Χριστίνας Μωυσή ν. Αλεξάνδρας Ζιβάνα, Αρ. Αγωγής: 8543/11, 6/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8543/11 Μεταξύ: Χριστίνας Μωυσή Ενάγουσας και Αλεξάνδρας Ζιβάνα Εναγομένης ----- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 22.2.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.7.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια-Ενάγουσα: κα Χατζημιχαήλ Για την Καθ΄ ης η αίτηση-Εναγόμενη: κ. Ευθυμίου (για να ακούσει απόφαση η κα Πίπη) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αιτία για την έγερση της παρούσας αγωγής έδωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, η προφορικώς επιτευχθείσα συμφωνία ενοικίασης ενός διαμερίσματος με αριθμό 102 στα Λατσιά, στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη 41, από την ενάγουσα προς την εναγόμενη κατά ή περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2010 και η μη καταβολή των ενοικίων από τον Σεπτέμβριο (μέρος) του 2010 μέχρι σήμερα. Με την αγωγή ουσιαστικά η ενάγουσα αξιώνει την έξωση της εναγομένης επιδιώκοντας διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του ενοικιασθέντος διαμερίσματος, απόφαση για €9.750 οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο του 2010 (μέρος) έως το Δεκέμβριο του 2011 πλέον €20,83 ημερησίως ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη από 1.1.2012 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής του υποστατικού από την εναγόμενη προς την ενάγουσα. Υπάρχει επίσης απαίτηση για την καταβολή κοινοχρήστων και για καταβληθέντα τέλη σκυβάλων, οι οποίες όμως απαιτήσεις της ενάγουσας έχουν εγκαταλειφθεί. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.12.
- Το Φεβρουάριο του 2012 καταχώρησε δια των δικηγόρων της εμφάνιση η εναγομένη και στις 22.2.2012 η δικηγόρος της ενάγουσας καταχώρησε την παρούσα αίτηση για συνοπτική απόφαση η οποία συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της, νομική βάση της οποίας είναι η Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Η εναγομένη δια του δικηγόρου της καταχώρησε ένσταση στις 30.4.2012 προβάλλοντας τρεις λόγους ένστασης, τους ακόλουθους:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή παράτυπη καθώς δεν πληρούνται στην παρούσα περίπτωση οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συμπεριλαμβανομένου, ειδικότερα του Δ.18 θ.1 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Η μαρτυρία πάνω στην οποία βασίζεται η αίτηση είναι λανθασμένη, άσχετη και/ή ελλιπής με αποτέλεσμα να μην προκύπτει καθόλου ή επαρκής λόγος ή βάση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης.
- Η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και/ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που είναι αρκετά για να δικαιούται να υπερασπιστεί την αγωγή. Η ένσταση επίσης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης η οποία επεξηγεί και διασαφηνίζει σε αυτήν τους λόγους ένστασης που επικαλείται. Η ενάγουσα κλήθηκε και αντεξετάστηκε από το δικηγόρο της εναγομένης επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της. Αρνήθηκε ότι η προφορική συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ της εναγομένης και του συζύγου της στην απουσία της και επέμενε ότι η συμφωνία έγινε στην κουζίνα του σπιτιού της παρουσία της ίδιας, του συζύγου της και της εναγομένης και του συζύγου της. Ο λόγος που δεν υπογράφηκε συμβόλαιο, ανέφερε, ήταν γιατί η εναγομένη βιαζόταν να έρθει να μένει στο σπίτι. Η εναγομένη κατέβαλλε κανονικά τα ενοίκια της με επιταγές (και γι΄ αυτό δεν εκδίδονταν αποδείξεις) μεταξύ 1.2.2010 μέχρι μέρος ενοικίου του Σεπτεμβρίου του
- Δέχθηκε επίσης ότι εξέδωσε αποδείξεις όταν ο δικηγόρος της εναγομένης απέστειλε επιστολή προς το δικηγόρο της σε απάντηση δικής του επιστολής. Αρνήθηκε ότι εσυμφώνησαν να τοποθετήσουν split units στα δωμάτια και ισχυρίστηκε ότι όταν εισηγήθηκαν να τοποθετήσουν μόνο σε δύο δωμάτια η εναγομένη αρνήθηκε λέγοντας θα φέρει τα δικά της από το παλιό σπίτι. Όπως επίσης αρνήθηκε ότι στη συμφωνία περιλαμβάνετο ενοικίαση και χώρου στάθμευσης. Ανέφερε επίσης η ενάγουσα ότι η εναγομένη πράγματι διαμαρτυρήθηκε για τα split units αλλά όταν δεν δέχθηκε την εισήγηση της να τοποθετηθεί ένα στο δωμάτιο της και ένα στο δωμάτιο των παιδιών της, ο σύζυγος της ενημερώθηκε ότι θα αποκόπτονται €100 μηνιαίως από το ενοίκιο ενώ στη συνέχεια η εναγομένη σταμάτησε να καταβάλλει το ενοίκιο. Δέχθηκε επίσης κατά την αντεξέταση της ότι έδωσε πράγματι οδηγίες στη ΣΠΕ Λατσιών να μην γίνονται καταθέσεις στο λογαριασμό της ο οποίος ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην εναγομένη και αποτελεί προσωπικό δεδομένο της ιδίας και ισχυρίστηκε, παρά το ότι δεν υπάρχει αυτή η αξίωση, ότι είχε συμφωνηθεί όπως η εναγομένη καταβάλλει €25 μηνιαίως ως κοινόχρηστα. Τέλος, της υπεβλήθη από τον κ. Ευθυμίου ότι ο λόγος που δεν συνήφθη γραπτό συμβόλαιο ενοικίασης όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν εξέδιδε αποδείξεις ήταν για να γλυτώσει τη φορολόγηση της, το οποίο η ενάγουσα αρνήθηκε λέγοντας ότι «δεν είχε πρόθεση να αδικήσει κανένα». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1 που αποτελεί τη βάση της αίτησης και όπως έχει διαμορφωθεί η νομολογία, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση συνοπτικής απόφασης ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα να είναι σε ειδικά οπισθογραφημένο έντυπο δυνάμει της Δ.2 θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνετε από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18 θ.1 έχουν τηρηθεί και το Δικαστήριο απομένει να εξετάσει τις τρεις ενστάσεις του κ. Ευθυμίου που ουσιαστικά αμφισβητούν την ύπαρξη της τρίτης προϋπόθεσης για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Άτομο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένσταση του κ. Ευθυμίου όσον αφορά το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης αφού η προφορική συμφωνία επετεύχθη μεταξύ εναγομένης και του συζύγου της δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το κατά πόσο ένα πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης εξαρτάται από αυτά τα πραγματικά γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην αυθεντία Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 282, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το «ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της εννοίας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης.» Στην παρούσα υπόθεση η ενόρκως δηλούσα ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου και παρά τη μη ύπαρξη γραπτής συμφωνίας είναι προς αυτή που εκδίδοντο οι επιταγές της εναγομένης για την καταβολή του ενοικίου και είναι από αυτή που εξεδόθηκαν οι αποδείξεις για την καταβολή των ενοικίων από την εναγομένη. Η ίδια η εναγομένη είναι σε λογαριασμό αυτής που προβάλλει ισχυρισμό ότι προσπάθησε να καταθέσει ενοίκια και αν η εναγομένη συνεβλήθη μετά του συζύγου της αυτός δεν θα μπορούσε να είναι ενάγων ως μη ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου αλλά οπωσδήποτε η όποια συμφωνία πρέπει να έγινε με τη γνώση και τη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας. Κατά συνέπεια η ενάγουσα είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και η μόνη που μπορεί να επιβεβαιώσει θετικά το ποσό της απαίτησης, προσδιορίζοντας την οφειλή.
- Η ένορκη δήλωση δεν επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το οφειλόμενο ποσό. Η θέση αυτή του κ. Ευθυμίου εδράζεται στο ότι η ενάγουσα παρέλειψε να καταθέσει γραπτή συμφωνία ενοικίασης, κάτι το οποίο φυσικά είναι αδύνατο αφού τέτοια γραπτή συμφωνία είναι ανύπαρκτη. Η συμφωνία μεταξύ των μερών από το πλήρες κείμενο των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων είναι ουσιαστικά παραδεκτή όπως και η καταβολή μέρους των ενοικίων από το Φεβρουάριο του 2010 μέχρι και το Σεπτέμβριο του
- Η εναγόμενη διαμαρτύρεται για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι η ενάγουσα δεν της εξέδιδε απόδειξη και την παρέπεμπε σε ευθετότερο χρόνο. (β) Δεν προέβηκε σε άμεση εγκατάσταση των split units όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι συμφώνησαν. (γ) Δεν ετοίμασε έγκαιρα γραπτό συμβόλαιο ενοικίασης για υπογραφή ως η αναληφθείσα δέσμευση της. (δ) Αρνήθηκε να της παραχωρήσει όπως είχε συμφωνηθεί ένα υπόγειο χώρο στάθμευσης. Η αιτία αγωγής είναι η μη πληρωμή των ενοικίων από μέρους της εναγομένης. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η ενάγουσα απέστειλε κατ΄ επανάληψη επιστολές προς την εναγομένη ζητώντας αρχικά την καταβολή των οφειλομένων ενοικίων και στη συνέχεια τερμάτισε τη σύμβαση και απαίτησε την ανάκτηση της κατοχής του διαμερίσματος. Σε δύο απαντητικές επιστολές του κ. Ευθυμίου για την εναγομένη προβάλλονται οι απαιτήσεις αυτές της εναγομένης και η άρνηση της να παραδώσει το υποστατικό ενώ δεν προβάλλει κανένα λόγο για τη μη καταβολή των οφειλομένων ενοικίων, πλην των ως άνω απαιτήσεων της που θεωρεί ότι της δίδουν το δικαίωμα είτε να μειώνει αυθαίρετα το ενοίκιο είτε να μην το καταβάλλει καν. Δεν βλέπω γιατί η ενάγουσα επειδή η εναγομένη προβάλλει αυτές τις απαιτήσεις δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την πιο πάνω αιτία αγωγής και το οφειλόμενο ποσό ενοικίων.
- Η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που είναι αρκετά για να δικαιούται να υπερασπιστεί την αγωγή. Η εναγομένη θα έπρεπε να παραθέσει γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση της σε τέτοιο βαθμό που να ενδείκνυται να της επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά ευσταθεί αυτή η υπεράσπιση θα είναι το αντικείμενο της δίκης (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance
(2003)1 A.A.Δ. 1968). Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει αντικρουόμενους ισχυρισμούς μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης αφού τέτοια αξιολόγηση είναι ανεπίτρεπτη σε διαδικασία για συνοπτική απόφαση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Τέλος, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου «έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή» (Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1886) και «μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης» (Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επίσης αποφασίστηκε ότι πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση έστω και αν η εκδοχή του εναγομένου είναι «λιγότερο από πιθανή» φθάνει να μην είναι απλώς «σκιώδης» γιατί η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ένα εξαιρετικό μέτρο το οποίο στην ουσία καταλήγει σε απόφαση χωρίς να ακουστεί ο εναγόμενος και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι καθαρή και είναι προφανές πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή τους λόγους που επικαλείται ο κ. Ευθυμίου για την απόρριψη της αίτησης χωρίς να ανακαλύψω τίποτε που να αποτελεί υπεράσπιση στη μη καταβολή των ενοικίων είτε στην αλληλογραφία του είτε στην ένορκη δήλωση της εναγομένης που συνοδεύει την ένσταση της. Δεν έχω εντοπίσει καμιά υπεράσπιση στην μη καταβολή των ενοικίων, ούτε καμιά αμφισβήτηση του ποσού του χρέους γιατί δήθεν η εναγομένη απείλησε ότι δεν θα καταβάλλει €100 λόγω της μη τοποθέτησης των split units (για να αποκόπτεται τέτοιο ποσό θα έπρεπε να καταβάλλει ενοίκιο, πράγμα που η ίδια δεν έπραξε). Το ενοίκιο δεν διαφοροποιήθηκε και η διαφοροποίηση ήταν μια αυθαίρετη, απειλούμενη ενέργεια της εναγομένης (βλέπε Τεκμήριο Α αποδείξεις από Φεβρουάριο 2010 - Σεπτέμβριο 2010). Η εναγομένη μπορεί να έχει απαίτηση υπό μορφή ανταπαίτησης εναντίον της ενάγουσας την οποία μπορεί να εγείρει οποτεδήποτε αλλά στερείται υπεράσπισης ή καλής υπεράσπισης ή καλόπιστης υπεράσπισης ή οποιασδήποτε υπεράσπισης όσον αφορά τη μη καταβολή των ενοικίων, ο δε λόγος καταχώρησης ένστασης είναι για την καθυστέρηση της διαδικασίας και τίποτε περισσότερο. Η αμφισβήτηση κάποιου γεγονότος (στην προκειμένη περίπτωση, η απειλή της μείωσης του ενοικίου ή μη τοποθέτηση split units ή η μη παραχώρηση χώρους στάθμευσης σε συνδυασμό με τη μη έκδοση αποδείξεων ή το μη καταρτισμό ενοικιαστηρίου εγγράφου) δεν σημαίνει ότι αυτό αποτελεί υπεράσπιση στην αξίωση για καταβολή οφειλόμενου ενοικίου. Η κύρια υποχρέωση της ενάγουσας δυνάμει της συμφωνίας ήταν να παραχωρήσει την κατοχή του ενοικιασθέντος υποστατικού, πράγμα που έπραξε, ενώ η κύρια υποχρέωση της εναγομένης ήταν να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει χωρίς να προβάλλει οποιουσδήποτε λόγους γι΄ αυτή της την παράλειψη. Η υπεράσπιση βασίζεται σε δικά της γεγονότα, των οποίων πρέπει να γίνεται αποκάλυψη και επίκληση για να μπορέσει το Δικαστήριο να επιτρέψει να προβληθεί. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας ως το αιτητικό 16 Α, Δ και Ε πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο