Ευάγγελου Αγγελίδη ν. Κώστα Κερλέγκου, Αρ. Αγωγής: 4433/12, 30/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A325 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4433/12 Μεταξύ: Ευάγγελου Αγγελίδη Eνάγοντα Και Κώστα Κερλέγκου Eναγόμενου ---------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.10.2012 Για τον ενάγοντα-αιτητή: κ. Λ. Χαβιαράς (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Σπύρου) Για τον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: κ. Αρ Βρυωνίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής στα πλαίσια μονομερούς αίτησης του ημερ. 3.7.2012, πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη μη πώληση, μεταβίβαση, διάθεση, και αποξένωση διάφορων μετοχών που κατέχει ο Καθ΄ ου η αίτηση σε διάφορες εταιρείες. Μετά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση, ο αιτητής με νέα του αίτηση ζητά διάταγμα του δικαστηρίου που να του επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, προνοείται από τη Δ.48 θ.4
(2)την οποία παραθέτω αυτούσια: «Το δικαστήριο ή ο δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Όπως γίνεται αντιληπτό, η Δ.48 θ.4
(2)παρέχει στο δικαστήριο τη διακριτική εξουσία μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, μόνο όμως στην περίπτωση που υπάρχει «καλός λόγος». Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα πρέπει θα ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε η Δ.48 θ.4
(2). Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου, δηλαδή της παράθεσης όλων των γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, τα οποία θα συμπληρώσουν τα κενά που υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση, που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ούτως ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου με τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στη Δ.48 θ.4
(2)και αυτό κατά την άποψη μου για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με τη ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Το ερώτημα που καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει, είναι κατά πόσο στη βάση των γεγονότων και των ισχυρισμών του αιτητή, δικαιολογείται η συμπλήρωση τους και κατά συνέπεια τεκμηριώνεται ο καλός λόγος της Δ.48 θ.4
(2). Η Δ.48 θ.4
(2)αναφέρεται συγκεκριμένα σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, και όχι σε απαντητική ένορκη δήλωση. Η λέξη «supplementary» δεν απαντάται ούτε ερμηνεύεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή στον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ.1 και η ερμηνεία που μπορεί να της αποδοθεί σύμφωνα με το Επίτομο Νέο λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη, είναι «όποιος έχει σχέση με συμπλήρωμα ή χρησιμεύει για συμπλήρωμα» η δε λέξη «συμπλήρωμα» ερμηνεύεται ως «ότι προστίθεται σε κάτι για να συμπληρωθεί». Η έννοια από την άλλη, των λέξεων «απαντητική» και «απάντηση» σημαίνει ότι προβάλλονται επιχειρήματα σε απάντηση μιας θέσης που έχει καταγραφεί προηγούμενα από την άλλη πλευρά. Τα προσωρινά διατάγματα κρίνονται στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, με την αρχική ένορκη δήλωση και βάση των οποίων εκδόθηκαν, είναι δε πρόδηλο ότι μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση των γεγονότων, επιτρέπεται μόνο όταν αυτή η συμπλήρωση των γεγονότων δεν αποτελεί απάντηση σε ισχυρισμούς ούτε μπορεί να καταστρατηγήσει την ύψιστη πίστη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης για την έκδοση του διατάγματος που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του αιτητή που απευθύνεται στο δικαστήριο για θεραπεία και έχει την υποχρέωση της αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων που επηρεάζουν την κρίση του δικαστηρίου και όσων με εύλογη έρευνα θα μπορούσε να γνωρίζει. Στην υπό εκδίκαση αίτηση είναι φανερό τόσο από την ένορκη δήλωση της κας Μισιελλίνας Χριστοδούλου όσο και από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα αιτητή, ότι γίνεται προσπάθεια με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να απαντηθούν «αναληθείς, ανακριβείς και αβάσιμοι ισχυρισμοί» του Καθ΄ ου η αίτηση εναγομένου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Παράλληλα γίνεται προσπάθεια να κατατεθούν τεκμήρια τα οποία ήταν στην κατοχή του ενάγοντα αιτητή και τα οποία θα μπορούσαν να επισυναφθούν στην αρχική ένορκη δήλωση του και τα οποία παρέλειψε να συμπεριλάβει όπως παρέλειψε να συμπεριλάβει και στην παρούσα αίτηση του για να του παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όλα τα γεγονότα που αποκαλύπτει στο σχέδιο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που προτίθεται να καταχωρήσει νοουμένου ότι θα του δοθεί άδεια, αποτελούν απάντηση σε ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει ην ένσταση, οι οποίοι δεν θα εξεταστούν στο πλαίσιο της εξακολούθησης ή μη της ισχύος του διατάγματος, και εν πάση περιπτώσει όσα θέλει να συμπεριλάβει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αποτελούν γεγονότα προγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης και της αρχικής ένορκης δήλωσης, ήταν στη γνώση του ενάγοντα και θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σ΄ αυτή χωρίς το δικαστήριο να αποφαίνεται στο πλαίσιο της αίτησης αυτής, αν αυτά ήταν ή όχι ουσιώδη στην κρίση του δικαστηρίου για έκδοση του διατάγματος. Δεν είναι επιτρεπτό με την επιδιωκόμενη καταχώρηση να τροποποιούνται ή να αλλοιώνονται τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση, ή ακόμα να συμπληρώνεται ένα ηθελημένο ουσιώδες κενό σε περίπτωση που το γεγονός αυτό ήταν στη γνώση του αιτητή, και απεκρύβη. Στην υπό εκδίκαση αίτηση, είναι ξεκάθαρο ότι επιδιώκεται η συμπλήρωση ηθελημένων κενών αφού όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά στον αιτητή, με την καταχώρηση όχι συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά απαντητικής. Ως εκ τούτου, η αίτηση του ενάγοντα αιτητή αποτυγχάνει. Το διάταγμα παραμένει σε ισχύ. Ορίζεται για ακρόαση στις 16.11.2012 στις 9 π.μ. Τα έξοδα της Αίτησης είναι προς όφελος του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............... Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο