BRANCO FORCAN ν. HEMSLADE TRADING LTD κ.α., Αγ. Αρ. 4739/10, 3/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 4739/10 BRANCO FORCAN Ενάγων - και -
- HEMSLADE TRADING LTD
- MIROSLAV MISKOVIC Εναγόμενοι ---------------------------- Ημερομηνία: 3 Σεπτεμβρίου 2012 Αίτηση ημερ. 1.11.11 υπό Εναγομένου 2 δια παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή διατάγματος ημερ. 15.3.11 βάσει του οποίου επετράπη η επίδοση και/ή αναστολή της αγωγής Για Αιτητή-Εναγόμενο 2: κ. Νεοκλέους (κα Στ. Ανδρέου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα: κ. Χριστοδούλου (κ. Ιάσωνος για ν΄ ακούσει απόφαση) ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O Αιτητής-εναγόμενος 2 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται. (α) Παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. (β) Παραμερισμό του Διατάγματος ημερ. 15.3.11 βάσει του οποίου επετράπη η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος προς τον αιτητή. (γ) Αναστολή της αγωγής. λόγω του ότι η οπισθογράφηση της Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε βάση αγωγής εναντίον του και/ή λόγω αναρμοδιότητας και/ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και/ή λόγω ακαταλληλότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή (forum non conveniens) και/ή λόγω του ότι η αγωγή κατεχωρηθεί σε μη βολικό και/ή ακατάλληλο Δικαστήριο ενώ θα έπρεπε να εγερθεί σε αρμόδιο Δικαστήριο της Σερβίας ως το καταλληλότερο Δικαστήριο. Η αίτηση στηρίζεται επί ενόρκου δηλώσεως της κ. Ζωής Ανδρέου δικηγόρου στο Δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Εις αυτή μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι ο Αιτητής στηρίζει την απαίτηση του σε «υποτιθέμενη παραχώρηση του 9% των μετοχών στην εταιρία DELTA M περί το έτος 1994 ». Εν συνεχεία προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί για να καταλήξει ότι βάσει αυτών «δεν προκύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον του Αιτητή» και ότι οι ισχυρισμοί σε αριθμό παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως της Αμάντας Κακογιάννη επί των οποίων στηρίχθηκε το Δικαστήριο και εξέδωσε το υπό αμφισβήτηση Διάταγμα είναι αναληθείς και ανυπόστατοι ισχυρισμοί και δεν προκύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής. Εν συνεχεία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εφαρμοστέο δίκαιο στην υπό εκδίκαση αγωγή είναι το Σερβικό ενόψει του ότι η αγωγή αφορά εγγραφή και/ή μεταβίβαση μετοχών Σερβικής εταιρείας που θα παράγει έννομα αποτελέσματα στη Σερβία με αποτέλεσμα αποκλειστική δικαιοδοσία να έχουν τα Δικαστήρια της Σερβίας. Πρόσθετα, βάσει Συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ Κύπρου και Σερβίας ημερ. 19.8.84 για Νομική Συνδρομή σε αστικά και ποινικά ζητήματα δεν αναγνωρίζονται και δεν εκτελούνται οι αποφάσεις τα ζητήματα των οποίων εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία της χώρας στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση. Συνεπώς οιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή δεν θα δύναται να εκτελεστεί στη Σερβία. Περαιτέρω προβάλλεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι τα πιο κατάλληλα (forum conveniens) για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης για τους ακόλουθους λόγους. (α) Ο Αιτητής και Καθ' ου η αίτηση κατοικούν στη Σερβία και είναι Σέρβοι υπήκοοι. (β) Όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση διαδραματίσθησαν στη Σερβία. (γ) Η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτύρων διαμένει στη Σερβία και μιλούν Σερβικά ή Αγγλικά. Η παρουσία τους στα Κυπριακά Δικαστήρια και η χρήση μεταφραστή θα εκτοξεύσει τα έξοδα της υπόθεσης στα ύψη. (δ) Το εφαρμοστέο Δίκαιο κατά γενική αποδοχή είναι το Σερβικό. (ε) Η μόνη σχέση της Κύπρου με την παρούσα υπόθεση είναι η συμπερίληψη της εναγομένης 1 σ'αυτήν εκ του περισσού καθότι καμία ουσιαστική σχέση, καμία βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της έχει ο Ενάγοντας. (ζ) Η Σερβία έχει την πιο στενή σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. (η) Ο Καθ΄ ου η αίτηση δε θα υποστεί καμία ζημιά από την εκδίκαση της υπόθεσης στη Σερβία. (θ) Τα έξοδα που θα υποστεί ο Αιτητής εάν η παρούσα αγωγή εκδικαστεί στην Κύπρο θα είναι πολύ περισσότερα από τα έξοδα που θα υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση αν η αγωγή εκδικαστεί στη Σερβία. (ι) Ο αιτητής είναι έτοιμος και πρόθυμος να παρουσιαστεί σε δίκη στη Σερβία. Ο Καθ' ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλονται μεταξύ άλλων ως λόγοι ένστασης η κατά νόμο και ουσία αβασιμότητα της αίτησης, η μη συμβατότητα της με τον Κανονισμό (Ε.Κ.) αριθμός 44 /01 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, η μη δυνατότητα λήψης υπόψη των προβαλλόμενων ισχυρισμών από την άλλη πλευρά στο παρόν στάδιο, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της διαδικασίας. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κ. Ρούλας Ιάσωνος δικηγόρου στο Δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ΄ ου η αίτηση - Ενάγοντα. Εις αυτή, αφού εκφράζεται αρχικώς η διαφωνία προς τα όσα αναφέρονται εις την ένορκο δήλωση της Ζωής Ανδρέου, εν συνεχεία αφού υιοθετεί τρεις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί σε επιμέρους διαδικασίες της αγωγής μεταξύ των οποίων κι αυτής της Αμάντας Κακογιάννη δι υποστήριξη της αίτησης δι' επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προβάλλει ότι από αυτές δεικνύεται η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής εναντίον του Εναγομένου
- Αυτό συνεχίζει φαίνεται και από την οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαιτήσεως. Επίσης αναφέρει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης λόγω του ότι η εναγομένη 1 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία εις Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία, είναι αναγκαία διάδικος, είναι το νομικό πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάσθησαν οι μετοχές της Ενάγουσας και αμφότεροι οι εναγόμενοι ενεργούν με δόλο και ψευδείς παραστάσεις με σκοπό την αποστέρηση από την ενάγουσα των νόμιμων δικαιωμάτων του. Επίσης, είναι ο ισχυρισμός της ότι βάσει του Κανονισμού (Ε.Κ) αρ. 44/2001 δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα περί ακατάλληλου και/ή μη βολικού Δικαστηρίου και πρόσθετα ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή ενόψει του ότι η εναγομένη 1 εδρεύει στη Λευκωσία. Εν συνεχεία επαναλαμβάνονται οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης και τέλος προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να εξετάσει τους ισχυρισμούς που προβάλλει η άλλη πλευρά και αφορούν την ουσία της διαφοράς. Επίσης δεν μπορεί να εξετάσει τον ισχυρισμό περί μη καταλληλότητας (forum non conveniens) για να δικάσει την αγωγή. Αμφότεροι οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπούν. Θα αναφερθώ σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.6 θ.θ. 1 και 9, Δ.16 θ.9, Δ.48 θθ.1-3, 8, 9, Δ.2 θθ.2,3, Δ.5 θ. 1,2,9,10, Δ.5Α, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρο 21
(1), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ. 6, άρθρο 3, στη Νομολογία, πρακτική και εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου. Εις την S.P.P Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ 762 στη σελ. 764 λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin S.A v. Ship "PLATON CH."
(1987)1 C.L.R 297. Η απόφαση αναφέρεται στον Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Τα ίδια ισχύουν και για διατάγματα που εκδίδονται βάσει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Εις την Her Brit. Maj. Secr. Of State for Defence v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1(Β) A.A.Δ 995 στη σελ. 1002 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:- «Όπως υποδείχθηκε στην Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, στη σελ. 67, όπου σημειώθηκε ότι οι αρχές εφαρμογής της πανομοιότυπης Αγγλικής πρόνοιας στην 0.11 r. 4 ήταν παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση του Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου (βλ. Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος II, σελ. 572 κ.ε.), εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Υιοθετήθηκε εκεί το εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks [1904] 90 L.T. 733 στη σελ.735: "This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction.... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits...» Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". To κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin SA. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, 300: "....the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction". Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας από πλευράς των εφεσίβλητων αναφορικά με τα γεγονότα. Αναφερόμαστε βέβαια στην ένορκο δήλωση ημερ. 19 Μαρτίου 1996 του κ. Σ. Ησαΐα, η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση των εφεσίβλητων για σφράγιση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Το εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι τέθηκαν ενώπιον του πολλά στοιχεία θα πρέπει οπωσδήποτε να ελάμβανε υπόψη τα όσα παρουσιάστηκαν μεταγενέστερα μέσα στο πλαίσιο της αίτησης των εφεσειόντων ημερ. 11 Μαρτίου 1997 για ακύρωση ή παραμερισμό. Αυτό όμως δεν ήταν επιτρεπτό. Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Sons of Afif Yamout και Άλλοι v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το εξής απόσπασμα από την Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.ΑΔ. 1030, μια από τις δυο αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε εκεί η Ολομέλεια, εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού (στη σελ. 1033): «Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης (δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι΄ αυτό η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό.» Όπως φαίνεται από τη νομολογία το ζήτημα κατά πόσο αποκαλύπτεται βάση αγωγής κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το υλικό που τέθηκε εις την παρούσα υπόθεση είναι αυτό που φαίνεται εις την ένορκο δήλωση της κ. Αμάντας Κακογιάννη ημερ. 22.2.11 που να σημειωθεί είναι πανομοιότυπη, στον επιτρεπόμενο βαθμό, με την Έκθεση Απαίτησης που κατεχωρήθη την 23.12.
- Σύμφωνα λοιπόν με αυτά ο Ενάγοντας στηρίζει την απαίτηση του επί εγγράφου παραχώρησης μετοχών ημερ. 30.12.94 ήτοι του 9% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Delta M. Η άνω παραχώρηση έγινε σύμφωνα πάντοτε με τον ισχυρισμό του ενάγοντα από τον Εναγόμενο 2 που είχε το 39% των μετοχών της άνω εταιρείας. Η εταιρεία αυτή εν συνεχεία διαχωρίσθηκε σε δύο νέες εταιρείες ήτοι τη Delta Maxi d.o.o και Delta Real Estate d.o.o και η πρώτη έπαψε να υφίσταται. Με τον πιο πάνω διαχωρισμό ο ενάγοντας απέκτησε ιδιοκτησιακά δικαιώματα εκ 9% του μετοχικού κεφαλαίου σε καθεμία από τις δύο άνω εταιρείες. Σύμφωνα με το Νόμο της Σερβίας που διέπει την άνω παραχώρηση αυτή είναι έγκυρη και δεσμευτική. Περαιτέρω σύμφωνα με τον ισχυρισμό που προβάλλει ο εναγόμενος 2 που ήταν ιδρυτής και Διευθυντής της εναγομένης 1 μέχρι την 2.8.10, την 18.7.05 μεταβίβασε και τις μετοχές υπό αναφορά στην εναγομένη
- Ο εναγόμενος 2 που κατείχε τις επίδικες μετοχές της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως καταπιστευματοδόχος του όπως και η εναγομένη 1 γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ενάγοντα και παρόλα ταύτα ενήργησαν κακόπιστα, συνωμοτικά με δόλο και ψευδείς παραστάσεις με σκοπό την αποστέρηση των νομίμων δικαιωμάτων του ενάγοντα. Τα πιο πάνω είναι σε συντομία η εκδοχή του Ενάγοντα και στην οπισθογράφηση της απαίτησης πολύ εύστοχα, μπορώ να πω, παρουσιάζεται η πιο πάνω εκδοχή. Με τα πιο πάνω δεδομένα, θα ήταν βέβαια αδόκιμο και νομικά απαράδεκτο να διερευνήσει τώρα το Δικαστήριο τους αντίθετους ισχυρισμούς που εγείρονται στην αίτηση και αφορούν την πραγματική διάσταση των πραγμάτων ήτοι κατά πόσο το ισχυριζόμενο έγγραφο παραχώρησης μετοχών ημερ. 30.12.94 είχε ισχύ ή όχι. Το θέμα δεν είναι καθαρά νομικό ώστε να μπορεί να επιλυθεί στο παρόν στάδιο. Αυτό είναι συνυφασμένο με πραγματικά γεγονότα όπως κατά πόσο ο εναγόμενος 1 ήταν μέτοχος ή δικαιούμενος σε μετοχές της Delta M κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως και πολλά άλλα τα οποία αναμένεται να απασχολήσουν κατά την εξέταση την ουσία της αγωγής. Να σημειωθεί ότι με την εξεταζόμενη αίτηση δεν προβάλλεται πλαστότητα της υπογραφής του αιτητή-Εναγόμενου 2 στο επίδικο έγγραφο αλλά ούτε για την ημερομηνία του, προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πλαστή. Η εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης των επίδικων μετοχών τις οποίες αξιώνει ο ενάγοντας-Καθ΄ ου η αίτηση
- Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι και βάση αγωγής αλλά και δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά αποκαλύπτονται. FORUM NON CONVENIENS Εις τη Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε
(1999)1(Β) Α.Α.Δ 1316, 1328 αναφέρονται σχετικά:- «Το πρωτόδικο δικαστήριο έκαμε αναφορά στην απόφαση in re Pelmaco Development Ltd., ανωτέρω, στην οποία κρίθηκε ότι είναι εφικτός, εκ πρώτης όψεως, ο αποκλεισμός δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων με συμφωνία των μερών για διαφορές που προκύπτουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση. Το δικαστήριο όμως διέκρινε την περίπτωση που η αναστολή της ημεδαπής διαδικασίας αφίεται στη σχετική σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση (όπως είναι και η παρούσα) και αντίθετα με ότι συμβαίνει όταν υπάρχει ρήτρα εκδίκασης από συγκεκριμένο δίκαιο, το βάρος της απόδειξης υπέρ της αναστολής φέρει εναγόμενος. Το πρωτόδικο δικαστήριο στη συνέχεια εξέτασε, μέσα από τ πλούσιο νομολογιακό υλικό που υπάρχει στην Αγγλία, πότε το κυπριακό δικαστήριο αποποιείται τη δικαιοδοσία του. Με άλλα λόγια, εξέτασε το πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση αυτή της αρχής γνωστής με το λατινικό όρο forum non conveniens. Η μεταρρυθμιστική στροφή του δικαίου στον τομέα αυτό άρχισε με την υπόθεση The Atlantic Star [1974] A.C. 436, στην οποία αναστάληκε αγγλική αγωγή για να προωθηθεί άλλη στο Βέλγιο, στα χωρικά ύδατα του οποίου έλαβε χώρα η σύγκρουση ολλανδικού πλοίου με δύο άλλα βελγικής και ολλανδικής εθνικότητας. Οι νέες αντιλήψεις για το θέμα βρήκαν απήχηση και σε κατοπινή απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων MacShannon v. Rockware Glass Ltd. [1978] A.C. 795. Σε αυτήν θεωρήθηκε ευχερέστερη η ακρόαση αγωγών για αποζημιώσεις λόγω ατυχήματος που έγινε σε εργοστάσιο αγγλικής εταιρείας στη Σκωτία. Θεωρήθηκε δυνατή η αναστολή της αγωγής οσάκις αποδεικνύεται (α) ότι υπάρχει εναλλακτικό forum στο οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης με λιγότερες δυσχέρειες και έξοδα, και (β) ο ενάγων δεν στερείται πλεονεκτήματος ουσιαστικού ή δικονομικού, αν η υπόθεση του δικαζόταν από αγγλικό δικαστήριο. Στην παραπάνω υπόθεση παραπέμπει η πρωτόδικη απόφαση, όπως και στην υπόθεση K.S.R. Commercio e Industria κ.α. v. Blue Coral Navigation Ltd.
(1993)1 Α.Α.Δ. 932 και Shehata v. Ellias κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 621 (αναφορικά με θέματα απόδειξης γεγονότων που περιστοιχίζουν μια τέτοια αίτηση). Παραπέμπει επίσης στην υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Consulex Ltd. [1986] 3 All E.R.843. Χρήσιμη αναφορά, για την αρχή του forum non conveniens μπορεί να γίνει στην απόφαση της Ολομέλειας Cyprus Trading Corporation Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168. Ας υπογραμμισθεί ότι ο θεμελιώδης κανόνας σε θέματα αναστολής που έθεσε η Spiliada, ανωτέρω, είναι ότι καταλληλότερο είναι το forum στο οποίο μπορεί να εκδικαστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μια υπόθεση "for the interest of all the parties and for the ends of justice". Αυτό εξυπακούει έρευνα αν άλλο forum είναι πράγματι καταλληλότερο και αν λόγοι δικαιοσύνης συνηγορούν υπέρ της εκδίκασης από αγγλικό δικαστήριο. Περαιτέρω, βεβαίωσε τον κανόνα για το βάρος απόδειξης. Ο εναγόμενος οφείλει να δείξει όχι μόνο ότι το αγγλικό (εδώ το κυπριακό) δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο ή φυσικό forum, αλλά και ότι το εναλλακτικό forum είναι καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) πιο πρόσφορο από το αγγλικό. Για το σκοπό αυτό η παραπάνω υπόθεση έθεσε γενικά κριτήρια, που συναρτώνται με το εφαρμοστέο δίκαιο, τους μάρτυρες, την έδρα, πού είναι ο πιο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης κ.λ.π., και διαγράφουν το forum με το οποίο η αγωγή έχει «το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο» (real and substantial connection). Το θέμα, που δεν είναι μονοδιάστατο, αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο με την απαιτούμενη σφαιρικότητα: βλ. για παράδειγμα The Hamburg Star [1994] 1 Lloyd's Rep. 399, 407." Εις την Spiliada Maritime v. Consulex Ltd
(1986)3 All E.R. 843 στη σελ. 854 αναφέρονται:- "In my opinion, having regard to the authorities (including in particular the Scottish authorities), the law can at present be summarised as follows. (
- a)The basic principle is that a stay will only be granted on the ground of forum non conveniens where the court is satisfied that there is some other available forum, having competent jurisdiction, which is the appropriate forum for the trial of the action, ie In which the case may be tried more suitably for the interests of all the parties and the ends of justice. (
- b)As Lord Kinnear's formulation of the principle indicates, in general the burden of proof rests on the defendant to persuade the court to exercise its discretion to gram a stay (see, eg, the Sociite du Gaz case 1926 SC (HL) 13 at 21 per Lord Sumner and Anton Private International Law
(1967)ρ 150). It is, however, of importance to remember that each party will seek to establish the existence of certain matters which will assist him in persuading the court to exercise its discretion in his favour, and that in respect of any 1 such matter the evidential burden will rest on the party who asserts its existence. Furthermore, if the court is satisfied that there is another available forum which is prima facie the appropriate forum for the trial of the action, the burden will then shift to the plaintiff to show that there are special circumstances by reason of which justice requires that the trial should nevertheless take place in this country (see para (
- f)below). (
- c)The question being whether there is some other forum which is the appropriate forum for the trial of the action, it is pertinent to ask whether the fact that the plaintiff has, ex hypothesi, founded jurisdiction as of right in accordance with the law of this , country, of itself gives the plaintiff an advantage in the sense that the English court will I not lightly disturb jurisdiction so established. Such indeed appears to be the law in the United States, where 'the court hesitates to disturb the plaintiff's choice of forum and will not do so unless the balance of factors is strongly in favor of the defendant' (see Scoles and Hay Conflict of Laws
(1982)ρ 366, and cases there cited); and also in Canada, where it has been stated that 'unless the balance is strongly in favor of the defendant, the plaintiff's choice of forum should rarely be disturbed' (see Castel Conflict of Laws (3rd edn, 1974) ρ 282). This is strong language. However, the United States and Canada are both federal states; and, where the choice is between competing jurisdictions within a federal state, it is readily understandable that a strong preference should be given to the forum chosen by the plaintiff on which jurisdiction has been conferred by the constitution of the country which includes both alternative jurisdictions. A more neutral position was adopted by Lord Sumner in the Societe du Gaz case 1926 SC (HL) 13 at 21, where he said: 'All that has been arrived at so far is that the burden of proof is upon the defender to maintain that plea. I cannot see that there is any presumption in favour of the pursuer.' However, I think it right to comment that that observation was made in the context of a case where jurisdiction had been founded by the pursuer by invoking the Scottish principle that, in actions in personam, exceptionally jurisdiction may be founded by arrest of the defender's goods within the Scottish jurisdiction. Furthermore, there are cases where no particular forum can be described as the natural forum for the trial of the action. Such cases are particularly likely to occur in commercial disputes, where there can be pointers to a number of different jurisdictions (see, eg, European Asian Bank AG ν Punjab and Sind Bank [1982] 2 Lloyd's Rep 356), or in Admiralty, in the case of collisions on the high seas. I can see no reason why the English court should not refuse to grant a stay in such a case, where jurisdiction has been founded as of right. It is significant that in all the leading English cases where a stay has been granted there has been another clearly more appropriate forum: in The Atlantic Star [1973] 2 All ER 175, [1974] AC 436 (Belgium), in MacShannon's case [1978] 1 All ER 625, [1978] AC 795 (Scotland), in Trendtex Trading Corp ν Credit Suisse [1981] 3 All ER 520, [1982] AC 679 (Switzerland) and in The Abidin Daver [1984] 1 All ER470, [1984] AC 398 (Turkey). In my opinion, the burden resting on the defendant is not just to show that England is not the natural or ( appropriate forum for the trial, but to establish that there is another available forum \ which is clearly or distinctly more appropriate than the English forum. In this way, proper regard is paid to the fact that jurisdiction has been founded in England as of right (see MacShannon's case [1978] 1 All ER 625 at 636-637, [1978] AC 795 at 819-820 per Lord Salmon); and there is the further advantage that on a subject where comity is of importance it appears that there will be a broad consensus among major common law jurisdictions. I may add that if, in any case, the connection of the defendant with the English forum is a fragile one (for example if he is served with proceedings during a short visit to this country), it should be all the easier for him to prove that there is another clearly more appropriate forum for the trial overseas. (
- d)Since the question is whether there exists some other forum which is clearly more appropriate for the trial of the action, the court will look first to see what factors there are which point in the direction of another forum. These are the factors which Lord Diplock described, in MacShannon's case [1978] 1 All ER 625 at 630, [1978] AC 795 at 812, as indicating that justice can be done in the other forum at 'substantially less inconvenience or expense'. Having regard to the anxiety expressed in your Lordships' House in the Societe du Gaz case 1926 SC (HL) 13 concerning the use of the word 'convenience' in this context, I respectfully consider that it may be more desirable, now that the English and Scottish principles are regarded as being the same, to adopt the expression used by Lord Keith in. The Abidin Daver [1984] 1 All ER 470 at 479, [1984] AC 398 at 415 when he referred to the 'natural forum' as being 'that with which the action has the most real and substantial connection'. So it is for connecting factors in this sense that the court must first look; and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction (as to which see Credit Chimique ν James Scott Engineering Group Ltd 1982 SLT 131), and the places where the parties respectively reside or carry on business. (
- e)If the court concludes at that stage that there is no other available forum which is clearly more appropriate for the trial of the action, it will ordinarily refuse a stay: see, eg, the decision of the Court of Appeal in European Asian Bank AG ν Punjab and Sind Bank [1982] 2 Lloyd's Rep 356. It is difficult to imagine circumstances when, in such a case, a stay may be granted. (
- f)If, however, the court concludes at that stage that there is some other available forum which prima facie is clearly more appropriate for the trial of the action, it will ordinarily grant a stay unless there are circumstances by reason of which justice requires that a stay should nevertheless not be granted. In this inquiry, the court will consider all the circumstances of the case, including circumstances which go beyond those taken into account when considering connecting factors with other jurisdictions. One such factor can be the fact, if established objectively by cogent evidence, that the plaintiff will not obtain justice in the foreign jurisdiction: see The Abidin Daver [1984] 1 All ER 470 at 476, [1984] AC 398 at 411 per Lord Diplock, a passage which now makes plain that, on this inquiry, the burden of proof shifts to the plaintiff. How far other advantages to the plaintiff in proceeding in this country may be relevant in this connection, I shall have to consider at a later stage. Οι λόγοι δια τους οποίους ο αιτητής αιτείται και αναστολή της διαδικασίας επί της πιο πάνω αρχής ήδη έχουν εκτεθεί. Η απάντηση από την άλλη πλευρά είναι ότι ο Κανονισμός (Ε.Κ) αρ. 44/2001 δεν επιτρέπει να εγερθεί τέτοιο ζήτημα, η αγωγή ορθά κατεχωρήθη εις το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα, η αγωγή θα κατακερματισθεί καθότι θα συνεχίσει εναντίον του εναγομένου 1 και παράλληλα θα επηρεάσει τα δικαιώματα του καθότι δεν θα δυνηθεί να προωθήσει τις απαιτήσεις του εναντίον και των δύο εναγομένων. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι όλοι οι παράγοντες που έχουν τεθεί από τη νομολογία ικανοποιούνται και οδηγούν προς την κατεύθυνση της Σερβίας ως το «forum με το οποίο η αγωγή έχει το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο» (real and substantial connection). Το εφαρμοστέο δίκαιο, οι μάρτυρες, ο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης, η δαπάνη και ο χρόνος, όλα συνηγορούν προς την άνω κατεύθυνση. Με δεδομένα τα πιο πάνω θα πρέπει εν συνεχεία να ελεγχθούν οι λόγοι που επηρεάζεται η άλλη πλευρά καθότι το βάρος μετατίθεται επί των ώμων του Καθ' ου η αίτηση. Κατ' αρχήν δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του Κανονισμού (Ε.Κ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή δικαιοδοσία για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθότι τόσον ο Καθ' ου η αίτηση όσο και ο Αιτητής εναγόμενος 2 είναι Σέρβοι οι οποίοι κατοικούν εις Σερβία χώρα μη μέλους της Ε.Ε και συνεπώς το Άρθρο 2
(1)του Κανονισμού που επικαλείται ο Καθ' ου η αίτηση δεν τυγχάνει εφαρμογής. Με είχε απασχολήσει έντονα το θέμα του κατακερματισμού της διαδικασίας. Στην περίπτωση επιτυχίας της αίτησης μεταξύ του ενάγοντα και εναγόμενου 2 και εκδοθεί αναστολή σε σχέση με τους δύο αυτούς διάδικους, τότε η αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 θα παραμείνει εν ζωή ενώ ταυτόχρονα θα εγερθεί αγωγή εις Σερβία με διάδικους το νυν ενάγοντα και νυν εναγόμενο
- Αυτό θα οδηγούσε στην παράλληλη εκδίκασή της ίδιας διαφοράς από δύο Δικαστήρια και ο ενάγοντας θα στερηθεί του δικονομικού πλεονεκτήματος εάν δεν εκδικασθεί η αξίωσή του από το κυπριακό δικαστήριο διότι στην ίδια διαδικασία (παρούσα αγωγή) δεν θα βρίσκονται και οι δύο εναγόμενοι. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω όπως και την επιλογή του Ενάγοντα να καταχωρήσει την αγωγή εις Κύπρο και αφού συνεκτιμώ κάθε σχετικό παράγοντα κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον του αιτήματος. Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι η υπό εξέταση αίτηση κατεχωρήθη σύμφωνα με τα χρονικά περιθώρια της Διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 4.10.
- Όσον αφορά την εισήγηση της συνηγόρου του αιτητή δια μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, μέσα στα πλαίσια της αίτησης για άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος θα πρέπει να λεχθεί ότι τέτοιο θέμα δεν εγείρεται με την αίτηση με αποτέλεσμα η άλλη πλευρά να μην απαντήσει σχετικά και ως αποτέλεσμα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να εξετασθεί. Παρόλα τούτα, και αν το εξέταζα, θα το απέρριπτα καθότι τα γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό ανέφερε ο ενάγοντας είναι η εκδοχή-υπεράσπιση του εναγομένου 2 η οποία ουδεμία σημασία είχε στο στάδιο της εξέτασης της άνω αίτησης. Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εις βάρος του αιτητή-εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας από την Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο