← Κύπρος

ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΙΑΙΝΙΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8651/05, 19/6/2012

ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΙΑΙΝΙΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8651/05, 19/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8651/05 Μεταξύ:

  1. ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
  2. ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
  3. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
  4. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
  5. ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
  6. ΑΘΗΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ Εναγόντων και
  7. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΙΑΙΝΙΤΗ
  8. ΜΑΡΙΑΣ ΑΘΙΑΙΝΙΤΗ Εναγομένων Και κατόπιν διατάγματος συνένωσης ημερ. 28.9.2006 Αρ. Αγωγής: 8650/2005 Μεταξύ:
  9. ΔΕΣΠΩΣ ΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
  10. ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
  11. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΣ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΣΑΠΗ
  12. ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
  13. ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ
  14. ΑΘΗΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΣΑΠΗ Εναγόντων και
  15. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘΙΑΙΝΙΤΗ
  16. ΜΑΡΙΑΣ ΑΘΙΑΙΝΙΤΗ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 1.2.2012 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Μ. Κιτρομηλίδης για Κιτρομηλίδη, Πέτσα Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κα Κ. Γεωργίου για Στέλιο Αμερικάνο & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 26.10.2011 στις υπό τον πιο πάνω τίτλο συνεκδικαζόμενες αγωγές μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρηθεί εναντίον της απόφασης αυτής. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ.18-19, Δ.40 θ.11 και Δ.48 θ.θ. 1-8 (ee), οι Κανονισμοί 12, 13 και 16-20 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1961 όπως έχει τροποποιηθεί καθώς και η διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 4 ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς ενάγοντες για να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και όπου αυτό δεν συμβαίνει αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του. Στις 26.10.2011 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε τις πιο πάνω αγωγές, εκδίδοντας με την απόφαση του διάταγμα ειδικής εκτέλεσης των δύο πωληθέντων οικοπέδων. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Εναντίον της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε στις 2.12.2011 η έφεση με αριθμό 443/2011, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β, ενόψει της εκκρεμοδικίας της οποίας και μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, καθότι συντρέχουν όλες οι νομοθετικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την έκδοση του. Όπως ο ενόρκως δηλών συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των αιτητών και πιστεύει ειλικρινά, η εν λόγω πολιτική έφεση έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Συγκεκριμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέδωσε τα διατάγματα ειδικής εκτέλεσης των δύο οικοπέδων, που προσβάλλονται με την υπό αναφορά έφεση, καθότι εσφαλμένα έλαβε υπόψη του προφορικούς ισχυρισμούς των εναγομένων δεδομένου ότι οι σχέσεις των διαδίκων καθορίζοντο δυνάμει δύο γραπτών συμφωνιών που ήταν τεκμήρια ενώπιον του και εσφαλμένα αξιολόγησε την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία. Παραθέτοντας στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών τα εσφαλμένα κατά την θέση του ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, θεωρεί ότι η καταχωρηθείσα πολιτική έφεση έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και συνεπώς υπάρχει σοβαρός και ουσιαστικός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προς αποφυγή περίπλοκων και αχρείαστων εξόδων. Υποστηρίζει, επίσης, ότι είναι προς το συμφέρον όλων να ανασταλεί η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης καθότι σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος τα οικόπεδα να μεταβιβαστούν επ' ονόματι των εναγομένων με πιθανές συνέπειες πλήρους αποξένωσης τους και αδυναμίας να επιστραφούν στους σημερινούς ιδιοκτήτες. Οι εναγόμενοι δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο από τη μη μεταβίβαση των οικοπέδων στο όνομα τους και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει ένσταση από πλευράς των ιδιοκτητών να παραμείνουν τα οικόπεδα ως έχουν μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Οι αιτητές είναι έτοιμοι εάν ζητηθεί να παράσχουν σχετική εγγύηση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την εισήγηση ότι η αναστολή της απόφασης δεν εμπεριέχει κανένα απολύτως κίνδυνο ενώ η μη αναστολή της εμπεριέχει κινδύνους ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ο ενόρκως δηλών ζητά ως η αίτηση. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων ημερομηνίας 20.3.2012 έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ. 4, 18 και 19, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 4 και 8 και Δ.40 θ.11, το άρθρο 30 του Συντάγματος, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: - δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, όπως καθορίζονται από την Δ.35 θ.18 και τη σχετική νομολογία επί του θέματος - η αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και με μόνο σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης ώστε να καταστεί ατελέσφορη, εφόσον σύμφωνα με την νομοθεσία οι καθ' ων η αίτηση έχουν προθεσμία ενός έτους από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την ειδική εκτέλεση της στο Κτηματολόγιο - οι αιτητές επιδιώκουν ουσιαστικά τον προσωρινό παραμερισμό της απόφασης, που είναι θέμα εκτός του πεδίου εφαρμογής της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία στηρίζουν την αίτηση τους - δεν καταδείχθηκε από τους αιτητές οτιδήποτε που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος αναστολής της απόφασης ούτε και ότι επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους, πέρα από μια γενική διατύπωση - η αναστολή της απόφασης θα αποστερήσει από τους καθ' ων η αίτηση τους καρπούς της επιτυχίας τους, ενόσω η έφεση δεν επενεργεί από μόνη της ως αναστολή εκτέλεσης - η πρωτόδικη απόφαση είναι πλήρης, άρτια αιτιολογημένη, έχει στηριχθεί κυρίως σε ευρήματα περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν υπάρχει καμία ορατή επιτυχία της έφεσης - η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ελλιπής και δεν αιτιολογεί επαρκώς το αιτητικό της και - υπό τις περιστάσεις δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν δικαιολογείται και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του εναγόμενου 1, ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 2 να προβεί στην ένορκη του δήλωση και όπως αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα εκτός όπου αναφέρει άλλη πηγή γνώσης αυτών, έχοντας την συμβουλή των δικηγόρων του για τα νομικά θέματα. Πέραν της αποδοχής ότι εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, η οποία και εφεσιβλήθηκε από τους ενάγοντες, ο ενόρκως δηλών διαφωνεί με τους ισχυρισμούς που περιέχει η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι αβάσιμοι και επισημαίνοντας ότι οι αιτητές εκτός από τον γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό τους ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των ακινήτων, δεν επεξηγούν συγκεκριμένους κινδύνους αποξένωσης ούτε και αναφέρουν συγκεκριμένες ενέργειες των εναγομένων που να τεκμηριώνουν αυτούς τους κινδύνους, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την νομολογία. Πρόθεση των εναγομένων είναι να μεταβιβαστούν τα ακίνητα επ' ονόματι τους, τα οποία δεν πρόκειται να πωλήσουν ή να μεταβιβάσουν περαιτέρω. Αν επιτύχει η αίτηση, οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά εφόσον υπάρχει πολύ μεγάλος κίνδυνος, σχεδόν βεβαιότητα, ότι, με βάση το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για να εκδικαστεί μια έφεση, θα παρέλθει το χρονικό περιθώριο ενός έτους που καθορίζεται από την σχετική νομοθεσία, κατά το οποίο θα μπορούν να εκτελέσουν την επίδικη απόφαση στο Κτηματολόγιο. Στην απίθανη δε περίπτωση που οι αιτητές κερδίσουν την έφεση υπάρχουν τρόποι δικαστικής προστασίας προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους και η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης δεν θα είναι ατελέσφορη. Με την θέση ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης των αιτητών είναι ελάχιστες ο ενόρκως δηλών εισηγείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι των διαδίκων, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις και υποστηρίζοντας τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα με βάση τα γεγονότα και τη νομολογία που διέπει το θέμα. Εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητών-εναγόντων προβάλλει η εισήγηση ότι θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταβίβαση των οικοπέδων στους καθ' ων η αίτηση θα δημιουργήσει έξοδα που δεν θα μπορούν να ανακτηθούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης ενώ η αξιοποίηση των οικοπέδων από τους καθ' ων η αίτηση, που είναι επιχειρηματίες αναπτύξεως γης, ή η πώληση τους σε καλόπιστους τρίτους θα δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα και τεράστια έξοδα αν επιτύχει η έφεση, που θα χάσει τη σημασία της. Ο συνήγορος, επισημαίνοντας ότι υπάρχει βεβαιότητα επιτυχίας της έφεσης λόγω του λανθασμένου της επίδικης δικαστικής απόφασης, ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, δηλώνοντας ότι οι αιτητές είναι διατεθειμένοι να δώσουν εγγυήσεις ότι τα επίδικα οικόπεδα θα παραμείνουν στην ασφαλή τους φύλαξη ώστε οι καθ' ων η αίτηση να μη κινδυνεύουν να χάσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης, η απόφαση επί της οποίας και μόνο θα είναι τελεσίδικη και θα αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας ενός έτους για τη μεταβίβαση σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Αντίθετα, η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων είναι ότι παρόλο που δεν συμμερίζεται τη θέση των αιτητών-εναγόντων ότι υπάρχουν προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, ο παράγοντας αυτός είναι οριακής σημασίας για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης και οι ισχυρισμοί τους ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, εφόσον δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι κίνδυνοι αποξένωσης των οικοπέδων ούτε και συγκεκριμένες ενέργειες των καθ' ων η αίτηση που να τεκμηριώνουν τέτοιους κινδύνους. Το Δικαστήριο εξισορροπώντας τους δύο παράγοντες που καθορίζουν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα όσα οι αιτητές-ενάγοντες ισχυρίζονται και είναι ορθό και δίκαιο να απορρίψει την αίτηση ως ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων παρέμειναν αναντίλεκτοι και αναμφισβήτητοι, ενόσω ο κίνδυνος να παρέλθει η προθεσμία του ενός έτους που θέτει η νομοθεσία για την εγγραφή των οικοπέδων επ' ονόματι τους μετά την έκδοση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης είναι πολύ μεγάλος, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται να εκδικασθεί μια έφεση. Δεν συντρέχουν άλλωστε στην παρούσα υπόθεση οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν παρέκκλιση από την αρχή της εκτελεστότητας της δικαστικής απόφασης και τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει τους επιτυχόντες διαδίκους από τους καρπούς της επιτυχίας τους. Σχετική με την αιτούμενη θεραπεία στην υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.35 θ.18, στην οποία προνοείται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, σαν θέμα πρακτικής το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποστερεί τον επιτυχόντα διάδικο των καρπών της επιτυχίας του, δεσμεύοντας όσα εκ πρώτης όψεως δικαιούται εκκρεμούσης της έφεσης, δεδομένου ότι η καταχώρηση έφεσης δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα έναντι της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης. Έχει όμως, επίσης, λεχθεί ότι όταν ένας διάδικος, εξασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του, καταχωρεί έφεση, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να μην είναι αναποτελεσματική η έφεση, αν επιτύχει (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 1697 ως προς τις πανομοιότυπες με τη Δ.35 θ.18 πρόνοιες της Αγγλικής Δ.58 θ.12). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd

(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1978, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Όπως λέχθηκε στη σελ. 1982: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες, ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» (βλ. και E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617, ABP Holdings κ.α. ν. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, Βογιαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) ΑΑΔ 591, Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014). Η νομολογία υποδεικνύει ότι μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της μη αποστέρησης της αποτελεσματικότητας του ένδικου μέσου της έφεσης σε βάρος της μη αποστέρησης του επιτυχόντος διαδίκου εκ των καρπών της επιτυχίας του (βλ. και Χ' Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & others
(1991)1 ΑΑΔ 172). Πριν την ενασχόληση με τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης επισημαίνεται ότι με την επίδικη επί της αγωγής απόφαση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας απορρίφθηκαν οι συνεκδικασθείσες αγωγές των αιτητών-εναγόντων και με την αποδοχή της ανταπαίτησης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων εκδόθηκε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για τα δύο επίδικα οικόπεδα νοουμένου ότι οι εναγόμενοι εκπληρώσουν όλες τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες με βάση τις επίδικες συμφωνίες. Με την καταχωρηθείσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας σε σχέση με τα ευρήματα του κατόπιν αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην αγόρευση του προς υποστήριξη της αίτησης ο συνήγορος των αιτητών-εναγόντων. Η εισήγηση του συνηγόρου των αιτητών είναι ότι υπάρχει βεβαιότητα επιτυχίας της έφεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος, τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή μη της έφεσης, χωρίς άλλη συζήτηση του θέματος (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Στην προκειμένη υπόθεση, υπό το φως των τεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πρόβλεψη με βεβαιότητα του αποτελέσματος της έφεσης. Ως προς τη θέση του συνηγόρου των αιτητών-εναγόντων ότι αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, πρέπει να λεχθεί ότι οι αιτητές δεν επικαλούνται ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι (βλ. Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ (πιο πάνω)). Ισχυρίζονται ότι η εκτέλεση της απόφασης θα δημιουργήσει έξοδα και προβλήματα σε περίπτωση αξιοποίησης των οικοπέδων ή πώλησης τους σε τρίτους ώστε τυχόν επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της. Όπως όμως ορθά εισηγήθηκε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, οι ισχυρισμοί των αιτητών περί αποξένωσης ή αξιοποίησης των οικοπέδων εκ μέρους των εναγομένων είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι εφόσον δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί οποιεσδήποτε ενέργειες των εναγομένων που να τεκμηριώνουν τέτοιους κινδύνους και να τους καθιστούν μια σοβαρή πιθανότητα και όχι μόνο δυνατότητα, όπως είχε κριθεί στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (πιο πάνω) όπου ανεστάλη η εφεσιβληθείσα απόφαση συνεπεία της διαπίστωσης ότι προγραμματίζοντο έργα σε σχέση με το επίδικο υποστατικό. Ο ισχυρισμός του συνηγόρου των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι επιχειρηματίες αναπτύξεως γης, παρόλο που δεν τον επικαλούνται οι αιτητές-ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους όπως θα έπρεπε (βλ. σχετικά την απόφαση Lord Jeans Ltd ν. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1(Β) ΑΑΔ 808) αποστερώντας με αυτό τον τρόπο την άλλη πλευρά της δυνατότητας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση της ή και να αντεξετάσει επί του θέματος, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την αντίληψη περί αοριστίας της σχετικής θέσης των αιτητών. Αόριστος κρίνεται υπό τις περιστάσεις και ο ισχυρισμός περί δημιουργίας εξόδων που δεν θα μπορούν να ανακτηθούν αν επιτύχει η έφεση. Αντισταθμίζοντας το δικαίωμα του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του με αυτό του αποτυχόντος, που έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση προσδοκώντας την επιτυχία αυτής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται ότι υπερτερεί αυτό των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους αιτητές-ενάγοντες μέσω του συνηγόρου τους όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω δεν δικαιολογούν το αίτημα τους ούτε και καταδεικνύουν ότι η μη έκδοση του διατάγματος θα καταστήσει την έφεση τους άνευ αντικειμένου. Αντίθετα αν εκδοθεί το διάταγμα προκύπτει ο κίνδυνος να απωλέσουν οι εναγόμενοι την προθεσμία του ενός έτους που τίθεται από τα άρθρα 8 και 9 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν. 81(Ι)/2011), για την εκτέλεση του εξασφαλισθέντος δικαστικού διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, όπως ορθά προεβλήθη εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων. Κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, ότι η παρούσα αίτηση μόνο καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης θα επιφέρει με στόχο να αποστερήσει τους εναγόμενους από τα εκ της αποφάσεως απορρέοντα οφέλη εφόσον η απόφαση διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τυχόν τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Αυτή η αντίληψη δεν μεταβάλλεται από το ότι οι αιτητές-ενάγοντες προσφέρονται να παράσχουν εγγυήσεις σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης υπό όρους (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (πιο πάνω)) δεδομένου ότι η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης. Ενόψει των προαναφερθέντων, θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκαν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να καθιστούν αναγκαία την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ούτε και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση εκείνοι οι παράγοντες που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών-εναγόντων. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.