Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λίμιτεδ ν. SVA PRACTISE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 7534/99, 29/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A228 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7534/99 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λίμιτεδ Εναγόντων -και-
- S.V.A PRACTISE LIMITED
- Σάββα Ζαχαριάδη
- Βαλεντίνας Συλλούρη
- S.V.A HOLDINGS LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 29.6.2012 Αίτηση Ημερομηνίας 9.2.2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-αιτητές: κα Ανδρέου για κ. Κινάνη Για τους Εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση: κ Μ. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν όπως παραχωρηθεί άδεια στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, για εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Ζητούν περαιτέρω άδεια που να τους επιτρέπει να προχωρήσουν με διαβήματα εκτέλεσης της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης καθότι έχουν παρέλθει έξι έτη από την ημερομηνία έκδοσης της και δύο έτη από την ημερομηνία ανανέωσης της. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, η οποία εκδόθηκε 7.10.1999, το Δικαστήριο επιδίκασε όπως όλοι οι εναγόμενοι αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των ΛΚ60.515,48 με τόκο 9% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού πλέον δικηγορικά έξοδα. Διέταξε επίσης την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης 3, στο Δάλι. Η ένορκη δήλωση υπογράφεται από τη Μαρία Κωνσταντίνου η οποία είναι στην υπηρεσία των εναγόντων-αιτητών, στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Λίγο χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης και συγκεκριμένα την 9.12.1999 οι ενάγοντες-αιτητές κατεχώρησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την αίτηση με αριθμό ΑΝΠ 217/99 για εκποίηση της υποθήκης Υ9846/
- Μέχρι σήμερα το Κτηματολόγιο δεν προχώρησε με την εκποίηση, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων. Το Νοέμβριο του 1999 ο εναγόμενος 2 Σάββας Ζαχαριάδης, ο οποίος ήταν και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης 1 εταιρείας επισκέφθηκε τους ενάγοντες και έκανε διάφορες εισηγήσεις για εξόφληση του επιδίκου χρέους. Το χρέος δεν εξοφλήθηκε και ως εκ τούτου οι ενάγοντες προχώρησαν με διάφορα μέτρα για εκτέλεση της απόφασης και για διασφάλιση του λαβείν τους. Τον Απρίλιο του 2000 κατεχώρησαν ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον όλων των εναγομένων το οποίο αποσύρθηκε μετά από κατάθεση εκ μέρους των τελευταίων του ποσού των ΛΚ10.
- Λίγους μήνες αργότερα το Σεπτέμβριο του 2000 καταχωρήθηκε νέο ένταλμα κατάσχεσης κινητών το οποίο αποσύρθηκε μετά από κατάθεση εκ μέρους των εναγομένων του ποσού των ΛΚ2.
- Το 2001 καταχωρήθηκε τρίτο ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον όλων των εναγομένων. Ο επιδότης ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι εστερούντο οποιασδήποτε κινητής περιουσίας που να υπόκειται σε κατάσχεση. Στη συνέχεια οι ενάγοντες κατεχώρησαν Μέμο επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και
- Την 24.11.2005, ο εναγόμενος 2, Σάββας Ζαχαριάδης απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες να μην προχωρήσουν με περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης καθότι ανέμενε να λάβει χρήματα από τρίτους και με αυτά θα διευθετούσε το χρέος. Λίγες μέρες αργότερα επικοινώνησε και η εναγομένη 3 με τους ενάγοντες και υπέβαλλε το ίδιο αίτημα, ήτοι να μην προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης καθότι προσπαθούσε να πωλήσει ακίνητη περιουσία ή να δανεισθεί για να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Τα επόμενα έτη οι ενάγοντες δεν προχώρησαν με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης περιορίσθηκαν στην εξασφάλιση διαταγμάτων για ανανέωση της απόφασης και των εμπράγματων βαρών (Μέμο). Το Μάρτιο του 2009 ο εναγόμενος 2 επισκέφθηκε εκ νέου τους ενάγοντες στα γραφεία των τελευταίων και τους πληροφόρησε ότι προσπαθούσε να πωλήσει το σπίτι του για να εξοφλήσει την απόφαση. Τους ενημέρωσε επίσης ότι η εναγομένη 3 εξακολουθούσε να βρίσκεται μόνιμα εγκατεστημένη στο εξωτερικό. Η εναγομένη 3 επικοινώνησε με τους ενάγοντες το Μάρτιο του 2011 και ζήτησε από αυτούς να απαλλάξουν από το Μέμο ένα εκ των ακινήτων της και σε αντάλλαγμα θα κατέβαλλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το ποσό των €
- Οι ενάγοντες απάλλαξαν το ακίνητο από το Μέμο προσπάθησαν δε πολλές φορές να επικοινωνήσουν με την εναγομένη 3 αλλά αυτή δεν ανταποκρινόταν. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους διάφορα ποσά αλλά εξακολουθούν να οφείλουν μέχρι σήμερα το ποσό των €156.921 πλέον τόκους επί ποσού €99.586,62 από 1.1.2012 μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα. Τη 10.4.2012 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση αλλαγής ονόματος των εναγόντων. Το νέο όνομα των εναγόντων είναι, από 5.4.2012, «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd». Οι εναγόμενοι-καθ΄ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην οποία προβάλλουν δεκατέσσερις συνολικά λόγους για απόρριψη της αίτησης. Ισχυρίζονται ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η αίτηση είναι ανυπόστατη, καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα, και είναι καταχρηστική καθότι δεσμεύθηκε με μέμο περιουσία των εναγομένων πολύ μεγάλης αξίας. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι με την εκποίηση της υποθήκης οι αιτητές υπερκαλύπτονται και το οφειλόμενο ποσό εξοφλείται πλήρως. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 2 παραδέχεται τα περισσότερα γεγονότα που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών, απορρίπτει όμως ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εναγομένη 3 είχαν επαφές με τους ενάγοντες σε σχέση με την εξόφληση του επίδικου χρέους. Οι αιτητές δεν ζήτησαν την αντεξέταση του μάρτυρα, ούτε άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενόψει τούτου δεν μπορώ να λάβω υπόψιν μου τις πιο πάνω δηλώσεις. Σε σχέση δε με τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί εκ μέρους των εναγόντων και συγκεκριμένα τα εντάλματα κατάσχεσης κινητών, ο ομνύοντας δηλώνει άγνοια για το θέμα αυτό, παρά ταύτα όμως δεν έχει ζητήσει να αντεξετάσει την ομνύουσα. Επισημαίνω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δίδονται πλήρη στοιχεία σε σχέση με τα εντάλματα αυτά και δεν αναμένετο από τους αιτητές να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποίαν θα επαναλάμβαναν όσα έχουν ήδη αναφέρει ή ότι θα ζητούσαν άδεια για αντεξέταση του εναγόμενου 2 σε σχέση με την άγνοια του. Στο σημείο δε αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι τα εντάλματα κατάσχεσης κινητών αφορούσαν και τους τέσσερις εναγόμενους και όχι μόνο τον εναγόμενο 2, ο οποίος υπογράφει την ένορκη δήλωση. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου ικανοποιούμαι ότι οι αιτητές έχουν καταχωρήσει τα εντάλματα κατάσχεσης κινητών που αναγράφονται στην αίτηση. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τις αρχές που διέπουν το θέμα προ ολίγων μηνών στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ v
- Κυριάκου Στυλιανού ημερ. 22.11.11, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Η αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 40, θεσμός 8, των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο θεσμός αυτός προβλέπει ότι: «Όπου έχουν περάσει 6 χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή ... , ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται εις εκτέλεση μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για έκδοση άδειας σχετικής εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει διάταγμα για αυτό το σκοπό ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα αναγκαίο για να αποπερατώσει τα δικαιώματα των διαδίκων δικαστεί κατά οποιοδήποτε από τους τρόπους που μπορούν να δικαστούν οποιαδήποτε ερωτήματα σε μια αγωγή. Και σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως θα ήθελε κρίνει δίκαιους». Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και στον έλεγχο του Δικαστηρίου και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για αλλότριο σκοπό. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Kleopas Panaou v. Chrysanthos Hadjichristofi[1] : «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control; and cannot be allowed to be used for the purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest; or indeed for any purpose other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control». Το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο κατά την άσκηση των εξουσιών του μπορεί να θέσει, αν το κρίνει σκόπιμο, οποιουσδήποτε όρους. Στο Halsbury's Laws of England[2] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «The granting of leave is a matter of discretion and the court may refuse leave, or postpone it or impose term(s), or direct any necessary question to be tried first». Η Διάταξη 40 Θεσμός 8 των Κυπριακών Θεσμών αντιστοιχεί με τη Διάταξη 42 Θεσμός 23 των Αγγλικών Θεσμών. Η αίτηση, σύμφωνα με την Αγγλική Διάταξη, πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και σε αυτή να περιλαμβάνονται και οι λόγοι που καθυστέρησε η εκτέλεση της απόφασης[3]. Στη διάταξη 40 Θεσμός 8 δεν υπάρχει η αντίστοιχη πρόνοια, ανεξαρτήτως τούτου όμως, λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση της αίτησης, κρίνω ότι οι λόγοι της καθυστέρησης αποτελούν παράγοντα καθοριστικής σημασίας στην έκβαση της υπόθεσης. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα. Το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, το χρόνο που διέρρευσε από το χρόνο έκδοσης της απόφασης, το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, τα μέτρα εκτέλεσης που είχε στη διάθεση του ο εξ αποφάσεως πιστωτής και κατά πόσο ο εξ αποφάσεως χρεώστης είχε και ή έχει τους οικονομικούς πόρους για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Εξ ίσου σημαντική είναι και η συμπεριφορά των δύο μερών. Διαφορετικό χειρισμό θα τύχει η περίπτωση του εναγομένου που προσπάθησε να εξοφλήσει το χρέος και πρότεινε στους ενάγοντες την καταβολή του ποσού ή μέρους αυτού και οι τελευταίοι το απόρριψαν, από την περίπτωση του εναγόμενου που καμιά προσπάθεια έκανε για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή του εναγομένου που κρυβόταν για να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης και ή παρέλειψε να κοινοποιήσει στους ενάγοντες την αλλαγή της διεύθυνσης του[4]». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ και
- Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.α[5], το Εφετείο τόνισε ότι τέτοιου είδους αιτήσεις μπορούν να καταχωρηθούν μονομερώς και χωρίς να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Επισήμανε επίσης ότι οι αιτητές δεν χρειάζεται να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που θα τους έδιναν δικαίωμα εκτέλεσης της απόφασης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «.το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε κατά την κρίση μας, και θεωρώντας ότι οι τότε αιτητές (εφεσείοντες) θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί σε ειδικές περιστάσεις οι οποίες τους έδιναν δικαίωμα εκτέλεσης, μετά την παρέλευση έξι ετών. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί η Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλά ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση. Μας φαίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως Εφετείο, την προηγούμενη απόφαση του ομοβάθμιου του δικαστηρίου και μάλιστα έθεσε και δυσανάλογα ψηλά κριτήρια που δεν δικαιολογούνταν». Στην ίδια υπόθεση αποφασίσθηκε ότι το ύψος του οφειλόμενου ποσού δεν αποτελεί ζήτημα «.που αφορά άμεσα στην παραχώρηση άδειας εκτέλεσης απόφασης. Εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλόμενου υπολοίπου είναι κατά την αντίληψη μας θέμα ορθού υπολογισμού». Παρόμοιο θέμα έχει εγερθεί στην παρούσα υπόθεση, υιοθετώ την ίδια προσέγγιση. Συμφωνώ με την κα Ανδρέου ότι οι αιτητές δεν παρέμειναν αδρανείς όλο αυτό το διάστημα αλλά έλαβαν μέτρα για να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέος. Καταχώρησαν αίτηση για εκποίηση της υποθήκης το 1999, πριν δεκατρία περίπου έτη παρά ταύτα όμως το Κτηματολόγιο μέχρι σήμερα, για λόγους που δεν ευθύνονται οι ενάγοντες, δεν προχώρησαν με την εκποίηση. Οι αιτητές προχώρησαν και με άλλα μέτρα εκτέλεσης, ήτοι με την καταχώρηση ενταλμάτων κατάσχεσης κινητών, έγιναν κάποιες πληρωμές έναντι του χρέους, εισέπραξαν μέρος αυτού, όχι όμως ολόκληρο το ποσό. Πέραν των πιο πάνω προσπάθησαν να διασφαλίσουν το λαβείν τους καταχωρώντας μέμο επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων. Είναι γεγονός ότι επιβαρύνθηκε μεγάλος αριθμός κτημάτων, ιδιοκτησία των εναγομένων. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν ισοδυναμεί με κατάχρηση. Πρόκειται για νομότυπη ενέργεια που ανήκει στη σφαίρα των δικαιωμάτων κάποιου εξ αποφάσεως πιστωτή. Το θέμα αυτό θα έπρεπε κατά την άποψη μου να προβληματίσει το νομοθέτη κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο ο εξ αποφάσεως πιστωτής να έχει δικαίωμα να επιβαρύνει την ακίνητη περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη, όταν η αξία αυτής υπερβαίνει κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος ή κατά πόσο η αξία της δεσμευθείσας περιουσίας θα έπρεπε να ήταν ανάλογη του εξ αποφάσεως χρέους. Κατάχρηση διαδικασίας χωρεί μόνον εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του οφειλέτη. Το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο μέτρο[6]. Η άσκηση κάποιου δικαιώματος μπορεί να περιορισθεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην εξασφάλιση παρεμφερούς πλεονεκτήματος[7] ή για σκοπό που απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι αιτητές ενήργησαν με τον πιο πάνω τρόπο. Οι καθ΄ ων η αίτηση στην ένστασης τους, τονίζουν ή καλύτερα υπερτονίζουν ότι είναι ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας η αξία της οποίας είναι πολύ μεγάλη. Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί δεν φρόντισαν μέχρι σήμερα να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος πωλώντας μέρος αυτής και αντ΄ αυτού συνεχίζουν να οφείλουν στους ενάγοντες -αιτητές ένα αρκετά μεγάλο ποσό από το 1999 μέχρι σήμερα. Πέραν των πιο πάνω λαμβάνω υπόψιν ότι η είσπραξη ποσού τέτοιου ύψους ακόμη και μικρότερου ποσού δεν είναι εύκολη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψιν τα περιορισμένα μέτρα εκτέλεσης που έχει στη διάθεση του ο εξ αποφάσεως πιστωτής και το μεγάλο χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την υλοποίηση των μέτρων αυτών, ιδιαίτερα όσων σχετίζονται με ακίνητη ιδιοκτησία. Ως αναφέρω και στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα v Κ. Στυλιανού (ανωτέρω), προφανώς αυτές τις δυσκολίες είχε κατά νου ο νομοθέτης και προέβη πρόσφατα στην τροποποίηση του νόμου και αύξησε το χρόνο που βρίσκεται σε ισχύ μια απόφαση από έξι σε δέκα έτη. Επιπρόσθετα θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν αναμένεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή να εξαντλήσει όλα τα μέτρα εκτέλεσης προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται ανανέωση της απόφασης. Τέτοια προσέγγιση όχι μόνο είναι λανθασμένη αλλά θα οδηγούσε σε πολύ δυσάρεστες καταστάσεις, θα έθετε σε δυσμενή θέση τον εξ αποφάσεως χρεώστη και θα διόγκωνε τα δικηγορικά έξοδα, τα οποία θα καλείτο τελικά ο χρεώστης να καταβάλει. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να πετύχει. Δίδεται άδεια στους ενάγοντες-αιτητές όπως προχωρήσουν με την εκτέλεση της απόφασης. Η άδεια θα ισχύει για τρία χρόνια από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(1963)2 (civil) 19,
- [2] Halsbury's Laws of England, 3rd edition, vol.16, pp 8-9 [3] Annual Practice 1959,
- [4] Βλέπετε σχετικά W.T.LAMB & SONS v.RIDER
(1948)2 All E.R. 402 [5] 7.6.2012 Πολ. Εφέσεις 122/2009 και 124/
- [6] Walpole v Partridge and Wilson [1994] 1 Al ER. 385, D.P.P. v. Humphrys [1977] A.C.1 [7] Church of Scientology v. DHSS [1979] 2 All ER 97, Goldsmith Sperirings Ltd [1977] 2 All ER
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο