Σοφίας Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5434/09, 26/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5434/09 Μεταξύ:
- Σοφίας Χαραλάμπους
- Ιωάννη Χαραλάμπους
- Μαρίας Χαραλάμπους
- Άρτεμις Χαραλάμπους, 16 ετών ανήλικη μέσω του πλησιέστερου φίλου και συγγενή της και/ή κηδεμόνα, της μητέρας της Σοφίας Χαραλάμπους
- Νεόφυτου Χαραλάμπους, 13 ετών ανηλίκου μέσω του πλησιέστερου φίλου και συγγενή του και/ή κηδεμόνα του, της μητέρας του Σοφίας Χαραλάμπους
- Σοφίας Χαραλάμπους και Σωτήρη Κωνσταντινίδη ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Χαράλαμπου (Πάμπου) Χαραλάμπους Εναγόντων -και-
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Πέτρου Κληρίδη, από τη Λευκωσία, Φ/δι Γρ. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Άκη Παπασάββα, από τη Λευκωσία, Φ/δι Γρ. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενων Ημερομηνία: 26.6.2012 Αίτηση Ημερομηνίας 8.10.2009 για τον Εναγόμενο 1 Εμφανίσεις: Για αιτητή-εναγόμενο 1: κα Στάλω Χούρη, για ν΄ ακούσει την απόφαση κα Παπαστεφάνου Για καθ΄ων η αίτηση- ενάγοντες: κ. Μάριος Χαρτσιώτης, για ν΄ ακούσει την απόφαση κα Φράγκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος 1 ζητά όπως διαγραφεί από διάδικος και επιπρόσθετα όπως παραμερισθεί η αγωγή και ή το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριου και/ή η επίδοση των πιο πάνω εγγράφων στον εναγόμενο 1, καθότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και/ή «. είναι λανθασμένα και ή αντινομικά και ή αντικανονικά και ή ελαττωματικά». Στο στάδιο αυτό θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω, με συνοπτικό τρόπο το υπόβαθρο της υπόθεσης για να γίνει πιο εύκολα αντιληπτό το αντικείμενο της αίτησης. Τη 14.9.2009 οι ενάγοντες κατεχώρησαν κλητήριο ένταλμα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή με την οποίαν αξιώνουν διάφορες θεραπείες τις οποίες, ενόψει και της φύσης της αίτησης, θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες. «Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσας στο αεροπορικό δυστύχημα της 14/08/2005, Χαράλαμπος (Πάμπος) Χαραλάμπους, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή αδειούχος πιλότος από το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή προσοντούχος και/ή εύλογα ικανός πιλότος και/ πληρούσε όλες τις υπό του Νόμου και/ή Κανονισμών προϋποθέσεις για να είναι συγκυβερνήτης αεροσκάφους και/ή είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο όλα τα προβλεπόμενα υπό του Νόμου και Κανονισμών προσόντα, εμπειρία και άδειες πλοήγησης. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσας Χαράλαμπος (Πάμπος) Χαραλάμπους ουδεμία ευθύνη φέρει και/ή δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το αεροπορικό δυστύχημα του αεροπλάνου τύπου Boeing 737-300 της Εταιρείας «HELIOS AIRWAYS» το οποίο επεσυνέβη στις 14 Αυγούστου 2005 στον εναέριο χώρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Γ. Αποζημιώσεις για αστική συνομωσία σχεδιασμένη να επιφέρει ηθική βλάβη και/ή ζημιά και/ή προσβολή και θυματοποίηση και εκφοβισμό και μετάθεση ευθυνών άλλων προσώπων νομικών και/ή φυσικών περιλαμβανομένων και πολιτειακών νομικών προσώπων και/ή μελών του κράτους της Κύπρου και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή της Κυπριακής κοινωνίας στους ώμους του αποβιώσαντα ώστε να αποκοιμηθεί και/ή να αποπροσανατολιστεί το δημόσιο αίσθημα κατακραυγής που επέφερε το ως άνω αναφερόμενο αεροπορικό δυστύχημα και/ή για δυσφήμιση, και/ή λίβελλο και/ή αποζημίωση για προσβολή μνήμης τεθνεώτος προσώπου που περιέχεται στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 24627/08 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ως εξής: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ 715η Κατηγορία Ανθρωποκτονία κατά παράβαση του άρθρου 205
(1)
(2)
(3)του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 3/62 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος 4, με παράνομη παράλειψη που συνιστά υπαίτια αμέλεια παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος, ήτοι τη διασφάλιση ασφαλούς πτήσεως, στις 14/08/2005, στην κωμόπολη Γραμματικού της Ελλάδας, επέφερε το θάνατο του Αναστάσιου ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ τέως εκ Λακατάμειας, ο οποίος ήταν επιβάτης στο αεροσκάφος τύπου Β737-300 και με αριθμό νηολογίου 5Β-DBY, εκμετάλλευσης της Κατηγορούμενης 2 και το οποίο στις 14/08/2005 εκτελούσε την προγραμματισμένη πτήση HCY522, Λάρνακα-Αθήνα-Πράγα, αφού υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής Πτητικών Επιχειρήσεων της Κατηγορουμένης 2, παρέλειψε να παρεμποδίσει ή/και να ενεργήσει για την παρεμπόδιση της πλοήγησης του πιο πάνω αεροσκάφους, από ανεπαρκές ή/και ακατάλληλο Πλήρωμα Θαλάμου Διακυβέρνησης, ήτοι τον Κυβερνήτη Hans-Jurgen Morten και τον Ανώτερο Συγκυβερνήτη Χαράλαμπο (Πάμπο) Χαραλάμπους, την ανεπάρκεια ή/και ακαταλληλότητα των οποίων γνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει, με αποτέλεσμα η πτήση να μην ήταν ασφαλής και το αεροσκάφος αυτό να καταπέσει στην τοποθεσία Λιθάρι, του Συνοικισμού Σέσι της κωμόπολης Γραμματικού, του Νομού Αττικής, Ελλάδα». ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ 716η κατηγορία Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 181
(1)/00 (Οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι οι ίδιες με τις λεπτομέρειες της 715ης κατηγορίας και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω)». Την 11.2.2010 οι ενάγοντες κατεχώρησαν τόσο την Έκθεση Απαίτησης όσο και την ένσταση τους στην υπό κρίση αίτηση. Επισημαίνω ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε προτού καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης. Στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία τροποποιήθηκε στη συνέχεια, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου που εκδόθηκε εκ συμφώνου, αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι ο Χαράλαμπος (Πάμπος) Χαραλάμπους, σύζυγος της ενάγουσας 1 και πατέρας των εναγόντων 2 μέχρι 4, εκτελούσε χρέη συγκυβερνήτη τη 14.8.2005, σε πτήση της αεροπορικής εταιρείας HELIOS. Το αεροσκάφος συνετρίβη στην περιοχή Γραμματικό, στην Αττική. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ενάγονται υπό αυτή την ιδιότητα τους, αλλά και προσωπικά ως άτομα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πιο πάνω δικογράφου, την 23.12.2008 ο εναγόμενος 1 υπέγραψε και καταχώρησε κατηγορητήριο, αρ. 24627/08, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο οποίο αναφέρονται «επανειλημμένα οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 715 και 716». (Οι λεπτομέρειες των δύο πιο πάνω κατηγοριών, οι οποίες είναι πανομοιότυπες, παρατίθονται αυτούσιες πιο πάνω). Οι κατηγορίες αυτές χαρακτηρίζονται από τους ενάγοντες ως, «αβάσιμες, ανυπόστατες και αστήριχτες». «Αβάσιμοι, ανυπόστατοι και αστήριχτοι» χαρακτηρίζονται και όλοι οι ισχυρισμοί που αποδίδονται στο Χαράλαμπο (Πάμπο) Χαραλάμπους. Πέραν των πιο πάνω οι εναγόμενοι, με δημόσιες δηλώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης προσέβαλαν τη μνήμη και διαπόμπευσαν τον Χαράλαμπο (Πάμπο) Χαραλάμπους, αποδίδοντας σ΄ αυτόν και στον κυβερνήτη του αεροσκάφους την αποκλειστική ευθύνη για το αεροπορικό ατύχημα. Η πρώτη αναφορά είναι από τη τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας στο δημοσιογράφο Παναγιώτη Δημόπουλο, τη 17.3.2009, στα πλαίσια εκπομπής με θέμα «Αεροπορικό δυστύχημα Helios» και είχε ως αντικείμενο τα αδικήματα που διατυπώθηκαν στο κατηγορητήριο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Γενικός Εισαγγελέας: . ποιες κατηγορίες θα διατυπώνονταν πράγμα που πήρε μερικούς μήνες εδώ στη νομική υπηρεσία . Ήταν ένας τεράστιος όγκος μαρτυρικού υλικού έπρεπε να μελετηθεί και να αποφασιστεί και δεν ήταν εύκολο να διατυπώνεις κατηγορητήρια κατηγορώντας ανθρώπους για ανθρωποκτονία 119 άλλων ανθρώπων. Παναγιώτης Δημόπουλος ................................... Γενικός Εισαγγελέας: Από τα κατηγορητήρια προκύπτει ποιων ήταν η ευθύνη για τη πτώση του αεροσκάφους, όπως ξέρετε και παρακολουθούσατε από την αρχή πολλές εικασίες είχαν γίνει αναφορικά με τις ευθύνες αν ήταν για τεχνικά σφάλματα αν ήταν ανθρώπινα σφάλματα, αν ήταν ανθρώπινα ποιοι ευθύνονται, αν ήταν τεχνικά και ποιοι ευθύνονται αν είναι κατασκευαστικά του αεροσκάφους αν είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν την συντήρηση του αεροσκάφους. Τελικά καταλήξαμε μέσα από τις ανακρίσεις αναφορικά με το ποιοι ενδέχεται να έχουν ποινική ευθύνη και καταχωρήθηκαν τα κατηγορητήρια. Όπως θα δείτε κατά την εισήγηση της κατηγορούσας αρχής η ευθύνη οφείλεται σε λανθασμένες επιλογές προσωπικού». Η δεύτερη αναφορά είναι από την τηλεοπτική εκπομπή «Επωνύμως», με παρουσιάστρια την Αιμιλία Κενεβέζου και καλεσμένο το Γενικό Εισαγγελέα. Και αυτή η εκπομπή είχε ως αντικείμενο τα ποινικά αδικήματα που διατυπώθηκαν στο κατηγορητήριο. «-Αιμιλία Κενεβέζου: Λέτε ξανά, το είπατε δύο φορές εκατόν είκοσι ένα και αν κάνω λάθος διορθώστε με στο κατηγορητήριο η αναφορά γίνεται σε 119 ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι έχουν αφαιρεθεί ο πιλότος και ο συγκυβερνήτης. -Πέτρος Κληρίδης: Ναι. -Αιμιλία Κενεβέζου: Δεν ήταν θύματα της τραγωδίας; -Πέτρος Κληρίδης: Είναι θύματα αλλά αν δείτε το κατηγορητήριο θα δείτε πως είναι η ευθύνη του κάθε ενός από τους κατηγορούμενους για το θάνατο αυτών των ανθρώπων. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες. Είναι πολύπλοκο κατηγορητήριο αν το δείτε. Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση το είχα πει από την αρχή αλλά ειδικά μέσα σε εκείνο τα κλίμα που επικρατούσε τις πρώτες ημέρες κανείς δεν έβλεπε πόσο δύσκολη υπόθεση είναι και για αυτό και κράτησε και τόσο καιρό η διερεύνηση με πολλή προσπάθεια πάρα πολλή προσπάθεια να συγκεντρωθεί αυτό το υλικό με πολλή μελέτη για να μπορέσουμε να διατυπώσουμε το κατηγορητήριο. -Αιμιλία Κενεβέζου: Δεν ξέρω πως μπορείτε να μου το εξηγήσετε αυτό με λόγια απλά και όχι με νομική γλώσσα και στα γρήγορα. Γιατί αφαιρέσατε δύο ανθρώπους διότι στο δικό μου απλό μυαλό και όχι νομικό παρόλο που έχω περάσει για λίγο από τη νομική όταν δεν περιλαμβάνονται στη λίστα των θυμάτων μπορεί να είναι και ύποπτοι - ένοχοι. Μήπως τελικά θα την πληρώσουν δύο άνθρωποι που πέθαναν; -Πέτρος Κληρίδης: Δεν είναι κατηγορούμενοι, δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι κατηγορούμενοι δύο άνθρωποι που δεν είναι εν ζωή. -Αιμιλία Κενεβέζου: Γιατί δεν συμπεριλαμβάνονται τότε στη λίστα των θυμάτων; -Πέτρος Κληρίδης: Αν δει κανείς το κατηγορητήριο θα αντιληφθεί κα Κενεβέζου και δεν θέλω να πω περισσότερα πράγματα». Η τρίτη αναφορά αφορά δημοσίευμα στην εφημερίδα Φιλελεύθερος που δημοσιεύθηκε τη 4.6.
- Το άρθρο φέρει τον τίτλο «Κρίνεται η μαρτυρία για την Ήλιος» και σ΄ αυτό παρατίθονται οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Στις λεπτομέρειες αυτές τις οποίες παραθέτω και ανωτέρω, γίνεται μνεία, μεταξύ άλλων, στην ανεπάρκεια και ακαταλληλότητα του συγκυβερνήτη της μοιραίας πτήσης Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Η τελευταία αναφορά πρόκειται για δημοσίευμα στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα www.sigmalive.com ημερομηνίας 21.01.
- Το παραθέτω αυτούσιο: «Η δικηγόρος της Δημοκρατίας, Έλενα Ζαχαριάδου απευθυνόμενη χθες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αλλά και στους τέσσερις κατηγορούμενους ανέφερε τα εξής: «εκ της ιδιότητας σας θα έπρεπε να έχετε την ευθύνη της ασφάλειας της πτήσης και να διαγνώσετε ότι το πλήρωμα του αεροσκάφους δηλαδή ο Γερμανός κυβερνήτης Χάνς Μέρτεν και ο συγκυβερνήτης Χαράλαμπος Χαραλάμπους ήταν ανεπαρκείς για να κυβερνήσουν το αεροσκάφος». Οι πιο πάνω δηλώσεις είναι, σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, «απαράδεκτες, αντινομικές, αντιδεοντολογικές και υβριστικές», καθότι ουδείς γνωρίζει με «πάσα βεβαιότητα» πως συμπεριφέρθηκε και/ή ενήργησε στο πιλοτήριο κατά τις κρίσιμες στιγμές ο Χαράλαμπος (Πάμπος) Χαραλάμπους, ο οποίος απεβίωσε και αδυνατεί ν΄ απαντήσει στα όσα του καταλογίζονται. Τα πορίσματα που συντάχθηκαν για το συγκεκριμένο αεροπορικό ατύχημα επιρρίπτουν ευθύνες και σε άλλους, τρίτους, ενώ η κατασκευάστρια εταιρεία του αεροσκάφους που συνετρίβη, BOEING, αναγνωρίζοντας ποσοστό ευθυνών, κατέβαλε στις οικογένειες των θυμάτων αποζημιώσεις. Οι ενάγοντες έλαβαν αποζημιώσεις και από την εταιρεία Helios η οποία επίσης αναγνώρισε ευθύνη για το ατύχημα. Οι ενέργειες και δηλώσεις των εναγομένων, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης «. αποτελούν και ή συνιστούν το αδίκημα της αστικής συνωμοσίας που σχεδιάστηκε για να επιφέρει ηθική βλάβη και/ή ζημία και ή προσβολή, θυματοποίηση, εκφοβισμό και μετάθεση ευθυνών άλλων προσώπων νομικών και ή φυσικών περιλαμβανομένων και ή πολιτειακών νομικών προσώπων και ή μελών του κράτους της Κύπρου και της Κυπριακής Δημοκρατίας και ή/της Κυπριακής Κοινωνίας στους ώμους του αποβιώσαντα ώστε να αποκοιμηθεί και ή να αποπροσανατολιστεί το δημόσιο αίσθημα κατακραυγής που επέφερε το ως άνω αναφερόμενο δυστύχημα και ή για δυσφήμιση και ή λίβελλο και ή αποζημίωση για προσβολή μνήμης τεθνεώτος προσώπου που περιέχεται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 24627/08 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα πιο πάνω προσβάλουν την προσωπικότητα, το ήθος και την αξιοπρέπεια των εναγόντων ως στενών συγγενών του Χαράλαμπου (Πάμπου) Χαραλάμπους, ενός ατόμου που καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του ήταν ένας εξαίρετος, ευσυνείδητος, τυπικός, έμπειρος και καθ΄ όλα αδειούχος πιλότος. Σημειώνω ότι η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 έχει αποσυρθεί και παρέμεινε μόνο εναντίον των εναγομένων 1, 3 και
- Εναντίον των εναγομένων 3 και 4 καταχωρήθηκε παρόμοια αίτηση με την υπό κρίση με την οποίαν ζητείται η διαγραφή τους και επιπρόσθετα ο παραμερισμός της αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε επανειλημμένα για λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά την 27.1.
- Την 1.2.2012 οι ενάγοντες κατεχώρησαν αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Τη 14.3.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης του πιο πάνω δικογράφου και την 3.4.2012 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στην οποία κάνω αναφορά ανωτέρω. Όταν τελικά άρχισε η ακρόαση της αίτησης, μέσα στο φάκελο υπήρχε καταχωρημένη τόσο η αρχική όσο και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης . Η αίτηση βασίζεται στο Σύνταγμα, άρθρα 112, 113 και 114, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 θθ 1 και 3, Δ.5 θθ1, 2 και 3, Δ.9 θθ5 και 10, Δ.16 θ9, Δ.27 θ3, Δ.48 θθ 1, 2, 3 και 9 και Δ.64, στο περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 57, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, άρθρο 60 και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφεται από τη Βασιλική Νικολάου Ευαγόρου, βοηθό γραμματειακό λειτουργό στη νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας. Η ομνύουσα εργάζεται στο αρχείο της πιο πάνω υπηρεσίας, είχε στην κατοχή της το φάκελο και είναι γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την ομνύουσα δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου
- Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος της Δημοκρατίας και η άσκηση των εξουσιών του σε σχέση με την καταχώρηση ποινικών διώξεων, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης 24627/08 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στην οποίαν περιλαμβάνονται και οι κατηγορίες 715 και 716, που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, έγινε στα πλαίσια των εξουσιών που χορηγεί στο Γενικό Εισαγγελέα το άρθρο 113 του Συντάγματος και θα πρέπει να εκδικασθούν και αποφασισθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Η ένσταση που καταχωρήθηκε στην υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας
- Η ενάγουσα 1 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν θα έπρεπε να προβαίνει σε δηλώσεις στα μέσα και να σπιλώνει το όνομα του συζύγου της αλλά έπρεπε να «.κρατήσουν το στόμα τους κλειστό σεβόμενοι τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου». Οι ενέργειες του Γενικού Εισαγγελέα έχουν εκθέσει τόσο την ίδια, όσο και τα παιδιά της σε «γενικό μίσος, περιφρόνηση και χλευασμό». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δικαιούται ν΄ ασκεί κριτική εναντίον του αποβιώσαντα Χαράλαμπου Χαραλάμπους στα μέσα μαζικής επικοινωνίας «. ενώ η ποινική ευθύνη βρίσκεται κάτω από δικαστική κρίση». Αυτό, δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του καθότι παραβλάπτει τα δικαιώματα των εναγόντων, προωθώντας αρνητική άποψη για τον αποθανόντα συγκυβερνήτη και διαμορφώνοντας, λόγω της θέσης του Γενικού Εισαγγελέα, τη δημόσια γνώμη. Το δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα πάντα με τη θέση των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση δεν εξυπηρετείται από τέτοιου είδους δηλώσεις και ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δύναται, «. εκμεταλλευόμενος τη θέση και υπό τον μανδύα της ελεύθερης έκφρασης» να προδικάζει την ευθύνη με δηλώσεις του στα μέσα, ατόμου που απεβίωσε και δεν δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Οι δε δηλώσεις του δύνανται να επηρεάσουν και το Δικαστήριο γιατί αποτελούν δηλώσεις εκ προοιμίου ενοχής. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.9 θ.θ5 και 10, Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αρχικά θα ήθελα να παρατηρήσω η Δ.9 δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ενόψει του γεγονότος ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Αυτή η εξουσία παρέχεται μόνο από τη Δ.27 θ.3 των Θεσμών και από τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Δ.9 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη διαγραφή των ονομάτων οποιωνδήποτε μερών που κακώς έχουν ενωθεί είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι ή την ένωση οποιωνδήποτε μερών που η παρουσία τους είναι αναγκαία για την επίλυση των ζητημάτων που εγείρονται. Δεν αφορά την περίπτωση που η αγωγή είναι ανυπόστατη ή καταχρηστική. Εξουσία διαγραφής δικογράφου δίδεται από τη Δ.27 θ. 3, την οποία παραθέτω αυτούσια για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cαuse of action or answer, and in such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Και σ΄ ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια». Το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης είναι πιστή αντιγραφή της Δ.25 θ4, των παλαιών Αγγλικών Θεσμών[1]. Τέτοιας φύσης αιτήσεις αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με πολύ αυστηρό πνεύμα. Το Δικαστήριο προβαίνει σε απόρριψη της αγωγής μόνο στην περίπτωση που διαπιστώσει ότι πράγματι το δικόγραφο δεν περιέχει, χωρίς καμία αμφιβολία, αιτία αγωγής και η αγωγή δεν θα μπορούσε να διασωθεί με τροποποίηση που νόμιμα το Δικαστήριο θα επέτρεπε[2]. Όπως διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην απόφαση Ιn Re Pelmaco Development Ltd[3]: «.Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει βάσει του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος». Το Δικαστήριο έχει παράλληλα συμφυείς εξουσίες να διαγράψει μια αγωγή όταν ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι επιπόλαιη και κακόπιστη (frivolous and vexatious) ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η βασική διαφορά μεταξύ της Δ.27 θ.3 και των συμφυών εξουσιών είναι ότι όταν το Δικαστήριο ενεργεί με βάση τις συμφυείς εξουσίες του, μαρτυρία με ένορκη δήλωση γίνεται δεκτή για να καταδείξει ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου∙ ενώ στην περίπτωση της διάταξης η φύση της αγωγής ή το ελάττωμα στο δικόγραφο πρέπει ν΄ αποκαλύπτεται από το ίδιο το δικόγραφο και δεν γίνεται αποδεκτή η ένορκη δήλωση[4]. Μια αίτηση μπορεί να στηρίζεται ταυτόχρονα τόσο στη Δ.27 θ.3 όσο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου[5]. Η αίτηση για διαγραφή του δικογράφου πρέπει να καταχωρείται έγκαιρα ακόμη και πριν την καταχώρηση υπεράσπισης[6], για να μην δημιουργούνται περιττά έξοδα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί καθότι καταχωρήθηκε πρόωρα, προτού καν καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης. Παρατηρώ ότι το θέμα αυτό ηγέρθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων, δύο και πλέον έτη μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην ένσταση αλλά ούτε και ηγέρθηκε σ΄ οποιοδήποτε στάδιο προηγουμένως παρά το γεγονός ότι η αίτηση ορίσθηκε επανειλημμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο μεγάλο δε διάστημα που μεσολάβησε από την ημέρα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης μέχρι την ημέρα ακρόασης της, οι ενάγοντες κατεχώρησαν Έκθεση Απαίτησης την οποίαν στη συνέχεια τροποποίησαν. Τονίζω ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε και η ένσταση. Συνεπώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά την ακρόαση της αιτήσεως, μέσα στο φάκελο του Δικαστηρίου υπήρχε καταχωρημένη η Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, με όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση τους. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση κωλύονται να εγείρουν το θέμα αυτό. Επισημαίνω περαιτέρω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, επικαλέσθηκε την πρωτόδικη απόφαση, Κ + G Complex Public Co Ltd και Αναστασία Μαυρομμάτη[7] και συγκεκριμένα το πιο κάτω απόσπασμα: «. Επιπρόσθετα γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 575, όπου αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται σύντομα όχι βέβαια πριν την καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης. Στο εν λόγω σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση A. G. Duchy of Lancaster v L. & M. W.Ry,
(1982)3 Ch. 274[8]. Επιπλέον στο σύγγραμμα του Stuart Sime A Practical Approach to Civil Procedure
(1994)3η έκδοση, σελ. 364 αναφέρονται τα εξής: «Applications to strike out should normally be made promptly and within the time for delivering the next pleading. This is because a successful application will obliviate or alter the need for further pleadings, and unless the application is made early, unnecessary costs will inevitably be incurred. (In Halliday v Shoesmith
(1993)1 WLR 1 CA).». Το απόσπασμα από το σύγγραμμα του Stuart Sime, A Practical Approach to Civil Procedure, δεν υποστηρίζει την πιο πάνω θέση. Εκείνο που αναγράφεται στο σχετικό απόσπασμα είναι ότι η αίτηση πρέπει να καταχωρείται έγκαιρα πριν την καταχώρηση του επόμενου δικογράφου. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Παρέπεμψε το Δικαστήριο και στο Annual Practice του 1965, σελ. 409 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «.but where it is sought to stay or dismiss the action, the application should not be made before the service of the statement of claim». Παρατηρώ ότι η πιο πάνω αναφορά γίνεται σε σχέση με τη Δ.18 θ.19 των Αγγλικών Θεσμών. Το περιεχόμενο της πιο πάνω διάταξης δεν αντιστοιχεί όμως με τη Δ.27 θ.3 των Κυπριακών Θεσμών που είναι πανομοιότυπη με τη Δ.25 θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Επισημαίνω δε ότι στο Annual Practice του 1958, προτού τροποποιηθεί η σχετική διάταξη στην Αγγλία, δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, ήτοι ότι η αίτηση για αναστολή ή διαγραφή της αγωγής δεν θα πρέπει να καταχωρείται πριν την Έκθεση Απαίτησης. Εκείνο που αναγράφεται είναι ότι δεν εκδίδεται διάταγμα αναστολής προτού καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης, «.a statement will not be ordered before delivery of a statement of claim[9]». Πέραν των πιο πάνω επισημαίνω ότι ο ίδιος ο κ. Χαρτσιώτης στην αγόρευση του επικαλείται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Ζήτησε χαρακτηριστικά από το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν «το σύνολο των δικογράφων και του ολικού του φακέλου». Είναι κατά την άποψη μου σχήμα οξύμωρο να ζητά κάποιος από το Δικαστήριο την απόρριψη της αίτησης, ενόψει του γεγονότος ότι αυτή καταχωρήθηκε πριν την Έκθεση Απαίτησης και παράλληλα να επικαλείται την Έκθεση Απαίτησης, προς υποστήριξη της θέσης του ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι υπό τις περιστάσεις μοιραίο για την έκβαση της. Στρέφομαι τώρα στην ουσία της αίτησης. Η υπό κρίση αγωγή έχει ως αντικείμενο την ποινική υπόθεση 24627/08, που καταχωρήθηκε στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας και συγκεκριμένα τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στις οποίες γίνεται αναφορά στο συγκυβερνήτη της μοιραίας πτήσης, Χαράλαμπο Χαραλάμπους ως «ακατάλληλο και ανεπαρκή» ως επίσης και τις δηλώσεις που έγιναν από το Γενικό Εισαγγελέα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Σε σχέση με το τελευταίο, ήτοι τις δηλώσεις, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες ανωτέρω, παρατηρώ ότι και αυτές αναφέρονται στο πιο πάνω κατηγορητήριο και συγκεκριμένα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταχωρήθηκε το συγκεκριμένο κατηγορητήριο. Ο Γενικός Εισαγγελέας με τις δηλώσεις του δεν προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με την ποινική ευθύνη οιουδήποτε προσώπου, αυτό είναι εξάλλου το έργο του Δικαστηρίου, αλλά εξηγεί τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν στη διατύπωση του κατηγορητηρίου που αφορούσαν το συγκεκριμένο συμβάν. Μετά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού κατέληξαν ότι ενδέχεται να έχουν ευθύνη κάποια πρόσωπα και η ευθύνη τους οφειλόταν σύμφωνα με «την εισήγηση τους σε λανθασμένη επιλογή προσωπικού». Ως ανέφερε χαρακτηριστικά στο δημοσιογράφο Παναγιώτη Δημόπουλο: «.Τελικά καταλήξαμε μέσα από τις ανακρίσεις αναφορικά με το ποιοι ενδέχεται να έχουν ποινική ευθύνη και καταχωρήθηκαν τα κατηγορητήρια. Όπως θα δείτε κατά την εισήγηση της κατηγορούσας αρχής η ευθύνη οφείλεται σε λανθασμένες επιλογές προσωπικού». Σε σχέση δε με τα δημοσιεύματα στην εφημερίδα Φιλελεύθερος ημερομηνίας 4.6.2009 και στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα sigmalive, παρατηρώ ότι αυτές δεν αφορούν δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα. Στο πρώτο γίνεται περίληψη των κατηγοριών και στο δεύτερο δηλώσεις της δικηγόρου της Δημοκρατίας, Έλενας Ζαχαριάδου. Η κα Χούρη αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τόνισε ότι η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του άρθρου 113 του Συντάγματος δεν υπόκειται σε δικαστικό ή κοινοβουλευτικό έλεγχο, θέση την οποίαν υιοθετώ πλήρως. Το άρθρο 113 του Συντάγματος έχει: «
- Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας, βοηθούμενος υπό του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας είναι ο Νομικός Σύμβουλος της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των Υπουργών, ασκεί δε πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον καθοριζόμενον ή ανατιθέμενον εις αυτόν δια του Συντάγματος ή δια νόμου.
- Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ΄ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄ οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται ν΄ ασκείται υπό του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄ υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τα οδηγίας αυτού». Οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Το Σύνταγμα του έχει εμπιστευθεί την εξουσία να διώκει κατά την κρίση του και η εξουσία του υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά πέρα από αυτούς είναι ο κριτής του δημόσιου συμφέροντος[10]. Αυτός εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον. Οι αποφάσεις του δε σε σχέση με το τι αποτελεί δημόσιο συμφέρον δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Σχετικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Lord Wilberforce στην υπόθεση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, Gouriet v Union of Post Office Workers[11] «.it is exclusive right of the Attorney - General to represent the public interest, even where individuals might be interested in a larger view of the matter, is not technical, not procedural, nor fictional. It is constitutional. I agree with Lord Westbury L. C that it is also wise». Και στη σελίδα 84 της ιδίας απόφασης «.the decisions to be made as to the public interest are not such as courts are fitted or equipped to make. The very fact that as the present case very well shows, decisions are of the type to attract political criticism and controversy, that they are outside the range of discretionary problems which the courts can resolve. Judges are equipped to find legal rights and administer, on well-known principles, discretionary remedies. These matters are widely outside those areas». Τα πιο πάνω αποσπάσματα υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Police v Stephanos Athienitis[12] όπου υιοθετήθηκαν ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Γενικό Εισαγγελέα από το άρθρο 113 του Συντάγματος δεν υπόκεινται σε οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο και αυτός δεν έχει υποχρέωση να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τον τρόπο που ασκεί τις εξουσίες αυτές. Στην ίδια απόφαση διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω σε σχέση με τον ρόλο και τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα. «.The Attorney General of the Republic, unlike England, is an independent officer. He is appointed by the Head of the State. The qualifications for his office are the same as those of a Judge of this Court; he is not removable from office except on the like grounds and in like manner as a Judge of this Court. The exercise of the authority by the Attorney General of the Republic is only closely related to judicial proceedings in cri minal cases, is not within the ambit of paragraph 1 of Art. 146 and, therefore, this Court has no jurisdiction over it; it is executive in character. (Xenophontos v The Republic 2 RSCC p.89). .......................................... The powers vested by the Constitution in any organ thereof cannot in any way be abridged or modified - (See Police v Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63; Police v Georghiades
(1983)2 CLR 33). The powers of the Attorney - General are in no way fettered; he is paris patriam. The exercise of such power is a matter of his own discretion. The Attorney - General's discretion is absolute and not reviewable. It is upon him to institute any proceedings for an offence against any person». Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και σε αριθμό άλλων υποθέσεων αναφέρω απλώς ενδεικτικά τη Y. Ellinas v Republic[13] και Γιάλλουρος v. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας[14]. Στην τελευταία τονίζεται η αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα σε σχέση με τις ποινικές διώξεις. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας. Έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τις ποινικές διώξεις χωρίς κανένα συνταγματικό περιορισμό, εκτός βέβαια της ποινικής δίωξης του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας για έσχατη προδοσία, που μπορεί να ασκηθεί μόνο ύστερα από σχετικό ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 45.2 του Συντάγματος. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ασκεί τις εξουσίες που του χορηγεί το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος, σχετικά με τις ποινικές διώξεις, «κατά την κρίσιν του και προς το δημόσιον συμφέρον». Κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οποιαδήποτε διαδικασία ή δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα. Έχει ευθύνη να επιβλέπει την τήρηση του Νόμου. Ο Γενικός Εισαγγελέας, βοηθούμενος από το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα είναι paris patriam. Η εφαρμογή του Ποινικού Δικαίου και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι μέσα στις αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τόσο το Κλητήριο Ένταλμα, την Έκθεση Απαίτησης και παράλληλα να προβληματισθώ κατά πόσο η αγωγή θα μπορούσε να διασωθεί με μια εύλογη τροποποίηση. Καταλήγω ότι η αγωγή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και δεν έχει οποιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Αντικείμενο της αγωγής είναι η ενέργεια του Γενικού Εισαγγελέα να καταχωρήσει ποινική υπόθεση σε σχέση με τη συντριβή της πτήσης Helios στο Γραμματικό και να συμπεριλάβει στις λεπτομέρειες των αδικημάτων τον ισχυρισμό ότι το πλήρωμα θαλάμου διακυβέρνησης της πτήσης, μεταξύ των οποίων ήταν και ο συγκυβερνήτης Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ήταν ανεπαρκές και ακατάλληλο. Ως ανέφερα εκτεταμένα ανωτέρω, η διατύπωση του κατηγορητηρίου αποτελεί με βάση το Σύνταγμα αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα και δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο. Η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση γίνεται δεκτή. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 1 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της υπό κρίση αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 1 και εναντίον των εναγόντων αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε The Annual Practice 1959, 573. [2] Βλέπετε Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Π.Ε. 9512, 10.9.99. [3]
(1991)1 AAΔ 246, 255 [4] Republic of Peru v Peruvian Guano Co 36 Ch. D. p.498, Davey v Bentinck [1893] 1 QB 188, The Annual Practice 1959,
- [5] Coxon v. Gorst [1891] 2 Ch p. 74, The Annual Practice
- 6 The Annual Practice 1959,
- [7] Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αγωγή 952/07 [8] Η χρονολογία
(1982)είναι τυπογραφικό λάθος, η ορθή είναι
(1892). [9] Annual Practice 1958, σελ.
- [10] Βλέπετε σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας Α.Ν. Λοϊζου, σελίδα
- [11]
(1977)3 All ER 70, 83. [12]
(1983)2 Α.Α.Δ. 194. [13]
(1989)1 CLR 1717. [14]
(1990)3 Α.Α.Δ. 3532, 3550. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο