← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας , Αγωγή αρ.: 5191/2010, 27/9/2012

ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας , Αγωγή αρ.: 5191/2010, 27/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A291 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5191/2010 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Ενάγων και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένων 27 Σεπτεμβρίου, 2012 Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ. Η. Κονναρής για τους κ.κ. Γεώργιος Η. Κονναρής και Σία. Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ. Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α'. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («το Ε.Δ.Α.Δ.») εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας παραπονούμενος για τις συνθήκες κράτησής του σε κελί απομόνωσης σε φυλακές της Δημοκρατίας για περίοδο σαράντα-επτά

(47)ημερών, από τις 21.9.03 έως και τις 7.11.
  1. Πρόκειται για τη αίτηση αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου. Με απόφασή του ημερ. 7.1.10 το Ε.Δ.Α.Δ. απεφάνθηκε υπέρ του ενάγοντος κρίνοντας πως στην περίπτωση του υπήρξε, πράγματι, παραβίαση των Άρθρων 3, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»). Επικαλούμενος τα ευρήματα του Ε.Δ.Α.Δ. για τα κρίσιμα γεγονότα και επικαλούμενος τις διαπιστωθείσες, από το Ε.Δ.Α.Δ., παραβιάσεις των συγκεκριμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του, ο ενάγων προσέφυγε στον παρόν Δικαστήριο και διεκδικεί γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δια των δικογράφων του ισχυρίζεται πως οι συνθήκες κράτησής του σε κελί απομόνωσης σε φυλακές της Δημοκρατίας κατά την περίοδο από τις 21.9.03 έως και τις 7.11.03 (οι οποίες κρίθηκαν από το Ε.Δ.Α.Δ. ως παραβιάζουσες τα Άρθρα 3, 8 και 13 της Σύμβασης), ήσαν βάναυσες και εξευτελιστικές, του προεκάλεσαν συγκεκριμένο τραυματισμό, ψυχολογική αναστάτωση και ταλαιπωρία και προσέβαλαν την προσωπικότητά του. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, πως δεν αξίωσε από το Ε.Δ.Α.Δ. αποζημιώσεις για τις παραβιάσεις αυτές. Διά της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι δέχονται ότι ο ενάγων προσέφυγε στο Ε.Δ.Α.Δ. δια της αίτησης αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου και δέχονται ότι, στα πλαίσια αυτής, εξεδόθηκε απόφαση ημερ. 7.1.10 αναγνωρίζουσα παραβίαση των Άρθρων 3, 8 και 13 της Σύμβασης. Δέχονται, ακόμη, πως ο ενάγων δεν αξίωσε από το Ε.Δ.Α.Δ αποζημιώσεις για τις παραβιάσεις αυτές. Διά του δικογράφου τους οι εναγόμενοι ήγειραν τα εξής προκριματικά νομικά ζητήματα: «
  2. ...η αγωγή του ενάγοντα δεν περιέχει καμία αιτία αγωγής, είναι ενοχλητική, μηδαμινή και δικονομικά απαράδεκτη.
  3. Τα ευρήματα του Ε.Δ.Α.Δ. δεν δεσμεύουν τους διαδίκους και ούτε το δικαστήριο, δεν δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα το δε Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντα αφού αποκλειστική δικαιοδοσία για το ζήτημα αυτό κατ' επιλογήν του ενάγοντα είχε το Ε.Δ.Α.Δ.» Δια της αίτησης που καταχώρισε στις 3.3.11 ο ενάγων επεδίωξε και επέτυχε την προδικαστική εκδίκαση των νομικών αυτών ζητημάτων. Κατά την ακρόαση της αίτησης ημερ. 3.3.11, κατετέθη, εκ συμφώνου, η κρίσιμη απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ στην αίτηση αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου (τεκμήριο 1): Πρόκειται για οριστική απόφαση η οποία εξεδόθηκε μετά από διαδικασία στην οποίαν και οι δύο διάδικοι συμμετέσχαν ενεργώς. Διά της απόφασης αυτής το Ε.Δ.Α.Δ. απεφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων που σχετίζεται με τις συνθήκες κράτησης του ενάγοντος σε φυλακές της Δημοκρατίας κατά την περίοδο από τις 21.9.03 οι έως και τις 7.11.
  4. Το Ε.Δ.Α.Δ. ανεγνώρισε πως οι εναγόμενοι παρεβίασαν συγκεκριμένα ανθρώπινα δικαιώματα του ενάγοντος, αποφαινόμενο ως εξής: (α) «..το αυστηρό καθεστώς στο οποίο ο αιτητής είχε υποβληθεί κατά τη διάρκεια της απομόνωσης του, μαζί με την απαγόρευση των επισκέψεων και τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες τέθηκε υπό κράτηση, προξένησαν ταλαιπωρία που σαφώς υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο που είναι συμφυές με το καθεστώς της κράτησης. Η έκθεση του σε αυτές τις συνθήκες για μια περίοδο σαράντα-επτά ημερών αποτελεί ταπεινωτική μεταχείριση αντιβαίνουσα το Άρθρο 3 της Σύμβασης» (δείτε στην παρα. 80 του τεκμηρίου 1), (β) «..η αναστολή των δικαιωμάτων επισκέψεων στην περίπτωση του αιτητή δεν είναι σύμφωνη προς το νόμο. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 παρα. 1 της Σύμβασης» (δείτε στην παρα. 97 του τεκμηρίου 1) και (γ) «.η παρακολούθηση της αλληλογραφίας του αιτητή δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο και ως εκ τούτου υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 σε αυτό το θέμα» (δείτε στην παρα. 114 του τεκμηρίου 1). Περαιτέρω, το Ε.Δ.Α.Δ εξέτασε αυτεπαγγέλτως το κατά πόσον, δυνάμει του ημεδαπού συστήματος, παρείχετο στον ενάγοντα αποτελεσματική θεραπεία εν σχέσει με τα παράπονά του για παραβίαση των Άρθρων 3 και 8 της Σύμβασης. Το Ε.Δ.Α.Δ εξέτασε συγκεκριμένα «κατά πόσο θα μπορούσε ο αιτητής βάσει της Κυπριακής νομοθεσίας να εγείρει τα παράπονα του υπό το φως της σύμβασης αναφορικά με τις αποφάσεις τοποθέτησής του σε καθεστώς απομόνωσης, τις συνθήκες απομόνωσής του και τον έλεγχο της αλληλογραφίας του, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαδικαστικών παρατυπιών και κατά πόσον οι εσωτερικές θεραπείες ήταν «αποτελεσματικές», υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να αποτρέψουν να συμβεί ή να συνεχιστεί η επικαλούμενη παραβίαση ή με την προοπτική ότι θα μπορούσαν να παράσχουν στον αιτητή ορθή αποκατάσταση για οποιαδήποτε παραβίαση που έχει ήδη προκύψει». Έκρινε δε πως τέτοια θεραπεία δεν παρείχετο στον ενάγοντα και πως στην περίπτωση του υπήρξε παραβίαση και του Άρθρου 13 της Σύμβασης (δείτε στις παρα. 122 έως και 124 του τεκμηρίου 1). Διά της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 10.11.11 τα εγερθέντα, διά της υπεράσπισης, προδικαστικά ζητήματα κρίθηκαν ως αβάσιμα. Συγκεκριμένα κρίθηκε πως εφ' όσον δια της αγωγής του ο ενάγων εγκαλεί τους εναγομένους για παραβίαση συγκεκριμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του, κατοχυρωμένων εκ παραλλήλου από τη Σύμβαση (Άρθρα 3 και 8) και από το Σύνταγμα (Άρθρα 8, 15, 16 και 17), υφίσταται αιτία αγωγής (αγώγιμο δικαίωμα). Η αγωγή δεν είναι ενοχλητική ούτε μηδαμινή. Περαιτέρω, κρίθηκε πως, δεδομένων των ευρημάτων του Ε.Δ.Α.Δ. στην απόφασή του ημερ. 7.1.10 στην αίτηση αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου (τεκμήριο 1), το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα τεκμαίρεται, για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, αποδεδειγμένο. Έτσι, η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση επί της ουσίας. Η απόρριψη των προδικαστικών ζητημάτων, τα οποία ηγέρθηκαν διά της υπεράσπισης, βασίζεται στα ακόλουθα:
(1)Η Σύμβαση, η οποία κυρώθηκε δια του περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου του 1962 (Ν.39/1962), αποτελεί ημεδαπό νομοθέτημα αυξημένης ισχύος έναντι κοινού νόμου. Τα ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία η Σύμβαση κατοχυρώνει συχνά ταυτίζονται, ως προς την έννοια και το εύρος, με δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Mέρος II του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («Μέρος ΙΙ-Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών»). Ειδικότερα, το Άρθρο 3 της Σύμβασης, το οποίο αφορά στην απαγόρευση υποβολής προσώπου σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, εκφράζει θέσεις και αρχές ταυτόσημες με αυτές που εκφράζει το Άρθρο 8 του Συντάγματος. Το δε Άρθρο 8 της Σύμβασης, το οποίο αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της οικίας και της αλληλογραφίας, εκφράζει θέσεις και αρχές ταυτόσημες με αυτές που εκφράζουν τα Άρθρα 15, 16 και 17 του Συντάγματος (δείτε Α.Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Λευκωσία 2001, σελ. 46-9 και 104-12).
(2)Η Κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει πως η παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου δια του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, θεμελιώνει, άνευ ετέρου, αγώγιμο δικαίωμα και επάγεται έννομη προστασία μέσω της δικαστικής οδού. Η παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου δια του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, θεραπεύεται στη Δημοκρατία, ως η έννομη τάξη προβλέπει, χωρίς απαραιτήτως αυτό να αποτελεί το αντικείμενο προστασίας του δικαίου των αστικών αδικημάτων (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 558).
(3)Κατ' αναλογίαν, αυτοδύναμη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος και συνακόλουθη έννομη προστασία του μέσω της δικαστικής οδού επάγεται και η παραβίαση ατομικού δικαιώματος κατοχυρωμένου δια της Σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει, αυτοδύναμη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος και συνακόλουθη έννομη προστασία του δια της δικαστικής οδού επάγεται και η παραβίαση ατομικού δικαιώματος κατοχυρωμένου εκ παραλλήλου από την Σύμβαση και από το Σύνταγμα.
(4)Εν προκειμένω, η δικογραφία καθώς και η κρίσιμη απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. (τεκμήριο 1), επιπλέον της ταυτότητας των μερών, παρουσιάζουν ταυτότητα και των επίδικων παραβιάσεων. Το Ε.Δ.Α.Δ., στο οποίο προσέφυγε ο ενάγων εφ' όσον οι εναγόμενοι υπήχθησαν εκουσίως στη δικαιοδοσία του, εξέτασε και, εν συνεχεία, διεπίστωσε παραβιάσεις ταυτόσημες με τις επίδικες.
(5)Κατά την διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ., οι εναγόμενοι συμμετέσχαν ενεργώς προβάλλοντας την υπεράσπισή τους. Η υποχρέωση των εναγομένων να συμμορφώνονται με κάθε οριστική απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. επί διαφοράς στην οποία αυτοί είναι διάδικοι (Άρθρο 46 της Σύμβασης) είναι ανεξαίρετη.
(6)Η κρίση σύμφωνα με την οποίαν το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα έχει ήδη αποδειχθεί είναι συμβατή με την διακηρυγμένη ετοιμότητα των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας να σέβονται και να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του συγκεκριμένου Διεθνούς Δικαστηρίου (Πάνοβιτς κ.α. ν. Δημοκρατία
(2003)2 Α.Α.Δ. 310,323). Η κρίση αυτή είναι, επίσης, συμβατή με την αρχή της αβρότητας (comity) που πρέπει να επικρατεί στις σχέσεις μεταξύ των εθνικών και των διεθνών Δικαστηρίων (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση G. P. Michaelides and Sons Ltd v. Transmarcom N.Y κ.α
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 863,870).
(7)Η υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την προβολή μίας αξίωσης, όχι μόνον όταν η αξίωση αυτή προεβλήθηκε σε προηγηθείσα διαδικασία αλλά και όταν αυτή θα μπορούσε να προβληθεί στην προηγηθείσα διαδικασία και δεν προεβλήθηκε (Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1125, 1130), δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις αξιώσεων για αποζημιώσεις που πηγάζουν από απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. αναγνωρίζουσα την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και αυτό δεδομένης της αρχής του διεθνούς δικαίου, η οποία αντανακλάται και στο Άρθρο 50 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία η ευκαιρία να προβεί σε αποκατάσταση/αποζημίωση του ζημιωθέντος προσώπου δίδεται, κατά πρώτον, στο κράτος που ευθύνεται για την ζημιογόνα αδικοπραξία (D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Wαrbrick, Law of the European Convention on Human Rights, 1995, Buttewarths, p. 683). Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση η επιλογή του ενάγοντος να μην ζητήσει από το Ε.Δ.Α.Δ. την επιδίκαση αποζημιώσεων δεν δημιουργεί κώλυμα για την επίδικη αξίωσή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επιπλέον των διαπιστώσεων του Ε.Δ.Α.Δ. για παραβίαση συγκεκριμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του ενάγοντος (προστατευομένων από το Σύνταγμα και τη Σύμβαση), δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο είναι και τα πραγματικά ευρήματά του τα οποία θεμελιώνουν τις διαπιστώσεις αυτές. Έτσι, όσον αφορά στην παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης, το οποίο απαγορεύει πλήρως την υποβολή του ατόμου σε βασανιστήρια, σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, αποτελούν ευρήματα και του παρόντος Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα τα εξής: Από τις 21.9.03 έως και τις 7.11.03, ο ενάγων «τέθηκε υπό απομόνωση για λόγους που παρέμειναν αδιευκρίνιστοι και για τους οποίους δεν του δόθηκε ποτέ καμία εξήγηση..(και) δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι αρχές αξιολόγησαν όλους τους σχετικούς παράγοντες στην υπόθεση του.πριν τον θέσουν σε απομόνωση..». «(Αν) και δόθηκε εντολή στις 31.10.2003 ώστε να διακοπεί η απομόνωση, η εντολή αυτή χάθηκε με αποτέλεσμα ο (ενάγων) να παραμείνει ακόμα άλλες επτά ημέρες στην απομόνωση αφότου είχε διαταχθεί η απαλλαγή του από την απομόνωση..». «(Η) απομόνωση του (ενάγοντος) δεν συνοδεύτηκε από οποιονδήποτε εκ των διαδικαστικών προληπτικών μέτρων που απαιτούνται για την προστασία από ενδεχόμενη αυθαίρετη εφαρμογή των υπερβολικά περιοριστικών όρων κράτησης, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της απομόνωσης». ... «(Το) ημερολόγιο των φυλακών επιβεβαιώνει την άποψη του (ενάγοντος) ότι είχε τεθεί σε ένα πολύ περιοριστικό καθεστώς κράτησης για 47 ημέρες.το κελί του . δεν διέθετε ούτε εγκαταστάσεις υγιεινής ούτε τρεχούμενο νερό με αποτέλεσμα αυτός να ζητά από τους δεσμοφύλακες να του επιτρέπουν να πηγαίνει στην τουαλέτα.αρκετές φορές ο (ενάγων) χρησιμοποιούσε την τουαλέτα μόνο μία φορά την ημέρα, κάτι που φαίνεται να επισφραγίζει τον ισχυρισμό του ότι κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων της κράτησής του αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί μπουκάλια νερού και νάιλον σακούλες για τις βιολογικές του ανάγκες.» «(Ο ενάγων) τραυματίστηκε στον ώμο, κάτι που. ήταν αποτέλεσμα του κρύου και της υγρασίας που επικρατούσε στο κελί.Το επίπεδο φροντίδας και προσοχής προς την υγεία του.από την πλευρά των αρχών των φυλακών, ήταν ανεπαρκές κατά την περίοδο της απομόνωσης του.» «(Ο) χρόνος που πέρασε ο (ενάγων) εκτός του κελιού του ήταν περιορισμένος. Παρά το γεγονός ότι..είχε παραστεί στο Δικαστήριο σε επτά περιπτώσεις κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου χρόνου της απομόνωσης του, σπάνια εξερχόταν του κελιού του. Τις περισσότερες ημέρες το κελί ανοιγόταν μόνον για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί ο αιτητής να χρησιμοποίει το ντους ή την τουαλέτα ή να λαμβάνει το φαγητό του.η επικοινωνία περιοριζόταν ως επί το πλείστον σε επαφές ανάμεσα στον (ενάγοντα) και το προσωπικό των φυλακών και στις επισκέψεις του στο Δικαστήριο.(ο ενάγων) λάμβανε γεύματα σε μη τακτά χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας μερικές φορές μόνον ένα πλήρες γεύμα την ημέρα..» (δείτε στις παρα. 71, 73, 76 έως και 79 του τεκμηρίου 1). Όσον αφορά στην παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης, το οποίο επιβάλλει τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του, αποτελούν ευρήματα και του παρόντος Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα τα εξής: «Ο (ενάγων) βρισκόταν σε ιδιαίτερα αυστηρό καθεστώς το οποίο περιλάμβανε απόλυτη απαγόρευση επισκέψεων από φίλους και μέλη της οικογένειας του.είναι (δε) απίθανο ότι θα του διδόταν θετική απάντηση σε οποιοδήποτε αίτημα του για τηλεφωνική επικοινωνία με την οικογένεια του.». (Ο ενάγων) δεν είχε προειδοποιηθεί επισήμως για την αναστολή δικαιώματος επισκέψεων του και.δεν είχε ενημερωθεί. για τους λόγους αναστολής του δικαιώματος αυτού.». «.δεν είναι σαφές για ποιο λόγο και από ποιά εξουσία ανεστάλη το δικαίωμα επισκέψεων του (ενάγοντος)». «η παρακολούθηση της αλληλογραφίας του (ενάγοντος) δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο.» (δείτε στις παρα. 92, 95 και 114 του τεκμηρίου 2). Τέλος, όσον αφορά στην παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα του ατόμου να έχει στη διάθεσή του, εντός του εκάστοτε εθνικού συστήματος, αποτελεσματική θεραπεία στην περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων του, αποτελούν ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα τα εξής: «.βάσει της Κυπριακής νομοθεσίας (ο ενάγων δεν μπορούσε) να εγείρει τα παράπονα του υπό το φως της σύμβασης αναφορικά με τις αποφάσεις τοποθέτησής του σε καθεστώς απομόνωσης, τις συνθήκες απομόνωσής του και τον έλεγχο της αλληλογραφίας του, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαδικαστικών παρατυπιών». «.οι εσωτερικές θεραπείες (δεν) ήταν «αποτελεσματικές», υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να αποτρέψουν να συμβεί ή να συνεχιστεί η επικαλούμενη παραβίαση ή με την προοπτική ότι θα μπορούσαν να παράσχουν στον (ενάγοντα) ορθή αποκατάσταση για οποιαδήποτε παραβίαση που έχει ήδη προκύψει.» (δείτε στις παρα. 122 έως και 124 του τεκμηρίου 1). Για να αποδείξει τις αξιώσεις του κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο ενάγων Ανδρέας Ονουφρίου (Μ.Ε.1). Για να προωθηθεί η υπεράσπιση κατέθεσαν ενόρκως η ιατρός Δρ. Ειρήνη Κότερ (Μ.Υ.1) και ο Ανδρέας Έλληνας (Μ.Υ.2), Λειτουργός Τμήματος Φυλακών. Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας η οποία αφορά στους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί τραυματισμού του, περί ψυχολογικής αναστάτωσης και ταλαιπωρίας του καθώς και περί προσβολής της προσωπικότητάς του συνέπεια των επίδικων αδικοπραξιών. Επαναλαμβάνω πως οι επίδικες αδικοπραξίες των εναγομένων, διαμέσου λειτουργών του Τμήματος Φυλακών, τεκμαίρονται αποδεδειγμένες επί τη βάσει των ευρημάτων περί τα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται πιο πάνω. Ο ενάγων Ανδρέας Ονουφρίου (Μ.Ε.1) ευρίσκεται σήμερα στις Κεντρικές Φυλακές της Δημοκρατίας και εκτίει ποινή φυλάκισης. Απευθυνόμενος στο Δικαστήριο, με λόγο εναργή, σταθερό και άμεσο, περιέγραψε τις συνθήκες της επίδικης κράτησής του καθώς και τα όσα σχετικά εβίωσε. Πρόκειται για περιγραφή η οποία συμβαδίζει με τα ευρήματα περί τα ουσιώδη γεγονότα, ως αυτά καταγράφονται στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. ημερ. 7.11.03 (τεκμήριο 1) και επαναλαμβάνονται πιο πάνω. Ο ενάγων Ανδρέας Ονουφρίου (Μ.