← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΝIRANJAN WASANTHA SILVA MALMADANA KAPUGE, Αρ. Αγωγής: 4014/05 , 4/10/2012

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΝIRANJAN WASANTHA SILVA MALMADANA KAPUGE, Αρ. Αγωγής: 4014/05 , 4/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A297 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4014/05 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα και ΝIRANJAN WASANTHA SILVA MALMADANA KAPUGE Εναγόμενου ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Οκτωβρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρη Κούτρα & Σία Για τον εναγόμενο: κ. Θ. Ιωαννίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου πηγάζει από δυστύχημα που επεσυνέβη στις 8.8.2004 στη Λεωφ. Αθαλάσσας στη Λευκωσία. Έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι γενικές αποζημιώσεις και οι ειδικές ζημιές του ενάγοντα, περιλαμβανομένης της αξίας της μοτοσικλέτας, ανέρχονται στο ποσό των €150.000, περιλαμβανομένων των τόκων μέχρι την έκδοση της απόφασης, επί πλήρους ευθύνης. Απέμεινε συνεπώς προς εκδίκαση μόνο το θέμα της απόδοσης και καταμερισμού της ευθύνης. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, ενώ ο ενάγων οδηγούσε νόμιμα την μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής ΗΖΚ 048 κατά μήκος της Λεωφ. Αθαλάσσας, ο εναγόμενος οδηγώντας το όχημα του με αρ. εγγραφής ΑΒΕ 683 στην αντίθετη κατεύθυνση της ίδιας λεωφόρου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με πρόθεση να στρίψει προς τη Λεωφ. Ακροπόλεως και φθάνοντας στη διασταύρωση των εν λόγω λεωφόρων που ελέγχεται με φώτα τροχαίας, εισήλθε στη διασταύρωση με στροφή δεξιά με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντα, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο διήρχετο από τα φώτα τροχαίας με πράσινο φως και να προκληθούν τραυματισμοί, ζημιές και απώλειες στον ενάγοντα, λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου, οι λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Παρατίθενται, επίσης, στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντα, για τις οποίες απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, το ύψος των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη παραδεκτό γεγονός. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση του ο εναγόμενος αποδέχεται ότι ήταν οδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος που προαναφέρθηκε και ότι ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του ενάγοντα, υποστηρίζοντας ότι το δυστύχημα οφείλετο στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα και/ή στην από αυτόν παράβαση των εκ του νόμου και των κανονισμών καθηκόντων του, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες και ζητώντας την απόρριψη της αγωγής. Η προσφερθείσα μαρτυρία αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη η σύγκρουση. Προς υποστήριξη της θέσης του ο ενάγων κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ4) και προσέφερε τη μαρτυρία του Αστυφ. 3424 Μιχάλη Επιφανίου (ΜΕ1), του Γεώργιου Τζιρκαλλή (ΜΕ2) και του Μιχάλη Λαμπριανού (ΜΕ3). Εκ μέρους του εναγόμενου κατέθεσε ο Θράσος Ο΄Μαχόνυ (ΜΥ) και όπως δήλωσε ο κ. Ιωαννίδης δεν προσέφερε άλλο μάρτυρα εφόσον ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός και εγκατέλειψε την Κύπρο ενόσω η παρούσα αγωγή επιδόθηκε με υποκατάστατη επίδοση στην ασφαλιστική εταιρεία. Ο ΜΕ1 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, αφού επισκέφθηκε τη σκηνή και κατέθεσε στο Δικαστήριο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε ο ίδιος ως Τεκμήριο 1 και το τελικό σχέδιο ως Τεκμήριο 2, έχοντας λάβει καταθέσεις των ενεχομένων οδηγών και του ανεξάρτητου μάρτυρα Μιχάλη Λαμπριανού (οι καταθέσεις αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3, 4 και 5 ως ληφθείσες από τον μάρτυρα που τις είχε στην κατοχή του και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους). Όπως είπε, το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος ευθύς και επίπεδος, η ορατότητα ως προς την πορεία των δύο οδηγών ήταν 50 μέτρα, το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. και η διασταύρωση ελεγχόταν από φώτα τροχαίας, τα οποία ήλεγξε και λειτουργούσαν κανονικά. Όταν στην πορεία του ενάγοντα άναβε φως πράσινο στρογγυλό και στην αντίθετη κατεύθυνση άναβε πράσινο στρογγυλό. Όταν στην πορεία του εναγόμενου άναβε πράσινο βέλος στην αντίθετη πορεία άναβε κόκκινο στρογγυλό. Ως προς τις ζημιές των οχημάτων ανέφερε ότι το αυτοκίνητο υπέστη ζημιά στο αριστερό μπροστινό μέρος και στον μπροστινό ανεμοθώρακα και η μοτοσικλέτα στον μπροστινό τροχό και τιμόνι. Ο ΜΕ2, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 και υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε για το επίδικο δυστύχημα ως εμπειρογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων, κατόπιν οδηγιών της ασφαλιστικής εταιρείας Eurosure. Ο ΜΕ3, υιοθέτησε την κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 5) όπου είχε αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της Λεωφ. Ακροπόλεως με κατεύθυνση από Λευκωσία προς την οδό Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ. Πήρε τη μεσαία λωρίδα της πορείας του και είδε στα 20-30 μέτρα μπροστά του στα φώτα της πορείας του να ανάβει κόκκινο. Φθάνοντας στο αλτ σταμάτησε και έβλεπε να κινούνται οχήματα επί της Λεωφ. Αθαλάσσας από τα δεξιά προς αριστερά του και αντίστροφα. Περιμένοντας να ανάψει πράσινο για την πορεία του είδε από τα αριστερά του ένα άσπρο αυτοκίνητο επί της Λεωφ. Αθαλάσσας, που εισήρχετο στη διασταύρωση με δεξιά κλίση και μια μοτοσικλέτα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, να συγκρούονται μέσα στη διασταύρωση. Αμέσως κατέβηκε από το όχημα του και έτρεξε να βοηθήσει τον μοτοσικλετιστή που είχε τραυματιστεί. Ο ενάγων - ΜΕ4, ανέγνωσε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) όπου αναφέρει ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του επί της Λεωφ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση από τη Λεωφ. Στροβόλου προς την οδό Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ και πλησιάζοντας στη διασταύρωση των φώτων τροχαίας πήρε την αριστερή λωρίδα με πρόθεση να κατευθυνθεί ευθεία προς τη Λεωφ. Λεμεσού. Περί τα 20-30 μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας της πορείας του είδε ότι άναβε στρογγυλό πράσινο και πλησιάζοντας την διασταύρωση ήλεγχε συνεχώς τα φώτα τροχαίας. Ένα αυτοκίνητο μπροστά του σε απόσταση 15 μέτρων έστριψε αριστερά προς τη Λεωφ. Ακροπόλεως και η κυκλοφορία από την αντίθετη πορεία διεξήγετο κανονικά είτε προς το μέρος του είτε προς τα αριστερά, δηλαδή προς την οδό Ιωσήφ Χατζηϊωσήφ. Δεν υπήρχε κανένα όχημα της αντίθετης πορείας στη μέση της διασταύρωσης με σκοπό να στρίψει δεξιά, δηλαδή προς τη Λεωφ. Ακροπόλεως. Όταν ο ενάγων έφθασε στο αλτ και εισήλθε στη διασταύρωση ενόσω εξακολουθούσε να ανάβει το στρογγυλό πράσινο για την πορεία του, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αυτοκίνητο από την αντίθετη πορεία με κλίση δεξιά σε σχέση με την πορεία του (του αυτοκινήτου) και του ανέκοψε την πορεία. Δεν είχε περιθώριο αντίδρασης και αντανακλαστικά έκανε κίνηση δεξιά για να το αποφύγει αλλά δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο. Μετά τη σύγκρουση έπεσε στην άσφαλτο και με ασθενοφόρο μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ακολούθως σε Ιδιωτικό Νοσοκομείο για νοσηλεία. Ο ΜΥ κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τον κατάλογο με αντίγραφα των προσόντων του και ως Τεκμήριο 8 την έκθεση του, που ετοίμασε για το επίδικο δυστύχημα ως Μηχανολόγος-Μηχανικός και Μελετητής Οδικών Δυστυχημάτων, την οποία υιοθέτησε και επεξήγησε. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίγραφα συγγραμμάτων σχετικών με τροχαία ατυχήματα προς υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων του. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν προβώ σε αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, είναι σκόπιμο να επισημανθούν στοιχεία που είναι κοινώς παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν έχει τεθεί σε αμφισβήτηση αρχικά η ιδιοκτησία των οχημάτων από οποιονδήποτε διάδικο. Ούτε η μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή αμφισβητήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η μαρτυρία του και τα στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, τα οποία παρέθεσε και με τα οποία ο ενάγων συμφώνησε, παρέμειναν αναμφισβήτητα εκ μέρους του εναγόμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΕ1 παρέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο τα ευρήματα του για το δυστύχημα, το οποίο εξέτασε αντικειμενικά και αποδέχομαι τις μετρήσεις του στη σκηνή και τα λοιπά πραγματικά ευρήματα στα οποία αναφέρθηκε, που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι αναντίλεκτο συνεπώς ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων που οδηγούσαν οι διάδικοι, δηλαδή της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων και του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος, επεσυνέβη στο σημείο Χ του Τεκμηρίου
  1. Δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης και η τελική θέση της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, φαίνεται στο σημείο Β1 του Τεκμηρίου
  2. Η Λεωφ. Αθαλάσσας παρά τα φώτα τροχαίας στη συμβολή της με τη Λεωφ. Ακροπόλεως στην πορεία του ενάγοντα χωρίζεται σε 3 λωρίδες. Η αριστερή, που προορίζεται για χρήση από τα οχήματα που εισέρχονται στην οδό αυτή, διαχωρίζεται με άσπρη διαχωριστική γραμμή από την άλλη κατεύθυνση, ενώ οι άλλες δύο λωρίδες προορίζονται για χρήση από τα οχήματα με κατεύθυνση αφενός προς την οδό Ιωσήφ Χ' Ιωσήφ, δηλαδή δεξιά και η άλλη ευθεία προς τη Λεωφ. Λεμεσού και αριστερά προς τη Λεωφ. Ακροπόλεως. Παρόμοια είναι η διάταξη των λωρίδων της Λεωφ. Αθαλάσσας, με φυσικά αντίστροφες τις οδούς προορισμού, στην πορεία του εναγόμενου. Η άσφαλτος ήταν στεγνή, ο δρόμος ευθύς και επίπεδος, η ορατότητα ως προς την πορεία και των δυο οδηγών, ενόψει της ώρας που έγινε το δυστύχημα και του φωτισμού του μέρους, ήταν 50 μέτρα και το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης λειτουργούσαν κανονικά. Όταν στην πορεία του ενάγοντα άναβε πράσινο στρογγυλό τότε και στην αντίθετη κατεύθυνση άναβε πράσινο στρογγυλό. Όταν στην πορεία του εναγόμενου άναβε πράσινο βέλος στην αντίθετη πορεία άναβε κόκκινο στρογγυλό. Όταν δεν άναβε πράσινο βέλος στην πορεία του εναγόμενου ενόσω άναβε πράσινο στρογγυλό, ο εναγόμενος μπορούσε να στρίψει δεξιά αν αυτό επιτρέπετο από την κίνηση οχημάτων από απέναντι. Ως προς τις ζημιές των οχημάτων, είναι αποδεκτό ότι το αυτοκίνητο υπέστη ζημιά στο αριστερό μπροστινό μέρος και στον μπροστινό ανεμοθώρακα και η μοτοσικλέτα στον μπροστινό τροχό και τιμόνι. Τα πιο πάνω ευρήματα, που προέρχονται όπως προελέχθη από την πραγματική μαρτυρία έχουν αποτελέσει και τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε και η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, ΜΕ2 και ΜΥ, τους οποίους παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο πλευρές αντίστοιχα. Αξιολογώντας τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει επισημάνει ότι η μαρτυρία προσώπων οι οποίοι θεωρούνται εμπειρογνώμονες, εφόσον καταθέτουν για εξειδικευμένα επίδικα θέματα, παρουσιάζει αντιθέσεις άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες. Κατά κανόνα, η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. (βλ. Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 351). Είναι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια που λαμβάνεται υπόψη και αξιολογείται και η μαρτυρία του ΜΥ, εφόσον όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Κούτρας με αναφορά στην απόφαση Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 692, δεν είναι επιτρεπτή ως μαρτυρία η τυχόν κρίση του εμπειρογνώμονα ή η αξιολόγηση από αυτόν των εκατέρωθεν ισχυρισμών για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης παρά μόνο η γνώμη του ως ειδικού επί των πραγματικών δεδομένων. Η μαρτυρία των δυο εμπειρογνωμόνων στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει ουσιώδη διάσταση σε όλα τα σημεία της, λαμβάνεται δε υπόψη από το Δικαστήριο στο βαθμό που θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Και οι δυο εμπειρογνώμονες χρησιμοποιούν τα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας και αξιολογώντας τα με βάση τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, θεωρούν ότι, με βάση το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, ο ενάγων πριν τη σύγκρουση δεν εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του, θέση που είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο εφόσον υποστηρίζεται από τα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς τη θέση του ΜΥ ότι η σύγκρουση των οχημάτων ήταν μετωπική και κάθετη, που έτυχε έντονου αντίθετου σχολιασμού εκ μέρους του κ. Κούτρα, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να της δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, η γνώμη αυτή του ΜΥ δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου για την απόδοση ευθύνης στους διαδίκους για την σύγκρουση και τον καταμερισμό της. Η γνώμη των δυο εμπειρογνωμόνων ουσιαστικά συμπίπτει ως προς τις συνθήκες εισόδου και την πορεία του αυτοκινήτου του εναγόμενου εντός της διασταύρωσης, χωρίς προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης με την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων. Όπως δε θα διαφανεί στη συνέχεια το ουσιώδες κριτήριο για τον καταμερισμό της ευθύνης για τη σύγκρουση αποτελούν οι ζημιές που αναντίλεκτα προκλήθηκαν στα δυο οχήματα, πέραν των λοιπών στοιχείων της πραγματικής μαρτυρίας που παρατέθηκαν πιο πάνω. Αξιολογώντας περαιτέρω την προσφερθείσα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές κρίνεται ότι η μαρτυρία του ενάγοντα, υπό το φως του συνόλου της προσφερθείσας μαρτυρίας, δεν μπορεί να γίνει πλήρως αποδεκτή, ιδιαίτερα ως προς το θέμα της λωρίδας στην οποία εκινείτο πριν να εισέλθει στην διασταύρωση αλλά και την οδική συμπεριφορά του κατά την είσοδο του σ' αυτήν. Η εμμονή του ενάγοντα στη θέση ότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του κρίνεται ως προσπάθεια αποφυγής οποιασδήποτε ευθύνης για το ατύχημα δεδομένου ότι τέτοια θέση δεν υποστηρίζεται από την αναντίλεκτη πραγματική μαρτυρία αλλά και από τη γνώμη του ΜΕ2, τον οποίο ο ενάγων προσήγαγε ως μάρτυρα στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, η θέση του σημείου σύγκρουσης στη διασταύρωση αλλά και η τελική θέση της μοτοσικλέτας, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι έκανε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση, οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν οδηγούσε τη μοτοσικλέτα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δείχνοντας με τον τρόπο αυτό έναντι του εναγόμενου την σαφή πρόθεση του να πορευθεί ευθεία σε σχέση με την πορεία του. Ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση πέραν του ότι δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος αναφέρθηκε και σε ενδεχόμενη διαγώνια πορεία της μοτοσικλέτας προς το σημείο σύγκρουσης, βρίσκει αντίθετο και τον ΜΥ, ο οποίος επεξήγησε με αναφορά σε σχετικό σύγγραμμα ότι η τελική θέση της μοτοσικλέτας δεν δικαιολογεί να έγινε τέτοιος ελιγμός. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι όταν ο ίδιος εισήλθε στη διασταύρωση εμφανίστηκε ξαφνικά το όχημα του εναγόμενου, ενόψει της αναντίλεκτης πραγματικής μαρτυρίας, ελέγχεται αναληθής. Από το σχέδιο της σκηνής, που ο ενάγων αποδέχθηκε ως ορθό, φαίνεται ότι κατά τη σύγκρουση το όχημα του εναγόμενου είχε ήδη διανύσει 10,30 μέτρα από το αλτ της πορείας του ενώ η μοτοσικλέτα του ενάγοντα 8 μέτρα. Από δε τις ζημιές των οχημάτων προβάλλει ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντα επέπεσε στην μπροστινή αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του εναγόμενου, γεγονός που δείχνει, σε συνάρτηση με τη θέση του σημείου σύγκρουσης, ότι όταν έγινε η σύγκρουση το αυτοκίνητο του εναγόμενου είχε διασχίσει ήδη μεγάλη απόσταση εντός της διασταύρωσης και έπρεπε ο ενάγων όταν εισήρχετο σ' αυτήν να αντιληφθεί ότι είχε εισέλθει και το αυτοκίνητο του εναγόμενου. Συνάγεται ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η διασταύρωση ήταν καθαρή όταν ο ίδιος εισήλθε σ' αυτήν και ότι ως εκ τούτου ο ίδιος δεν είχε δυνατότητα να αντιδράσει εφόσον ο εναγόμενος του ανέκοψε ξαφνικά την πορεία, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Από τα πιο πάνω λεχθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη σύγκρουση, εφόσον τα αναντίλεκτα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας δεν συνάδουν με την εκδοχή του. Όσον αφορά τον ΜΕ3, που παρουσιάστηκε ως ανεξάρτητος μάρτυρας, η μαρτυρία του δεν κρίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστική για τις συνθήκες της σύγκρουσης εφόσον δεν προσέθεσε τίποτε το ουσιαστικό σε σχέση με τα ανευρεθέντα επί της σκηνής στοιχεία από τον ΜΕ1. Θα έλεγα μάλιστα ότι για το μόνο θέμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί βοηθητική η μαρτυρία του και που αφορά τον χρόνο που έγινε η σύγκρουση σε σχέση με τη λειτουργία των φώτων τροχαίας της Λεωφ. Αθαλάσσας δεν ήταν σαφής. Και αυτό επειδή από την υπάρχουσα κοινώς αποδεκτή μαρτυρία για τη λειτουργία των φώτων τροχαίας της Λεωφ. Αθαλάσσας στην επίδικη διασταύρωση προκύπτει ότι, ανάβει πρώτα το πράσινο βέλος για στροφή δεξιά στην πορεία του εναγόμενου και στη συνέχεια το πράσινο στρογγυλό και για τις δυο κατευθύνσεις της Λεωφόρου για την ευθεία πορεία, ενώ ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι όταν άναψε το κόκκινο φως της δικής του πορείας είδε οχήματα να διακινούνται από δεξιά προς αριστερά και αντίστροφα επί της Λεωφ. Αθαλάσσας, δηλαδή σε χρόνο που δεν θα έπρεπε να γίνεται κάτι τέτοιο εφόσον για τα οχήματα αυτά δεν είχε ανάψει εκείνη τη στιγμή το πράσινο στρογγυλό. Εν πάση περιπτώσει, δεν αναμένετο από έναν περαστικό από τη σκηνή του δυστυχήματος να είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικός για τη λειτουργία των φώτων τροχαίας. Η αναφορά του ΜΕ3 βέβαια ότι μόλις έγινε η σύγκρουση και κατέβηκε να βοηθήσει τον μοτοσικλετιστή, άναψε το πράσινο φως της δικής του πορείας οδηγεί προς την αντίληψη ότι η σύγκρουση συνέβη όταν ήταν αναμμένο το πράσινο στρογγυλό και για τις δυο πορείες της Λεωφ. Αθαλάσσας, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να στρίψει προς τα δεξιά κατ' εκείνο το στάδιο. Όπως ήδη αναφέρθηκε η στροφή προς τα δεξιά στην πορεία του εναγόμενου ήταν δυνατή και όταν έσβηνε το πράσινο βέλος και άναβε για την ευθεία πορεία πράσινο στρογγυλό, νοουμένου βέβαια ότι αυτό ήταν επιτρεπτό από την κίνηση οχημάτων από την απέναντι πορεία, δηλαδή από αυτή που είχε ο ενάγων. Το μόνο δυνατό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία του ΜΕ3 για το θέμα αυτό είναι ότι όταν έγινε η σύγκρουση η διακίνηση των οχημάτων για τις δυο αντίθετες ευθείες πορείες επί της Λεωφ. Αθαλάσσας ήταν επιτρεπτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματά μου βάσει και των παραδεκτών στοιχείων της υπόθεσης, βρίσκω ότι στις 8.8.2004 και περί ώρα 20.50 ενόσω ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσικλέτα του, με αρ. εγγραφής ΗΖΚ 048, επί της Λεωφ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση από τη Λεωφ. Στροβόλου προς τη Λεωφ. Λεμεσού πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας της συμβολής της Λεωφ. Αθαλάσσας με τη Λεωφ. Ακροπόλεως και την οδό Ιωσήφ Χ' Ιωσήφ, διακινείτο στο μέσο των δυο λωρίδων της κατεύθυνσης του με άγνωστη ταχύτητα. Ενόσω άναβε το πράσινο στρογγυλό φως σε σχέση με την πορεία του εισήλθε στη διασταύρωση και μπροστά του αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος με αρ. εγγραφής ΑΒΕ 683, να έχει εισέλθει εξ αντιθέτου στην διασταύρωση με κλίση δεξιά προς τη Λεωφ. Ακροπόλεως, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του ενάγοντα να προσκρούσει στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου και ο ενάγων να τραυματιστεί κτυπώντας στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια πέφτοντας στο έδαφος. Ο ΜΕ3 που βρισκόταν στο αυτοκίνητο του επί της Λεωφ. Ακροπόλεως αναμένοντας να ανάψει το πράσινο φως της πορείας του κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, είδε το δυστύχημα και έσπευσε να βοηθήσει τον ενάγοντα. Ο ΜΕ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε τα Τεκμήρια 1 και 2, τα δε ευρήματα του καθώς και οι συνθήκες καιρού, ορατότητας και τα λοιπά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας περιλαμβανομένης της λειτουργίας των φώτων τροχαίας, όπως ήδη παρατέθηκαν, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε υπόθεση δε τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, υπό το φως των κοινώς αποδεκτών σημείων και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται θεωρώ ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης με αποτέλεσμα να υπέχει ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση. Ο εναγόμενος παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε οδηγώντας το όχημα του έναντι του οδηγού του εξ αντιθέτου ερχομένου οχήματος στην προσπάθεια του να εισέλθει στη Λεωφ. Ακροπόλεως διασχίζοντας την προαναφερθείσα διασταύρωση. Όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις περιστάσεις, να εισήρχετο με μεγάλη προσοχή στη διασταύρωση και να συνέχιζε την πορεία του προς τα δεξιά όταν αυτό επιτρεπόταν από τα εξ αντιθέτου ερχόμενα οχήματα. Αποτελεί ευθύνη κάθε οδηγού όταν εισέρχεται σε οδό που βρίσκεται σε διασταύρωση δρόμων να λάβει μέτρα ώστε να αποτραπεί κίνδυνος σύγκρουσης με εξ αντιθέτου διερχόμενα οχήματα. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο εναγόμενος λόγω έλλειψης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία του εισήλθε στην επίδικη διασταύρωση με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων από την αντίθετη κατεύθυνση με ευθεία πορεία (βλ. Salih and another v. Sofocleous and 3 others
(1979)1 C.L.R. 248, Despotis v. Therapi
(1981)1 C.L.R. 621, Νικήτα ν. ΚΟΑ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 344). Η αμέλεια του εναγόμενου εντοπίζεται στη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων όπως όφειλε και μπορούσε για την ασφαλή πορεία του μέσα στην διασταύρωση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και την αποφυγή πρόκλησης κινδύνου σε οχήματα που εύλογα μπορούσε να προβλέψει και έγκαιρα να είχε αντιληφθεί ότι διακινούντο στην εξ αντιθέτου πορεία. Η ευθύνη του εναγόμενου είναι προφανής και κρίνεται ότι η συμπεριφορά του αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 A.A.Δ. 149, Antoniou v. Iordanous and another
(1976)1 Α.Α.Δ. 341, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Η ευθύνη για τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οδηγό προς κρίση των παραλείψεων αμφοτέρων των πλευρών αποτελεί ο μέσος συνετός πολίτης και όχι η μικροσκοπική συνεκτίμηση των αντιδράσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Ιωάννου κ.α. ν. Μιχαήλ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 141). Η ευθύνη, περαιτέρω, καταμερίζεται σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420). Εξετάζοντας την οδική συμπεριφορά του ενάγοντα υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και βάσει των νομολογιακών αρχών, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ότι αυτός έχει ενεργήσει αμελώς ώστε θα πρέπει να του αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια για τη σύγκρουση. Στην παρούσα υπόθεση δεν έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο εναγόμενος, η δε γραπτή του κατάθεση που δόθηκε στον ΜΕ1, Τεκμήριο 3, βεβαίως δεν λαμβάνεται υπόψη εφόσον δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου του. Ωστόσο αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο, υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου και της μαρτυρίας του ενάγοντα, να εξετασθεί θέμα συντρέχουσας αμέλειας εκ μέρους του τελευταίου (βλ. μεταξύ άλλων Τζιβανίδης ν. Μιχαηλίδη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 218). Σύμφωνα με τα ευρήματά του Δικαστηρίου, ο ενάγων παρόλο που είχε πρόθεση να προχωρήσει ευθεία επί της Λεωφ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση προς τη Λεωφ. Λεμεσού, δεν έλαβε, όπως έπρεπε, την αριστερότερη από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του, η οποία χρησιμοποιείται από τους οδηγούς που προτίθενται να προχωρήσουν ευθεία ή να στρίψουν προς τα αριστερά και διακινείτο με τη μοτοσικλέτα του στο μέσο των δυο λωρίδων της κατεύθυνσης του. Όπως ήταν τα δεδομένα δεν αντιλήφθηκε ότι το όχημα του εναγόμενου είχε εισέλθει στη διασταύρωση με πρόθεση να στρίψει προς τη Λεωφ. Ακροπόλεως. Αν ο ενάγων ασκούσε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου εντός της διασταύρωσης, στην οποία, ως είναι κοινώς αποδεκτό, η διακίνηση ρυθμίζετο με φώτα τροχαίας. Η νομολογία αναφορικά με την ευθύνη των οδηγών όταν εισέρχονται σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας είναι καλά θεμελιωμένη. Επαναλήφθηκε στην σχετικά πρόσφατη απόφαση, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ο κ. Ιωαννίδης, Μαχάττου κ.α. ν. Σταματίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 203/2008, ημερομηνίας 13.7.2011, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475, ο Εφεσείων ο οποίος εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο, εκρίθη εν τούτοις ως ευθυνόμενος κατά 25%. Είχε υποβάλει ο Εφεσείων ότι η υπόθεση Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All ER 115, στην οποία και βασίζεται ο Εφεσίβλητος ενώπιον μας, ήταν καθοριστική της θέσης ότι ο οδηγός που εισέρχεται με πράσινο δεν έχει ευθύνη. Το Εφετείο είχε άλλη άποψη, λέγοντας τα εξής (σ. 483-σ.484): «Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική ως προς τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Είναι ξεκαθαρισμένο όμως ότι κάθε άλλο παρά έθεσε οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που θα διείπε όλες τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Αντίθετα, τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών.» Η προσέγγιση αυτή είναι διαχρονική. Στην υπόθεση Varnakides v. Papamichael
(1970)1 CLR 367, και πάλι απεδόθη ευθύνη στον οδηγό που είχε προτεραιότητα, ανάλογη δε προσέγγιση υπήρξε και στην Panayides v. Kyriacou
(1969)1 CLR 167. Η προσέγγιση αυτή συναρτάται προς τη θεμελιακή έννοια της αμέλειας ως πάντοτε θέμα γεγονότων και όχι κανόνος, ώστε και η σημασία των σημάτων τροχαίας να ανάγεται και να σταθμίζεται στο συνολικό πλαίσιο του καθορισμού των υποχρεώσεων επιμέλειας των χρηστών του δρόμου.» Στην παρούσα υπόθεση, η υποχρέωση του ενάγοντα όταν εισήρχετο στη διασταύρωση δεν εξαντλείτο με το να δει ότι ήταν αναμμένο το πράσινο φως της πορείας του. Είχε ικανοποιητική και ουσιαστικά απρόσκοπτη ορατότητα υπό τις συνθήκες φωτισμού του μέρους και θα αναμένετο λογικά διατηρώντας στοιχειώδη έλεγχο του δρόμου να δει έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου που εισήρχετο στη διασταύρωση, εφόσον όπως ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε, έβλεπε τα αυτοκίνητα που διακινούντο εντός αυτής, ώστε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται σαφώς από την υπόθεση Χήρα ν. Παπαϊωάννου
(1995)1 Α.Α.Δ. 665, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Κούτρας. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι επρόκειτο περί ανακοπής πορείας με αποκλειστική ευθύνη της οδηγού του αυτοκινήτου, καθότι ο μοτοσικλετιστής ερχόμενος με πράσινο φως είχε κτυπήσει στο δεξιό άκρο του αυτοκινήτου που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση με πρόθεση να στρίψει δεξιά και κρίθηκε ότι η οδηγός του αυτοκινήτου του απέκοψε το δρόμο αρχίζοντας να στρίβει δεξιά αντί να δώσει προτεραιότητα στην εξ αντιθέτου τροχαία κίνηση. Το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση η πρόσκρουση της μοτοσικλέτας έγινε επί του αριστερού μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου καταδεικνύει ότι το αυτοκίνητο του εναγόμενου είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση όταν εισήρχετο η μοτοσικλέτα του ενάγοντα, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ευθύνη του ενάγοντα για λήψη μέτρων προφύλαξης ενόψει εύλογα εμφανούς κινδύνου συνεπεία του εξ αντιθέτου ερχομένου οχήματος του εναγόμενου. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα οφείλετο σε έλλειψη της δέουσας προσοχής ή μέριμνας και θα πρέπει να του αποδοθεί ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας, το οποίο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, καθορίζεται σε 25%. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, έχοντας αποδείξει ότι ο εναγόμενος ευθύνεται με ποσοστό ευθύνης 75% για το ατύχημα και τις συνέπειες που είχε αυτό σε σχέση με τους τραυματισμούς και τις ζημιές που υπέστη ο ενάγων και που, όπως είναι παραδεκτό, ανέρχονται στο συνολικό ύψος των €150.000. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €112.500, με νόμιμο τόκο από σήμερα. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.