← Κύπρος

Γιολάντας Ιπποκράτη Σταματίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 53/05, 12/9/2012

Γιολάντας Ιπποκράτη Σταματίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 53/05, 12/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 53/05 Μεταξύ: Γιολάντας Ιπποκράτη Σταματίου από Λευκωσία Αιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής ----- Ημερομηνία: 12 Σεπτεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια: κ. Ν. Αγγελίδης για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη, Ν. Πιριλίδη και Συνεργάτες Για την αποζημιούσα αρχή: κ. Α. Μαππουρίδης για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της, που καταχωρήθηκε στις 23.9.2005, η αιτήτρια ήταν και είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του χωραφιού που βρίσκεται στην Αγλαντζιά, Λευκωσία, με κτηματολογικά στοιχεία Φ/Σχ. 21/64Ε1, τεμ. 354, αρ. εγγραφής 03/361, συνολικού εμβαδού 5.240 τ.μ. (στο εξής «το κτήμα»). Το κτήμα εντάσσεται στην πολεοδομική ζώνη Κα 8 με κύρια χρήση την οικιστική, με ανώτατο συντελεστή κάλυψης 0.35:1 σε δύο ορόφους και άνω, ύψους 8.30 μέτρων. Με τη Διοικητική Πράξη αρ. 699 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 19.7.2002 γνωστοποιήθηκε απαλλοτρίωση των 823 τ.μ. του κτήματος για το σκοπό της κατασκευής της πρώτης φάσης του οδικού δικτύου που περιβάλλει την Πανεπιστημιούπολη στην Αγλαντζιά. Η αποζημιούσα αρχή απέστειλε προς την αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 18.9.2003 προσφορά αποζημίωσης για την υπό απαλλοτρίωση έκταση ποσού £25.000, την οποία η αιτήτρια δεν αποδέχθηκε καθότι δεν ανταποκρίνεται στην αποζημίωση που δικαιούται σύμφωνα με τον περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμο, καθόσον η ζημιά που προκλήθηκε και υπολογίστηκε κατόπιν εκτίμησης του ειδικού εμπειρογνώμονα εκτιμητή (η σχετική έκθεση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1) και συνίσταται στην αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των £75.
  2. Εκ του ποσού αυτού η αιτήτρια αξιώνει το ποσό των £50.000, έχοντας λάβει με επιφύλαξη το ποσό των £25.000, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των £75.000 από τις 19.7.2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον εκτιμητικά και δικηγορικά έξοδα. Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της, η αποζημιούσα αρχή αρνείται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που σχετίζονται με την αξία του επίδικου κτήματος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή η αιτήτρια αποζημιώθηκε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της σύμφωνα με το άρθρο 8

(2)του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, με την επιταγή του Γενικού Λογιστηρίου με αρ. 371101 ημερομηνίας 31.12.2003 που εξαργυρώθηκε στις 3.2.2004, έχοντας υπογράψει με επιφύλαξη στις 17.12.2002, ενόσω η παρούσα παραπομπή καταχωρήθηκε στις 31.8.2005, δηλαδή μετά την πάροδο 75 ημερών όπως ορίζεται στο προαναφερθέν άρθρο και ως εκ τούτου η παραπομπή είναι εκπρόθεσμη και δεν μπορεί να προχωρήσει η εκδίκαση της. Πέραν αυτού, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης της εκτιμήτριας της απαλλοτριούσας αρχής (η σχετική έκθεση αποτελεί το Παράρτημα 1), η πραγματική αγοραία αξία του υπό απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος είναι αυτή που περιέχεται στην προσφορά προς αποζημίωση, η οποία ήδη καταβλήθηκε στην αιτήτρια. Στην τροποποιημένη απάντηση της, η αιτήτρια αρνείται τους αντίθετους με τους δικούς της ισχυρισμούς της αποζημιούσας αρχής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η περιοριστική προθεσμία των 75 ημερών που προνοείται στο άρθρο 8
(2)του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου είναι αντίθετη με το γράμμα και το πνεύμα των άρθρων 23, 28 και 30 του Συντάγματος καθώς και των αντίστοιχων άρθρων του 1ου και του 12ου Πρωτοκόλλου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθότι είναι πολύ μικρή περίοδος και ανεπαρκής για αστικής φύσεως διαφορές ώστε να εμποδίζεται η αιτήτρια να διεκδικεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση και να έχει λογική πρόσβαση στη δικαιοσύνη για καθορισμό των δικαιωμάτων της, ο νομοθέτης δε δεν είχε εξουσία να επιβάλει τεκμήριο αποδοχής της αποζημίωσης εφόσον η αιτήτρια απεδέχθη με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Διαζευκτικά η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των 75 ημερών εκ παραδρομής του δικηγόρου που χειριζόταν τότε την υπόθεση της αλλά και συνεπεία των προσπαθειών για εξασφάλιση της απαραίτητης μαρτυρίας και δεν θα πρέπει να της στερηθεί το δικαίωμα καθορισμού δίκαιης αποζημίωσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Διαζευκτικά, επίσης, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να ισχύσει στην προκείμενη υπόθεση ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ.15, με περίοδο παραγραφής τουλάχιστον δύο χρόνια από την ημερομηνία είσπραξης με επιφύλαξη της προσφερθείσας αποζημίωσης και συνεπώς, κατά τη θέση της, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, αρχικά αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι η αγοραία αξία των 823 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν με την Διοικητική Πράξη αρ. 699, ημερομηνίας 19.7.02, συμφωνείται σε £50 ανά τετραγωνικό μέτρο και σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει μετά την ακρόαση επί του προδικαστικού θέματος ότι η Δημοκρατία οφείλει να καταβάλει αγοραία αξία για την πιο πάνω απαλλοτρίωση, τότε η Δημοκρατία θα καταβάλει το επιπλέον ποσό των £20 ανά τετραγωνικό μέτρο με τόκο προς 9% από την ημερομηνία της γνωστοποίησης, δηλαδή από τις 19.7.02, επιπλέον της ήδη καταβληθείσας αγοραίας αξίας των £30 ανά τετραγωνικό μέτρο. Εφόσον τα μέρη συμφώνησαν ως προς την αγοραία αξία, η οποία δεν αποτελεί πλέον επίδικο θέμα, παρέμεινε προς εκδίκαση κατά πόσο εκ του Νόμου αυτή είναι οφειλόμενη ή όχι, δεδομένης της προδικαστικής ένστασης που τέθηκε στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης, δηλαδή του εκπροθέσμου της παραπομπής. Περαιτέρω, με βάση έγγραφο που καταχωρήθηκε από κοινού από τους συνηγόρους ως Τεκμήριο Χ, κατατέθηκαν από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα: - Αντίγραφο της έντυπης προσφοράς του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προς την αιτήτρια Γιολάντα Σταματίου (ΑΔΤ 429466) στο τέλος της οποίας η αιτήτρια υπογράφει με επιφύλαξη στις 5.12.2003 στην παρουσία της κας Ασπασίας Λάμπρου, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. - Αντίγραφα των τριών φοροαπαλλαγών που παρέδωσε η ίδια η αιτήτρια στο Κτηματολόγιο, για να γίνει η πληρωμή. Όλες οι φοροαπαλλαγές φέρουν ημερομηνία 10.12.2003 ως ακολούθως: (α) Απόδειξη πληρωμής από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας (β) Βεβαίωση του Δήμου Αγλαντζιάς για τα δημοτικά τέλη (γ) Αντίγραφο του (Εντύπου Ν 313) 2000 Μεταβιβάσεις - Μεταβολές Ακίνητης Ιδιοκτησίας, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 (α), 2 (β) και 2 (γ) αντίστοιχα. - Αντίγραφο του Δελτίου πληρωμής που είχε εκδώσει το Τμήμα Κτηματολογίου στις 17.12.2003 που εξουσιοδοτεί την πληρωμή από το Γενικό Λογιστήριο προς την αιτήτρια του προσφερόμενου ποσού της αποζημίωσης, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. - Κατάσταση Πληρωμών Γενικού Κυβερνητικού Λογαριασμού - Ημερομηνίας έκδοσης 31-12-03 για την πληρωμή της επιταγής με αριθμό 371101 για το συνολικό ποσό €28.180,82 προς την αιτήτρια για την αποζημίωση της επίδικης απαλλοτρίωσης, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. - Εικόνα από το Μηχανογραφημένο Σύστημα του Γενικού Λογιστηρίου που αναφέρει τα στοιχεία της επιταγής, δηλαδή την ταυτότητα της αιτήτριας Σταματίου Γιολάντας, τον αριθμό επιταγής, την ημερομηνία έκδοσης 31-12-03, τον αριθμό δελτίου 19419, το ποσό των €28.180,82 και την ημερομηνία εξαργύρωσης - 3.2.2004, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Περαιτέρω, η αιτήτρια προσέφερε μόνο τη μαρτυρία του συζύγου της Ιπποκράτη Σταματίου (ΜΑ), ο οποίος χειρίζεται, όπως ανέφερε, όλα τα περιουσιακά θέματα της συζύγου του. Είχε ο ίδιος ανάμειξη στην υπόθεση και συγκεκριμένα μαζί με την αιτήτρια είχαν δώσει οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο του κ. Κληρίδη, που εκπροσωπεί την αιτήτρια, να καταχωρηθεί προσφυγή μετά την αποδοχή του ποσού που εισέπραξε η αιτήτρια άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της. Για λόγους που δεν γνωρίζουν η προσφυγή δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Ο δικηγόρος που ανέλαβε τότε την υπόθεση ήταν ο Ευθύμιος Γραμμένος, με τον οποίο προ της λήξεως της προθεσμίας καταχώρησης της παραπομπής, είχαν συνεχή επαφή και τους διαβεβαίωνε ότι όλα προχωρούσαν κανονικά, όπως και ο κ. Κληρίδης. Με επιστολή του προς τον μάρτυρα ημερομηνίας 27.1.2006, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, ο κ. Γραμμένος απολογείτο για τη μη καταχώρηση της παραπομπής εμπρόθεσμα. Παρά την προσφορά προς πληρωμή στην εν λόγω επιστολή κάποιου ποσού εκ μέρους του κ. Γραμμένου, αυτός δεν του έδωσε οποιοδήποτε ποσό. Σύμφωνα με τον μάρτυρα είναι άδικο να υπάρχουν τέτοιοι σκληροί περιορισμοί για την καταχώρηση προσφυγής στο Δικαστήριο και με την προβλεπόμενη προθεσμία των 75 ημερών ο Νόμος δεν παρέχει προστασία στον πολίτη. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κ. Κληρίδης τον διαβεβαίωνε ότι όλα ήταν εντάξει με βάση αυτά που του έλεγε ο κ. Γραμμένος. Εκ μέρους της αποζημιούσας αρχής δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία. Πρέπει να λεχθεί σ' αυτό το σημείο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 23
(4)(γ) του Συντάγματος η απαλλοτριούσα αρχή, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, υποχρεούται να καταβάλει «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση», η οποία σε περίπτωση διαφωνίας καθορίζεται από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεργίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119, ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα, ενώ ο όρος «εύλογη» υποδηλώνει συσχετισμό της αποζημίωσης με τη ζημιά την οποία επιφέρει η απαλλοτρίωση, οι οικονομικές συνέπειες της οποίας προσδιορίζουν το μέτρο της αποζημίωσης. Στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου (Ν. 15/1962όπως τροποποιήθηκε, στο εξής ο «Νόμος»), καθορίζονται τα κριτήρια και οι αρχές για τον προσδιορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου έχοντας ως άξονα την απαλλοτρίωση και θέμα την αποζημίωση του κάθε ιδιοκτήτη ανάλογα με τη ζημία που υπέστη. Το Δικαστήριο συνεκτιμά τα νομοθετικά κριτήρια χωρίς περιορισμούς ώστε να επιτευχθεί η επιταγή του Συντάγματος προς εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα (βλ. Παναρέτου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1552). Στην παράγραφο (α) του άρθρου 10 του προαναφερθέντος Νόμου προνοείται ότι η πληρωτέα αποζημίωση αποτελεί το ποσό που η επίδικη ιδιοκτησία θα απέφερε εάν επωλείτο εκούσια στην ελεύθερη αγορά κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης (βλ. Νικολάου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1305 και Παναρέτου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Στην παρούσα υπόθεση, όλα τα ουσιώδη γεγονότα είναι παραδεκτά, έχει επίσης καταστεί παραδεκτή η αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος όπως παρατέθηκε πιο πάνω, ενόσω η μαρτυρία του ΜΑ ως προς τα γεγονότα, που δεν αμφισβητήθηκε ούτε και μεταβάλλει τα παραδεκτά γεγονότα, είναι αποδεκτή. Παραμένει συνεπώς προς εκδίκαση μόνο το θέμα του κατά πόσο η αιτήτρια προσέφυγε στο Δικαστήριο εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8
(2)του Νόμου, όπου προνοείται ότι όταν ο ιδιοκτήτης, υπό την επιφύλαξη του καθορισμού του ποσού της αποζημίωσης από αρμόδιο Δικαστήριο, αποδεχθεί την προσφερόμενη αποζημίωση, αποτείνεται στο Δικαστήριο εντός εβδομήντα πέντε ημερών από την ημερομηνία είσπραξης της προσφερόμενης αποζημίωσης, το αργότερο, για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Η αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση αποδέχθηκε στις 5.12.2003 την προσφερθείσα αποζημίωση με επιφύλαξη σύμφωνα με την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια, η σχετική επιταγή για την πληρωμή της αποζημίωσης εκδόθηκε στις 31.12.2003 και πληρώθηκε στις 3.2.2004. Η υπό κρίση δε παραπομπή καταχωρήθηκε στις 31.8.2005, σε χρόνο δηλαδή που υπερβαίνει κατά πολύ τις 75 ημέρες. Οι συνήγοροι αγορεύοντας ως προς το μόνο επίδικο θέμα υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η περιοριστική προθεσμία των 75 ημερών που προνοείται στο εν λόγω άρθρο το καθιστά αντίθετο με τις πρόνοιες των άρθρων 23
(4), 28 και 30 του Συντάγματος καθώς και με τα αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και του 1ου Πρωτοκόλλου αυτής. Θεωρεί ο συνήγορος ότι η προθεσμία αυτή είναι πολύ μικρή ώστε παραβιάζει την αρχή της ισότητας των πολιτών, το δικαίωμα της αιτήτριας επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της καθώς και τη δυνατότητα της να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Η αιτήτρια δεν θα πρέπει να στερηθεί του δικαιώματος καθορισμού δίκαιης αποζημίωσης από το αρμόδιο Δικαστήριο εφόσον η μη προσφυγή σ' αυτό οφείλεται σε παραδρομή μεν του δικηγόρου που χειριζόταν τότε την υπόθεση της αλλά και στις προσπάθειες για εξασφάλιση της απαραίτητης μαρτυρίας. Ήταν, επίσης, η θέση του συνηγόρου ότι θα έπρεπε σε τέτοιες περιπτώσεις να ετύγχανε εφαρμογής ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ.15 που καθορίζει την περίοδο παραγραφής σε δύο τουλάχιστον χρόνια, λόγω των σύγχρονων απαιτήσεων που επιβάλλουν οι οικονομικές συναλλαγές και η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρέπει να επισημανθεί ότι η αρχική εισήγηση του συνηγόρου όπως το παρόν Δικαστήριο αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμψει το ζήτημα της συνταγματικότητας του προαναφερθέντος άρθρου στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει των συνταγματικών προνοιών, αποσύρθηκε κατά τη δικάσιμο που ακολούθησε την καταχώρηση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Αντίθετα, ο συνήγορος της απαλλοτριούσας αρχής εισηγήθηκε ότι δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας του υπό αναφορά άρθρου του Νόμου εφόσον δεν έχουν εξειδικευθεί οι κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεις των συνταγματικών προνοιών αλλά και είναι αχρείαστο στην παρούσα υπόθεση να εξεταστεί το θέμα αντισυνταγματικότητας. Η τεθείσα από τον Νόμο προθεσμία είναι ανατρεπτική υπό την έννοια ότι αν δεν τηρηθεί χάνεται το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να εισπράξει μεγαλύτερο ποσό από το ήδη εισπραχθέν και δεν έχει εγερθεί θέμα ανωτέρας βίας ή ειδικών συνθηκών που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υπέρβαση της προνοούμενης από το Νόμο προθεσμίας στην παρούσα υπόθεση. Αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 8
(2)του Νόμου σχετικά με την προθεσμία που καθορίζεται στο άρθρο αυτό, που αποτελεί και το μόνο επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι, η νομολογία έχει προσδιορίσει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 345: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers ν. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja ν. Andreas Constantίnou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡIΚ ν. Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Milίotis ν. Police
(1966)2 C.L.R. 62).» Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή την εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 8
(2)του Νόμου σε συνάρτηση με την προβλεπόμενη σ' αυτό προθεσμία των 75 ημερών, που παρέχεται στον ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος κτήματος για να αποταθεί στο Δικαστήριο μετά την ημερομηνία είσπραξης της προσφερόμενης από την απαλλοτριούσα αρχή αποζημίωσης για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Kαθοδηγούμενη από τις πιο πάνω παρατεθείσες αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, υπό το φως των γεγονότων που έχουν προσδιορισθεί όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το προβληθέν θέμα της αντισυνταγματικότητας καθίσταται απαραίτητο να εξεταστεί για την επίλυση της υπάρχουσας διαφοράς, εφόσον αποτελεί καθοριστικό ζήτημα για την επιτυχία ή μη της αίτησης (βλ. και Μαρκιτανής ν. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923). Περαιτέρω, συμφωνώ αρχικά με τον κ. Μαππουρίδη ότι παρόλο που ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρεται σε παραβιάσεις συνταγματικών προνοιών δεν εξειδικεύει με σαφήνεια σε τι συνίστανται οι παραβιάσεις αυτές. Δεν έχει υποδειχθεί πώς παραβιάζεται τόσο το άρθρο 23 όσο και το άρθρο 30 του Συντάγματος δεδομένου ότι παρέχεται με το υπό εξέταση άρθρο η δυνατότητα προσφυγής του ιδιοκτήτη του κτήματος στο Δικαστήριο για τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, εντός προθεσμίας που καθορίστηκε από τον νομοθέτη σε 75 ημέρες από την ημερομηνία που θα εισπράξει την προσφερθείσα από την απαλλοτριούσα αρχή αποζημίωση. Η προβλεπόμενη προθεσμία είναι δυόμιση μήνες και κατά την αντίληψη μου δεν είναι τόσο μικρή ώστε να δημιουργεί εμπόδιο στον πολίτη για να ασκήσει τα συνταγματικά του δικαιώματα. Πολύ δε περισσότερο δεν έχει υποδειχθεί πώς παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των πολιτών που κατοχυρώνεται από το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Investylia Ltd ν. Ταμπούρη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1325, ενόψει του τεκμηρίου συνταγματικότητας των νόμων ο επικαλούμενος την αντισυνταγματικότητα άρθρου έχει το βάρος απόδειξης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην παρούσα υπόθεση η αιτήτρια απέτυχε να πράξει αυτό. Ανάλογα κρίνεται και η εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας για παραβίαση των αντίστοιχων με τις συνταγματικές προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην προκείμενη υπόθεση τα γεγονότα φανερώνουν ότι η απώλεια της υπάρχουσας προθεσμίας οφείλεται σε λάθος δικηγόρου (βλ. Τεκμήριο 6). Παρόλο που το λάθος αυτό μπορεί ενδεχόμενα να προκαλεί αδικία σε βάρος της αιτήτριας, δεν δικαιολογεί ούτε μπορεί να οδηγήσει, κατά την αντίληψη μου, στο να κριθεί ότι η τεθείσα από τον Νόμο προθεσμία καθιστά αντισυνταγματική την σχετική νομοθετική πρόνοια. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί η προνοούμενη προθεσμία δεν είναι μικρή ώστε να κρίνεται απαγορευτική ως προς την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων της αιτήτριας. Το γεγονός άλλωστε ότι η απαλλοτριούσα αρχή έχει αποδεχθεί στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων ως αξία του κτήματος μεγαλύτερη από την προσφερθείσα για σκοπούς περιορισμού των επιδίκων θεμάτων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης της αιτήτριας περί αντισυνταγματικότητας της επίδικης νομοθετικής πρόνοιας. Με βάση όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση είναι εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται και το επίδικο κτήμα να εγγραφεί επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της απαλλοτριούσας αρχής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.