Ε.1) πρόσθεσε πως κατά τη διάρκεια της κράτησής του, και επειδή τα μόνα εξωτερικά ενδύματά του ήσαν παντελόνι jean και λεπτό κοντομάνικο πουκάμισο, κρύωνε. Λόγω τούτου έπαθε ψύξη (μυαλγία ή νευραλγία) στην περιοχή του δεξιού ώμου. Η ιατρός του Τμήματος Φυλακών Δρ. Ειρήνη Κότερ τον εξέτασε και του παρέσχε μια αντιφλεγμονώδη κρέμα για εντριβή. Ο ενάγων Ανδρέας Ονουφρίου (Μ.Ε.1) ανέφερε, επίσης, πως, κατά τη διάκρεια του επί μακρόν εγκλεισμού του υπό τις συγκεκριμένες σκληρές και ταπεινωτικές συνθήκες, αισθανόταν ανασφαλής και αδύναμος να αντιδράσει και να αποτρέψει οιανδήποτε αυθαιρεσία εκ μέρους των λειτουργών των φυλακών. Το ηθικό και η αυτοεκτίμηση του επλήγησαν. Περιήλθε δε σε μια κατάσταση ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη φύση και αξιοπρέπεια. Η κατάσταση αυτή του προεκάλεσε, επιπλέον, φοβίες και ψυχική αναστάτωση για τις οποίες δεν έτυχε εγκαίρως της κατάλληλης ιατρικής φροντίδας. Αυτές οι φοβίες και η ψυχική αναστάτωση τον ταλαιπωρούν έως και σήμερα όταν συμβαίνει να θυμάται τα όσα εβίωσε έγκλειστος για σαράντα-επτά
(47)ημέρες. Η Δρ. Ειρήνη Κότερ (Μ.Υ.1) ανέφερε πως στις 18.10.03 και στις 20.10.03, ως ιατρός στο Τμήμα Φυλακών, εξέτασε τον ενάγοντα επειδή παραπονέθηκε για πόνο στο δεξιό ώμο. Η ίδια διεπίστωσε πως, πράγματι, αυτός υπέφερε από δυσκαμψία και εκτελούσε τις κινήσεις του δεξιού ώμου με δυσκολία. Του παρέσχε μια αντιφλεγμονώδη κρέμα για τοπική εντριβή. Εξετάζοντας τότε τον ενάγοντα παρατήρησε πως αυτός ήταν ντυμένος ελαφρά. Το γεγονός αυτό της προεκάλεσε απορία γιατί, κατά την άποψή της, εφ' όσον ήταν Οκτώβριος και ο καιρός ήταν δροσερός, ο ενάγων έπρεπε να φορά πιο ζεστά ενδύματα. Ο Ανδρέας Έλληνας (Μ.Υ.2) επεχείρησε να παρουσιάσει μια εκδοχή γεγονότων διαφορετική από αυτήν που καταγράφεται στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. ημερ. 7.1.10 (τεκμήριο 1). Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες ενόσω κατέθεταν. Δεν έχω αμφιβολία πως περιγράφοντας την υπόθεση και τα βιώματά του ο ενάγων Ανδρέας Ονουφρίου (Μ.Ε.1) υπήρξε ειλικρινής. Ανεφέρθηκα ήδη στα θετικά γνωρίσματα του λόγου του. Προσθέτω πως τα όσα αυτός περιέγραψε εν σχέσει με τον τραυματισμό του, τη ψυχολογική αναστάτωση, την ταλαιπωρία, την προσβολή της προσωπικότητάς του καθώς και τα εν γένει βιώματά του συνεπεία της επίδικης κράτησής του ευρίσκονται σε λογική συνάφεια με τα όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί ως τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τις επίδικες αδικοπραξίες. Επιπλέον, η μαρτυρία του περί του τραυματισμού του υποστηρίζεται και από τα όσα εδήλωσε η μάρτυρας των εναγομένων Δρ. Ειρήνη Κότερ (Μ.Υ.1). Συνεπώς, δέχομαι ως αληθή και ορθή τη μαρτυρία του ενάγοντος Ανδρέα Ονουφρίου (Μ.Ε.1). Περαιτέρω δέχομαι πως για τις βλάβες τις οποίες ο ενάγων υπέστηκε, συνεπεία της επίδικης κράτησής του, δικαιούται αποζημιώσεων, γενικών, επαυξημένων και παραδειγματικών ή τιμωρητικών. Σημειώνω σχετικώς τα ακόλουθα: Όσον αφορά στον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύονται σωματικές βλάβες, αυτές «πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νοεφύτου ν. Χ'Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ'Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Miller v. Peter,
(1999)1 Α.Α.Δ. 2091)» (Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνης Θεμιστοκλέους,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355, 362). «Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v. Adamou
(1988)1 A.A.Δ. 475, Παναγή ω. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσο για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων». (Κυριάκος Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74-5). Τέλος, «όπου οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντος» (απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 98/2007 Αντώνης Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη, ημερ. 11.11.09, δείτε, επίσης, τις αποφάσεις Rovkes v. Barnard
(1964)1 All ER 367, Eliades v. Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254 και Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 A.A.Δ. 65, 76 - 8). Επιπλέον, εφ' όσον η καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος του θύματος της αδικοπραξίας καθώς και η καταπάτηση συνταγματικών δικαιωμάτων του, συντελούνται από δημόσιους λειτουργούς, δικαιολογείται η επιδίκαση και παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 1982, 65, 74: "Exemplary damages are an extraordinary species of damage aimed to punish rather than compensate which is the normal measure for the assessment of damage in tort. Hence they are also known as punitive because of their essentially punishing character. Until the decision in Rookes v. Barnard, decided in 1964, the accepted view of the law was that the award of exemplary damages was permissible whenever the behaviour of the defendant was of such a character as to deserve punishment as a just measure of the law and in order to set an example. Therefore, the tribunal of fact, the jury, could, in a proper cast, award damages out of range with the loss suffered by the plaintiff in order to castigate the conduct of the defendant and proclaim the efficacy of the law. In Rookes v. Barnard, the House of Lords decided that the above view of the law was based on a misconception of the relevant principles of the common law and held that the award of exemplary damages should be confined to three categories of cases. These categories are:- (
  1. a)Civil wrongs resulting from the use of oppressive and unconstitutional conduct by servants of the Crown. (
  2. b)Civil wrongs committed in gross disregard to the rights of the injured party, perpetrated in circumstances calculated to yield profit to the perpetrator, and (
  3. c)where the statute expressly permits award of exemplary damages." Καθοδηγουμένη από τα πιο πάνω κρίνω πως το ποσόν των €20.000 θα αποτελούσε δίκαιες και εύλογες γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Η επιδίκαση και επαυξημένων αποζημιώσεων βασίζεται στη διαπίστωση πως οι επίδικες αδικοπραξίες, πράγματι, έπληξαν την αξιοπρέπεια του ενάγοντος. Περαιτέρω κρίνω πως το ποσόν των €10.000 θα αποτελούσε δίκαιες και εύλογες παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η επιδίκαση και παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων βασίζεται στη διαπίστωση πως η άκρως καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος του ενάγοντος καθώς και η καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του, προστατευομένων από το Σύνταγμα και τη Σύμβαση, συνετελέσθηκαν από δημόσιους λειτουργούς και συγκεκριμένα από λειτουργούς του Τμήματος Φυλακών. Τα ποσά αυτά θα φέρουν νόμιμο τόκο από τις 21.9.03, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων τέθηκε στο κελί της απομόνωσης (δείτε για ανάλογη εφαρμογή Harmsworth κ.α. ν. Salamis Glory κ.α
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1617, 1623-4). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει: Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων για το ποσόν των €20.000, ως γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Το ποσόν των γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων θα φέρει νόμιμο τόκο από τις 21.9.03 μέχρι να εξοφληθεί. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων για το ποσόν των €10.000, ως παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Το ποσόν των παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων θα φέρει νόμιμο τόκο από τις 21.9.03 μέχρι να εξοφληθεί. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων. (Υπ.)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.