ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΣ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΧΑΝΝΙΔΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ , Αγ. Αρ. 4007/08, 16/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A305 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 4007/08 ΜΕΤΑΞΥ:- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Η.Ε 18318 1ης Απριλίου 18, κατάστημα 1, Μέγαρο Μαύρος, Τ.Κ. 6035, Λάρνακα ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΧΑΝΝΙΔΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ Δ.Τ 706533 Λεωφ. Ιουστινιανού Τ.Κ. 12750, Λατσιά, Λευκωσία ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ---------------------------- Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2012 Για την Ενάγουσα: κ. Ν. Νικηφόρου (κ. Γιαλελής για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγομένη: κ. Λ. Βραχίμης (κα Παπαδοπούλου για ν' ακούσει απόφαση) ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα εταιρεία καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ιδιοκτήτρια του οικοπέδου υπ΄ αρ. εγγρ. 2/553, Φ/Σχ. 21/45W1 τεμ. 531, τοποθεσία Ελιουδιν Άγιος Δομέτιος (εν τοις εφεξής καλούμενο «το ακίνητο»). Την 1.2.08 οι διάδικοι συνήψαν συμφωνία πώλησης του «ακινήτου» δια το ποσό των €973903 πληρωτέου ως ακολούθως:- (α) την 1.2.08 ήτοι την ημέρα υπογραφής του πωλητηρίου €17086 και (β) το υπόλοιπο ποσό εκ €956817 με τη μεταβίβαση και εγγραφή του «ακινήτου» επ΄ ονόματι της εναγομένης εντός 45 ημερών από της υπογραφής του Πωλητηρίου Εγγράφου. Η ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 4.4.08 κάλεσε την εναγομένη όπως προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 9.4.08 για μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της αλλά αυτή δεν παρουσιάστηκε. Στις 24.4.08 η ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της επέδωσε επιστολή του ημερ. 21.4.08 στην εναγομένη με την οποία τερμάτισε το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.2.08. Όλα τα πιο πάνω είναι παραδεκτά από τους δύο διαδίκους. Το τι μεσολάβησε μέχρι τον άνω τερματισμό και τι ακολούθησε μετά απ' αυτόν, ο κάθε διάδικος προβάλλει τη δική του εκδοχή. Σύμφωνα λοιπόν με την εναγομένη, η άνω ειδοποίηση-επιστολή της επιδόθηκε την 8.4.08 μετά το μεσημέρι με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατή η συμμόρφωση της με την ειδοποίηση της ενάγουσας. Είναι επίσης ισχυρισμός της ότι στις 7.3.08 συνεφωνήθη με την ενάγουσα όπως καταβάλει εις αυτή το ποσό των €70.000 ώστε η ενάγουσα να μην επιμένει στην τήρηση της προθεσμίας του πωλητηρίου εγγράφου δι΄ εξόφληση του τιμήματος ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην εναγομένη να εξασφαλίσει δάνειο ή άλλο αγοραστή ώστε να εξοφληθεί το τίμημα πώλησης. Στις 21.10.08 η εναγομένη κάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 5.11.08 ώστε να την εξοφλήσει το τίμημα πώλησης και το «ακίνητο» μεταβιβασθεί και εγγραφεί στο όνομα της ή άλλο πρόσωπο όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία. Στις 3.11.08 η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη μέσω του δικηγόρου της ότι δεν θα προσήρχετο όπως και δεν προσήλθε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς εξόφλησης του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου. Διαζευκτικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είχε εξεύρει άλλο αγοραστή ο οποίος ήταν διατεθειμένος να πληρώσει το τίμημα πώλησης, γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα. Αυτό όμως δεν κατέστη δυνατό λόγω της άρνησης της ενάγουσας. Η ενάγουσα, μέσω του Μ.Ε.1 πάντοτε, παραδέχεται την πληρωμή του ποσού των €70.000 ως άνω πλην όμως αρνείται ότι έγινε οιαδήποτε συμφωνία. Το ποσό πληρώθηκε σύμφωνα με το μάρτυρα για αποπληρωμή μέρους του τιμήματος πώλησης και λόγω του ότι η προκαταβολή ήταν μικρή. Η ενάγουσα επίσης ισχυρίζεται αναφορικά με την επιστολή-ειδοποίηση της εναγομένης 21.10.08 ότι αυτή ήταν άνευ αντικειμένου λόγω του τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 1.2.08 με τη δική της επιστολή ημερ. 21.4.08 και εν πάση περιπτώσει η μεταβίβαση σε τρίτο πρόσωπο δεν ήταν δυνατή. Στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας το «ακίνητο» παρεδόθη στην ενάγουσα από την εναγομένη και επίσης απεσύρθη και διεγράφη η εγγραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 1.2.08 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με αποτέλεσμα οι αξιώσεις της ενάγουσας να περιορισθούν σε:- (α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερ. 1.2.08 έχει τερματισθεί υπαιτιότητι της εναγομένης (β) €17086 λόγω παράβασης της συμφωνίας. (γ) €25000 ως εδικές αποζημιώσεις (δ) €37950 δικηγορικά έξοδα δια ετοιμασία των Πωλητηρίων Εγγράφων και άλλων εγγράφων (ε) Γενικές αποζημιώσεις. Αντίθετα, η εναγομένη ανταπαιτεί: (α) Απόφαση διά €240.860,13 πλέον τόκους Το άνω ποσό η εναγομένη το υπολογίζει ως ακολούθως:- (
- i)τη διαφορά στην αξία του κτήματος και τιμή πωλήσεως που είναι €153.774,13 (
- ii)€17.086 που πληρώθηκε στην ενάγουσα την 1.2.08 και (iii) €70.000 που πληρώθηκε στην ενάγουσα την 7.3.08 Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες διά την ενάγουσα, η εναγομένη και δύο μάρτυρες δι΄ αυτήν. Εκείνο που χρήζει προσεκτικής εξέτασης είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι την 7.3.08 όταν πληρώθηκε το ποσό των €70.000 εις την ενάγουσα συνεφωνήθη μέσω του Μ.Ε.1 να δοθεί παράταση χρόνου εις αυτή δια να εξεύρει αυτή το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από δάνειο της ΣΠΕ Γερίου και/ή ή παράλληλα να εξεύρει η ίδια νέο αγοραστή του ακινήτου. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή τις δύο εκδοχές που τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου και πιστεύω ότι η αλήθεια ευρίσκεται κάπου στο μέσο. Δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι στις 7.3.08 στη συνάντηση Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 συνεφωνήθη η πληρωμή του ποσού των €70.000 εις αντάλλαγμα παροχής χρόνου από την ενάγουσα προς την εναγομένη ώστε η τελευταία να ανεύρει τα υπόλοιπα χρήματα δι΄ εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Τα πράγματα πιστεύω ομιλούν από μόνα τους. Η εναγομένη σύμφωνα με τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, δεν είχε καμία απολύτως υποχρέωση να πληρώσει οτιδήποτε στις 7.3.08 ούτε τίθετο θέμα ότι η προκαταβολή ήταν μικρή. Το πωλητήριο έγγραφο, τεκμ. 4 είναι ξεκάθαρο και δεν αφήνει περιθώριο προς την κατεύθυνση που ανειλικρινώς εισηγήθηκε ο Μ.Ε.1. Οι ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 ότι πλήρωσε λόγω πίεσης στερούνται σοβαρότητας. Ουδεμία πίεση υπήρχε ή μπορούσε ν΄ ασκηθεί εις την εναγομένη δια πληρωμή €70.000 στις 7.3.08. Το ότι συνεφωνήθησαν τα πιο πάνω φαίνεται ξεκάθαρα από δύο πρόσθετα βασικά στοιχεία. (α) το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ζήτησε εφαρμογή του όρου της συμφωνίας δια πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος και μεταβίβαση του ακινήτου στις 17.3.08 όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία (β) Ο Μ.Υ.1 πατέρας της εναγομένης ο οποίος καθ΄ όλους τους χρόνους, ως είναι παραδεκτό, ενεργούσε εκ μέρους και δια λογαριασμό της εναγομένης, όπως ο ίδιος δέχθηκε στις 7.3.08, μετά τη συνάντηση του με το Μ.Ε.1 συνάντησε τον υποδιευθυντή της ΣΠΕ Γερίου, Σταύρο Σταύρου και αμέσως και οι δύο επικοινώνησαν με μεσίτες και φίλους δια να βρουν αγοραστή δια το ακίνητο. Τα πιο πάνω χωρίς δυσκολία φανερώνουν ότι ο συμφωνηθής όρος 2(Β) του Πωλητηρίου Εγγράφου τεκμ. 4 δι΄ αποπληρωμή του υπολοίπου τιμήματος εντός 45 ημερών από την υπογραφή του, έπαυσε να ισχύει και δεύτερο ότι η εναγομένη γνώριζε στις 7.3.08 ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εξασφάλισης δανείου από την ΣΠΕ Γερίου άλλως δεν θα προχωρούσε μέσω των Μ.Υ.1 και υποδιευθυντή της ΣΠΕ Γερίου σε εκείνο το χρόνο (7.3.08) σε εντολή δια πώληση του ακινήτου. Σε αντίθετη περίπτωση θα ανέμενε την επιστροφή του Διευθυντή της ΣΠΕ Γερίου από το εξωτερικό ώστε να τη βοηθήσει στη δανειοδότηση της. Όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προβλήθησαν από την εναγομένη και Μ.Υ.1 απορρίπτονται ως ανειλκρινείς και μη αληθείς. Ιδιαίτερα στη μαρτυρία της εναγομένης δεν δίδω ιδιαίτερη σημασία καθ΄ ότι αυτή δεν συναντήθηκε με τον Μ.Ε.1 στις 7.3.08 και ό,τι γνώριζε ήταν από πληροφόρηση που έτυχε από τον πατέρα της, (Μ.Υ.1) πλην ασφαλώς των επιδόσεων που της έγιναν. Το τι ακολούθησε φαίνεται από την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Βρέθηκε αγοραστής μέσω του μεσιτικού γραφείου του Μ.Υ.2 Κυριάκου Ταλαττίνη ο οποίος επικοινώνησε τόσο τηλεφωνικά όσο και γραπτώς με τον Μ.Ε.1. Αυτό αποκαλύπτει το φαξ του Μ.Υ.2 ημερ. 3.4.08, τεκ. 22. Με αυτό έγινε πρόταση αγοράς του ακινήτου από πελάτη του Μ.Υ.2 με τους όρους που αναφέρονται εις το τεκμ. 22. Βασικά πρότεινε την αγορά του ακινήτου με πληρωμή στην ενάγουσα μέχρι την 22.4.08 του υπόλοιπου του τιμήματος πωλήσεως του ακινήτου ως προνοούσε η συμφωνία ημερ. 1.2.08, πληρωμή τόκου 5.5.% επί του άνω υπολοίπου από 18.3.08 - 22.4.08, και πληρωμή της πρόσθετης φορολογίας που προέκυπτε από τη διαφορά με τη νέα τιμή πώλησης με το τρίτο πρόσωπο και που ήταν £645.000. Νοείται ότι η διαφορά στην τιμή πώλησης του «ακινήτου» στο νέο αγοραστή και που ήταν £645.000 (€1.102.047,90) θα πληρώνετο στην εναγομένη. Ως γίνεται αντιληπτό η μαρτυρία του Μ.Υ.2 γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Ο μάρτυρας δεν έχει κανένα προσωπικό όφελος από την παρούσα διαδικασία αλλά πέραν τούτου η μαρτυρία του ήταν φυσική, θετική και πειστική. Η αντεξέταση του σε καμία περίπτωση δεν κλόνισε την αξιοπιστία του και η μαρτυρία του παρέμεινε μέχρι τέλους ακλόνητη και αξιόπιστη. Επίσης, η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τα δύο φαξ ενώπιον του Δικαστηρίου, τεκμ. 20 και 22. Γενικά ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα που έλεγε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συνέχεια στην ροή των γεγονότων είναι ξεκάθαρη. Από την αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αβίαστα διαπιστώνεται ότι μετά το φαξ ημερ. 3.4.08, τεκμ. 22 η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της επέδωσε στις 8.4.08 την επιστολή ημερ. 4.4.08 με την οποία την καλούσε όπως την επομένη 9.4.08 ευρίσκεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για μεταβίβαση του ακινήτου. Προέβη δια το σκοπό αυτό στην ετοιμασία της σχετικής δήλωσης τεκμ. 11, και έκαμε διάφορες πληρωμές ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση (τεκμ. 10, τεκμ. 12). Η εναγομένη, ως είναι παραδεκτό, δεν επαρουσιάσθη και το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ετοίμασε τη βεβαίωση ημερ. 9.4.08 τεκμ. 9. Ο αγοραστής που αναφέρθηκε πιο πάνω, έπαυσε να ενδιαφέρεται δια αγορά του ακινήτου λίγο μετά την 11.4.08 διά δικούς τους λόγους. Ουδένας άλλος αγοραστής προτάθηκε στο χρόνο εκείνο από την εναγομένη ή δια λογαριασμό της. Στις 24.4.08 η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 21.4.08 με την οποία τερματίζετο το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 1.2.08 και παράλληλα καλείτο η εναγομένη όπως αποσύρει το Πωλητήριο Έγγραφο από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου αυτή το ενέγραψε. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής την 9.7.08. Εκκρεμούσης της αγωγής οι δικηγόροι της εναγομένης απέστειλαν στην ενάγουσα την επιστολή τους ημερ. 21.10.08 (τεκμ. 14) εκ μέρους της εναγομένης με την οποία την καλούσε όπως παρουσιασθή στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 5.11.08 δια πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος Πωλήσεως του ακινήτου και μεταβίβασης του. Οι δικηγόροι της ενάγουσας με επιστολή τους ημερ. 3.11.08 (τεκμ. 15) απάντησαν ότι ήδη έχει γίνει τερματισμός της Συμφωνίας ημερ. 1.2.08 και απέρριψαν την πρόσκληση της εναγομένης. Όλα τα πιο πάνω που αναφέρονται σε γεγονότα γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεν καταγράφονται εκ νέου χάριν συντομίας. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η επιστολή-ειδοποίηση ημερ. 4.4.08 που επεδόθηκε την 8.4.08 στην εναγομένη ήταν ορθή και νόμιμη. Ο όρος 2(Β) του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 1.2.08 (τεκμ. 4) που συνεφωνήθη μεταξύ των διαδίκων προβλέπει:- «2(Β) Ο «ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ» υποχρεούται να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό €956,817 (Εννιακόσιες πενήντα έξι χιλιάδες και οκτακόσια δέκα επτά ευρώ) £560,000 (Πεντακόσιες εξήντα χιλιάδες Λίρες Κύπρου) ως εξής:- Με την μεταβίβαση εντός σαράντα πέντε ημερών από την υπογραφή του παρόντος πωλητηρίου εγγράφου.» Ο πιο πάνω όρος ήταν ουσιώδης όρος του εγγράφου σύμφωνα με την παράγρ. 11 του πωλητηρίου. «11. Όλοι οι όροι της παρούσας συμφωνίας είναι ουσιώδεις και δεσμευτικοί, παράβαση δε οιουδήποτε όρου εξ΄ αυτών δίδει το δικαίωμα εις το αναίτιο μέρος να τερματίσει την παρούσα συμφωνία και να απαιτήσει νόμιμες αποζημιώσεις, καθώς τόκους και έξοδα.» Σύμφωνα όμως με τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι διάδικοι στις 7.3.08 πριν ακόμη λήξει η προθεσμία των 45 ημερών που προνοείτο από τον όρο 2(Β) του πωλητηρίου εγγράφου, τεκμ. 4, τροποποίησαν τον όρο αυτό. Συγκεκριμένα συνεφωνήθη όπως ο πωλητής μη επιμένει στην πληρωμή του υπόλοιπου ποσού στις 45 μέρες ήτοι στις 17.3.08 αλλά όπως παραχωρηθεί περαιτέρω χρόνος, εις αυτήν δι΄ εξασφάλιση του υπολοίπου οφειλόμενου τιμήματος πωλήσεως. Τα άρθρα 62 και 63 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 προβλέπουν:- «Άρθρο 62. Αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση με νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύμβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση. «Άρθρο 63. Ο δανειστής δύναται να απαλλάξει ολικά ή μερικά τον οφειλέτη από την υποχρέωση του προς εκπλήρωση ή δύναται να παραιτηθεί ολικά ή μερικά από την αξίωσή του προς εκπλήρωση ή να παρατείνει το χρόνο της εκπλήρωσης ή να δεχθεί αντί αυτής οποιαδήποτε ικανοποίηση την οποία θεωρεί προσήκουσα." Εις την υπό εξέταση υπόθεση έγινε τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας ημερ. 1.2.08, τεκ. 4 με την παράταση του χρόνου εκπλήρωσης της έναντι αντιπαροχής που ήτο η πληρωμή του ποσού των £70.000 υπό της εναγομένης εις την ενάγουσα. Το άρθρο 46 του ΚΕΦ. 149 προβλέπει:- «Άρθρο 46. Αν δυνάμει της σύμβασης, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίζεται στη σύμβαση χρόνος εκπλήρωσης, η υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί εντός εύλογου χρόνου. Το «τι είναι εύλογος χρόνος» αποτελεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικό ζήτημα.» Εις την Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1C.L.R 23, σελ. 36 αναφέρεται:- «........ Where no time for performance is specified by the contract, the law implies an undertaking by each party to perform his part of the contract within a time which is reasonable having regard to the circumstances of the case. ......" (βλ. Latifundia Prop. Ltd v. Ψάκη κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 670, 677) Σύμφωνα με τη νομολογία ο χρόνος που δίδεται δια εκπλήρωση από τον οφειλέτη πρέπει να είναι εύλογος υπο τις περιστάσεις. Το κατά πόσο είναι εύλογος υπό τις περιστάσεις είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το σύνολο των περιστατικών. (βλ. Latifundia Prop. Ltd (άνω), σελ.77, Δημήτρη κ.α. Beren κ.α
(1999)1 Α.Α.Δ 663. Εις την Iris Dev. Ltd v. Λαζαρίδη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1504, 1511 υιοθετήθηκε τ΄ ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η Έκδοση, παράγρ. 21.013 σχετικά με τα κριτήρια με βάση τα οποία αποφασίζεται αν ο χρόνος που δίδεται είναι εύλογος. "The period of notice given must, however, be reasonable and what is reasonable will depend upon all the facts and circumstances of the case. Factors to which the courts will have regard in assessing the reasonableness of the period of notice include what remains to be done at the date of the notice; the fact that the party giving the notice has continually pressed for completion, or has before given similar notices which he has waived; or that it is especially important for him to obtain early completion." Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η ενάγουσα επέδωσε την ειδοποίηση της τεκμ. 8 στις 8.4.08 στην εναγομένη και κάλεσε αυτή να παρουσιασθεί την επομένη 9.4.08 και ώρα 9 π.μ. στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας δια μεταβίβαση. Η ειδοποίηση αυτή δόθηκε ενώ ακόμη τα μέρη ευρίσκοντο σε επικοινωνία δια πώληση του επίδικου «ακινήτου» σε τρίτο (βλ. τεκμ. 22) και ενώ γνώριζαν οι ενάγοντες την οικονομική αδυναμία της εναγομένης χωρίς προηγουμένως να πιέσουν με οιονδήποτε τρόπο δια συμπλήρωση της συναλλαγής αλλά αντίθετα με τη συμφωνία τους στις 7.3.08 παρείχαν χρόνο δια το σκοπό αυτό. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι η ειδοποίηση στις 8.4.08 τεκμ. 8, ανεξάρτητα από το χρόνο εντός της ημέρας που επεδόθηκε την 8.4.08, δεν συνιστούσε παροχή εύλογου χρόνου υπό τις περιστάσεις. Εν πάση περιπτώσει δέχομαι ότι αυτή (η ειδοποίηση) επεδόθηκε στην εναγομένη στις 1.30 μ.μ. όπως αυτή ανέφερε στο Δικαστήριο. Είναι η μόνη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχω κανένα λόγο να μη την αποδεκτώ. Η άλλη πλευρά δεν παρουσίασε τον επιδότη εάν είχε αντίθετη θέση. Περαιτέρω αποτέλεσμα τούτου είναι ότι ο χρόνος μεταβίβασης δεν κατέστη ουσιώδης ώστε παράβαση του να δίδει δικαίωμα στο αναίτιο μέρος (ενάγουσα εις την παρούσα υπόθεση) να τερματίσει τη σύμβαση, πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.2.08, τεκμ.
- Ως αποτέλεσμα της διαπίστωσης αυτής είναι ότι και ο τερματισμός ημερ. 21.4.08 (επίδοση 24.4.08) βλ. τεκμ. 13 που στηρίχθηκε στην πιο πάνω ειδοποίηση, είναι ανίσχυρος, παράνομος και χωρίς οιονδήποτε αποτέλεσμα. Τελική κατάληξη είναι ότι η συμφωνία των μερών ημερ. 1.2.08 όπως τροποποιήθηκε την 7.3.08 παρέμεινε σε ισχύ. Παρ' όλα ταύτα όμως η υποχρέωση της εναγομένης να εκπληρώσει τη δική της υποχρέωση εντός εύλογου χρόνου παρέμεινε (βλ. άρθρο. 46 του ΚΕΦ. 149). Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η ενάγουσα με τις δύο επιδόσεις που έκανε στις 8.4.08, τεκμ. 8 και 24.4.08 τεκμ. 13, έστω και χωρίς αποτέλεσμα όπως εξηγήθηκε πιο πάνω δια τους λόγους που αναφέρθησαν, από την άλλη οι δύο αυτές επιδόσεις επέδειξαν ότι η ενάγουσα ήταν πάντα πρόθυμη και έτοιμη να εκπληρώσει τη δική της υποχρέωση τουλάχιστον μέχρι την 21.4.
- Η εναγομένη, βέβαια, μέχρι του χρόνου εκείνου ξεκάθαρα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωση της. Ο αγοραστής που βρήκε ο Μ.Υ. 2 Ταλατίνης λίγο μετά τις 11.4.08 έπαυσε να ενδιαφέρεται δια το «ακίνητο» και ουδένας άλλος ενδιαφέρθηκε να τ' αγοράσει μέχρι την 21.4.
- Αυτή η κατάσταση συνέχισε και τους επόμενους δύο μήνες, Μάιο-Ιούνιο 2008, ήτοι η εναγομένη να μην δύναται να εκπληρώσει τη δική της υποχρέωση δηλ. να πληρώσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη τον αρχικό χρόνο εκπλήρωσης που προέβλεπε η συμφωνία των μερών και ήτο μόνο 45 μέρες, το τι μεσολάβησε μεταξύ 7.3.08 που έγινε η τροποποιητική συμφωνία των μερών και 21.4.08 που στάληκε η επιστολή «τερματισμού» με τις διαπραγματεύσεις για εξεύρεση νέου αγοραστή με εμπλοκή και της ενάγουσας, την εγκατάλειψη του ενδιαφέροντος υπό του νέου αγοραστή και μη εξεύρεση άλλου και ακολούθως την πάροδο πέραν των δύο μηνών χωρίς κανένα αποτέλεσμα, είμαι της γνώμης ότι παρήλθε ο «εύλογος χρόνος» που προνοείται από το Νόμο. Ως αποτέλεσμα η εναγομένη ήταν σε παράβαση της συμφωνίας των μερών ημερ. 1.2.08 ως αυτή τροποποιήθηκε με συμφωνία τους ημερ. 7.3.08 και η ενάγουσα ως αποτέλεσμα είχε δικαίωμα τερματισμού της το οποίο άσκησε εν προκειμένω με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής την 9.7.
- Συνεπώς γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία ως άνω τερματίστηκε την 9.7.
- Γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι η ειδοποίηση της εναγομένης μέσω των δικηγόρων της ημερ. 21.10.08, τεκμ. 14, ουδεμία αξία είχε ενόψει του άνω τερματισμού. Η δυνατότητα τερματισμού μέσω αγωγής αναγνωρίστηκε από τη νομολογία κυπριακή και αγγλική. Εις την Καταφυγιώτης κ.α. ν. Χρυσοστομή
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1746, 1752 αναφέρεται σχετικά:- «....Όμως με την έκθεση απαίτησης προέβη σαφώς στην εκλογή του που, βέβαια, έγινε γνωστή και στην άλλη πλευρά. Ό,τι πλέον ζητούσε, συμβιβαζόταν μόνο με τον τερματισμό και όχι με τη συνέχιση της σύμβασης. Άλλωστε, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, αυτή η τοποθέτηση εκφράστηκε ρητά στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης άσχετα με την χρησιμοποιηθείσα ορολογία. Η δυνατότητα για τέτοια εκλογή στο στάδιο της δίκης αναγνωρίστηκε στην Johnson v. Agnew
(1997)1 All E.R 833 (βλ. 889d) και ακολούθησε στις Domb and Another v. Isoz
(1980)1 All E.R 942 και Τilcon Ltd v. Land and Real Estate Investements Ltd
(1987)1 All E.R 615." Συνεπώς, ο τερματισμός της συμφωνίας των διαδίκων ημερ. 1.2.08, τεκμ. 4, όπως τροποποιήθηκε την 7.3.08 τερματίστηκε στις 9.7.08 ημερομηνία καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου. Α Π Ο Ζ Η Μ Ι Ω Σ Ε Ι Σ Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το αναίτιο μέρος της σύμβασης έχει δικαίωμα σε αποζημιώσεις εναντίον του υπαίτιου της παράβασης. Εις την Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ 867, 879-880, αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, λόγω της διάρρηξης της σύμβασης, γενικά, και, ειδικά, για την πώληση γης. Το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου ορίζει ότι, πρόσωπο, το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση (υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση), δικαιούται σε ζημιά, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσης της. Όπως εξηγείται στην Παντζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 748, το Άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα συμβαλλομένου ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία, που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Το Άρθρο 73, εξάλλου, καθορίζει την αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημίας, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης.» Δια το θέμα που ενδιαφέρει κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Μ.Ε.2 Ανδρέας Ανδρέου δια την ενάγουσα και ο Μ.Υ.3 Χαράλαμπος Πετρίδης δια την εναγομένη. Ο Μ.Ε. 2 Ανδρέας Ανδρέου αναφέρθηκε στα προσόντα του και παρουσίασε στο Δικαστήριο έκθεση (τεκμ. 16) που ετοίμασε αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, με κατάληξη την αγοραία αξία αυτού την 1.2.08 και Νοεμβρίου
- Ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο τη μεθοδολογία εργασίας του. Συγκεκριμένα όπως αναφέρει στη σελ. 5 της έκθεσης του χρησιμοποίησε τη μέθοδο της απευθείας σύγκρισης για υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη πωλήσεις πέντε συγκριτικών, κατά τον ισχυρισμό του, ακινήτων που κατέγραψε σε πίνακα, καταλήγει στην αξία κατά δομήσιμο τετραγωνικό μέτρο που είχε διακύμανση μεταξύ €434 έως €501 ανά τ.μ. για καθαρά οικιστικής χρήσης ακίνητα. Η άνω αξία δια εμπορικής ή και μικτής (εμπορικής και οικιστικής) χρήσης ακινήτου κυμαίνεται μεταξύ €569 και €597 το τ.μ. Το υπό εξέταση πωλήθηκε το Φεβρουάριο 2008 με αξία δομήσιμου €850 ανά τ.μ. Η κατάληξη του είναι ότι η δομήσιμη αξία του το Φεβρουάριο 2008 ήτοι €800 ανά τ.μ. και η αγοραία του €916.
- Παράλληλα παρουσίασε πίνακα πωλήσεων στην ευρύτερη περιοχή δια να καταδείξει ότι οι πωλήσεις από το 2005 μέχρι το 2007 κατέδειξαν αυξητική τάση. Το 2008 υπήρξε σταθεροποίηση και ακολούθησε η απότομη πτώση πέραν του 90% το
- Είναι συνεπώς η θέση του ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν οι συναλλαγές να μειώνονταν δραστικά και οι αξίες ταυτόχρονα ν΄ αυξάνονται. Το συμπέρασμα του είναι ότι η επίδικη περιοχή παρουσίαζε πτώση 10% κατά την περίοδο Νοεμβρίου 2008 και ως αποτέλεσμα υπολόγισε την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου σε €720 το τ.μ. και αγοραία αξία €825.
- Ο Μ.Υ.3 επίσης αναφέρθηκε στα προσόντα του και παρουσίασε έκθεση (τεκμ. 21) που ετοίμασε σε σχέση με το ακίνητο. Ο μάρτυρας καταθέτοντας και εξηγώντας την έκθεση του ανέφερε ότι χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης. Αφού έλαβε υπόψη του τις αξίες τριών
(3)συγκριτικών πωλήσεων, κατέληξε ότι η αγοραία αξία της γης με παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά ήταν κατά την 1.4.08 και 1.11.08 €890 ανά δομήσιμο τ.μ. ενώ η αγοραία αξία του κατά τους ίδιους χρόνους σε €1.020.000. Δια τους άνω υπολογισμούς σύμφωνα με το μάρτυρα έγινε ποιοτική αναπροσαρμογή των στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη χαρακτηριστικά όπως η θέση, το σχήμα, το μέγεθος, την προσπελασιμότητα, την Πολεοδομική Ζώνη όπως και οποιουσδήποτε Πολεοδομικούς ή νομικούς περιορισμούς. Να σημειωθεί ότι αμφότεροι αντεξετάστηκαν και τα αποτελέσματα αμφοτέρων αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία και των δύο άνω μαρτύρων. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι και οι δύο μάρτυρες εξαιρουμένου του τεμαχίου 2475 που χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.3 χρησιμοποίησαν τα ίδια συγκριτικά τεμάχια. Αμφότεροι επίσης χρησιμοποίησαν τη συγκριτική μέθοδο δια να καταλήξουν στα συμπεράσματα τους. Η συγκριτική μέθοδος, νοουμένου ότι υπάρχουν τα δεδομένα, είναι η πλέον αξιόπιστη μέθοδος αποτίμησης της αξίας ακινήτου στην ελεύθερη αγορά (βλ. Χατζημιτσή ν. Δημοκρατίας κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1689, 1692). Εις την παρούσα υπόθεση εξετάζοντας τα συγκριτικά που λήφθηκαν υπόψη διαπιστώνεται ότι αμφότεροι χρησιμοποίησαν συγκριτικά που δεν ανήκουν στην ίδια Πολεοδομική Ζώνη και Συντελεστή Δόμησης όπως και το επίδικο πλην του τεμ. 707 και αυτό εν μέρει. Ενώ το επίδικο είναι ενταγμένο στην Πολεοδομική Ζώνη ΕΒ4 και με Συντελεστή Δόμησης 140% όλα τ' άλλα συμπεριλαμβανομένου και του τεμ. 2475 είναι σε άλλες Πολεοδομικές Ζώνες και Συντελεστή Δόμησης. Τα χαρακτηριστικά ενός κτήματος φυσικά και νομικά είναι τα μόνα που μπορούν να ληφθούν υπόψη για εξαγωγή ακριβέστερων συμπερασμάτων. (βλ. Δήμος Λευκωσίας ν. Παπουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ 194. «Η αξία του κτήματος επηρεάζεται άμεσα από την Ζώνη στην οποία είναι εγγεγραμμένο και τούτο γιατί η δυνατότητα της οικοδομικής ανάπτυξης του άπτεται άμεσα της αξίας της. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η δυνατότητα, ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η αξία του κτήματος.» (βλ. Χαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2143). Όπως επίσης λέχθηκε στην Νικολάου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 1305, 1311 «η αξία του κτήματος επηρεάζεται από τη ζώνη που είναι ενταγμένο». Στην Πατάτα ν. Δημοκρατίας
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1306, 1311 το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν παρείχετο δυνατότητα σύγκρισης του επίδικου κτήματος με ακίνητα ενταγμένα σε διαφορετική Πολεοδομική Ζώνη. Ο συντελεστής δόμησης όπως φαίνεται και ξεκάθαρα από την έκθεση του Μ.Υ.3, τεκμ. 21 σελ. 7, λαμβάνεται υπόψη και προσμετρά στην εξεύρεση των δομήσιμων μέτρων ενός κτήματος. Συνεπώς η αξία του είναι μεγάλη και επηρεάζει άμεσα την αξία ενός κτήματος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αμφότεροι οι εκτιμητές στήριζαν τα συμπεράσματα τους σε ανόμοια κτήματα η κατάληξη τους κρίνεται επισφαλής. Ο Μ.Υ.3 αναφέρθηκε σε ποιοτική αναπροσαρμογή των στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη χαρακτηριστικά τα οποία ανάφερε. Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα, χωρίς εξήγηση στο Δικαστήριο του τρόπου και ποσοστού που διεδραματίζει έκαστο ή όλα τα στοιχεία μαζί το οιοδήποτε συμπέρασμα του δεν μπορεί να έχει οιανδήποτε αξία. Η παράλειψη αυτή στέρησε το Δικαστήριο από του να διαμορφώσει τη δική του γνώμη αλλά και εξακριβώσει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του μάρτυρα. Τέλος, όσον αφορά το τεμάχιο 707 το οποίο ευρίσκεται μερικώς στην ίδια Πολεοδομική Ζώνη όπως και το επίδικο και συνεπώς αυτό το μέρος έχει τον ίδιο συντελεστή δόμησης ο Μ.Υ.3 ήταν ξεκάθαρος ότι αυτό δεν είναι άμεσα συγκρίσιμο και συνεπώς τα όσα αναφέρει εις την έκθεση του τεκμ. 21 αυτοαναιρούνται. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και τα όσα αναφέρει ο Μ.Ε.2 εις τη δική του έκθεση αναφορικά με το τεμάχιο 707 διότι αφ΄ ενός είναι ανόμοιο με το επίδικο λόγω του ότι όλο το επίδικο ευρίσκεται στην Πολεοδομική Ζώνη ΕΒ4 ενώ το τεμάχιο 707 όχι. Περαιτέρω όπως φαίνεται από τους υπολογισμούς του Μ.Ε.2 στο Πίνακα 1 αυτός δεν προέβη στη διαφοροποίηση των δύο ζωνών με την αντίστοιχη ασφαλώς αξία αλλά θεώρησε αυτό ως ένα ομοιόμορφο κτήμα των ιδίων δηλ. νομικών χαρακτηριστικών όσον αφορά Πολεοδομική Ζώνη και Συντελεστή Δόμησης με αποτέλεσμα το συμπέρασμα του σε αξία να είναι λάθος. Εν πάση περιπτώσει δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ3 ότι αυτό δεν είναι άμεσα συγκρίσιμο λόγω της άνω ιδιομορφίας του αλλά και λόγω των άλλων χαρακτηριστικών του όπως ότι ευρίσκεται σε υπηρεσιακό δρόμο, σε οικιστική περιοχή όπου δεν επιτρέπεται ευρύ φάσμα χρήσεως του, ενώ το επίδικο ευρίσκεται επί Λεωφόρου με ευρεία εμπορική ανάπτυξη. Επίσης, το συμπέρασμα του Μ.Ε.2 ότι η περιοχή όπου ευρίσκεται το επίδικο σημείωσε πτώση κατά 10% το Νοέμβριο 2008 δεν είναι ορθό αλλά αυθαίρετο. Στήριξε το συμπέρασμα ως άνω στο γεγονός ότι το 2009 οι πωλήσεις σημείωσαν πτώση και ότι ο Νοέμβριος 2008 ευρίσκετο στον κατά τεκμήριο χρόνο ξεσπάσματος της κρίσης στην πώληση ακινήτων. Με όλο το σεβασμό στο μάρτυρα, στη σελ. 13 της έκθεσης του τεκμ. 16 όπου φαίνονται όλες οι πωλήσεις στις επίδικες περιοχές διαπιστώνεται ότι από το σύνολο των 31 πωλήσεων οι 16 σημειώθηκαν το πρώτο εξάμηνο και οι υπόλοιπες 15 το δεύτερο εκ των οποίων πέντε αφορούσαν οικόπεδα εκ των οποίων δύο πωλήθηκαν το Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008. Επίσης εάν συγκριθούν τα ποσά που δαπανήθησαν δια τις αγορές φαίνεται ότι το δεύτερο εξάμηνο αυτά ήταν κατά πολύ μεγαλύτερα (€4.631.827 πρώτο εξάμηνο και €5.816.792 το δεύτερο εξάμηνο). Επίσης οι δημοσιεύσεις του Διευθυντή Κτηματολογίου, οι δημόσιες τοποθετήσεις του γραφείου του και δείκτες τιμών που επικαλείται ότι τάχα συνάδουν με την εκτίμηση του δια πτώση της τάξης του 10% της επίδικης περιοχής δεν παρουσιάσθησαν στο Δικαστήριο ώστε αυτό να έχει δική του αντίληψη και διαμορφώσει δική του γνώμη αλλά και εξακριβώσει την ακρίβεια του συμπεράσματος (βλ. Πιττάζη κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 814). Ως αποτέλεσμα παραμένουν όλα μετέωρα χωρίς αξία. Δι' όλους τους πιο πάνω λόγους τα συμπεράσματα και εκτιμήσεις αμφοτέρων των μαρτύρων (Μ.Ε.2 και Μ.Υ3) απορρίπτονται. Να σημειωθεί ότι εν πάση περιπτώσει οι εκτιμήσεις τους δεν αναφέρονται στις 9.7.08 ημερομηνία τερματισμού του επίδικου Πωλητηρίου Εγγράφου τεκμ. 4 σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.1 καταθέτοντας αναφέρθηκε σε ένα ποσό €20.000 πλέον Φ.Π.Α που θα πληρωνόταν στο δικηγόρο της ενάγουσας κατόπιν συμφωνίας τους εφόσον ολοκληρωνόταν η μεταβίβαση και η ενάγουσα λάμβανε το τίμημα πώλησης. Έστω και αν δεχθώ ότι η άνω συμφωνία έγινε, εφόσον δεν ολοκληρώθη η μεταβίβαση και δεν πληρώθηκε το τίμημα πώλησης που ήταν προϋπόθεση δια πληρωμή του ποσού €20.000 δεν οφείλεται κανένα ποσό. Εν πάση περιπτώσει, δεν δέχομαι ως ειλικρινή και αληθινή την άνω μαρτυρία. Ο δικηγόρος του ενάγοντα δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο αλλά ο εν λόγω δικηγόρος ως επαγγελματίας δικαιούται σε πληρωμή ανεξάρτητα από την ολοκλήρωση της πώλησης δια τις υπηρεσίες που προσέφερε. Αλλοίμονο αν η αμοιβή εξαρτάτο από την ολοκλήρωση οποιασδήποτε συναλλαγής για την οποία προσφέρθησαν υπηρεσίες. Συνεπώς απορρίπτεται ο ισχυρισμός αυτός και λαμβάνοντας υπόψη ότι ουδεμία άλλη μαρτυρία δεν προσφέρθηκε στο Δικαστήριο το τελευταίο δεν μπορεί να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό δια το θέμα αυτό. Όσον αφορά το ποσό των €25.000 που πλήρωσε η ενάγουσα την 3.4.08 υπό μορφή φορολογίας δια το έτος 2008 (τεκμ. 10) αυτό είναι εισπράξιμο από την ενάγουσα μετά τον τερματισμό της πώλησης και συνεπώς ουδεμία ζημιά υφίσταται. Επίσης το ποσό που πλήρωσε στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας δια το έτος 2008, τεκμ 12 ήταν υποχρέωση της ενάγουσας δια καταβολή του ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Α Ν Τ Α Π Α Ι Τ Η Σ Η Εις την Καλησπέρας (άνω) σελ. 879, αναφέρονται:- «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ό,τι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης, ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάσταση τους. (Βλ. Hicks v. Hicks [1802] 3 East 16, 102 E.R 502, Rover International v. Cannon Film Sales (No.3) [1989] 3 All E.R 423, Westdeutsche v. Islington London BC [1996] 2 All E.R 961, Guinness Mahon v. Kensington BC [1998] 2 All E.R 272." Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι παραδεκτό ότι η εναγομένη πλήρωσε εις την ενάγουσα τα ποσά των €17.086 την 1.2.08 και €70.0000 την 7.3.08. Εφόσον δεν δόθηκε η συμφωνηθείσα αντιπαροχή (οικόπεδο) ολόκληρο το ποσό είναι ανακτέο. Η εναγομένη αξιώνει και τόκο προς 7.25% από την ημερομηνία πληρωμής των άνω ποσών. Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από πλευράς εναγομένης προς την κατεύθυνση αυτή. Εις την Υάνθη Θωμά ν. Βικτώρια Μέζου κ.α.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ 2359 απεφασίσθη ότι:- «......σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας εκτός εάν αυτό προβλέπεται από σύμβαση ή εξυπακουόμενης από τη φύση της υποχρέωσης όπως στην περίπτωση των συναλλαγματικών ...» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όχι μόνο δεν υπάρχει διάρρηξη σύμβασης από την ενάγουσα αλλά νόμιμος τερματισμός. Συνεπώς η εναγομένη δεν δικαιούται σε τόκο. Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους η ενάγουσα δικαιούται σε Δήλωση ότι το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 1.2.08 τερματίσθηκε εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης και έτσι εκδίδεται πλέον έξοδα εις την κλίμακα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. Επί της Ανταπαίτησης, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας δια ποσό €87.086 με νόμιμο τόκο από 18.11.08 ημερομηνία καταχώρησης της ανταπαίτησης με έξοδα στην αντίστοιχη κλίμακα όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/final decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο