. Τα λεφτά που πλήρωσε είναι συνολικά £1.561.767 στον ΣΑΛΑ διά τα φορολογικά έτη 1996-2001 και £3.311 στον ΣΑΠΑ δια τα φορολογικά έτη 1996 και 2000 (βλ. τεκμ. 1). Πρόσθετα, πλήρωσε £66.733,65 στους ίδιους χρόνους στο ΣΑΛΑ διά τα φορολογικά έτη 1996-2006 (βλ. τεκμ. 5). Η εναγομένη την 12.12.05 πλήρωσε στην ενάγουσα το ποσό των £3.311, στις 13.11.06 £1.561.767 και στις 20.12.07 £66.733,65 (βλ. τεκμ. 1 και 5). Στις 9.1.02 η ενάγουσα, μέσω του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, με επιστολή του τελευταίου αξίωσε την πληρωμή πέραν του οφειλόμενου ποσού και την πληρωμή νόμιμου τόκου (βλ. τεκμ. 2). Το ίδιο έπραξε και στις 6.8.07 (βλ. τεκμ. 6) όπως και στις 20.7.07 (βλ. τεκμ. 11). Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιοί το ποσό των €1.039.798,19 που είναι ο τόκος προς 8% από την ημερομηνία που αυτός ζητήθηκε μέχρι την πληρωμή των τελών από την εναγομένη στις 12.12.05, 13.11.06 και 20.12.07 πλέον τόκο προς 8% από την ημερομηνία εξόφλησης του αρχικού ποσού από την εναγομένη πλην του άνω τόκου (€1.039.798,19). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υπεστήριξαν όπως ήταν φυσικό τις εκατέρωθεν θέσεις ανάλογα με το διάδικο που εκπροσωπούσαν. Ο συνήγορος της ενάγουσας στήριξε την αξίωση επί των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού υποστηρίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αναγκάστηκε στην πληρωμή των ρηθέντων ποσών προκειμένου να αποφύγει την καταβολή επιπρόσθετης επιβάρυνσης και άλλων προστίμων που αξίωναν τα συμβούλια αποχέτευσης σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησής τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη κατά το ποσό που με βάση το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου η Δημοκρατία ζημιώθηκε. Συνεπώς όπως συμβαίνει με την παράβαση της σύμβασης έτσι και στην περίπτωση παράβασης υποχρέωσης που προσομοιάζει με συμβατική όπως είναι αυτή που απορρέει από το άρθρο 73
(2)ο επωφελούμενος υποχρεούται να αποζημιώσει το πρόσωπο που κατέβαλε τα ποσά για κάθε ζημία που φυσικά θα ανέμενε ωσάν να πρόκειτο για παράβαση σύμβασης. Επίσης στηρίχθηκε στο άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, υποβάλλοντας ότι η λέξη «συμφωνία» στο άνω άρθρο περιλαμβάνει και σχέση προσομοιάζουσα με συμβατική όπως είναι αυτή του άρθρου 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Περαιτέρω στηρίχθηκε στο άρθρο 2 του Περί Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές Νόμος Ν.73(ι)/03διά να υποστηρίξει ότι στην έννοια της εμπορικής συναλλαγής εν τη εννοία του Νόμου περιλαμβάνεται και η καταβολή των τελών από τη Δημοκρατία προς όφελος της εναγομένης ως υπηρεσία παρεχομένη προς αυτή. Τέλος και αναφερόμενος και εις τον Περί Δημοσίου Τόκου Νόμο του 2006 εισηγήθηκε ότι είναι άδικο να καταβάλλονται ποσά προς όφελος τρίτου προσώπου αχρεωστήτως, ο τρίτος να τα επιστρέφει μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος και τελικά ζημιούμενος να είναι αυτός που καλόπιστα τα κατέβαλε χωρίς ν' οφείλει τίποτε. Σύμφωνα, δε, με τις αρχές της επιείκειας μπορεί να θεραπευθεί κάθε εν δυνάμει αδικία. Αντίθετα, ο συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε ότι πληρωμή τόκου σε οφειλόμενο χρέος ρυθμίζεται από το άρθρο 33(ι) του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60. Σύμφωνα δε με το άρθρο αυτό πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που δεν ισχύουν στην παρούσα υπόθεση καθότι το χρέος εξοφλήθηκε, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για πληρωμή τόκου και δεν υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο οποιαδήποτε νομοθεσίαν εν ισχύει που να προβλέπει την πληρωμή τόκου σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Επομένως, ήταν η κατάληξη του, δεν μπορεί να επιδικαστεί οποιοσδήποτε τόκος προς όφελος της ενάγουσας. Περαιτέρω ανέλυσε τα όσα έχουν λεχθεί στην Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1671, 1675, δια να καταλήξει και πάλι ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται στον αξιούμενο τόκο βάσει των αρχών του κοινοδικαίου και της επιείκειας. Όσον αφορά τον περί Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006, Ν.167(ι)/06, ήταν η θέση του ότι αυτός τέθηκε σε ισχύ την 27.12.06 και δεν έχει αναδρομική ισχύ και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Ήταν επίσης η θέση του ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ο Περί Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος, Ν.73(Ι)/03καθότι δεν έχουμε «εμπορική συναλλαγή» ή σύμβαση, ή παράδοση αγαθών ή υπηρεσιών. Επίσης δεν παρουσιάσθη από την άλλη πλευρά μαρτυρία διά το ύψος του Επιτοκίου όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 του Νόμου. Τέλος εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου που αφορούν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συνεπώς η αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή όλα όσα έχουν αναφέρει οι συνήγοροι σε συνάρτηση πάντοτε με τα γεγονότα της υπόθεσης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Θα πρέπει εξαρχής να λεχθεί ότι η αξίωση δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομική αρχήν του «αδικαιολογήτου πλουτισμού και/ή άλλης σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική». «Το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο 70 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution) Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής (Βλέπε: Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ 2173). Εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθησαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας.» (βλ. Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1077, 1092, 1094) Εις την υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R 11 έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος. Στη σελ. 13 αναφέρονται τα εξής:- "
(3)The whole case turns on the construction to be placed on section 70 of our Contract Law which has to be interpreted in accordance with the English Principles of interpretation (see section 2 of Cap. 149, supra).
(4)On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully (
- b)for another person (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfillment of the conditions is a question of fact in each case." Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως είναι παραδεκτό αλλά και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε ποσό πληρώθηκε από την ενάγουσα το πληρώθηκε εν συνεχεία από την εναγομένη. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ελλείπουν και κατά συνέπεια το ανεφάρμοστο του άρθρου 70 άνω. Παρενθετικά αναφέρεται ότι η υπόθεση Δημήτρης Κάκοβος ν. 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. Αγ, αρ. 188/06, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (που παρετέθη από το συνήγορο της ενάγουσας) είναι πρωτόδικη απόφαση μη δεσμευτική, αλλά κυρίως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το κείμενο της απόφασης με αποτέλεσμα τη μη εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Εις την Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ 627, 629, λέχθηκε ότι «..στη βάση ευθυγραμμισμένης νομολογίας, πως, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στην μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει.». Εις την Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ (άνω) γίνεται πιο αναλυτική ανάλυση του θέματος. Στη σελ. 1674 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:- «Η εξουσία επιδίκασης τόκου από αρμόδιο δικαστήριο πάνω σε οφειλόμενο χρέος προνοείται από το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (όπως τροποποιήθηκε) το οποίο αναφέρει τα εξής: «33.-
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως δια νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως δια νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον, δια την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ' ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όρων του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του ιδίου Νόμου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τόκο σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιεικείας όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο τόκος είναι πληρωτέος μόνο
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας, και
(3)σε μερικές περιπτώσεις υπό τύπο αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας όπου η σύμβαση εάν εκτελείτο προς γνώσιν των μερών θα έδιδε το δικαίωμα στον αναίτιο αντισυμβαλλόμενο να πληρωθεί τόκους. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, σελ. 54, παραγρ. 108. Στην απόφαση Wadsworth v. Lydall [1981] 1 W.L.R. 598, η οποία επικροτήθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση President of India v. La Pintada Compania Navegacion SA [1985] A.C. 104, αναγνωρίστηκε σαν επιπρόσθετη εξαίρεση η επιδίκαση τόκου σαν ειδική ζημία όταν σαν αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγομένου να πληρώσει όταν έπρεπε, ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Εν τούτοις η πιο πάνω εξαίρεση που είναι η μόνη σχετική με τα επίδικα γεγονότα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται ο δεύτερος κανόνας στην υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Ex. 341 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την ανάκτηση ζημιών και απωλειών συνεπεία παράβασης σύμβασης. Βλ. Chitty on Contract, 27η έκδοση, τόμος 1, 26-079, σελ. 1272-1273 και MacGregor on Damages, 15η έκδοση, σελ. 372-374. Ο δεύτερος κανόνας της υπόθεσης Hadley v. Baxendale κωδικοποιείται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο αναφέρει τα εξής: "73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης." Ο δικηγόρος των εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι ο τόκος θα μπορούσε να επιδικασθεί σύμφωνα με τους κανόνες της επιεικείας σε περίπτωση που δεν ενέπιπτε μέσα στις περιπτώσεις που αναγνωρίζονται από το κοινοδίκαιο. Συμβατική υποχρέωση για την καταβολή τόκου δεν προέκυψε. Οι σχετικές με το θέμα αυτό αρχές του δικαίου εξηγούνται στην Catsounotou v. A.G.
(1978)1 C.L.R. 564 και Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R.
- Οι κανόνες της επιεικείας σε σχέση με την επιδίκαση τόκων προϋποθέτουν μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μερών, η οποία βασίζεται κυρίως πάνω στη σχέση εμπιστευτικότητας (fiduciary) ή κάποιων ιδιαίτερων περιστάσεων. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, παρ.
- Αναφέρεται σχετικώς: "
- Equitable right to interest. In equity interest may be recovered in certain cases where a particular relationship exists between the creditor and the debtor, such as mortgagor and mortgagee, obligor and obligee on a bond, personal representative and beneficiary, principal and surety, vendor and purchaser, principal and agent, solicitor and client, trustee and beneficiary, or where the debtor is in a fiduciary position to the creditor. Interest is also allowed on pecuniary legacies not paid within a certain time, on the dissolution of a partnership, on the arrears of an annuity where there has been misconduct or improper delay in payment, or in the case of money obtained or retained by fraud. It may also be allowed where the defendant ought to have done something which would have entitled the plaintiff to interest at common law, or has wrongfully prevented the plaintiff from doing something which would have so entitled him." Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι η κρίση μου ότι η ενάγουσα απέτυχε να εντάξει την αξίωση της σε κάποια από τις αναφερθείσες περιπτώσεις όπου σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο μπορεί να πληρωθεί τόκος. Ούτε κατεδείχθη ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει μία ιδιαίτερη σχέση η οποία κυρίως βασίζεται σε σχέση εμπιστευτικότητας ώστε σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας να είναι δυνατή η πληρωμή τόκου. «Η Αρχή Λιμένων είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου στον οποίο έχει εναποτεθεί κρατική ευθύνη και εξουσία για τη λειτουργία και διαχείριση των Λιμένων της Δημοκρατίας.» (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 882, 892) Οι πράξεις εξουσίας του ανάγονται στο πεδίο του Δημοσίου Δικαίου ενώ οι πράξεις διαχείρισης αντλούνται από τα περιουσιακά του δικαιώματα βάσει του Αστικού. «Πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής επενεργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και αποτελούν αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το αστικό δίκαιο» (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου (άνω) σελ. 893). Στη σελ. 894 της ίδιας απόφασης αναφέρεται ότι «Γνώμονα για τη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των επηρεαζομένων σ΄ αυτό το πεδίο λειτουργίας δημοσίας αρχής ή οργάνου, συνιστούν οι σχετικές αρχές του ιδιωτικού δικαίου και όχι η προώθηση οιουδήποτε δημοσίου σκοπού τον οποία η Αρχή είναι επιφορτισμένη να προάγει.» Αυτό, σε συνάρτηση ότι στην παρούσα περίπτωση έχουμε πράξεις διαχείρισης αποκλείει οιανδήποτε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς αποκλείει την πληρωμή τόκου. Υπενθυμίζεται ότι η πράξη διαχείρισης Δημοσίας Αρχής υπάρχει οποτεδήποτε η αρχή ενεργεί για την προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος (fiscus). Ακόμη και αν ενέπιπτε που κατά την άποψη μου δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που ρυθμίζει το άρθρο 73
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, ως ήταν η εισήγηση του συνήγορου της εναγούσης δια τους ίδιους λόγους ως άνω δεν θα δικαιούτο σε τόκο. Πρόσθετα των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω και δεδομένου ότι δεν δόθηκε ουδεμία μαρτυρία από πλευράς εναγούσης δια την προβλεψιμότητα της ισχυριζόμενης ζημιάς ισχύουν και τα ακόλουθα:- «......σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας εκτός εάν αυτό προβλέπεται από σύμβαση ή εξυπακουόμενης από τη φύση της υποχρέωσης όπως στην περίπτωση των συναλλαγματικών ...» (βλ. Υάνθη Θωμά ν. Βικτώρια Μέζου κ.α.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ 2359) Ο περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος του 2003, Ν.73(Ι)/03επίσης δεν μπορεί να βοηθήσει την ενάγουσα. Εις το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπεται η πληρωμή τόκου υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής όπως ορίζεται στη σύμβαση για την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Ο πιστωτής δικαιούται σε τόκο υπερημερίας στο βαθμό που έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις. Εις το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου ορίζεται η έννοια της «Εμπορικής Συναλλαγής». Αυτή «σημαίνει κάθε συναλλαγή που διενεργείται μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με τα γεγονότα της ούτε σύμβαση υπήρχε μεταξύ των διαδίκων δια πληρωμή των τελών ή τόκου αλλά ούτε συμφωνία δια αμοιβή. Ο άνω νόμος είναι ανεφάρμοστος εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Να σημειωθεί ότι δεν δόθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το ύψος του τόκου υπερημερίας όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του Νόμου. Ο περί Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμος του 2006, Ν.167(ι)/06επίσης ουδεμία επιδραση μπορεί να έχει στην παρούσα υπόθεση διότι τέθηκε σε εφαρμογή (27.12.06) μεταγενέστερα της δημιουργίας της παρούσας διαφοράς χωρίς αναδρομική ισχύ αλλά πολύ περισσότερα διότι προνοεί την ενιαία εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου από νομοθετικής φύσεως κείμενο προνοείται η καταβολή ή πληρωμή δημοσίων τόκων υπερημερίας από ή προς το Δημόσιο (βλ. άρθρο 3). Εις την παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε τέτοιο νομοθετικής φύσεως κείμενο που να καλύπτει την υπό εξέταση υπόθεση. Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αξίωση αναπόφευκτα αποτυγχάνει και η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εις βάρος της εναγούσης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/final decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο