Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Φώτης Τσιόκανος κ.α., Αρ. Αγωγής 8616/2010, 24/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A182 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8616/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες Και
- Φώτης Τσιόκανος
- Βάσος Τζιωνής Εναγομένων 24 Μαΐου, 2012 Αίτηση ημερομηνίας 10.12.2010 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Για τoυς αιτητές: κος Λ. Σαρρή Για τον καθ' ου η αίτηση 2: κα Χ. Ηλιοφώτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Tην 10.12.2010 οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι αιτητές) καταχώρισαν την επίδικη αίτηση με την οποία αιτούνται εναντίον του εναγομένου 2 (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) ως ακολούθως∙ "Συνοπτική απόφαση του σεβαστού δικαστηρίου προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου αρ. 2, σύμφωνα με την αξίωση των εναγόντων η οποία περιέχεται στην παράγραφο 7(α) & (β) της έκθεσης απαίτησης του κλητηρίου εντάλματος της πιο πάνω αγωγής γιατί στερείται υπεράσπισης". Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 κκ.1(α), 2, 9(α) και Δ.48 κκ1-4, 9 και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει την οποία ορκίζεται ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού. Ο ομνύων τούτην αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των αιτητών, γνωρίζει καλά όλα τα γεγονότα της αγωγής και είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει περαιτέρω ότι υιοθετεί το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αξίωση των αιτητών εδράζεται σε έγγραφη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 12.07.
- Η εν λόγω συμφωνία επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α. Υποστηρίζει ακόμη ότι ο καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί και σήμερα να οφείλει τα ποσά που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως και τούτο παρ'ότι κλήθηκε από τους αιτητές να τα εξοφλήσει. Εκφράζει δε την άποψη ότι ο μόνος λόγος καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως από τον καθ' ου η αίτηση είναι για παρέκκλιση της διαδικασίας και καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης. Την 10.06.2011 ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 κκ.1-9 και Δ.48 κ.4, στον περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ. 149 άρθρα 14-16, 19 και 20 και στις αρχές της επιείκειας. Και σ' αυτή την περίπτωση τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση περιέχονται σε ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ορκίζεται ο καθ' ου η αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι λόγοι στους οποίους εδράζεται η ένσταση αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης και έχουν ως ακολούθως∙ "(α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ο εναγόμενος 2 έχει καλή υπεράσπιση. (β) Ο ενόρκως δηλών Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί με λογική βεβαιότητα ως προς τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, ούτε έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών. (γ) Δεν αποκαλύπτονται όλα τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία προέκυψε η σύναψη της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 12.07.
- (στ) Στην υπό κρίση αίτηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο συμφωνία μεταξύ κάποιου Φώτη Τσόκανου ο οποίος καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση. (δ) Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό, που σε κάθε περίπτωση δεν είναι παραδεκτό, είναι αποτέλεσμα αδικαιολόγητων και αντισυμβατικών χρεώσεων και υπερχρεώσεων, παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων τόκων και παράνομου και αντισυμβατικού ανατοκισμού. (ε) Η συμφωνία σύμβασης δανείου είναι σε πλήρη ισχύ και ουδέποτε τερματίστηκε ή/και ουδέποτε επήλθε εις γνώση του εναγόμενου 2 οτιδήποτε αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας. (στ) Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει όλα τα σχετικά με την αγωγή γεγονότα. (ζ) Στην συμφωνία που αναφέρεται πιο πάνω η οποία επισυνάπτεται προς υποστήριξη της αίτησης των εναγόντων αναφέρει ως συμβατικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης 9.9% και όχι 14% που οι αιτητές αιτούνται, και επιπρόσθετα η απαίτηση προς 14% επιβάρυνση δεν έχει γνωστοποιηθεί ουδέποτε στον καθ' ού η αίτηση 2, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. (η) Δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας των εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003. (θ) Στην ένορκη δήλωση δεν επισυνάπτεται οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού η οποία να δείχνει το πραγματικό υπόλοιπο και απαιτούμενο ποσό." Με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση αφήνεται να νοηθεί ότι η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού είναι παράτυπη και αντικανονική και εν πάση περιπτώσει ανίκανη να υποστηρίξει το επίδικο αίτημα. Ο λόγος, ως επεξηγείται, επειδή ο ομνύων τούτην αναφέρεται σε γεγονότα που περιέχονται σε άλλο έγγραφο, δηλαδή στο κλητήριο ένταλμα, το οποίο δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση ότι η συμφωνία δανείου έχει τερματιστεί και ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για εξόφληση του επίδικου χρέους. Υποστηρίζει ακόμη ότι δεν γνωρίζει κανένα Φώτη Τσόκανο, δηλαδή το πρόσωπο που φέρεται να υπογράφει τη συμφωνία δανείου - τεκμήριο Α στην αίτηση. Αναφορικά δε με το επιτόκιο που οι αιτητές αιτούνται επαναλαμβάνει ό,τι αναφέρεται στους λόγους ένστασης. Κατ' επανάληψη έχει λεχθεί ότι το δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης εκεί όπου ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις∙ η αγωγή προωθείται δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει του κ6 της Δ.2, ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση, και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα και επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Ικανοποίηση των πιο πάνω μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του καθ' ου η αίτηση ο οποίος οφείλει∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz, Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204. Ας σημειωθεί εδώ ότι στη δοσμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση οιουδήποτε των προσώπων που ορκίζονται τις δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι αναφέρθηκε από τους συνήγορους των διαδίκων στο στάδιο των αγορεύσεων. Οι γραπτές αγορεύσεις τους βρίσκονται στο φάκελο της διαδικασίας και αποτιμήθηκαν από το δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος. Από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού αβίαστα συνάγεται το συμπέρασμα ότι είναι πρόσωπο που έχει θετική γνώση των γεγονότων που ορκίζεται. Η θετικότητα της γνώσης του διατυμπανίζεται εν προκειμένω από τη σχετική αναφορά του, δηλαδή ότι γνωρίζει καλά όλα τα σχετικά γεγονότα, και την προσκόμιση του τεκμηρίου Α, δηλαδή της συμφωνίας δανείου (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ782, 792 και συγκεκριμένα την αναφορά στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 Κ.Β.1253). Υποδεικνύεται εδώ ότι στην περίπτωση νομικών προσώπων ο όρος θετική γνώση τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223 ). Τόσο η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού όσο και το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας καθιστούν σαφές ότι πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης προηγήθηκε η καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω, από το φάκελο της διαδικασίας και πάλι διαπιστώνεται ότι την 24.11.2010 ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής. Οι υπαινιγμοί του καθ' ου η αίτηση περί αντικανονικότητας τούτης, ως πιο πάνω επεξηγήθηκε, δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Στην προκείμενη περίπτωση ο ομνύων την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν υιοθετεί απλώς το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος. Όπως ήδη αναφέρθηκε, επεξηγεί ότι η αξίωση των αιτητών εδράζεται σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 12.07.2005, την οποία μάλιστα επισυνάπτει ως τεκμήριο. Αυτή η αναφορά κρίνω ότι ικανοποιεί τη δικονομική επιταγή για επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής (βλ. Annual Practice 1958 Vol. 1 σελ. 247 κάτω από τον τίτλο 'Verifying the cause of Action'). Περαιτέρω, έχω τη γνώμη ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού ικανοποιεί και τις άλλες δύο δικονομικές επιταγές, δηλαδή επιβεβαιώνει το ποσό που αξιώνεται από τον καθ' ου η αίτηση και αναφέρει ότι σύμφωνα με τον ομνύοντα ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση. Παρεμβάλλω εδώ πως παρ' ότι η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού δεν αναφέρει ρητά το αξιούμενο ποσό, εν τούτοις δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι απαιτεί το σύνολο του ποσού που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως. Αυτό ικανοποιεί, πιστεύω, την υποχρέωση που επωμίζεται ο αιτητής για επιβεβαίωση του ποσού που απαιτείται (βλ. Annual Practice, πιο πάνω, σελ. 247 στις παραγράφους 'Stating there is no Defence' και 'Amount Claimed'). Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι οι αιτητές έχουν αποσείσει το βάρος που επωμίζονται και συνεπώς ό,τι παραμένει για εξέταση είναι κατά πόσο οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση ή γεγονότα που του δίδουν δικαίωμα υπεράσπισης. Επί του προκειμένου είναι η θέση των αιτητών ότι η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση δεν αποκαλύπτει λεπτομέρειες παρά μόνο προβάλει αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς και ως εκ τούτου το δικαστήριο οφείλει να τους απορρίψει και να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση των αιτητών. Δεν διαφωνώ εν προκειμένω ότι η υποχρέωση του καθ' ου η αίτηση για αποκάλυψη υπεράσπισης δεν ικανοποιείται με γενικότητες και αοριστίες. Σε τέτοια περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται να παραθέσει λεπτομέρειες οι οποίες με σαφήνεια αποκαλύπτουν αυτή καθ' αυτή την υπεράσπιση. Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd, πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι∙ "Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: 'The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence'. Στην προκείμενη περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση ρητά αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του τερματισμού της συμφωνίας δανείου και ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για πληρωμή του χρέους. Δεν έχω πρόθεση να υπεισέλθω με λεπτομέρεια στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Δεν μπορεί εν τούτοις να παραγνωριστεί ότι ο καθ' ου η αίτηση ενάγεται ως εγγυητής και όχι ως πρωτοφειλέτης. Από την άλλη δεν παραγνωρίζω ότι η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού αν και αναφέρει ότι ο καθ' ου η αίτηση κλήθηκε να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό δεν προσκόμισε οιονδήποτε αποδεικτικό στοιχείο περί τούτου. Ούτε και ζητήθηκε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά την έγερση του σχετικού ισχυρισμού από τον καθ' ου η αίτηση. Τα πιο πάνω, υπό το φως των προνοιών του άρθρου 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003, φέρουν στο προσκήνιο βάσιμο και συζητήσιμο ισχυρισμό που ικανοποιεί το κριτήριο για χορήγηση άδειας προς υπεράσπιση. Ως εκ της φύσεως του ισχυρισμού, δηλαδή ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έλαβε γνώση ότι το δάνειο είχε τερματιστεί και ότι ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για εξόφληση του δανείου, είναι αντιληπτό ότι το περιθώριο για παροχή λεπτομερειών στενεύει καθ' ότι οι λεπτομέρειες δεν είναι στη σφαίρα γνώσης του καθ' ου η αίτηση αλλά των αιτητών. Υποδεικνύεται σχετικά ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Standard Chartered Bank v. Yaacoub
(1990)CA Transcript 699 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζάρου, πιο πάνω∙ "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence, and that the court cannot reject an assertion of the simple ground that it is inherently incredible". Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός δεν αντιφάσκει άλλων ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση και ούτε αυτοαναιρείται. Συνακόλουθα, κρίνω ότι συνιστά γεγονός που αξίζει και πρέπει να αποφασιστεί στο πλαίσιο της δίκης. Περαιτέρω δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται πως το αξιούμενο επιτόκιο είναι αντισυμβατικό (βλ. λόγο (ι) στην ένσταση). Και σ' αυτή την περίπτωση ο σχετικός ισχυρισμός μπορεί να μην συνοδεύεται από πλούσιες λεπτομέρειες, παραπέμπει εν τούτοις στην ίδια τη συμφωνία δανείου - τεκμήριο Α, το περιεχόμενο της οποίας αποκαλύπτει ότι το συμφωνημένο επιτόκιο μεταξύ των μερών ανέρχετο σε 9,5%. Τόσο η έκθεση απαιτήσεως όσο και η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού δεν επεξηγούν γιατί το αξιούμενο, σήμερα, επιτόκιο διαφέρει, δηλαδή ανέρχεται σε 14%. Υποστηρικτικά επισημαίνεται εδώ εκείνο που αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice, πιο πάνω, στη σελίδα 246∙ "If a special indorsement is defective, e.g., where interest is claimed in a case where there is no statutory right to interest and the indorsement does not show the existence of an agreement to pay interest, the defect cannot be made good by affidavit evidence.". Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι και σε αυτή την περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση προέβαλε ισχυρισμό ο οποίος αίρει το βάρος που επωμίζεται για αποκάλυψη γεγονότων που του δίδουν δικαίωμα υπεράσπισης και συνακόλουθα δικαιούται ευχέρειας να προβάλει τούτην. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, με υποχρέωση καταβολής τούτων στο τέλος της διαδικασίας. Εντός δεκατεσσάρων ημερών από σήμερα ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρίσει την υπεράσπιση του. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο