← Κύπρος

Δήμου Στροβόλου ν. D J Karapatakis Sons Ltd, Συνενωμένες Αγωγές: 9310/04 5803/06 1485/07, 28/8/2012

Δήμου Στροβόλου ν. D J Karapatakis Sons Ltd, Συνενωμένες Αγωγές: 9310/04 5803/06 1485/07, 28/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές: 9310/04 5803/06 1485/07 Μεταξύ: Δήμου Στροβόλου Εναγόντων και D. J. Karapatakis & Sons Ltd Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 15 Ιουλίου 2011 για Τροποποίηση Εκδοθέντος Διατάγματος 28 Αυγούστου,

  1. Για τους Αιτητές: κ. Μ. Κυριακίδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γρ. Λεοντίου μαζί με κα Χρ. Ζαντή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχουν την αρμοδιότητα και εξουσία να επιβάλλουν τέλος θεάματος επί όλων των πληρωμών που γίνονται από το κοινό για παρακολούθηση δημόσιων εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα εντός των δημοτικών τους ορίων. Οι εναγόμενοι είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και φέρονται ως οι ιδιοκτήτες πολυκινηματογράφου τον οποίο και λειτουργούν εντός των δημοτικών ορίων των εναγόντων. Με βάση τα πιο πάνω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι οφείλουν νομίμως τέλος θεάματος για τις κινηματογραφικές παραστάσεις που αφορούν τον πολυκινηματογράφο. Με τις συνενωμένες αυτές αγωγές αξιώνουν το προαναφερθέν τέλος. Στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, λίγους μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής 9310/2004, συγκεκριμένα στις 25.5.2005, εκδόθηκε, μετά από ακρόαση, διάταγμα εις βάρος των εναγομένων με το οποίο τους απαγορευόταν από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν συγκεκριμένη περιουσία τους μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής. Έκτοτε, παρήλθε εκτεταμένο χρονικό διάστημα και μεσολάβησαν πολλά άλλα διαδικαστικά διαβήματα. Είναι όμως αχρείαστη, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας οποιαδήποτε παράθεσή τους. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος διά του οποίου να επιτρέπεται η υποθήκευση ή και η καταχώρηση δήλωσης υποθήκης ή και παντός σχετικού εγγράφου σε σχέση με την υποθήκευση της προαναφερθείσας περιουσίας τους μέχρι ποσού εκ €7.500.
  2. Η Αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32

(1)
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στη Δ.48 θθ 1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται διευθυντής των Αιτητών. Προβάλλει ότι οι Αιτητές, στα πλαίσια των εργασιών τους, αποφάσισαν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους με τη λειτουργία νέων χώρων αναψυχής και με την ανάπτυξη γης. Προς αυτή την κατεύθυνση βρίσκονται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με άλλα νομικά πρόσωπα. Προς ολοκλήρωση όμως των συμφωνιών και υλοποίηση των έργων είναι αναγκαία η εξασφάλιση χρηματοδότησης. Για να γίνει αυτό κατορθωτό, απαιτείται η παροχή εξασφάλισης εκ μέρους των Αιτητών, υπό μορφή υποθήκευσης της περιουσίας τους μέχρι του ποσού της δανειοδότησης, συγκεκριμένα €7.500.
  1. Ο ενόρκως δηλών, παρουσιάζοντας έκθεση εκτίμησης της περιουσίας, ισχυρίζεται ότι η αγοραία αξία της ανέρχεται σε €18.300.000, η δε αξία καταναγκαστικής πώλησης σε €15.000.
  2. Περαιτέρω, αναλύοντας τις ήδη υφιστάμενες επιβαρύνσεις και προσθέτοντας τα αξιούμενα από τους ενάγοντες ποσά, εισηγείται ότι είναι δίκαιο και εύλογο να δοθεί στους Αιτητές η ευκαιρία να εκμεταλλευτούν την ακίνητή τους περιουσία, δεδομένου ότι δεν προκύπτει κίνδυνος επηρεασμού των δικαιωμάτων των Καθ΄ ων η Αίτηση σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται, προβάλλοντας ως λόγους ένστασης την απουσία των προϋποθέσεων έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, την επιλογή λανθασμένου δικονομικού μέσου για ακύρωση ή τροποποίηση εκδοθέντος διατάγματος, ελλιπή νομική βάση, έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, κακοπιστία και επηρεασμό των δικαιωμάτων τους σε περίπτωση έγκρισης του υπό κρίση αιτήματος. Την ένορκο δήλωση που στηρίζει την Αίτηση ορκίζεται ο οικονομικός διευθυντής των Καθ΄ ων η Αίτηση και μέσα από αυτή προβάλλονται, ουσιαστικά, νομικές προσεγγίσεις. Είναι αχρείαστη η οποιαδήποτε επέκταση στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, δεδομένου ότι τα σημαντικά μέρη της ένορκης δήλωσης αντικατοπτρίζονται στις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ων η Αίτηση και θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης σε κατοπινό στάδιο της παρούσας απόφασης. Με δεδομένο το ουσιαστικό περιεχόμενο της Αίτησης, που παραπέμπει σε απλές μαθηματικές πράξεις αφαίρεσης από την αξία της υπό αναφορά περιουσίας των υφιστάμενων επιβαρύνσεων και συνακόλουθου εντοπισμού τυχόν ύπαρξης περαιτέρω περιθωρίου για νέες υποθήκες, έγινε προσπάθεια διευθέτησης. Συγκεκριμένα, ετοιμάστηκε μετά από κοινή δήλωση των εμπλεκόμενων μερών νέα εκτίμηση, τα έξοδα της οποίας μάλιστα ανέλαβαν να καταβάλουν οι Αιτητές. Υπό τις συνθήκες αυτές, η πρακτική εξάλειψη της επίδικης διαφοράς δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Στην πορεία όμως, και ως αποτέλεσμα της παντελούς έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των συνηγόρων, η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ο κ. Κυριακίδης αγορεύοντας αναγνώρισε ότι δεν εντόπισε καθοδηγητική νομολογία επί της ερμηνείας του άρθρου 32
(2)του Ν.14/60. Παρεμβάλλω ότι η αναφορά του ευπαίδευτου συνήγορου στην υπόθεση BP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, δεν προωθεί τις θέσεις του αφού δεν έχει καμία ουσιαστική σχέση με τα υπό κρίση ζητήματα. Τονίζοντας όμως ο συνήγορος των Αιτητών ότι βασικός σκοπός της έκδοσης ενός διατάγματος είναι η εξυπηρέτηση της ουσίας της υπόθεσης και η εξασφάλιση του αποτελέσματος της αγωγής και όχι η τιμωρία διαδίκου, εισηγήθηκε ότι με αδιαμφισβήτητη την αξία της περιουσίας που επιβαρύνθηκε με το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 25.5.2005, του ύψους του αξιούμενου από τους ενάγοντες ποσού και της περιορισμένης έκτασης των ήδη υφιστάμενων υποθηκών, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και να δοθεί η δυνατότητα περαιτέρω υποθήκευσης της περιουσίας μέχρι και ποσού €7.500.000. Από την πλευρά του ο κ. Λεοντίου, θέτοντας ως υπόβαθρο ότι εντοπίζεται ξεκάθαρα από το λεκτικό του αιτητικού της παρούσας Αίτησης η αναζήτηση εκ νέου έκδοσης διατάγματος και όχι η τροποποίηση ή ακύρωση του υφιστάμενου ημερ. 25.5.2005, εισηγήθηκε πως το άρθρο 32
(2)δεν έχει εφαρμογή. Προεκτείνοντας δε έθεσε ότι υπό τις συνθήκες δεν ικανοποιούνται ούτε οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρου 32
(1)του Ν.14/
  1. Εν πάση δε περιπτώσει, πρόσθεσε, οι Αιτητές δεν απέδειξαν οποιαδήποτε εύλογη αιτία, ούτε και παρουσίασαν κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την ακύρωση ή τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος. Καταλήγοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και ενοχλητική, οι δε Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», αφού, παρά τις ρητές δεσμεύσεις τους και τις επανειλημμένες οχλήσεις δεν εξόφλησαν ακόμη τον εκτιμητή που διορίστηκε από κοινού για ετοιμασία της νέας εκτίμησης στα πλαίσια της προσπάθειας διευθέτησης της υπόθεσης. Η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η παρούσα Αίτηση στερείται δικαιοδοτικής βάσης εδράζεται στο λεκτικό του αιτητικού το οποίο, κατά την εισήγησή τους, παραπέμπει σε αναζήτηση έκδοσης νέου διατάγματος και ότι η τροποποίηση ή ακύρωση του ήδη υφιστάμενου. Είναι, με όλο το σεβασμό, αβάσιμη η προσέγγιση αυτή, καθότι αναφέρεται σε αποσπασματική και μόνο παραπομπή στο αιτητικό και παραβλέπει την πραγματική βάση επί της οποίας στηρίζεται, όπως αυτή αναλυτικά εκτίθεται στη συνοδευτική ένορκο δήλωση. Είναι ξεκάθαρο, με βάση τα γεγονότα που παρατίθενται και τις αναφορές στο εκδοθέν ήδη διάταγμα, ότι αυτό το οποίο αναζητείται είναι η τροποποίησή του. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου εκθεμελιώνει και καθιστά αχρείαστη την εξέταση της μακράς αναφοράς του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση στις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 32, παράγρ. 1, του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  2. Είναι, συνακόλουθα, έκθετη σε απόρριψη η ανάλογη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση περί ανυπαρξίας ορθής δικαιοδοτικής και νομικής βάσης. Το άρθρο 32
(2)του Νόμου 14/60, διαλαμβάνει ότι οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου
(1)του ιδίου άρθρου, δύναται να τροποποιηθεί καθ΄ οιονδήποτε χρόνο από το Δικαστήριο με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη «ευλόγου αιτίας». Συνεπώς, ό,τι είναι απαραίτητο να εξεταστεί και αποφασιστεί είναι το κατά πόσο οι Αιτητές απέσεισαν το βάρος που φέρουν για κατάδειξη συνδρομής εύλογης αιτίας, τέτοιας μορφής δηλαδή που να δικαιολογεί την τροποποίηση του εκδοθέντος, στις 25.5.2005, διατάγματος. Προς απόδειξη οι Αιτητές, μέσα από τα γεγονότα που αποτυπώνονται στη συνοδευτική ένορκο δήλωση που υπογράφει ο διευθυντής τους, παρουσιάζουν έκθεση εκτίμησης της περιουσίας, αναλύουν τις υφιστάμενες επ΄ αυτής επιβαρύνσεις και αναφέρονται στα αξιούμενα από τους ενάγοντες ποσά σε σχέση με την παρούσα αγωγή. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα όσα διαλαμβάνει η ένορκη αυτή δήλωση παραμένουν χωρίς αντίκρουση. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνοδευτική της ένστασης ένορκη δήλωση, πέραν των γενικών και αόριστων αρνήσεων, εξαντλείται στην παράθεση νομικών ισχυρισμών. Παρεμβάλλεται ότι οι οποιεσδήποτε αναφορές κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση σε γεγονότα που ακολούθησαν σχετικά με την προσπάθεια διευθέτησης και σε ανάλογη έκθεση εκτίμησης που ετοιμάστηκε, δεν είναι επιτρεπτό να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια εκδίκασης πλέον της υπό κρίση Αίτησης. Καθότι, αυτά δεν αποτελούν ούτε μέρος της Αίτησης, ούτε στοιχεία που καλύπτουν τους λόγους ένστασης. Συμπληρώνω δε, προς ολοκλήρωση, ότι τα όσα διαμείφθηκαν στα πλαίσια του εγχειρήματος συμβιβασμού δεν μπορούν να επιδράσουν νομικά υπέρ ή σε βάρος της οποιασδήποτε πλευράς και παραμένουν για σκοπούς της υπό εκδίκασης Αίτησης ουδέτερα. Ως αποτέλεσμα, τα όσα σχετικά με την αξία του ακινήτου και τις υφιστάμενες σήμερα επιβαρύνσεις έθεσε η πλευρά των Αιτητών, παραμένουν ουσιαστικά αδιαμφισβήτητα. Απομένει να εξεταστεί εάν, ως τέτοια, στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν εύλογη αιτία, ούτως ώστε να δικαιολογείται η άσκηση των εξουσιών που παρέχει στο Δικαστήριο το άρθρο 32
(2)για τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Το Δικαστήριο, στην Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 25.5.2005, και προκειμένου να καταλήξει σε απόφαση έκδοσης διατάγματος παρεμπόδισης πώλησης ή επιβάρυνσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση εκτέλεσης τυχόν δικαστικής απόφασης προς όφελος των εναγόντων, στηρίχθηκε στην τότε αγοραία αξία του κτήματος, όπως καθοριζόταν από σχετική έκθεση εκτίμησης, σε υφιστάμενες επιβαρύνσεις, καθώς επίσης και στο ύψος της αξιούμενης με την αγωγή οφειλής. Τα δεδομένα αυτά επιμαρτυρούσαν ότι δεν τίθετο θέμα υπέρμετρης επιβάρυνσης, κατάδηλα δυσανάλογης με τον επιδιωκόμενο - μέσω της έκδοσης διατάγματος - σκοπό. Συνεπώς, κρίθηκε ως δικαιολογημένη η έκδοση διατάγματος προς διαφύλαξη του αποτελέσματος τυχόν προς όφελος των εναγόντων απόφασης. Τα όσα πιο πάνω έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο στις 25.5.2005 έχουν διαφοροποιηθεί, με δεδομένες τις παραμέτρους που οι Αιτητές θέτουν σήμερα στο Δικαστήριο μέσω των γεγονότων που καλύπτει η συνοδευτική της Αίτησης ένορκος δήλωση και τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, παραμένουν αδιαμφισβήτητα. Καθότι, τόσο η αγοραία αξία του κτήματος έχει μεταβληθεί και είναι ιδιαίτερα αυξημένη σε σχέση με αυτή του 2005, όσο και οι υφιστάμενες επιβαρύνσεις έχουν μειωθεί κατά πολύ σε αναφορά με τα ποσά που κάλυπταν προ επτά ετών. Με αυτά ως δεδομένα, και έχοντας κατά νου ότι η έκδοση διατάγματος της υπό κρίση μορφής σκοπό έχει τη διασφάλιση του αποτελέσματος της αγωγής και μόνο, και όχι την υπέρμετρη και αδικαιολόγητη επιβάρυνση των Αιτητών ή της οποιασδήποτε περιουσίας τους, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, υπό τις συνθήκες, το νοηματικό εύρος της κατάδειξης «εύλογης αιτίας» έχει ικανοποιηθεί. Ό,τι απομένει είναι η εξισορρόπηση, μέσω της τροποποίησης του υφιστάμενου διατάγματος, των συμφερόντων των δύο πλευρών: Η εξασφάλιση δηλαδή της ικανοποίησης τυχόν υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόντων απόφασης στην αγωγή αφενός και, η παροχή στους Αιτητές-εναγόμενους της δυνατότητας αξιοποίησης και απόλαυσης των δικαιωμάτων που τους παρέχει η ιδιοκτησία τους. Με τα πιο πάνω ως μέτρο κρίσης εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του υφιστάμενου διατάγματος ημερ. 25.5.2005, επιτρέπον την υποθήκευση του επίδικου ακίνητου και/ή την καταχώρηση δήλωσης υποθήκης και/ή παντός σχετικού εγγράφου προς την κατεύθυνση τέτοιας υποθήκευσης, για ποσό μέχρι €4.000.000. Νοουμένου ότι στο ποσό αυτό θα περιλαμβάνεται και η εξόφληση, και συνακόλουθα η διαγραφή των υφιστάμενων μέχρι σήμερα ενυπόθηκων βαρών της εναγόμενης εταιρείας. Έτσι, δηλαδή, που η νέα υποθήκη των €4.000.000 να είναι και η μοναδική επιβάρυνση πλέον επί του επίδικου ακινήτου. Τονίζω ότι η γενικότητα και η έλλειψη ικανοποιητικής τεκμηρίωσης ως προς το ακριβές ύψος των ποσών που οι Αιτητές εισηγούνται ότι απαιτείται για την ανάπτυξη των εργασιών και επέκταση των δραστηριοτήτων τους, δεν παρέχουν το έδαφος αποδοχής της αξίωσής τους για παροχή διατάγματος υποθήκευσης στο ύψος των €7.500.000. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.