← Κύπρος

Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Μιχαλάκη Σάββα, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Χριστοφίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7

Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Μιχαλάκη Σάββα, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Χριστοφίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7253/07, 28/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7253/07 Μεταξύ: Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου Ενάγουσας -και- Μιχαλάκη Σάββα, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Χριστοφίδη, τέως από τον Στρόβολο, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 208/99 Εναγομένου ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 5.11.

  1. Μεταξύ: Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου Ενάγουσας -και-
  2. Μιχαλάκη Σάββα, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Χριστοφίδη, τέως από τον Στρόβολο, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 208/
  3. Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου, ως διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Χαράλαμπου Παπαδόπουλου τέως εκ Στροβόλου δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 12/
  4. Εναγομένων Ημερομηνία: 28.5.2012 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λ. Λουκαϊδης, και κα Λ. Πατσαλίδου Για τον Εναγόμενο 1: κ. Χρ. Χριστοφίδης και κ. Παύλου Για τον Εναγόμενο 2: κ. Δ. Παπαχρυσοστόμου αυτοπροσώπως, για ν΄ ακούσει την απόφαση κ. Χρ. Παπαχρυσοστόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει δήλωση και ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσαντας Ανδρέας Χριστοφίδης είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του διαμερίσματος αρ. 3, στον 5ον όροφο της πολυκατοικίας Πύργος Α, επί της οδού Αγίας Σοφίας 11, Έγκωμη, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής Β1166, Φ/ΣΧ ΧΧΧ/53.Ε.1.54.W.1, τεμάχιο 499, Τμήμα Β στην Έγκωμη, που θ΄ αναφέρεται μετά απλώς ως «το διαμέρισμα», ως καταπιστευματοδόχος και ή εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας δυνάμει ρητού (express) και ή καταληκτικού (resulting) και ή εξυπακουόμενου (implied) και ή εξ ερμηνείας (constructive) εμπιστεύματος και ή καταπιστεύματος (trust) και ή ιδιοκτησιακού κωλύματος. Αξιώνει επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι ενόψει των πιο πάνω η ίδια δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του μεριδίου αυτού και διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος 1 διαχειριστής της περιουσίας του Ανδρέα Χριστοφίδη εγγράψει επ΄ ονόματι της το επίδικο ακίνητο. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν αμφισβητηθεί προκύπτουν τα πιο κάτω: Η ενάγουσα είναι η επιζώσα σύζυγος και μια εκ των τριών κληρονόμων του Ανδρέα Χριστοφίδη που απεβίωσε την 22.6.98, χωρίς ν΄ αφήσει διαθήκη. Οι άλλοι δύο κληρονόμοι είναι τα παιδιά του από προηγούμενο γάμο, Αγγέλα Χριστοφίδου και Χαράλαμπος Χριστοφίδης. Ο εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ενώ ο Εναγόμενος 2, ο οποίος ενεργεί ως διαχειριστής της περιουσίας της Θεοφίλης Χαραλάμπου Παπαδοπούλου, πρώην συζύγου του Ανδρέα Χριστοφίδη, προσετέθη ως διάδικος στη διαδικασία, κατόπιν δικού του αιτήματος, δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου, ημερομηνίας 5.11.
  5. Η ενάγουσα και ο Ανδρέας Χριστοφίδης αρραβωνιάστηκαν τον Αύγουστο του 1985 και έξι μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του 1986, παντρεύτηκαν. Αμέσως μετά τον αρραβώνα τους η ενάγουσα, η οποία προηγουμένως ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα, ήλθε στην Κύπρο και συγκατοίκησε με το σύζυγο της σε κυβερνητική κατοικία καθότι ο σύζυγος της ήταν, την περίοδο εκείνη, Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τον Ιούνιο του 1988 η ενάγουσα και ο σύζυγος της αγόρασαν ένα διαμέρισμα, που βρισκόταν υπό ανέγερση, στην οδό Αγίας Σοφίας στην Έγκωμη, έναντι του ποσού των Λ.Κ.55.000, πλέον φόρους και τόκους. Το ζευγάρι μετακόμισε στο πιο πάνω διαμέρισμα το φθινόπωρο του
  6. Η ενάγουσα συνεχίζει να διαμένει στο πιο πάνω διαμέρισμα μέχρι σήμερα. Το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος, που ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.55.096,71, εξοφλήθηκε το Μάϊο του 1991 με ποσά που κατέβαλαν τόσο η ενάγουσα όσο και ο σύζυγος της. Για σκοπούς χρηματοδότησης της αγοράς του διαμερίσματος η ενάγουσα και ο σύζυγος της συνήψαν δάνεια, για την εγγύηση των οποίων υποθήκευσαν το εν λόγω διαμέρισμα και εκχώρησαν τα ασφαλιστήρια ζωής που διατηρούσαν. Το πιο πάνω διαμέρισμα αποτελεί και το αντικείμενο στην παρούσα διαδικασία. Είναι η θέση της ενάγουσας, θέση με την οποία διαφωνεί η υπεράσπιση, ότι «.ήταν ενίοτε κοινή συμφωνία και/ή πρόθεση και/ή συναντίληψη και/ή διευθέτηση της ενάγουσας και του αποβιώσαντα ότι αυτοί θα προέβαιναν στην αγορά κατοικίας στην οποίαν θα διέμεναν και θα ανήκε αποκλειστικά και/ή θα μεταβιβαζόταν επ΄ ονόματι της ενάγουσας». Ο εναγόμενος 1, στην υπεράσπιση του, αναφέρει ότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς ενώ ο εναγόμενος 2 όχι μόνο τους αρνείται αλλά ισχυρίζεται περαιτέρω ότι «.ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία ή και συναντίληψη περί τούτου. Το διαμέρισμα αγοράσθηκε από κοινού και εξ ίσου και μεταβιβάσθηκε σε αμφοτέρους και εξ ίσου». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν μόνο τρία πρόσωπα, ο νομικός Ανδρέας Παναγιώτου, η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Χριστοφίδη, Μιχαλάκης Σάββα. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΕ1, Ανδρέας Παναγιώτου, κατέθεσε ότι ήταν φίλοι με τον Ανδρέα Χριστοφίδη, γνωρίσθηκαν λόγω «της ανάμειξης τους στα πολιτικά», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, όταν ο Ανδρέας Χριστοφίδης ήταν Κυβερνητικός Εκπρόσωπος και στη συνέχεια Υπουργός Παιδείας και ο ίδιος στέλεχος της Ένωσης Κέντρου και βουλευτής του ΔΗΚΟ. Ο μάρτυρας χαρακτήρισε τον Ανδρέα Χριστοφίδη ως αξιόλογο πρόσωπο, τον εκτιμούσε τόσο για τα πνευματικά όσο και για τα δημόσια ενδιαφέροντα του. Την 4.6.93 ο Ανδρέας Χριστοφίδης τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, του παρέδωσε ένα έγγραφο γραμμένο και υπογραμμένο από τον ίδιο και του ζήτησε να το παραδώσει στη σύζυγο του Νάσα, ήτοι την ενάγουσα, μετά το θάνατο του. Το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου το παραθέτω αυτούσιο: « 3.6.1993 Αξ. κ. Ανδρέαν Παναγιώτου δικηγόρον ενταύθα. Αγαπητέ κ. Παναγιώτου, Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Ανδρέας Νικολάου Χριστοφίδης, εκ Λευκωσίας, γεννηθείς την
  7. 1937, αριθμός ταυτότητας 74401 δηλώ ότι εις περίπτωσιν θανάτου μου ή προχωρημένης αναπηρίας μου, το διαμέρισμα εις Αγίας Σοφίας 11, Έγκωμη, αρ. 501 ανήκει εξ ολοκλήρου στην σύζυγόν μου Νάσαν Παταπίου-Χριστοφίδου υπογραφή (Ανδρέας Νικολάου Χριστοφίδης)». Ο μάρτυρας όταν διάβασε το έγγραφο, ρώτησε τον Ανδρέα Χριστοφίδη γιατί το έγγραφο απευθυνόταν στον ίδιο προσωπικά και αυτός του απάντησε «.γιατί σε εμπιστεύομαι και θέλω να σε καταστήσω προσωπικό μάρτυρα αυτής της δήλωσης μου που περιέχεται σε αυτό το έγγραφο και ότι θα πράξεις ως η επιθυμία μου». Ο μάρτυρας ζήτησε επίσης από τον Ανδρέα Χριστοφίδη να του διευκρινίσει τι εννοούσε με τη φράση «εξ ολοκλήρου» και κατά πόσο το διαμέρισμα ήταν «ολόκληρο στο όνομα του». Αυτός του απάντησε «όχι, το μισό είναι πάνω μου και το άλλο μισό στο όνομα της γυναίκας μου». Μετά το θάνατο του Ανδρέα Χριστοφίδη, ο μάρτυρας είχε σκοπό να επικοινωνήσει με την ενάγουσα, του τηλεφώνησε όμως εκείνη πρώτη το Σεπτέμβριο του
  8. Η ενάγουσα τον ρώτησε αν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο του συζύγου της που την αφορούσε και ο μάρτυρας την ενημέρωσε για το έγγραφο, τεκμήριο
  9. Η ενάγουσα τον επισκέφθηκε τότε στο γραφείο του και παρέλαβε το πιο πάνω έγγραφο. Η πιο πάνω μαρτυρία του ΜΕ1, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η ενάγουσα, Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου. Η ενάγουσα είναι κάτοχος πτυχίων πανεπιστημίου, μεταπτυχιακού και έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών. Σπούδασε Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία, Ιστορία και Αρχαιολογία, Παλαιογραφία, Βυζαντινή και Ιταλική, Θέατρο και Κλασσικό χορό. Πριν τον αρραβώνα της με τον Ανδρέα Χριστοφίδη και συγκεκριμένα από το 1980, διέμενε και εργαζόταν μόνιμα στην Αθήνα στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Επέλεξε να εγκαταλείψει τη ζωή της στην Αθήνα και «το έργο της», ως ανάφερε χαρακτηριστικά, για να βρίσκεται μαζί με το σύζυγο της στην Κύπρο. Η ενάγουσα και ο σύζυγος της είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας, δεκαέξι περίπου χρόνια. Όταν παντρεύτηκαν αυτός ήταν πενήντα περίπου ετών και εκείνη τριαντατεσσάρων. Περίγραψε τις σχέσεις της με το σύζυγο της ως άριστες, υπήρχαν εκατέρωθεν αισθήματα αγάπης και εκτίμησης, τα οποία παρέμειναν ακλόνητα μέχρι το τέλος. Παντρεύτηκαν από έρωτα, ο Ανδρέας Χριστοφίδης την θαύμαζε αρχικά ως ποιήτρια και μετά αναπτύχθηκε κάποιος δεσμός μεταξύ τους. Σ΄ ερώτηση του κ. Παπαχρυσοστόμου κατά πόσο της είχε προσωπική αδυναμία, αυτή απάντησε: «Νομίζω πως ναι. Κατά ένα περίεργο τρόπο. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ο Ανδρέας Χριστοφίδης. Ναι, αυτό είναι αλήθεια και το απέδειξε με τα ποιήματα που μου έγραψε λίγο πριν πεθάνει αν σας ενδιαφέρει η ποίηση». Η ίδια διέθετε αρκετές ώρες προς όφελος της «επαγγελματικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής του συζύγου της». Ο σύζυγος της τόσο με τα λόγια όσο και με τα έργα του αναγνώριζε την παρουσία και την προσφορά της στη ζωή και το έργο του. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν ο ισχυρισμός ότι οι σχέσεις τους ήταν άριστες μέχρι το τέλος. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγοράστηκε το διαμέρισμα η ενάγουσα είπε ότι ήταν αυτή που ήθελε «μια στέγη», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «ως γυναίκα, ως νοικοκυρά και ως πρόσφυγας». Ο σύζυγος της εκτός του ότι ήταν πολυάσχολος δεν τον ενδιέφερε να έχει ένα δικό του σπίτι, «στα θέματα της ζωής τα καθημερνά δεν είχε καθόλου οργάνωση». Η ίδια άρχισε να ψάχνει για διαμέρισμα το καλοκαίρι του 1988 και η έρευνα της διάρκεσε δύο με τρεις μήνες. Αντίγραφο του εγγράφου αγοραπωλησίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  10. Σύμφωνα με το πιο πάνω έγγραφο αγοραστές του επιδίκου διαμερίσματος ήταν οι Ανδρέας Χριστοφίδης και Νάσα Χριστοφίδου. Το διαμέρισμα, ως αναφέρω και πιο πάνω, αγοράσθηκε με την οικονομική συμβολή αμφοτέρων. Πέραν του στεγαστικού δανείου που συνήψαν και οι δύο από εμπορική τράπεζα, η ενάγουσα εξασφάλισε οικονομική βοήθεια από την Κυπριακή Δημοκρατία ύψους Λ.Κ.2.700, σχετικό είναι το έγγραφο που κατατέθηκε, τεκμήριο
  11. Κατά τη χρονική εκείνη περίοδο εργαζόταν στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, στην κλίμακα Α9-Α
  12. Τα εισοδήματα του συζύγου της ήταν «σαφώς μεγαλύτερα» από τα δικά της. Ο Ανδρέας Χριστοφίδης κατέβαλλε τα έξοδα των παιδιών του, τα έξοδα για τις σπουδές τους όπως επίσης και τη διατροφή της πρώην συζύγου του. Κατά την αντεξέταση της ζητήθηκε να πει τι ποσά κατέβαλε η ίδια και τι ο σύζυγος της. Εξέφρασε αδυναμία να το πράξει, δήλωσε δε χαρακτηριστικά ότι δεν τίθεται διαχωρισμός των οικονομικών θεμάτων ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, «.δεν μετρούμε και δεν ζυγίζουμε πόσα έδωσε ο ένας και πόσα έδωσε ο άλλος». Οι αποδείξεις που εκδίδονταν από την πωλήτρια εταιρεία, σε σχέση με τις δόσεις που καταβάλλονταν, ήταν στα ονόματα και των δύο τους. Αντίγραφα δέσμης αποδείξεων στις οποίες αναγράφονται τα ονόματα Ανδρέας Χριστοφίδης και Νάσα Χριστοφίδου, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για το τεκμήριο
  13. Η πρώτη απόδειξη είναι για ποσό ΛΚ5.000 και φέρει ημερομηνία 4.6.1988, οι επόμενες δύο φέρουν ημερομηνία 5.7.1988 και 5.8.1988 και είναι για το ποσό των ΛΚ500 η κάθε μια ενώ η τέταρτη είναι για το ποσό των ΛΚ17.296,71 και φέρει ημερομηνία 13.2.
  14. Τον ίδιο χρόνο, ήτοι το 1989, εκδόθησαν ακόμη τέσσερις αποδείξεις, οι δύο για το ποσό των ΛΚ1.000 η κάθε μια και οι άλλες δύο για τα ποσά των ΛΚ700 και ΛΚ2.
  15. Το 1990 εκδόθησαν δύο αποδείξεις για το ποσό των ΛΚ1.000, η κάθε μια και το 1991 μια απόδειξη για το ποσό των ΛΚ25.
  16. Μετά την ανέγερση του επιδίκου διαμερίσματος η ενάγουσα ανέλαβε και διεκπεραίωσε τη διαμόρφωση, τη διακόσμηση και τον εξοπλισμό αυτού. Το 1993 ο σύζυγος της έφυγε από την Κύπρο για πολιτικούς και επαγγελματικούς λόγους, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου εργαζόταν, ερχόταν όμως στην Κύπρο κάθε μήνα και η ίδια πήγαινε στην Αθήνα συχνά. Στην Αθήνα έμεναν μαζί στο διαμέρισμα που διατηρούσε αυτός στο Κολωνάκι, το οποίο είχε «φτιάξει» η ίδια, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ όταν ερχόταν ο σύζυγος στην Κύπρο έμεναν μαζί στο επίδικο διαμέρισμα. Τέλος του 1994 και συγκεκριμένα την 30.9.94 η ενάγουσα κατεχώρησε εναντίον του συζύγου της αίτηση διαζυγίου, τεκμήριο 2, στην οποία επικαλείται ως λόγο για την έκδοση του την εγκατάλειψη της από το σύζυγο της. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 5 και 6 του εγγράφου, τις οποίες παραθέτω κατωτέρω: «
  17. Στα πρώτα χρόνια του γάμου η συμβίωση των διαδίκων ήταν ομαλή. Κατά το τέλος όμως του 1990 οι μεταξύ των σχέσεις έγιναν ψυχρές, δεν υπήρχε η επικοινωνία που συνήθως υπάρχει μεταξύ συζύγων με αποτέλεσμα ο καθ΄ ου η αίτηση περί το τέλος του 1991 αδικαιολόγητα να μεταβεί και να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
  18. Έγιναν προσπάθειες εκ μέρους της αιτήτριας για να μην διαλυθεί ο γάμος της χωρίς όμως αποτέλεσμα για λόγους που αφορούν τον καθ΄ ου η αίτηση». Παρόμοιες αναφορές γίνονται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για υποκατάσταση επίδοση, τεκμήριο 3, ήτοι ότι ο σύζυγος της την είχε εγκαταλείψει και είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα. Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα σε σχέση με την πιο πάνω αίτηση ανέφερε ότι ό,τι αναγράφεται στο έγγραφο περί εγκατάλειψης της από το σύζυγο της πρόκειται για «κατά συνθήκη ψέμα» και ότι οι λόγοι που κατεχώρησε την αίτηση ήταν άλλοι. Εξήγησε ότι καταχώρησε την αίτηση διαζυγίου καθότι είχε ανακαλύψει ότι ενώ ο σύζυγος της βρισκόταν στην Αθήνα και της έστελλε επιστολές, με τις οποίες της εξέφραζε το θαυμασμό του προς το πρόσωπο της, παράλληλα διατηρούσε και εξωσυζυγικές σχέσεις με μια Γαλλίδα, την οποία γνώριζε χρόνια πριν και με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό ακόμη και όταν ήταν παντρεμένος με την πρώτη σύζυγο. Αυτό την πλήγωσε πάρα πολύ και αυτός ήταν ο λόγος που κατεχώρησε την αίτηση. Επέλεξε να αποκρύψει τους αληθινούς λόγους για να μην εκθέσει το σύζυγο της. Όταν ο σύζυγος της έλαβε την αίτηση, έκλαιγε και της ζήτησε να την αποσύρει και αυτή την απόσυρε. Παρενθετικά αναφέρω ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την εξωσυζυγική σχέση του Ανδρέα Χριστοφίδη με τη Γαλλίδα, ούτε ότι αυτός είχε ζητήσει κλαίοντας από την ενάγουσα να αποσύρει την αίτηση διαζυγίου. Η αντεξέταση της ενάγουσας επί του συγκεκριμένου σημείου περιορίσθηκε στο «κατά συνθήκη ψέμα». Ο κ. Παπαχρυσοστόμου δε κατά την τελική αγόρευση του κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την ενάγουσα ως αναξιόπιστη μάρτυρα, με βάση το γεγονός αυτό, ήτοι το «κατά συνθήκη ψέμα». Τέλος του 1995 ο Ανδρέας Χριστοφίδης επέστρεψε στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση. Τους πρώτους δύο με τρεις μήνες διέμεναν μαζί στο επίδικο διαμέρισμα, στη συνέχεια όμως ο σύζυγος μετακόμισε σε διαμέρισμα στη Λευκωσία και διέμενε μαζί με την αδελφή του. Την εποχή εκείνη ήταν ήδη πολύ άρρωστος, έπασχε από κατά πλάκα σκλήρυνση, ασθένεια η οποία είχε εκδηλωθεί λίγο μόνο χρόνο μετά το γάμο τους. Αγκάθι στις σχέσεις του ζευγαριού ήταν, σύμφωνα με την ενάγουσα, οι συγγενείς του Ανδρέα Χριστοφίδη οι οποίοι επιχειρούσαν κατά καιρούς να δημιουργήσουν προβλήματα στις σχέσεις τους. Ο Ανδρέας Χριστοφίδης «φοβόταν τους δικούς του», έλεγε στη θυγατέρα του ότι θα περνούσε τις γιορτές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα στη Λεμεσό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μαζί με την ενάγουσα. Όταν επέστρεψε από την Αθήνα η θυγατέρα του, του ανέφερε ότι «δεν θα του έπαιρνε να δει τα παιδιά της», ήτοι τα εγγόνια του, ενόσω διέμενε μαζί με την ενάγουσα. Τότε ήταν που η αδελφή του τον συνεβούλευσε να πάει να μείνει σε διαμέρισμα μαζί της. Παρά το γεγονός ότι δεν διέμεναν μαζί συνέχιζαν να είναι σύζυγοι, η ενάγουσα τόνισε ότι «είχαν όλες τις συζυγικές σχέσεις». Προς ενίσχυση της πιο πάνω θέσης της ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το Γενάρη του 1997 της είχε «βγάλει» εισιτήριο να πάει μαζί του Αμερική, αυτή όμως δεν μπορούσε. Όταν επέστρεψε από το ταξίδι του της έφερε διάφορα δώρα από το Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης. Ένα χρόνο δε πριν πεθάνει ο σύζυγος της πήγε στη Βενετία και τη συνάντησε. Η ενάγουσα βρισκόταν εκεί στα πλαίσια μιας έρευνας που έκανε για τη Βενετοκρατία. Όταν τον ρώτησε γιατί είχε κάνει αυτό το ταξίδι εφόσον ήταν άρρωστος, αυτός της απάντησε ότι πήγε να τη συναντήσει καθότι είχε ένα προαίσθημα ότι θα πέθαινε. Η ενάγουσα κατέθεσε επίσης ότι ο Ανδρέας Χριστοφίδης της είχε δώσει γενικό πληρεξούσιο σε σχέση με την περιουσία του, το οποίο ουδέποτε ανακάλεσε. Ο σύζυγος της, δέκα μέρες πριν πεθάνει της είπε, στην παρουσία της μητέρας της, ότι «μόνο εκείνη τον νοιαζόταν», και το σπίτι της ανήκε. Της ανέφερε δε ότι το θέμα του σπιτιού το είχε διευθετήσει με τον Ανδρέα Παναγιώτου. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η μαρτυρία της ενάγουσας. Ο μάρτυρας υπεράσπισης Μιχαλάκης Σάββα, ΜΥ, ανέλαβε διαχειριστής της περιουσίας του Ανδρέα Χριστοφίδη. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε η απογραφή της περιουσίας, τεκμήριο 5, σύμφωνα με την οποίαν η κινητή περιουσία του αποβιώσαντα ανερχόταν σε ΛΚ105.000 περίπου, ενώ η ακίνητη περιουσία του αποτελείτο μόνο από το ½ μερίδιο του επιδίκου διαμερίσματος. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες που ηγέρθησαν σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα. Οι διαδικασίες αυτές δε αφορούν άμεσα τα επίδικα θέματα δίνουν όμως κατά την άποψη μου μια πιο πλήρη εικόνα των σχέσεων της ενάγουσας και των παιδιών του Ανδρέα Χριστοφίδη, που κάθε άλλο παρά καλές είναι. Η αγωγή 10124/00 αφορούσε αγωγή που κατεχώρησε η πρώην σύζυγος του Ανδρέα Χριστοφίδη, Θεοφίλη Παπαδοπούλου, εναντίον της περιουσίας του. Η ενάγουσα αξίωνε το ποσό των ΛΚ33.000 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου. Η αγωγή 1723/01 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή εναντίον του Μιχαλάκη Σάββα υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή. Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα αξίωνε το ποσό των ΛΚ43.897,50 δυνάμει εμπιστεύματος. Την 14.2.2005 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της για το ποσό των ΛΚ42.961,53 πλέον τόκους και έξοδα αντίγραφο της απόφασης κατατέθηκε ως τεκμήριο
  19. Αγωγές εναντίον του διαχειριστή δυνάμει εγγράφου εμπιστεύματος καταχώρησαν και τα δύο παιδιά του αποβιώσαντα πρόκειται για τις αγωγές 7137/06 και 7138/06 αντίστοιχα. Οι ίδιοι κατεχώρησαν επίσης εναντίον του διαχειριστή την εναρκτήρια κλήση 1175/06 με την οποίαν ζητούσαν διάταγμα όπως προχωρήσει με την πώληση του ½ μεριδίου του επιδίκου διαμερίσματος που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του αποβιώσαντα. Στη συνέχεια ο ίδιος κατεχώρησε εναντίον της ενάγουσας την αγωγή 5715/05 με την οποίαν αξίωνε απ΄ αυτήν την καταβολή ενοικίων για το ½ μερίδιο του ακινήτου από 22.6.98 και μετέπειτα. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ο μάρτυρα διέκοψε την πιο πάνω αγωγή «για να δώσει έτσι τον αναγκαίο χρόνο στην ενάγουσα να ολοκληρώσει τη δική της αγωγή». Το 2007 η ενάγουσα κατεχώρησε την εναρκτήρια κλήση 729/07 εναντίον του διαχειριστή η οποία αφορούσε αριθμό έργων τέχνης που σύμφωνα με τη θέση της ενάγουσας κατακρατούσε παράνομα η θυγατέρα του αποβιώσαντα Αγγέλα Χριστοφίδου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας σε σχέση με το τεκμήριο 1 είπε ότι ο ίδιος πίστευε ότι το έγγραφο αυτό δεν συνιστούσε διαθήκη και περαιτέρω ότι δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει το ½ του επιδίκου ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας με βάση το πιο πάνω έγγραφο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Καταλήγω στα πιο κάτω. Ως ανέφερα και πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο. Η μαρτυρία του ήταν θετική, ειλικρινής και γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ειλικρινής ήταν πιστεύω και ο μάρτυρας υπεράσπισης Μιχαλάκης Σάββα, η μαρτυρία του οποίου ήταν στην ουσία τυπική. Τι ενέργειες έκανε ο διαχειριστής στα πλαίσια της διαχείρισης και τι οδηγίες έλαβε από την ενάγουσα δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης, ούτε ρίχνουν φως στα επίμαχα θέματα. Υψίστης σημασίας όμως για την έκβαση της υπό κρίση αγωγής είναι η μαρτυρία της ενάγουσας, ενόψει και του γεγονότος ότι ήταν η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα, τα γεγονότα που περιβάλλουν την αγορά του και τα όσα διαμοίφθηκαν μεταξύ των δύο συζύγων. Η ενάγουσα είναι μια γυναίκα με ωραία, εντυπωσιακή εξωτερική εμφάνιση ακόμη και σήμερα που βρίσκεται σε κάπως πιο προχωρημένη ηλικία και με δυναμική προσωπικότητα. Είναι έξυπνη, πολύ μορφωμένη, με ανήσυχο πνεύμα και πολλά ενδιαφέροντα, ιδιαίτερα καλλιτεχνικά. Μου έδωσε την εντύπωση ότι πρόκειται για άτομο που ζει έντονα τη ζωή του, κάποιες φορές παρορμητικά χωρίς ν΄ ακολουθεί πάντοτε τα καθιερωμένα κοινωνικά πρότυπα. Απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν χωρίς περιστροφές, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς φόβο αλλά με πολλή πάθος. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της δεν έχει αμφισβητηθεί, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο γάμος της με το σύζυγο της, Ανδρέα Χριστοφίδη ήταν μετά από μεγάλο έρωτα, ούτε ότι ο σύζυγος της, της είχε αδυναμία. Εξάλλου αυτή ήταν και η θέση της υπεράσπισης. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα μέσω της αντεξέτασης ήταν οι σχέσεις της με τον Ανδρέα Χριστοφίδη, τρία περίπου έτη μετά το γάμο τους. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι από το 1991 και εντεύθεν οι σχέσεις του ζευγαριού κάθε άλλο παρά καλές ήταν και ότι ο Ανδρέας Χριστοφίδης από τη χρονική εκείνη περίοδο μέχρι και το θάνατο του ουδέποτε κατοίκησε στο διαμέρισμα. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης η υπεράσπιση επικαλέσθηκε την αίτηση διαζυγίου που κατεχώρησε η ίδια η ενάγουσα και ιδιαίτερα τον ισχυρισμό που περιέχεται σ΄ αυτήν ότι ο σύζυγος της την είχε εγκαταλείψει. Η ενάγουσα, ως αναφέρω και πιο πάνω, αντέκρουσε την πιο πάνω θέση λέγοντας ότι όσα ανέφερε στην αίτηση διαζυγίου περί εγκατάλειψης της από το σύζυγο της πρόκειται για «κατά συνθήκη ψέμα», ο πραγματικός λόγος που προσέφυγε στο Οικογενειακό Δικαστήριο ήταν η εξωσυζυγική σχέση που συνήψε ο σύζυγος της με μια παλιά ερωμένη του. Κατανοώ την πίκρα και το αίσθημα προδοσίας που διακατείχαν την ενάγουσα το συγκεκριμένο χρόνο, τα οποία την ώθησαν να ενεργήσει παρορμητικά και να καταχωρήσει την αίτηση διαζυγίου, χωρίς να το καλοσκεφτεί. Διακρίνω όμως ότι ακόμη και κατά το χρόνο που καταχωρούσε την αίτηση διαζυγίου συνέχιζε να τρέφει αισθήματα αγάπης προς το σύζυγο της, αυτός ήταν πιστεύω και ο λόγος που δεν εξέθεσε τους πραγματικούς λόγους που αιτείτο το διαζύγιο. Δεν ήθελε να επικαλεσθεί τη μοιχεία του συζύγου της γιατί αυτό θα τον εξέθετε, θα τον έβλαπτε, ιδιαίτερα στη δική του περίπτωση που ήταν και δημόσιο πρόσωπο. Η ενάγουσα επέλεξε ένα ολιγότερο «οδυνηρό» λόγο, ένα ουδέτερο λόγο. Εκείνο δε που είναι αξιοπρόσεκτο είναι ότι επέλεξε να την εκπροσωπήσει στην υπόθεση ο δικηγόρος Ανδρέας Παναγιώτου, ένας εκ των φίλων του συζύγου της. Προφανώς ήθελε η όλη διαδικασία να διεξαχθεί σε φιλικό κλίμα, χωρίς προστριβές και αντιπαλότητα. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι όσα ανέφερε η ενάγουσα στην αίτηση διαζυγίου ήταν όντως «κατά συνθήκη ψέματα». Τα όσα ανέφερε δεν κλονίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Η σχέση της με τον Ανδρέα Χριστοφίδη δεν ήταν πάντα ιδεώδης, κάτι που παραδέχεται και η ίδια, διένυσαν μαζί και δύσκολους περιόδους, απορρίπτω όμως τη θέση της υπεράσπισης ότι οι σχέσεις τους δεν ήταν «καθόλου καλές», από το
  20. Η θέση της υπεράσπισης καταρρίπτεται από τις ενέργειες του ιδίου του Ανδρέα Χριστοφίδη. Δύο χρόνια μετά που επήλθε η κατ΄ ισχυρισμό ρήξις των σχέσεων τους, ο Ανδρέας Χριστοφίδης επισκέπτεται τον νομικό Ανδρέα Παναγιώτου στο γραφείο του και του παραδίδει, του εμπιστεύεται το έγγραφο, τεκμήριο 1, με το οποίο δηλώνει ρητά και απερίφραστα ότι το διαμέρισμα ανήκει στη σύζυγο του. Ο Ανδρέας Χριστοφίδης όχι μόνο δεν απέσυρε, δεν ανακάλεσε το έγγραφο αυτό μέχρι και το θάνατο του, αλλά ενημέρωσε και τη σύζυγο του σε σχέση με την ύπαρξη του, η τελευταία φορά ήταν λίγες μόνο μέρες πριν το θάνατο του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Υποβλήθηκε στην ενάγουσα μεταξύ άλλων ότι ήταν ο Ανδρέας Χριστοφίδης που προέβη σε έρευνα για αγορά διαμερίσματος, θέση που αυτή απέρριψε. Δέχομαι τη θέση της ότι ο σύζυγος της ήταν πολυάσχολος, επισημαίνω ότι τον επίδικο χρόνο ήταν Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού και δεν θα ανέμενε κάποιος λογικά ότι θα είχε τον απαιτούμενο χρόνο να ψάχνει για διαμέρισμα. Εξάλλου με βάση τη μαρτυρία της ενάγουσας που δεν αμφισβητήθηκε επί του σημείου αυτού, ο Ανδρέας Χριστοφίδης δεν ενδιαφερόταν ν΄ αποκτήσει σπίτι, εκείνη που ήθελε ν΄ αποκτήσει σπίτι ήταν η ενάγουσα και ως εκ τούτου ένας λογικά θ΄ ανέμενε ότι εκείνη θα ήταν που θα μεριμνούσε να βρει το κατάλληλο σπίτι. Αμφισβητήθηκε επίσης ο ισχυρισμός της ότι μεταξύ του συζύγου της και της ιδίας υπήρχε μια συμφωνία, μια συναντίληψη ότι το διαμέρισμα της ανήκε εξολοκλήρου. Υποβλήθηκε δε σε αυτή ότι στο πωλητήριο έγγραφο αναγράφονταν και τα δύο ονόματα καθότι η κοινή τους πρόθεση ήταν να είναι συνιδιοκτήτες στο διαμέρισμα. Η ενάγουσα εξήγησε ότι ο λόγος που το διαμέρισμα γράφτηκε στα ονόματα και των δύο, από ½ μερίδιο, ήταν για σκοπούς δανείου. Για να εξασφαλισθεί το δάνειο το διαμέρισμα έπρεπε να υποθηκευθεί και «έπρεπε να έχει περιουσία και ο ένας και ο άλλος και έτσι γράφτηκε από μισό». Εξήγηση που γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αντεξετάσθηκε επίσης έντονα και σε σχέση με τη διευθέτηση που έγινε μεταξύ τους σε σχέση με το διαμέρισμα. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Γιατί δεν είπες στον Ανδρέα Χριστοφίδη προηγουμένως όπως λέτε η συμφωνία μας το διαμέρισμα να είναι δικό μου να είμαι εγώ αποκλειστικά ο αγοραστής; Α. Και ο Ανδρέας Χριστοφίδης και η Νάσα Παταπίου ήμασταν δύο πνευματικοί άνθρωποι. Ούτε ο Ανδρέας Χριστοφίδης σκέφτηκε με τον τρόπο που με ρωτάτε εσείς, ούτε και εγώ διότι θα σας πω, αν σκεφτόμουν με τέτοιο τρόπο, για να προστατεύσω τον εαυτό μου για 14 χρόνια, δεν θα σερνόμουν στα Δικαστήρια και να υπόφερνα τόσα, διότι είχα γενικό πληρεξούσιο και θα μπορούσα να γράψω το μισό διαμέρισμα πάνω μου. Οπόταν μην με ρωτάτε γιατί δεν προνόησα. Ε. Σας υποβάλω ότι ήστο και οι δύο αγοραστές πάνω στο πωλητήριο έγγραφο διότι αυτή ήταν η κοινή σας πρόθεση. Να είστε συνιδιοκτήτες στο διαμέρισμα. Α. Και εγώ σας υποβάλω ότι άσχετα με αυτό το διαμέρισμα θα γινόταν δικό μου. Αυτό ήξερα. Ε. Δεν μου απαντήσατε επί της ουσίας. Α. Δεν ισχύει. Αρνούμαι ότι υπήρχαν και τα δύο ονόματα για να είναι κληρονόμος του μισού στο διηνεκές ο σύζυγος μου, διότι είχαμε και μια διαφορά ηλικίας και γνώριζε ο Ανδρέας Χριστοφίδης ότι συνήθως φεύγουν πρώτοι οι μεγαλύτεροι. Ε. Αυτή η συναντίληψη σας που ισχυρίζεστε ότι είχατε με τον Ανδρέα Χριστοφίδη είναι ότι το διαμέρισμα που θα αγοράσουμε για να κατοικήσουμε όταν θα πεθάνεις θα γίνει δικό μου; Αυτή ήταν η συμφωνία και η συναντίληψη; Α. Όχι. Πάντα ήταν δικό μου και έτσι το αισθάνομαι και το πιστεύω. Το ίδιο και ο Ανδρέας Χριστοφίδης. Θα ήταν πολύ εύκολο να το γράψει στην κόρη του ή τον γιο του ή να το χαρίσει οπουδήποτε. Ε. Σας υποβάλω ότι τέτοια συμφωνία ουδέποτε υπήρξε και είναι αποκύημα της φαντασίας σας. Α. Και εγώ σας αντιτάσσω ότι δεν είναι ψεύδος αυτό. Αυτό ήταν μια υπόθεση που αφορούσε εμένα και τον σύζυγο μου. Αυτό πίστευα και αυτό ξεκινούσε από εκτίμηση και αγάπη και δικαιοσύνη. Ε. Και αυτή την κοινή συμφωνία και συναντίληψη που ισχυρίζεστε την γνωρίζατε μόνο εσείς και ο Ανδρέας Χριστοφίδης; Α. Ποιος άλλος την γνώριζε δηλαδή; Ε. Σας ρωτώ. Α. Και καλοί φίλοι το γνώριζαν. Ε. Ότι είχατε συμφωνία; Α. Όχι. Ότι το διαμέρισμα μου ανήκει. Δεν πρόκειται περί συμφωνίας. Είναι κακή διατύπωση. Ε. Δεν κάνατε συμφωνία με τον κ. Χριστοφίδη; Α. Δεν κάτσαμε να κάμουμε συμφωνία με τον κ. Χριστοφίδη. Προφορικά ηγέρθηκε και επαναλαμβάνω ότι, δέκα μέρες πριν πεθάνει στο σπίτι μας μαζί με την μητέρα μου παρούσα, ήταν Μάϊος-Ιούνιος, είπε ότι το σπίτι αυτό μου ανήκει και το έχει δηλώσει μέσω του Ανδρέα Παναγιώτου. Ε. Δηλαδή προτού το αγοράσεις αυτό το σπίτι από τον Λόρδο δεν κάνατε οποιαδήποτε συμφωνία ότι το σπίτι αυτό είναι δικό σας; Υπήρχε αντίληψη από εσάς ότι πρέπει να είναι δικό σας, έτσι δεν είναι; Α. Δεν ήταν αντίληψη από εμένα. Και από το σύζυγο μου. Είχε αντίληψη ο σύζυγος μου». Η πιο πάνω μαρτυρία εκ πρώτης όψεως πιθανόν να φαίνεται κάπως ασαφής, πρέπει όμως να εξετάζεται και ν΄ αξιολογείται στο σύνολο των περιστάσεων. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για μια διευθέτηση μεταξύ ενός ζευγαριού και όχι μια εμπορική συναλλαγή μεταξύ δύο εταιρειών. Ουδείς αναμένει ότι όταν ένα νεόνυμφο ζευγάρι αγοράσει κάποιο σπίτι για να στεγαστεί, πρωταρχικό μέλημα των συζύγων θα είναι η διασφάλιση, είτε με γραπτή συμφωνία είτε άλλως πως, των δικαιωμάτων τους επί της περιουσίας αυτής. Ούτε αναμένει επίσης κάποιος ότι η σύζυγος, κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου θα οχλεί συνεχώς το σύζυγο να εγγράψει επ΄ ονόματι της το διαμέρισμα. Χαρακτηριστικό επί του θέματος είναι το απόσπασμα από την απόφαση του Lord Reid, στην υπόθεση Gissing v. Gissing[1] «. It must often happen that in carrying out such an agreement or understanding neither spouse gives a thought to the legal position or the legal consequences. The law is terra incognita and rather frightening to many people. Spouses generally expect that, on the decease of one of them, his property will go to the other . and in many cases they do not think what the position of the wife would be it there was a divorce or the husband became bankrupt. So they do not discuss the question, whether carrying out such an understanding will give the wife a share of beneficial interest in the house. If either of them gives a thought to the matter he or she may will thing that the law people will produce a just result without their assistance. Of course many people are more business like but many are not.». Η εγγραφή του διαμερίσματος στα ονόματα και των δύο προσώπων ήτοι της ενάγουσας και του συζύγου της δεικνύει, εκ πρώτης όψεως, την ύπαρξη νομικής και ωφέλιμης (beneficial) συνιδιοκτησίας. Το βάρος είναι στους ώμους της ενάγουσας ν΄ αποδείξει ότι τα ωφέλιμα (beneficial) δικαιώματα της είναι διαφορετικά από τα νομικά και επεκτείνονται σε ολόκληρο το ακίνητο. Τα τρία βασικά θέματα που πρέπει να εξετάζονται σε τέτοιες υποθέσεις είναι ο χαρακτήρας του δικαιώματος, η ύπαρξη κοινής πρόθεσης και ο καθορισμός της έκτασης του δικαιώματος[2]. Είναι η θέση της ενάγουσας στην υπό κρίση υπόθεση ότι με βάση τα γεγονότα που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου έχει δημιουργηθεί προς όφελος της εξ επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust), το οποίο πηγάζει από την ερμηνεία των κανόνων της επιείκειας. Προτού προχωρήσω και εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για δημιουργία εμπιστεύματος επισημαίνω ότι οι αρχές της επιείκειας όπως αποκρυσταλλώνονται στην αγγλική νομολογία, τυγχάνουν εφαρμογής, κατ΄ ανάλογο τρόπο και σε ίση έκταση και στην Κύπρο. Βέβαια, η αρετή της επιείκειας έχει τις ρίζες της πολύ πιο παλιά. Η πρώτη σοβαρή προσέγγιση της επιείκειας έγινε από τον Αριστοτέλη ο οποίος θεωρούσε ως μέρος του ισχύοντος δικαίου δίπλα στους νόμους, στα έθιμα και στο φυσικό δίκαιο και την επιείκεια: «Ταυτόν άρα δίκαιον και επιεικές (.) το επιεικές δίκαιον μεν έστι, ου το κατά νόμον δε, αλλ΄ επανόρθωμα νομίμου δικαίου».[3] Στο ρωμαϊκό δίκαιο η επιείκεια καλλιεργήθηκε με τη μορφή του ερμηνευτικού μετριασμού της αυστηρότητας του γραπτού δικαίου, διαμέσου των ηθικών αρχών που είχε αναπτύξει η ελληνική φιλοσοφία. Ο ερμηνευτικός τούτος μετριασμός επιτυγχανόταν με βάση την παραδοχή του Αριστοτέλη ότι ο ερμηνευτής πρέπει να προσβλέπει στο πνεύμα (διάνοια) του νόμου και να μη μένει δέσμιος της γραμματικής του διατύπωσης. Διαφορετικά κατά την παρομοιώδη παρατήρηση του Κικέρωνα, η αυστηρή προσήλωση στην αυστηρή διατύπωση του νόμου αποβαίνει η ύψιστη αδικία: summum jus summa injuria. (Απόσπασμα από το άρθρο του Καθηγητή Κώστα Ε. Μπέη «Η επιείκεια στην ηθική φιλοσοφία και στη φιλοσοφία του Δικαίου» στο περιοδικό «Δίκη»). Ο καθηγητής της νομικής Κώστας Ε. Μπέης στο πιο πάνω άρθρο του αναφέρει επίσης τα πιο κάτω: «Όπως η δικαιοσύνη, έτσι όμοια και η επιείκεια δεν είναι μονοσήμαντη. Αφ΄ ενός είναι αρετή, την οποία οφείλει να καλλιεργεί ο άνθρωπος που προβληματίζεται, στοχάζεται και προσπαθεί να συμπεριφέρεται ως υπεύθυνος πολίτης. Και αφ΄ ετέρου είναι όργανο ισχύος του θετικού δικαίου. Με την πρώτη έννοια εντάσσεται στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας, ενώ με τη δεύτερη εντάσσεται στο χώρο της φιλοσοφίας και της μεθοδολογίας του δικαίου. Χρονικά ο στοχασμός προσέγγισε πρώτα την ηθική διάσταση της επιείκειας .». Η εφαρμογή των αρχών αυτών εξαιρείται των προνοιών του άρθρου 4 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, ΚΕΦ. 224[4]. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Α. Τσαγγάρη και
  21. Μακεδονίας Γαβριηλίδου[5]: «.Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα άρθρα 4 και 65(1Ε) του ΚΕΦ. 224 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των αρχών του δικαίου της επιείκειας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα. Σε κατάλληλη περίπτωση και νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα αναγκαία γεγονότα είναι δυνατή η διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση τέτοιων εμπιστευμάτων .». Το εξ επαγωγής εμπίστευμα δημιουργείται ανεξάρτητα από την πρόθεση του ιδιοκτήτη της περιουσίας σε περιπτώσεις που η κατακράτηση θα αποτελούσε κατάχρηση εμπιστοσύνης εκ μέρους του να κατακρατεί περιουσία για δικό του όφελος. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Lord Diplock στην υπόθεση Gissing v. Gissing[6], «A resulting, implied or constructive trust - and it is unnecessary for present purposes to distinguish between these three classes of trust - is created by a transaction between the trustee and the cestui que trust in connection with the acquisition by the trustee of a legal estate in land, whenever the trustee has so conducted himself that it would be inequitable to allow him to deny to the cestui que trust a beneficial interest in the land acquired. And he will be held so to have conducted himself if by his words or conduct he has induced the cestui que trust to act to his own detriment in the reasonable belief that by so acting he was acquiring a beneficial interest in the land». Η απόφαση Gissing v. Gissing (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Falconer v. Falconer[7], όπου ο Lord Denning συνόψισε τη νομική θέση του θέματος ως ακολούθως: «. The law imputes to husband and wife an intention to create a trust, the one for the other. It does so by way of an inference from their conduct and the surrounding circumstances, eventhough the parties themselves made no agreement upon it. This inference of a trust, the one for the other. It does so by way of an inference from their conduct and the surrounding circumstances, even though the parties themselves made no agreement upon it. This inference of a trust, the one for the other, is readily drawn when each has made a financial contribution to the purchase price or to the mortgage instalments. The financial contribution may be direct, as where it is actually stated to be a contribution towards the price of the instalments. It may be indirect as where both go out to work and one pays the housekeeping and the other the mortgage instalments. It does not matter which way round it is. It does not matter who pays what. So long as there is a substantial financial contribution towards the family expenses, it raises the inference of a trust. But where it is insubstantial, no such inference can be drawn». Η ύπαρξη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος προϋποθέτει την κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρον και ότι η αιτήτρια με βάση το ωφέλιμο συμφέρον έχει ενεργήσει σε βάρος των συμφερόντων της[8]. Η απόδειξη της κοινής πρόθεσης «.μπορεί να βασισθεί πάνω σε άμεση μαρτυρία όπως π.χ. σε κοινή συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ή πάνω σε εξυπακουόμενη κοινή πρόθεση. Μια τέτοια πρόθεση, εφόσον ελλείπει η άμεση μαρτυρία μπορεί να βασιστεί πάνω στις πράξεις και των δύο μερών ότι θα έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον πάνω στο σπίτι ή την περιουσία. Οι συνεισφορές μπορεί να είναι άμεσες όπως π.χ. η καταβολή προκαταβολής για την αγορά του σπιτιού και η πληρωμή των δόσεων της υποθήκης ή έμμεσες όπως π.χ. οποιεσδήποτε ενέργειες που είναι εναντίον των συμφερόντων της συζύγου χωρίς απαραίτητα ν΄ αναφέρονται στο σπίτι»[9]. Στην ίδια υπόθεση τονίσθηκε ότι «. όταν αποδειχθεί ότι ένα πρόσωπο έχει ωφέλιμο συμφέρον στην περιουσία που αποκτάται, οποιαδήποτε πράξη που γίνεται σε βάρος του προσώπου αυτού και αναφέρεται στην κοινή ζωή και των δύο μπορεί να θεωρηθεί ως ζημιά, χωρίς απαραίτητα η ζημιά αυτή ν΄ αναφέρεται στο ίδιο το σπίτι που συγκατοικούν». Επισημαίνεται επίσης ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη καθοδήγηση στη νομολογία των εξ επαγωγής καταπιστευμάτων, τι είδους μαρτυρία θα πρέπει να παρουσιάσει η ενάγουσα για ν΄ αποδείξει ότι ενήργησε εναντίον των συμφερόντων της. Η κάθε υπόθεση βασίζεται στα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα. Το Δικαστήριο εξετάζει ένα ευρύ φάσμα παραγόντων και δεν περιορίζεται μόνο σε οικονομικούς παράγοντες. Εξετάζει μεταξύ άλλων για ποιο λόγο αγοράσθηκε το ακίνητο, γιατί έχει εγγραφεί στα ονόματα και των δύο, τον τρόπο πληρωμής του, τη σχέση των δύο μερών, τις πραγματικές προθέσεις τους, ακόμη και τον χαρακτήρα τους και την προσωπικότητα. Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Stack v. Dowden[10] αποτελεί ορόσημο στο θέμα αυτό. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «. Each case will turn on its own facts. Many more factors than financial contributions may be relevant to divining the parties' true intentions. These include: any advice or discussions at the time of the transfer which cast light upon their intentions then; the reasons why the home was acquired in their joint names; the reasons why (if it be the case) the survivor was authorised to give a receipt for the capital moneys; the purpose for which the home was acquired; the nature of the parties' relationship; whether they had children for whom they both had responsibility to provide a home; how the purchase was financed, both initially and subsequently; how the parties arranged their finances, whether separately or together or a bit of both; how they discharged the outgoings on the property and their other household expenses. When a couple are joint owners of the home and jointly liable for the mortgage, the inferences to be drawn from who pays for what may be very different from the inferences to be drawn when only one is owner of the home. The arithmetical calculation of how much was paid by each is also likely to be less important. It will be easier to draw the inference that they intended that each should contribute as much to the household as they reasonably could and that they would share the eventual benefit or burden equally. The parties' individual characters and personalities may also be a factor in deciding where their true intentions lay. In the cohabitation context, mercenary considerations may be more to the fore than they would be in marriage, but it should not be assumed that they always take pride of place over natural love and affection. At the end of the day, having taken all this into account, cases in which the joint legal owners are to be taken to have intended that their beneficial interests should be different from their legal interests will be very unusual. This is not, of course an exhaustive list». Στρέφομαι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η ενάγουσα, μια νεαρή γυναίκα πολύ μορφωμένη και με εντυπωσιακή εμφάνιση αρραβωνιάζεται, μετά από έρωτα, τον τότε Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού Ανδρέα Χριστοφίδη, που ήταν κατά δεκαέξι χρόνια μεγαλύτερος της. Μετά τον αρραβώνα τους εγκαταλείπει για χάριν του τη ζωή και την καριέρα της στην Αθήνα, όπου διέμενε και εργαζόταν τα τελευταία έξι χρόνια και επιστρέφει στην Κύπρο. Το διαμέρισμα αγοράζεται κατόπιν δικής της επιθυμίας, ήθελε να έχει το δικό της σπίτι, αίσθημα που ήταν αρκετά έντονο στη δική της περίπτωση καθότι είχε βιώσει και την προσφυγιά. Ο σύζυγος της ήταν ένας ευφυής άνδρας, διανοούμενος ο οποίος όμως δεν ήταν οργανωτικός και λόγω και των πολλών επαγγελματικών υποχρεώσεων του δεν ασχολείτο με θέματα της καθημερινότητας και δεν τον ενδιέφερε να έχει ένα δικό του σπίτι. Διανοούμενη ήταν και η ενάγουσα, μοιραζόταν δε με τον σύζυγο της πολλά κοινά ενδιαφέροντα σε αντίθεση όμως με αυτόν ασχολείτο και με τα θέματα της καθημερινότητας. Αυτή ήταν που ερεύνησε την αγορά ακινήτων και βρήκε το επίδικο διαμέρισμα, που τελικά αγόρασαν. Αυτή ήταν που ανέλαβε εξολοκλήρου τη διαμόρφωση, διακόσμηση και εξοπλισμό του διαμερίσματος και αυτή ήταν που ανέλαβε στη συνέχεια τη φροντίδα του διαμερίσματος. Το διαμέρισμα αγοράσθηκε με την οικονομική συμβολή και των δύο. Συνήψαν στεγαστικό δάνειο στα ονόματα και των δύο, εκχώρησαν τις ασφάλειες ζωής τους και το διαμέρισμα υποθηκεύτηκε ως εγγύηση για την χορήγηση του δανείου. Τόσο η προκαταβολή που δόθηκε όσο και οι δόσεις του δανείου καταβάλλονταν και από τους δύο και οι αποδείξεις των πληρωμών που εξέδιδε η πωλήτρια εταιρεία ήταν στα ονόματα και των δύο. Είναι αδύνατο να καθορισθεί τι ποσά κατέβαλλε ο ένας και τι ο άλλος καθότι ως ζευγάρι που ήταν δεν κρατούσαν στοιχεία ποιος κατέβαλλε τι. Το γεγονός ότι οι απολαβές του Ανδρέα Χριστοφίδη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν μεγαλύτερες από αυτές της ενάγουσας, αυτός κατείχε θέση Υπουργού ενώ αυτή ήταν κρατικός υπάλληλος στη κλίμακα Α9-Α10, από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι και η συνεισφορά του έναντι του διαμερίσματος ήταν μεγαλύτερη καθότι μεγαλύτερες ήταν και οι οικονομικές του υποχρεώσεις. Υπενθυμίζω δε ότι ο Ανδρέας Χριστοφίδης επωμιζόταν τα έξοδα συντήρησης και σπουδών των παιδιών του από προηγούμενο γάμο και κατέβαλλε παράλληλα διατροφή στην πρώην σύζυγο του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Το ζευγάρι ουδέποτε απέκτησε παιδιά, κάτι που φαίνεται να επιθυμούσε ιδιαίτερα η ενάγουσα. Η αδυναμία τους ν΄ αποκτήσουν παιδί οφειλόταν στην κατάσταση της υγείας του συζύγου, γεγονός που αναγνώριζε ο τελευταίος. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία της ενάγουσας, όταν αντεξετάσθηκε σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχε κοινή συμφωνία ότι το διαμέρισμα της ανήκε. Επισημαίνω ότι η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Την παραθέτω αυτούσια: «Α. Κοινή συμφωνία και να εξηγήσω γιατί. Διότι τα παιδιά του αείμνηστου Ανδρέα Χριστοφίδη είχαν σπίτια και τα είχε ενημερώσει ο πατέρας τους και εγώ αν, από τη στιγμή που έχω στερηθεί τη μητρότητα ως γυναίκα, είναι διότι ο σύζυγος μου όταν πια τον είχα παντρευτεί μετά από λίγο καιρό αρρώστησε και δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει και είχε προβλήματα και αυτά τα αναγνώριζε ο κ. Χριστοφίδης, όπως αναγνώρισε ότι ήμουν δίπλα του όταν εξαιτίας άλλων παραγόντων που είναι γνωστοί στην κοινωνία της Κύπρου, δύο φορές του έσωσα τη ζωή. Άρα, ένα σπίτι ανήκει στη σύζυγο του και μάλιστα μια σύζυγο η οποία τον τιμούσε .». Το καλοκαίρι του 1993 κατά την ίδια χρονική περίοδο που μετέβη ο Ανδρέας Χριστοφίδης στην Αθήνα επισκέφθηκε το φίλο του, νομικό Ανδρέα Παναγιώτου και του παρέδωσε χειρόγραφο έγγραφο στο οποίο ρητά αναφέρει ότι σε περίπτωση θανάτου του ή λόγω προχωρημένης αναπηρίας του «. το διαμέρισμα εις Αγίας Σοφίας 11, Έγκωμη, αρ. 501, ανήκει εξ ολοκλήρου στην σύζυγον μου Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου». Κατά την ίδια συνάντηση του ανέφερε ότι τον εμπιστευόταν, ήθελε να τον καταστήσει «προσωπικό μάρτυρα» της δήλωσης που περιέχεται στο έγγραφο και του ζήτησε «να πράξει ως η επιθυμία του». Το έγγραφο αυτό ουδέποτε το απέσυρε ακόμη και όταν η σύζυγος του κατεχώρησε αίτηση διαζυγίου εναντίον του. Παρέμεινε στην κατοχή του Ανδρέα Παναγιώτου μέχρι και το θάνατο του Ανδρέα Χριστοφίδη. Ως ανέφερα και πιο πάνω η σχέση του ζευγαριού δεν ήταν πάντα ιδεώδης, δεν θα επιχειρήσω να αναλύσω τους λόγους, θα αρκεστώ όμως να παρατηρήσω ότι παρ΄ όλες τις αντιξοότητες που είχαν ν΄ αντιμετωπίσουν, μεταξύ των οποίων ήταν η σοβαρή ασθένεια του Ανδρέα Χριστοφίδη που εκδηλώθηκε λίγο μόνο χρόνο μετά το γάμο τους, την απόρριψη της ενάγουσας από τα παιδιά του Ανδρέα Χριστοφίδη, την μετοίκηση του Ανδρέα Χριστοφίδη στην Αθήνα και την εξωσυζυγική σχέση του τελευταίου, συνέχισαν να είναι ζευγάρι, να έχουν συζυγικές σχέσεις παρά το γεγονός ότι δεν συγκατοικούσαν πλέον. Ενόψει των πιο πάνω απορρίπτω τη θέση ότι επήλθε ρήξις των σχέσεων του ζευγαριού μετά το
  22. Το ζευγάρι παρέμεινε μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι το θάνατο του Ανδρέα Χριστοφίδη το
  23. Διέμεναν σε διαφορετικές διευθύνσεις παρά ταύτα όμως διατηρούσαν σχέση. Η σχέση τους αυτή ήταν ξεχωριστή, ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω τη λέξη «ιδιόρρυθμη». Δεν πρόκειται για τη σχέση που θα μπορούσε να έχει ο μέσος Κύπριος με τη σύζυγο του. Έτρεφαν ο ένας για τον άλλο αισθήματα εκτίμησης, στοργής και αγάπης είχαν συχνή επαφή, περνούσαν τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα μαζί, του έσωσε τη ζωή δύο περιπτώσεις, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, παρά ταύτα ο Ανδρέας Χριστοφίδης επέλεξε να μη συστεγάζονται. Ο Ανδρέας Χριστοφίδης λίγο χρόνο πριν πεθάνει έγραφε για τη σύζυγο του ποιήματα, της έδινε διάφορα σημειώματα με τα οποία εξέφραζε την αγάπη του και της έπαιρνε επίσης δώρα που αγόραζε από τα διάφορα ταξίδια του. Πέραν των πιο πάνω όμως με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι ο Ανδρέας Χριστοφίδης είχε πλήρη εμπιστοσύνη στη σύζυγο του. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι της είχε δώσει γενικό πληρεξούσιο σε σχέση με την περιουσία του, το οποίο ουδέποτε ανακάλεσε. Λίγες μέρες δε πριν το θάνατο του της δήλωσε για μια ακόμη φορά στην παρουσία της μητέρας της ότι το σπίτι της ανήκε και ότι το είχε δηλώσει μέσω του Ανδρέα Παναγιώτου. Το σύνολο της πιο πάνω μαρτυρίας στοιχειοθετεί τόσο την κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρον, όσο και πράξεις της ενάγουσας που καταλογίζονται εναντίον των συμφερόντων της. Σε σχέση με το τελευταίο επισημαίνω ιδιαίτερα ότι ήταν αυτή που διέθεσε το χρόνο της για να βρει το διαμέρισμα, αυτή το διαμόρφωσε, αυτή το διακόσμησε και αυτή το φροντίζει από την ημέρα που αγοράσθηκε μέχρι και σήμερα. Για την αγορά του διαμερίσματος έχει συμβάλει και οικονομικά, πέραν των μηνιαίων δόσεων, επωμίσθηκε δάνειο και εκχώρησε την ασφάλεια ζωής που είχε, για εξόφληση του τιμήματος αγοράς του. Αν δεν υπήρχε αυτή η διευθέτηση η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε κρατήσει τις οικονομίες και τους μισθούς της όπως επίσης και το βοήθημα που είχε πάρει από τη Δημοκρατία και να αγόραζε τη δική της κατοικία και να μην βρίσκεται σήμερα στη δυσχερή αυτή κατάσταση, ελάχιστα μόνο χρόνια πριν τη συνταξιοδότηση της, να κινδυνεύει να χάσει την οικία, στην οποία διαμένει τα τελευταία εικοσιτέσσερα περίπου έτη. Πέραν των πιο πάνω όμως διέθεσε μεγάλο μέρος του χρόνου της προς όφελος της επαγγελματικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής του συζύγου της, και παρέμεινε μαζί του μέχρι το τέλος έχοντας ν΄ αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες που παρέθεσα πιο πάνω και το κυριότερο, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ ν΄ αποκτήσουν παιδί. Στην υπόθεση Χρίστος Κληρίδης και Ηροδότου Σταυρίδη (ανωτέρω) το ζευγάρι ουδέποτε παντρεύτηκε η συμβία όμως αφιέρωνε τις απογευματινές ώρες για τη διεκπεραίωση των εργασιών του συντρόφου της, θεωρήθηκε ως πράξη που έγινε σε βάρος του προσώπου αυτού. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι το διαμέρισμα κατεχόταν από αυτή δυνάμει εξ επαγωγής εμπιστεύματος και ήταν η αποκλειστική δικαιούχος αυτού. Επισημαίνω ότι στην υπόθεση εκείνη σε αντίθεση με την υπό κρίση υπόθεση η συμβία δεν είχε καταβάλει οποιονδήποτε χρηματικό ποσό για την αγορά της κατοικίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι στην υπό κρίση υπόθεση δημιουργήθηκε εξ΄ επαγωγής εμπίστευμα προς όφελος της ενάγουσας σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα. Αναφορικά δε με την έκταση του δικαιώματος που προέκυψε από τη δημιουργία του εμπιστεύματος προκύπτει με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι επεκτείνεται σε ολόκληρο το διαμέρισμα, εξάλλου αυτή ήταν και η δεδηλωμένη πρόθεση του συζύγου της, Ανδρέα Χριστοφίδη. Καταλήγω ότι ο Ανδρέας Χριστοφίδης, ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του διαμερίσματος αρ. 3 στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας Πύργος Α επί της οδού Αγίας Σοφίας 11, Έγκωμη, Λευκωσία με αρ. εγγραφής Β1166, Φ/Σχ ΧΧΙ/53.Ε.Ι. 54.W.Ι, τεμάχιο 499, Τμήμα Β, στην Έγκωμη, Επαρχίας Λευκωσίας ως εμπιστευματοδόχος της Ενάγουσας δυνάμει εξ επαγωγής (constructive) εμπιστεύματος. Η Ενάγουσα δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του πιο πάνω ακινήτου δυνάμει εξ επαγωγής (constructive) εμπιστεύματος που έχει δημιουργηθεί προς όφελος της. Ο Εναγόμενος 1 διατάσσεται όπως μεταβιβάσει και/ή εγγράψει αμέσως επ΄ ονόματι της Ενάγουσας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας το ½ μερίδιο του διαμερίσματος αρ. 3 στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας Πύργος Α επί της οδού Αγίας Σοφίας 11, Έγκωμη, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής Β1166, Φ/Σχ ΧΧΙ/53.Ε.Ι. 54.W.Ι, τεμάχιο 499, Τμήμα Β, στην Έγκωμη, Επαρχίας Λευκωσίας, το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα Ανδρέα Χριστοφίδη, τέως από τον Στρόβολο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] [1970] 2 Ell ER 780,
  24. [2] Χρ. Κληρίδης ως διαχειριστής της διαθήκης της Π. Ρούσου v. Η. Σταυρίδη

(1998)1 Α Α.Α.Δ. 521. 3 Ηθικά Νικομάχεια. [4] Βλέπετε σχετικά Έλλη Στυλιανού και Ανδρέας Στυλιανού,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1833 και Miltiadous v. Miltiadous
(1982)1 Α.Α.Δ. 797. [5]
(2003)1 Α ΑΑΔ. 472, 482. [6]
(1971). [7]
(1970)1 WLR 1333. [8] Βλέπετε Χρ. Κληρίδης και Η. Σταυρίδης
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 521 και Grant v. Edwards [1986] 2 All ER 426, 431,
  1. [9] Βλέπετε απόφαση Χρ. Κληρίδης και Η. Σταυρίδης (ανωτέρω). [10] [2007] 2 All ER
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.