← Κύπρος

Vitaly Ivanovich Smagin ν. SKENDLEBY INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αγ. αρ. 711/11 , 30/5/2012

Vitaly Ivanovich Smagin ν. SKENDLEBY INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αγ. αρ. 711/11 , 30/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. αρ. 711/11 ΜΕΤΑΞΥ:- Vitaly Ivanovich Smagin ΕΝΑΓΟΥΝΤΑ - και - 1. SKENDLEBY INVESTMENTS LIMITED 2. JELLA HOLDINGS & FINANCE LIMITED 3. ANDREY ILYAEV 4. PRECHARD HOLDINGS LIMITED 5. SOLID ROCK TRADING LIMITED 6. EXECUTIVE MANAGEMENT LIMITED 7. MPH LAW MANAGEMENT LIMITED ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαίου 2012 Αίτηση ημερ. 2.2.11 και προσωρινο διάταγμα 2.2.11 Για τον Αιτητή: κ. Δημητρίου και κ. Φρακάλας (κ. Κυριανού για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1+4: κ. Χαβιαράς και κ. Αμερικάνος (κα Χριστοδούλου και κα Ποφαϊδου για ν' ακούσουν απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2+6: κ. Αμερικάνος με κ. Κώστα (κα Ποφαϊδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 5+7: κ. Χαβιαράς (κα Χριστοδούλου για ν΄ ακούσει απόφαση) ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ημερ. 2.2.11 πέτυχε την έκδοση από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, των ακόλουθων Προσωρινών Διαταγμάτων:- 1. Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται εις όλους τους εναγόμενους προσωπικά ή μέσω άλλων να ψηφίσουν και/ή προκαλέσουν ή άλλως πως επιτρέψουν ή ανεχθούν οποιεσδήποτε αποφάσεις που θα έχουν ως αποτέλεσμα την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαφοροποίηση ή επιβάρυνση των μετοχών των εναγομένων 1,2,4,5. 2. Διάταγμα εναντίον όλων των εναγομένων με το οποίο εμποδίζεται η αποξένωση ή επιβάρυνση οιασδήποτε ιδιοκτησίας και/ή δικαιώματος που ανήκει εις τις εναγόμενες 1,2,4 και 5 και που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την ακίνητη ιδιοκτησία που αποτελεί το εμπορικό κέντρο με την ονομασία «Europark» στη Μόσχα. 3. Διάταγμα εναντίον όλων των εναγομένων που να απαγορεύει εις αυτούς την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επιβάρυνση ή αποξένωση των μετοχών και/ή δικαίωμα κυριότητας ή κατοχή που έχουν οι εναγόμενοι 1-7 στην ακίνητη ιδιοκτησία που αποτελεί το εμπορικό κέντρο με την ονομασία «Europark" στη Μόσχα σε οιονδήποτε βαθμό που θα διαφοροποιήσει το δικαίωμα ή συμφέρον του αιτητή ύψους 20% ή άλλα δικαιώματα του στο άνω εμπορικό κέντρο. 4. Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται εις όλους τους εναγόμενους η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παροχή διευκόλυνσης ή άλλως πως επιτρέψουν εις τους εναγόμενους 1,2, 4 και 5 στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης που θα είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση, διαγραφή, αλλαγή έδρας και/ή άλλης εταιρικής αλλαγής τους. Ο αιτητής αιτείται και πέμπτο διάταγμα εναντίον των εναγομένων δι΄ αποκάλυψη και παράδοση εις τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου όλα τα έγγραφα, εξουσιοδοτήσεις, συμφωνίες και ψηφίσματα που λήφθησαν από τους εναγόμενους 1-7 μεταξύ τους ή με τρίτους σε σχέση με τον ενάγοντα και τους εναγόμενους 1,2 και 5 όπως και την ακίνητη ιδιοκτησία που αποτελεί το εμπορικό κέντρο με την ονομασία "Europark" ως άνω. Το μέρος αυτό της αίτησης ορίσθη δι΄ επίδοση εις την άλλη πλευρά και είναι προς εξέταση. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Παύλου Αγαπητού δικηγόρου και συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον αιτητή. Η ένορκη δήλωση του είναι μακροσκελής, αποτελείται από 28 σελίδες, 73 παραγράφους με εκατοντάδες σελίδες τεκμηρίων. Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι η αρχιτεκτονική της και η έκθεση των γεγονότων δεν βοηθά την ανάγνωση αλλά τη περιπλέκει. Θα αναφερθώ σ΄ αυτή σε κατοπινό στάδιο. Εις αυτήν επίσης αναφέρεται ότι ο ενάγοντας δεν μπορούσε να ευρίσκεται εις Κύπρο προκειμένου να προβεί στην ένορκη δήλωση δια σκοπούς της παρούσας διαδικασίας λόγω της εξαιρετικής επείγουσας φύσης του θέματος και της προμήθεια πληροφοριών από τη Μόσχα. Από την άνω ένορκη δήλωση προβάλλεται ότι ο αιτητής είναι μέτοχος κατά 20% της Tufts Invest and Trade Inc. Το υπόλοιπο 73% του κεφαλαίου της το είχε η Kalken Holdings Ltd που είναι κυπριακή εταιρεία, και το υπόλοιπο 7% η Centre Investment Capital εταιρεία των νήσων Καϋμαν. Η Tufts μέχρι πρόσφατα κατείχε το 100% των μετοχών της Doralin Trading & Investment Ltd (Κυπριακή Εταιρεία) η οποία με την σειρά την κατείχε το 100% των μετοχών της ρωσσικής εταιρείας Centurion η οποία κατέχει και λειτουργεί το Europark. Τον Ιανουάριο 2010 το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Doralin μεταβιβάστηκε στη Famalatus Ltd και Mastero Ltd ανά 230.500 μετοχές. Αυτό έγινε εν τη αγνοία και χωρίς την έγκριση του ενάγοντα. Επίσης μεταξύ 26 Φεβρουαρίου και την 1η Μαρτίου 2010 ολόκληρο το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Centurion μεταβιβάστηκε στην εναγομένη 1 και πάλι εν τη αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση του ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω, η ένορκη δήλωση περιέχει όγκο ισχυρισμών με αναφορά σε μεγάλο αριθμό εταιρειών, αχρείαστη λεπτομέρεια, επουσιωδών παρεμφερών θεμάτων, ακόμα και από πού πήραν τα ονόματα τους πανεπιστήμια της Ρωσίας (βλ. παράγρ. 5) δια να καταλήξει στην παράγρ. 64 που έχει ως ακολούθως:- «64. Δεδομένων όλων των γεγονότων που αναφέρονται πιο πάνω, δηλαδή: (
  2. a)την απομάκρυνση του Ενάγοντα από Διευθυντή της Tufts χωρίς προειδοποίηση, η μεταφορά των μετοχών της Tufts στην Doralin, (
  3. b)η κατάχρηση του μεριδίου του Ενάγοντα στο Europark, (
  4. c)η σκηνοθετημένη πτώχευση της Centurion, (
  5. d)η εξαγορά του Δανείου από τον Όμιλο Tashir και η μετέπειτα εκχώρηση του στην Prechard, (
  6. e)η αποτυχία της Kalken να δεσμεύει τις μετοχές της στην Tufts, (
  7. f)η νέα δήθεν "ιδιοκτησία" του Europark που δηλώνει η Tashir η οποία πρόσφατα ήρθε εις γνώση του Ενάγοντα, και (
  8. g)η περαιτέρω μεταφορά των μετοχών της Centurion στην Skendleby, είναι ξεκάθαρο για τον Ενάγοντα ότι υπάρχει συντριπτική πιθανότητα ότι η εν λόγω πληροφόρηση είναι ορθή και ότι ο Ashot Yegiazaryan και άλλοι Εναγόμενοι ενεργώντας σε συνεργασία με αυτόν έχουν κάθε διάθεση να ενεργήσουν άμεσα για να απομακρύνουν τις μετοχές της Centurion, οι οποίες κατέχουν το 100% του δικαιώματος στο Europark, ακόμα περισσότερα από τον Ενάγοντα, με σκοπό να εμποδίσουν τις προσπάθειες του να ανακτήσει το συμφέρον του στο Europark." Όσον αφορά τους υπόλοιπους εναγόμενους αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι μέτοχοι Διευθυντές των εναγομένων 1 αντίστοιχα. Οι εναγόμενοι 5 και 6 είναι μέτοχοι των εναγομένων 4 και η εναγομένη 6 είναι Διευθυντής της. Η Εναγομένη 4 είναι «κάτοχος» ενός δανείου της Centurion. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 1,2,4,5,6 και 7 κατεχώρησαν ενστάσεις. Εις τον καθ΄ ου η αίτηση 3 δεν έχει εισέτι επιδοθή. Εις τις ενστάσεις προβάλλεται μεγάλος αριθμός λόγων. Μεταξύ αυτών είναι η μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, του άρθρου 9 του ΚΕΦ. 6, μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, παραπλάνηση του Δικαστηρίου, έλλειψη δικαιοδοσίας δια θέματα που άπτονται της εγκυρότητας πράξεων ή παραλείψεων οργάνων αλλοδαπών νομικών προσώπων ή που αφορούν τη μειοψηφία μετόχων αλλοδαπού νομικού προσώπου, ανυπαρξία αιτίας αγωγής ενώπιον των Καθ΄ ων η αίτηση, αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, πολλαπλότητα διαδικασίας, ανεπάρκεια της διαταχθείσας εγγύησης, ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική και αντιφατική με αυτή της αγωγής 8994/10, ανυπαρξία μαρτυρίας δια παράνομες πράξεις εκ μέρους των εναγομένων και τέλος ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 4 και 6. Οι ενστάσεις στηρίζονται σε δύο ένορκες δηλώσεις. Η ένορκη δήλωση του κ. Γαβριήλ Πέτρου ημερ. 18.11.11 υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων 2 και 6 και η ένορκη δήλωση της κ. Μισιελλίνας Χριστοδούλου ημερ. 18.11.11 υποστηρίζει την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση 5 και 7. Οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 4 επέλεξαν να στηριχθούν στα όσα αναφέρονται στις δύο άνω ένορκες δηλώσεις και να μην καταχωρήσουν οιανδήποτε ένορκη δήλωση. Εις τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις επίσης εκτίθενται εν εκτάσει και εν πολλοίς αχρείαστοι ισχυρισμοί. Αφιερώνουν πολύ υλικό διά την καταχώρηση ένορκης δήλωσης αντί του αιτητού από τον κ. Αγαπητό δια υποστήριξη της αίτησης και την ισχυριζόμενη βλάβη που κατ΄ ισχυρισμό υφίστανται λόγω μη δυνατότητας αντεξέτασης του λόγω του ότι δεν έχει προσωπική γνώση. Αν και είναι εύηχο επιχείρημα από την άλλη δεν μπορεί να έχει καμία αξία από τη στιγμή που δεν ζήτησαν κάτι τέτοιο ώστε ενδεχομένως να διαφανεί αυτή η αδυναμία και συνάμα, πιθανή βλάβη τους. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτή η παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας με τον τρόπο που έγινε εφόσον μάλιστα δικαιολογείται διατί ο αιτητής δεν μπόρεσε να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση δια υποστήριξη της αίτησης του. Εις το άλλο υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μέσου των άνω ενόρκων δηλώσεων δεν θα αναφερθώ διότι πιστεύω στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και δια σκοπούς της παρούσας απόφασης δεν είναι αναγκαίο καθότι μόνο κούραση θα προκαλέσουν και απώλεια χρόνου. Αναφέρονται αυτά διότι σε διαδικασία της φύσεως υπό εξέταση βαρύνει τον αιτητή, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τουλάχιστον τόσου υλικού όσο είναι αναγκαίο διά ικανοποίηση των προϋποθέσεων που τίθενται από τη νομοθεσία και νομολογία διά την έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης εξέτασα την ένορκη δήλωση του κ. Αγαπητού επι της οποιας στηρίζεται η αίτηση, ξανά και ξανά και δεν μπόρεσα να διακρίνω οποιαδήποτε σύνδεση των εναγομένων με τις ισχυριζόμενες υπ΄ αυτού άδικες πράξεις και ενέργειες εναντίον του. Ειδικότερα και πιο αναλυτικά:- - Εις την παράγρ. 5 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι μέχρι το Σεπτέμβρη του 2009 ήταν «Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 5 (Centurion)». Εναγομένη 5, εις την παρούσα αγωγή είναι η SOLID ROCK TRADING LIMITED και όχι η Centurion. - Εις την ίδια παράγρ. 5 αναφέρεται ότι «Πρόσθετα στη θέση του ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Centurion, ο ενάγοντας επίσης κατείχε το 20% των μετοχών της Centurion» Πιο κάτω όμως, στην παράγρ. 14 αναφέρεται ότι «το 100% των εκδομένων μετοχών στη Centurion ανήκε στην Doralin". - Παράγρ. 15. Η εναγομένη 6 είναι μόνο διευθυντής της Μastero Ltd με μόνο μέτοχο μία Ελβετική εταιρεία την Global Conformity AG. Εις τη Mastero Ltd μεταβιβάσθησαν οι μισές μετοχές (230,500) της Doralin. - Εις την παράγρ. 20 αναφέρεται ότι μεταξύ 26.2.10 και 1.3.10 ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Centurion μεταβιβάσθη εις την εναγομένη 1εν αγνοία του ενάγοντα και χωρίς την έγκριση του. - Εις την παράγρ. 21 αναφέρεται ότι η εναγομένη 2 είναι μέτοχος της εναγομένης 1 και ο εναγόμενος 3 Διευθυντής της Εναγομένης. - Η εναγομένη 4 ως αναφέρεται στην παράγρ. 22 είναι κάτοχος ενός δανείου «το οποίο είχε προηγουμένως μεταβιβαστεί από την Blidensol στη Centurion». Διευθυντής της εναγομένης 4 είναι η εναγομένη 6 και 7. Μέτοχοι τους είναι η εναγομένη 5 και 6. - Εις την παράγρ. 46 αναφέρεται ότι «... φαίνεται ότι ο Ashot Yegiazaryan με τη βοήθεια των υπόλοιπων εναγομένων ξεκίνησε την υλοποίηση του σχεδίου του για να πάρει τον πλήρη έλεγχο του Europark και των εταιρειών που το κατείχαν κατά τα τέλη του 2009.» - Εις την παράγρ. 48 «..ο Ashot Yegiazaryan και πάλιν σε συνεργασία με διάφορους συνωμότες και Εναγομένους, έβαλε στόχο την κατάχρηση ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου της Centurion και της ιδιοκτησίας του Europark, συμπεριλαμβανομένου του συμφέροντος ύψους 20% του Ενάγοντα.» - Εις την παράγ. 51 αναφέρεται ότι «Επιπρόσθετα με την παύση του Ενάγοντα από Διευθυντή της Tufts, ο Ενάγοντας ανακάλυψε επίσης πρόσφατα ότι ο Ashot Yegiazaryan και οι συνωμότες του προέβησαν επίσης σε βήματα για τη μεταβίβαση των μετοχών της Doralin από την Tufts.". Αυτές, όπως αναφέρει, μεταβιβάστηκαν στις 16.1.10 στη Mastero και 13.4.10 στην Famulatus. - Παράγρ. 52 αναφέρεται «Αυτό ουσιαστικά έσπασε την αλυσίδα ιδιοκτησίας και ελέγχου την οποία είχε συμφωνήσει και κατείχε ο Ενάγοντας σε σχέση με το μερίδιο του στο Europark.". - Στην παράγρ. 58 αναφέρεται ότι ο ενάγοντας περί τις αρχές Οκτωβρίου 2010 πληροφορήθηκε ότι ο Ashot Yegiazaryan ετοιμαζόταν να προβεί σε περαιτέρω άμεσες μεταβιβάσεις μετοχών στην Centurion που κρατούνταν από την Doralin προς άλλη άγνωστη εταιρεία με σκοπό να απομακρύνει την ιδιοκτησία του Europark «ακόμα περισσότερο από τον Ενάγοντα.». - Παράγρ. 61 αναφέρεται ότι στις 26.2.10 2.300 μετοχές της Centurion (που ήταν ολόκληρο το εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο της) μεταβιβάστηκαν από την Doralin στην Εναγομένη 1. Το περιεχόμενο της παραγρ. 64 και τους λόγους που επικαλείται σ΄ αυτήν διά στήριξη του αιτήματος του ήδη έχουν εκτεθεί. Η αίτηση υπό εξέταση στηρίζεται στα άρθρα 31 και 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου Ν.101/87, στα άρθρα 3,4,5,6,9, 73-76, 91Α, 91Β και 91Γ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θθ.1-13, 42Α, Δ.43, θθ.1-3, στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων επί Μετοχών αρ. 31

(1)/92 άρθρα 2,3,4,5 και 9, στον περί Παρεμποδίσεως Δολίων Μεταβιβάσεων Νόμο, ΚΕΦ. 62, άρθρα 2,3,4, και 5 στην πρακτική και στη σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση, κατά την ακρόαση προωθήθη από τους συνήγορους δια τον αιτητή βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60 και πολύ σωστά πιστεύω καθότι η άλλη νομική βάση, πλην των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν έχουν εφαρμογή στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  1. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη.
  2. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Βέβαια, «υπενθυμίζεται ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα (βλ. Κυρίσαββα ν. Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ 1245). Ας μην μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Τhe Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 179 με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων που επιδιώκει τη θεραπεία». Αυτά λέχθησαν στην Όξινου κ.α. ν. Μαρία Ρολή Λου, Πολ. Έφεση 310/08, ημερ. 17.6.11, σελ.
  1. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v.
  2. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης από όλο το σχετικό υλικό που παράθεσα πιο πάνω, ο αιτητής φαίνεται ότι στηρίζει την όποια αξίωση του στην ιδιότητα του ως μετόχου κατά 20% στην Tufts Inv. And Trade Inc. και συμφωνία Μετόχων της ημερ. 26.12.06 μεταξύ του ιδίου, Garkusha (Centre Inv. Capital) και Κalken Holding Ltd (Kalken) (τεκμ. 8 ένορκη δήλωση Αγαπητού). Αναφορικά με την τελευταία παρατηρώ από την ίδια τη συμφωνία ότι αυτή έγινε στη Ρωσία (βλ. τελευταία σελίδα συμφωνίας τεκμ. 8) και οι συμβληθέντες δεν είναι διάδικοι. Όσον αφορά την μετοχική του ιδιότητα εις την Tufts Inv and Trade Inc και δυνατότητα έγερσης παράγωγης αγωγής αναφέρω τα ακόλουθα:- Τι είναι παράγωγη αγωγή έχει αναλυθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ., μεταξύ άλλων, Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136, Θωμά κ.ά. ν. Ηλιάδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1263 και Χειμωνίδη ν. Investylia Public Co. Ltd, Π.Ε. 82/07, ημερ. 12.11.08). Σε αυτού του είδους την αγωγή, η εταιρεία τα δικαιώματα της οποίας επηρεάζονται, προστίθεται ως εναγομένη, κατ΄ όνομα και μόνο (nominal defendant), ώστε σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η απόφαση να εκδοθεί υπέρ της, έστω και αν είναι εναγόμενη. Ο ενάγοντας είναι κατ΄ όνομα και μόνο ενάγοντας. Είχα την ευκαιρία να διαβάσω εκτενή ανάλυση περί παράγωγης αγωγής που έγινε από τον κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ, όπως ήταν τότε, εις την αγωγή 1623/97 απόφαση ημερ. 18.04.02 μεταξύ Κουή ν. Πιριλλή κ.α., Ε.Δ. Λάρνακας, να σημειωθεί ότι η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ.
(2004)1 Α.Α.Δ 136) και με την οποία ανάλυση του κ. Ναθαναήλ συμφωνώ πλήρως. Παρατίθεται το σχετικό μέρος. «Η παράγωγη αγωγή, ονομαζόμενη έτσι διότι ο μέτοχος ενάγει προς επίρρωση απαίτησης, που στην πραγματικότητα ανήκει στην εταιρεία και άρα το δικαίωμα του να ενάγει απορρέει ή παράγεται από αυτή, αποτελεί ένα εφεύρημα του Court of Chancery κατά τον 18ο αιώνα όταν τα δικαιώματα ενός ατόμου συνέπιπταν με τα δικαιώματα πολλών άλλων και στην ίδια θέση ατόμων, που δεν μπορούσαν όλοι μαζί με πρακτικό τρόπο να συνενωθούν στην αγωγή και είχε ιδιαίτερη εφαρμογή στις περιπτώσεις μη εγγεγραμμένων εταιρειών. Στην πάροδο του χρόνου το στοιχείο αυτό άρχισε να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις εταιρειών που είχαν εγκαθιδρυθεί κάτω από κάποιο ειδικό κοινοβουλευτικό νομοθέτημα ή κάτω από τον Περί Εταιρειών Νόμο, σε σχέση με αδικήματα που έγιναν στην εταιρεία. ΄Αρχισαν έτσι να δημιουργούνται οι λεγόμενες αντιπροσωπευτικές αγωγές ("representative actions"). Ορισμένοι συγγραφείς θεωρούν ότι η παράγωγη αγωγή είναι και αποτελεί μέρος της αντιπροσωπευτικής ιδιότητας της αγωγής, άλλοι την θεωρούν ως ανεξάρτητη. Την έννοια και νομική αρχή επί της οποίας εδράζεται αυτή, αναλύει με πολλή σαφήνεια ο Lord Denning M.R. στην Wallersteiner v. Moir (No.2) 1 [1975] 1 All E.R. 849, στις σελ. 857 - 8. Το χαρακτηριστικό της παράγωγης αγωγής το θέτει επίσης το σύγγραμμα του Pennington "Company Law" 3η έκδ. στη σελ. 564 ως εξής: "Τhe derivative character of a representative action brought by a member to enforce a right vested in the company is shown by the fact that judgment is given in favour of the company, so that the plaintiff obtains no benefit thereby directly, and also by the fact that the plaintiff can sue only if the company could sue itself, so that if the company has been dissolved no derivative action may be brought." ΄Οπως πρόσθετα αναφέρεται στον Palmers´ Company Law, Τόμος 2ος, σελ. 8177 παρ. 8.804 (΄Εκδ. 2000 loose leaf): "The plaintiff is seeking to enforce, not his own right of action, but a right of action vested in or derived from company. Hence in modern discussions the action is referred to as derivative action. The alleged wrongdoers are made the defendants in the action but the company itself is joined as a nominal defendant in order that it can be bound by the judgment. If the action succeeds, any property or damages recovered go, not to the plaintiff, but to the company. The plaintiff shareholder can complain in a derivative action of wrongs committed before he became a member. Η παράγωγη αγωγή και το δικαίωμα σε αυτή, επειδή ακριβώς έχει την καταγωγή της από το Δίκαιο της Επιείκειας, περιορίζεται από διάφορους παράγοντες και δεν έχει εφαρμογή εναντίον ενός διευθυντή μιας εταιρείας που επέδειξε απλώς αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του ούτε στις περιπτώσεις όπου η πράξη των διευθυντών ή της εταιρείας μπορεί να καλυφθεί από έγκριση με σχετικό ψήφισμα σε γενική συνέλευση. Επίσης το είδος αυτό της αγωγής υπόκειται στον κανόνα ότι ο ενάγων πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, και έτσι δεν έχει εφαρμογή όπου ο ενάγων ως μέτοχος έχει αποδεχθεί την λανθασμένη πράξη για την οποία μετέπειτα παραπονείται ή όπου ο ίδιος ενεργούσε ως μαριονέττα εκ μέρους εξωγενών της εταιρείας ατόμων, τα συμφέροντα των οποίων ήταν αντίθετα με αυτά της εταιρείας. Με άλλα λόγια, η αγωγή θα πρέπει να θεωρείται από κάθε άποψη ως καταχωρηθείσα bona fide προς όφελος της εταιρείας και όχι για την ευόδωση κάποιου λανθάνοντα στόχου, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα όπλο και θεραπεία μόνο όπου δεν μπορούν να θεραπευθούν οι λανθασμένες πράξεις με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. ΄Ετσι για παράδειγμα, αν η εταιρεία έχει διαλυθεί ή μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε διάλυση, τότε εναπόκειται στον εκκαθαριστή της να ενάγει τους αδικοπραγούντες εκ μέρους της εταιρείας (δέστε Palmer [πιό πάνω] σελ. 8170-80, παρ. 8-805). Η παράγωγη αγωγή μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία: (i) Το στοιχείο του δόλου και (ιι) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (δέστε John Farrar: Company Law σελ. 364). Το στοιχείο του δόλου δεν έχει την αυστηρή στενή έννοια του δόλου στο κοινοδίκαιο αλλά επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο Δίκαιο της Επιείκειας. ΄Ετσι, δεν καλύπτει μόνο άμεσο όφελος στον ενεργήσαντα καθ΄ υπέρβαση εξουσιών διοικητικό σύμβουλο, αλλά καλύπτει ακόμη και κάθε έμμεση λήψη οφέλους περιλαμβανομένης και της απώλειας εκ μέρους της εταιρείας να χρησιμοποιήσει μια εμπορική δυνατότητα ή ευκαιρία που της δίνεται στην πορεία των εμπορικών δοσοληψιών της. (Cooke v. Deeks [1916] 1 A.C. 554, Eastmanco (Kilner House) Ltd. v. Greater London Council [1982] 1 All E.R. 437 και Menier v. Hooper´s Telegraph Works [1874] 9 Ch. App. 350). Στον Halsbury´s Laws of England 4η ΄Εκδ. Τόμος 7
(1), σελ. 701 παρ. 955 αναφέρεται ότι: "In such an action the plaintiffs have no larger right to relief than the company would have if plaintiff, and may maintain their action only when the acts complained of are of a fraudulent character .". Στον Palmer´s (supra) αναφέρονται στη σελ. 8186 παρ. 8.814 και τα εξής: «It is not possible to give a single, comprehensive definition of the equitable meaning of "fraud" for the purposes of this exception to the rule in Foss v. Harbottle. The most frequently cited statement is that of Lord Davey in Burland v. Earle that fraud embraces all cases where the wrongdoers "are endeavouring, directly or indirectly, to appropriate to themselves money, property or advantages which belong to the company or in which the other shareholders are entitled to participate." Derivative actions have thus been allowed where the wrongdoers made a concealed profit on the sale of property to the company, or where they diverted business from the company to another in which they were interested, as well as in cases of fraudulent misappropriation of corporate assets". Το στοιχείο του δόλου υπό την ευρύτατη αυτή έννοια συνυπάρχει και είναι συνυφασμένο και με τα ευρύτερα καθήκοντα που ο νόμος Περί Εταιρειών επιβάλλει σε ένα διοικητικό σύμβουλο μιας εταιρείας. ΄Ενα από τα κυριώτερα καθήκοντα είναι να μην παραβιάζει ο διευθυντής τη σχέση εμπιστοσύνης του απέναντι στην εταιρεία και ιδιαίτερα να μην την συναγωνίζεται. Το καθήκον ενός διοικητικού συμβούλου παραλληρίζεται με αυτό του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο (Halsbury´s (supra) σελ. 705, σελ. 960), ενώ υπάρχει καθήκον στο κοινοδίκαιο να λαμβάνει εύλογη επιμέλεια στα θέματα διοίκησης της εταιρείας. Οι εξουσίες του διευθυντή δίνονται σε αυτόν από το νόμο για χρήση προς όφελος της ίδιας της εταιρείας (δέστε Pennington, πιό πάνω, σελ. 509 - 518). Το δεύτερο στοιχείο, αυτό του ελέγχου ικανοποιείται όταν η παράγωγη αγωγή μπορεί μόνο να εγερθεί διότι οι υπόλοιποι διευθυντές μπορούν με τον έλεγχο που διατηρούν είτε στις μετοχές που δίνουν δικαίωμα ψήφου, είτε διατηρώντας την πλειοψηφία των μετοχών είτε την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο, να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής και όπως αναφέρεται στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1979 σελ. 209, κάτω από τον υπότιτλο "Company, Actions by shareholders", στα σχόλια του Ο.15 r.12, παλαιότερου Ο.16 r.9 για τις αντιπροσωπευτικές αγωγές, "If the company cannot be made a plaintiff it must be made a defendant" (δέστε επίσης Gore-Browne on Companies 44η ΄Εκδ., Τόμος 2, σελ. 28.012 &13, παρ. 28.8.1 και Spokes v. Grosvenor Hotel Co. [1897] 2 Q.B. 124, 128). Θεωρείται αναγκαίο σε μια παράγωγη αγωγή για ένα ενάγοντα που βασίζεται σε δόλο να εγείρει, ειδικά, στη δικογραφία του και να αποδείξει κατά την ακρόαση ότι εκείνοι οι οποίοι έχουν τον έλεγχο της εταιρείας θα την εμπόδιζαν από του να ήγειρε αγωγή στο όνομα της. Εδώ, ο ενάγων ορθά δικογράφησε σχετικό ισχυρισμό στις παρ. 1 και 18 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, περί της αδυναμίας της εταιρείας να λάβει μέτρα προς δική της προστασία ή τη μετακίνηση του εναγομένου ως διοικητικού συμβούλου λόγω της μετοχικής δομής και σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου (δέστε Palmer´s 20ή Εκδ. σελ. 503 και Birch v. Sullivan [1958] 1 All E.R. 56, όπου η αγωγή αναστάληκε ακριβώς διότι δεν υπήρχε ισχυρισμός στην ΄Εκθεση Απαίτησης ότι ο Ενάγων εμποδιζόταν από τον εναγόμενο να εγείρει την αγωγή εκ μέρους της εταιρείας). Ο έλεγχος μπορεί να λάβει διάφορες μορφές όπως τη δυνατότητα για τους διοικητικούς συμβούλους να περάσουν ψήφισμα που να εμποδίζουν την έγερση της αγωγής ή όταν διατηρούν τον έλεγχο των μετοχών που δίνουν δικαίωμα ψήφου, αν και, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει πάντοτε απόδειξη περί της ιδιοκτησίας της πλειονότητας των μετόχων που φέρουν δικαίωμα ψήφου. ΄Ετσι στην υπόθεση Pavlides ν. Jensen [1956] Ch. 565 το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να ερευνήσει ακόμη και τις oνομαστικά κατεχόμενες μετοχές όσον αφορά το θέμα του πραγματικού ελέγχου, ενώ στην υπόθεση Prudential Assurance Co Ltd. v. Newman Industries Ltd (No.2) [1981] Ch. 257 λέχθηκε ότι ο έλεγχος της εταιρείας θεωρείται δεδομένος όταν οι αδικοπραγούντες: "(are) able by any means of manipulation of their position in the company to ensure that the action is not brought by the company." Οι περισσότερες υποθέσεις σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των μετοχών, αλλά μέσα από τις αποφάσεις θεωρείται ολοένα και πιο πολύ αποδεκτό ότι θα ήταν δίκαιο να επιτρέπεται η παράγωγη αγωγή και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης το καθιστά επάναγκες, ακόμη και όπου οι αδικοπραγήσαντες διοικητικοί σύμβουλοι κατέχουν λιγότερο από το ήμισυ των μετοχών. Στον Palmer´s 20ή ΄Εκδ. σελ. 502, αναγνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης περιπτώσεων όπου αν και η αδικοπραξία μπορεί να μην θεωρείται δόλος ή να ενεργοποιείται η νομοθετικά κατοχυρωμένη προστασία της μειονότητας, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και περαιτέρω εξαιρέσεις του κανόνα στην Foss v. Hardbottle [1843] 2 Hare 461, όπως λέχθηκε και από τον Jessel M.R. στην Russel v. Wakefield Waterworks Co. [1875] L.R.20 Eq. 474. Στην Καναδική υπόθεση Glass v. Atkin [1967] 65 D.R.L. 2d 501, θεωρήθηκε ότι σε μια εταιρεία που τα μετοχικά συμφέροντα ήσαν ίσα κατά 50% σε κάθε κατηγορία μετόχων, οι ενάγοντες οι οποίοι κατείχαν το 50% μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή διότι ο εναγόμενος και η σύζυγος του, που μαζί κατείχαν το άλλο 50% μπορούσαν αποτελεσματικά να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από του να περάσει ψήφισμα προς έγερση αγωγής. ........................................................... Υπό την προϋπόθεση ότι ένας ενάγων εμπίπτει μέσα στις κατηγορίες που του παρέχουν το δικαίωμα για έγερση παράγωγης αγωγής, η αποζημίωση η οποία δίδεται συνίσταται είτε στην απώλεια που έχει υποστεί η εταιρεία ή στο κέρδος το οποίο έχει πραγματοποιήσει ο ένοχος διευθυντής. .....» Περαιτέρω, εις τον Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση σελ 652 αναφέρονται. "The right to bring a derivative action is afforded the individual member as a matter of grace. Hence the conduct of a shareholder may be regarded by a court of equity as disqualifying him from appearing as plaintiff on the company's behalf. This will be the case, for example, if he participated in the wrong of which he complains. ...... But he must be a shareholder of record at the time when he brings his action. (Βλ. Birch v. Sullivan
(1957)1 W.L.R 1247)» Εις τη Θεόδωρος Πιριλλής κ.α.(άνω) στη σελ. 147 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Ο δέκατος λόγος έφεσης είναι ότι "η εκδίκαση της αγωγής ήταν λανθασμένη γιατί παραβιάζει τον κανόνα Foss v. Harbottlle". Σύμφωνα με το δικηγόρο των εφεσειόντων, εάν ήθελε κριθεί ότι το ορθό δικονομικό μέτρο ήταν η αγωγή, αντί αίτησης βάσει του άρθρου 202 ή του άρθρου 211 του Κεφ. 113, τότε η αγωγή θάπρεπε να εγερθεί από την εταιρεία κατ' εφαρμογή του κανόνα στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461 σύμφωνα με τον οποίο ο ορ­θός ενάγων σε υπόθεση η οποία αφορά αδίκημα το οποίο κατ' ισχυ­ρισμό διαπράχθηκε εναντίον εταιρείας είναι, κατά κύριο λόγο, η εταιρεία και όχι οποιοσδήποτε μέτοχος ή μέτοχοι της εταιρείας. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Εφόσον, στην προκείμενη περίπτωση, οι μόνοι διευθυντές και μόνοι μέτοχοι της εταιρείας ήσαν μόνο δύο, ο εφεσείων 1 και ο εφεσίβλητος, με μετοχικό συμφέρον 50% ο καθένας, και, επομένως, ο εφεσείων 1 ως, κατά τον εφεσί­βλητο, ο αδικοπραγήσας κατά της εταιρείας, μπορούσε να ματαιώ­σει οποιαδήποτε απόφαση προς έγερση αγωγής εναντίον του, από την εταιρεία, ορθά ηγέρθη παράγωγη αγωγή από τον εφεσίβλητο. Το κριτήριο είναι κατά πόσο, ως είχαν τα πράγματα, η εταιρεία μπορούσε η ίδια να ενεργήσει ή όχι προς προστασία των συμφερό­ντων της. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση προσεγγίζει ορθά το ζήτημα το οποίο προκύπτει από τον κανόνα στη Foss v. Harbottle και υιοθετούμε: "Οι περισσότερες υποθέσεις σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των με­τοχών, αλλά μέσα από τις αποφάσεις θεωρείται ολοένα και πιο πολύ αποδεκτό ότι θα ήταν δίκαιο να επιτρέπεται η παράγωγη αγωγή και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης το καθιστά επάναγκες, ακόμη και όπου οι αδικοπραγήσαντες διοικητικοί σύμβουλοι κατέχουν λιγότερο από το ήμισυ των μετοχών. Στον Palmer's 20ή Έκδ. Σελ. 502, ανα­γνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης περιπτώσεων όπου αν και η αδικοπραξία μπορεί να μην θεωρείται δόλος ή να ενεργοποιείται η νομοθετικά κατοχυρωμένη προστασία της μειονότητας, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και περαιτέρω εξαι­ρέσεις του κανόνα στην Foss ν. Harbottle [1843] 2 Hare 461, όπως λέχθηκε και από τον Jessel M.R. στην Russel v. Wakefield Waterworks Co. [1875] L.R.20 Eq. 474. Στην Καναδική υπόθεση Glass v. Atkin [1967] 65 D.R.L. 2d 501, θεωρήθηκε ότι σε μια εταιρεία που τα μετοχικά συμφέροντα ήσαν ίσα κατά 50% σε κάθε κατηγορία μετόχων, οι ενάγοντες οι οποίοι κατείχαν το 50% μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή διότι ο εναγόμε­νος και η σύζυγος του, που μαζί κατείχαν το άλλο 50% μπορούσαν αποτελεσματικά να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από του να περάσει ψήφισμα προς έγερση αγωγής. Ακριβώς και εδώ παρόλο που ο ενάγων δεν κατέχει τη μειο­ψηφία των μετοχών, ενώ η πλειονότητα της νομολογίας εμπεριέχει αυτό ακριβώς το στοιχείο, αλλά είναι μετοχικά ισότιμος με τον εναγόμενο, έχει το δικαίωμα να εγείρει παράγωγη αγωγή εφόσον δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τον εταιρικό μηχα­νισμό για να κινήσει την αγωγή. Αυτό κατέστη πρόδηλο και απο­τελεί εύρημα του Δικαστηρίου από την ολότητα της μαρτυρίας, την όλη συμπεριφορά του εναγομένου και την ουσιαστική άρνη­ση του να συνεννοηθεί με τον ενάγοντα, γεγονός που ήταν ηλί­ου φαεινότερον με δηλώσεις όπως ότι «δεν το έκοψε ο νους του» να επικοινωνήσει μ' αυτόν για τα λογιστικά και άλλα θέματα της εταιρείας και ότι ούτε αγόραζε ούτε πωλούσε ούτε ήθελε άλλο συνέταιρο. Ο ενάγων επίσης κρίνεται και γίνεται σχετικό εύ­ρημα, βρέθηκε προ πραγματικής αδυναμίας εφόσον τα πράγμα­τα είχαν φθάσει ήδη σε αδιέξοδο ενώ φοβόταν ουσιαστικά και τον ενάγοντα." Επίσης εις την Wallrsteiner v. Moir (No.2)
(1975)1 All E.R 849 σελ. 857 o Lord Denning με περισσή σαφήνεια εξηγεί το όλο θέμα:- «
  1. The Derivative action It is a fundamental principle of our law that a company is a legal person, with its own corporate identity, separate and distinct from the directors or shareholders, and with its own property rights and interests to which alone it is entitled. If it is de­frauded by a wrongdoer, the company itself is the one person to sue for the damage. Such is the rule in Foss ν Harbottle. The rule is easy enough to apply when the company is defrauded by outsiders. The company itself is the only person who can sue. Likewise, when it is defrauded by insiders of a minor kind, once again the com­pany is the only person who can sue. But suppose it is defrauded by insiders who control its affairs—by directors who hold a majority of the shares—who then can sue for damages? Those directors are themselves the wrongdoers. If a board meeting is held, they will not authorise proceedings to be taken by the company against them­selves. If a general meeting is called, they will vote down any suggestion that the company should sue them themselves. Yet the company is the one person who is damnified. It is the one person who should sue. In one way or another some means must be found for the company to sue. Otherwise the law would fail in its purpose. Injustice would be done without redress. In Foss ν Harbottle Wigram V-C saw the problem and suggested a solution. He thought that the company could sue 'in the name of someone whom the law has appointed to be its representative'. A suit could be brought - 'by individual corporators in their private characters, and asking in such character the protection of those rights to which in their corporate character they were entitled'. This suggestion found its fulfilment in the Merryweather case, which came before Page Wood V-C on two occasions. It was accepted in that case that the minority shareholders might file a bill asking leave to use the name of the company. If they showed reasonable ground for charging the directors with fraud, the court would appoint the minority shareholders as representatives of the company to bring pro­ceedings in the name of the company against the wrongdoing directors. By that means the company would sue in its own name for the wrong done to it. That would be, however, a circuitous course, as Lord Hatherley LC said himself, at any rate in cases where the fraud itself could be proved on the initial application. To avoid that circuity, Lord Hatherley LC held that the minority shareholders themselves could bring an action in their own names (but in truth on behalf of the company) against the wrongdoing directors for the damage done by them to the company, provided always that it was impossible to get the company itself to sue them. He ordered the fraudulent directors in that case to repay the sums to the company, be it noted, with interest. His decision was emphatically approved by this court in Menier ν Hoopers' Telegraph Works; and Mason ν Harris. The form of the action is always ΆΒ (a minority shareholder) on behalf of himself and all other shareholders of the Company' against the wrongdoing directors and the company. That form of action was said by Lord Davey to be a 'mere matter of procedure in order to give a remedy for a wrong which would otherwise escape redress': see Burland ν Earle. Stripped of mere procedure, the principle is that, where the wrong­doers themselves control the company, an action can be brought on behalf of the company by the minority shareholders, on the footing that they are its representatives, to obtain redress on its behalf. I am glad to find this principle well stated by Professor Gower in his book on companies in words which I would gratefully adopt: 'Where such an action is allowed the member is not really suing on his own behalf nor on behalf of the members generally, but on behalf of the company itself. Although....... he will have to frame his action as a representative one on behalf of himself and all the members other than the wrongdoers, this gives a misleading impression of what really occurs. The plaintiff shareholder is not acting as a representative of the other shareholders but as a representative of the company ... in the United States . . . this type of action has been given the distinctive name of a "derivative action," recognising that its true nature is that the individual member sues on behalf of the company to enforce rights derived from it." Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ο ενάγοντας-αιτητής όπως ο ίδιος αποκαλύπτει με το υλικό που πρόσφερε στο Δικαστήριο, φαίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν και δεν είναι μέτοχος της εταιρείας Joint Stock Company "Centurio Alliance" (Centurion) που ήταν καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο ο ιδιοκτήτης του εμπορικού κέντρου Europark όπου τα συμφέροντα του επιζητεί να προστατεύσει, ούτε καν της Doralin Trading & Inv. Ltd που κατείχε το μετοχικό κεφάλαιο της Centurion. Φαίνεται συνεπώς ότι η νομιμοποίηση του Ενάγοντα πάσχει στην έγερση παράγωγης αγωγής. Δια τους λόγους αυτούς είναι η κρίση μου ότι δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση και της δεύτερης προϋπόθεσης του ιδίου άρθρου του Ν.14/60 Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι παρέλκει η εξέταση άλλου κριτηρίου του άρθρου 32 (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1980, 1988) Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους, το διάταγμα ημερ. 2.2.11 ακυρώνεται και η αίτηση ημερ. 2.2.11 απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.