Α Α ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LD SOTERIOU HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 7620/11, 31/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A329 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7620/11 Μεταξύ: Α & Α ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ (ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ Eναγόντων Και LD SOTERIOU HOLDINGS LTD Eναγομένων ---------------- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 16.1.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.10.2012 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Μ. Γιωρκάτζιη για Ιωαννίδη Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενους-καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Χαραλαμπίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτία της αγωγής αποτέλεσε η μη πληρωμή δύο διατακτικών πληρωμής τα οποία εκδόθησαν από τους αρχιτέκτονες του έργου προς τους ιδιοκτήτες (εναγόμενους) για την καταβολή ποσού προς τους ενάγοντες εργολάβους δυνάμει συμβολαίου υπογραφέντος μεταξύ τους για την ανέγερση κτιρίου, διαμερισμάτων και καταστήματος στις 18.9.
- Με την υπό εκδίκαση αίτηση που εδράζεται στη Δ.18 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών, οι ενάγοντες αιτούνται την δυνάμει των δύο διατακτικών πληρωμής των αρχιτεκτόνων του έργου, έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων, ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση εις την αγωγή και ο λόγος που θέλουν να καταχωρήσουν υπεράσπιση είναι για να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 11.5.2012 στο σώμα της οποίας φαίνονται οι ακόλουθοι οκτώ λόγοι ένστασης οι οποίοι εξειδικεύονται σε ένορκη δήλωση του Λεωνίδα Σωτηρίου, διευθυντή των εναγομένων που συνοδεύει την ένσταση. «
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ή και γενικά τα Δικαστήρια της Κύπρου στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την ως άνω αίτηση καθώς και την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αφού τα οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα περιορίζονται δυνάμει του ΄Αρθρου 36 σε υποχρεωτική παραπομπή σε διαιτησία. Η εναγόμενη ουδέποτε αποδέχθηκε την ορθότητα των επίδικων ενδιάμεσων πιστοποιητικών.
- Η εναγόμενη έχει πολύ καλή υπεράσπιση και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το δικαστήριο να της στερήσει το αναφαίρετο δικαίωμα να την προβάλει.
- Η υπό εξέταση αγωγή δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα για το λόγο ότι σε συμβόλαια όπως το επίδικο μόνο τελικά πιστοποιητικά τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αγωγής σε αντίθεση με τα επίδικα ενδιάμεσα διατακτικά πληρωμής.
- Τα επίδικα διατακτικά μπορεί να αυξηθούν αλλά και να μειωθούν από άλλο ενδιάμεσο διατακτικό ή και το τελικό διατακτικό άρα δεν αποτελούν ξεκαθαρισμένη απαίτηση ή και εκκαθαρισμένο λογαριασμό.
- Η εναγόμενη έχει ανταπαίτηση η οποία απορρέει από τα δύο επίδικα ενδιάμεσα διατακτικά η οποία για σκοπούς της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση ισοδυναμεί με υπεράσπιση.
- Το Τεκμήριο 1 ουδέποτε χαρτοσημάνθηκε άρα δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο για την παρούσα διαδικασία.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου.
- Περαιτέρω λόγοι αναφέρονται εις την επισυνημμένης ένορκη δήλωση του κ. Λεωνίδα Σωτηρίου.» Με την αίτηση ως ανωτέρω οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σύμφωνα με τη Νομολογία, συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T) Ltd v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 339). Στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, 338 αναφέρονται τα σημεία στα οποία, κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, τόσο ο Ενάγων, όσο και ο Εναγόμενος, θα πρέπει να ικανοποιήσουν το δικαστήριο. Αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο Ενάγων εκδίδει απόφαση, ενώ αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που βαρύνουν τον Εναγόμενο, διατάσσει τη συνέχιση την υπόθεσης και την καταχώρηση υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να δείξει ότι είτε έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του Εναγομένου (Kyriakides v. loannou
(1966)1 C.L.R. 265, 269) και το δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση (Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175). Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T) Ltd v. Tlais (ανωτέρω). Η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο Εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο σαν θέμα δικαιοδοσίας έχει εξουσία να εξετάσει αν οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση χωρίς δίκη ή αν ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση και να ακολουθήσει η διαδικασία για εκδίκαση της αγωγής. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, να πεισθεί το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας είτε ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα αρκετά για να δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Τώρα, με τι είδους γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί για να μην προχωρήσει στην έκδοση απόφασης. Η απάντηση δίδεται με τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc of the Mutual Society (1879-80) 5 A.C. (H.L.) 685 στη σελίδα
- "...If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the Defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying that there is a defence upon the merits, still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. And that, my Lords, raises another question altogether. There may very well be facts brought before the Judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes with terms, that the Defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say i owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing, as your swear, that would be a good defence. But that it is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud, that will not do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud, as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality, and every other defence that might be mentioned». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ένας ισχυρισμός για να ικανοποιεί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι γενικός και αόριστος, αλλά να τεκμηριώνεται με κάποιες λεπτομέρειες, άσχετα αν το Δικαστήριο πιστεύει ή όχι τη βασιμότητα του ισχυρισμού. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ 18 ΘΕΣΜΟΣ 1 Η Δ.18, Θεσμός 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Διατάξεων και θεσμών, θέτει τρεις τυπικές προϋποθέσεις οι οποίες είναι: «(α) Η αγωγή να είναι σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, Θ.
- (β) Να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. (γ) Η Ένορκη δήλωση να γίνεται από πρόσωπα που είναι σε θέση να ορκίζονται θετικά για τα γεγονότα.» Στην υπό εξέταση περίπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται δυνάμει της Διαταγής 18, καθότι έχει καταχωρηθεί στις 18.11.2011 ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης υπό τους Εναγομένους στις 28.11.2011 και η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση γίνεται από τον κ. Αποστολίδη ο οποίος τυγχάνει ένας εκ των Διευθυντών της ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν αμφισβητείται από την καταχωρηθείσα υπό τους εναγόμενους ένσταση. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι εφόσον οι ως άνω προϋποθέσεις πληρούνται τότε η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία φέρει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση. Σχετική προς αυτό το σημείο είναι η υπόθεση
- Ιωάννης Ανδρόνικου
- Αντώνης Ανδρόνικου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Β Α.Α.Δ 917, όπου στην σελίδα 982 ο Δικαστής Αρτέμης αναφέρει: «Από την στιγμή που ο ενάγων/αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο/καθ΄ ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί». Από το σύνολο της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας συνάγεται ότι οι αρχιτέκτονες του έργου εξέδωσαν το υπ΄ αριθμό 17 πιστοποιητικό πληρωμής στις 11.1.2010, για το ποσό των €40.240,41 στο οποίο λήφθηκε υπόψη, σύμφωνα με τους ενάγοντες, η αφαίρεση για το ποσό της προκαταβολής, και το ολικό ποσό κράτησης. Στις 14.2.2010 οι αρχιτέκτονες εξέδωσαν περαιτέρω το πιστοποιητικό πληρωμής υπ΄ αριθμό 18 για το ποσό των €50.087,
- Επικαλούμενοι τον όρο 27 της σύμβασης, οι ενάγοντες (Τεκμήριο 1 στην αίτηση), λόγω της μη πληρωμής των δύο πιστοποιητικών, επιστοποίησαν την παράδοση του έργου προς τον εργοδότη (εναγομένους) και στις 18.11.2011 προχώρησαν αφού εν τω μεταξύ ελύθηκε η μεταξύ τους συνεργασία, στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Οι εναγόμενοι θεωρούν ότι δυνάμει του όρου 36 της σύμβασης, η διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και/ή του αρχιτέκτονα του έργου, θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία και κατά συνέπεια το δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς. Ανεξάρτητα από αυτή τη θέση των εναγομένων, οι ίδιοι θεωρούν ότι τα δύο απλήρωτα πιστοποιητικά πληρωμής είναι ενδιάμεσα πιστοποιητικά, και οι λόγοι της μη πληρωμής τους εμφαίνονται στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία (Τεκμήριο 4 στην αίτηση) όπου οι ίδιοι επικαλούνται κακοτεχνίες, καθυστερήσεις, πιστοποιημένες μάλιστα από τους ίδιους αρχιτέκτονες που εξέδωσαν τα πιστοποιητικά πληρωμής και πληρωμές που οι ίδιοι έκαμαν προς υπεργολάβους των εναγόντων οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, παραπέμποντο στους ίδιους για εξόφληση. Τα δε οφειλόμενα προς αυτούς ποσά συμπεριλαμβάνονται στα δύο πιστοποιητικά πληρωμής αριθμός 17 και
- Δεν θα ενδιατρίψω περαιτέρω. Όσα αποκαλύπτονται από τη μελέτη των ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ΄ αυτές και ιδία της αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, (Τεκμήριο 4 στην αίτηση), αλλά και του γεγονότος ότι από την έκδοση του πρώτου πιστοποιητικού και τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων μέχρι την έγερση της αγωγής, πέρασε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, πέραν του ενός έτους καταδεικνύει την αναγκαιότητα να επιτραπεί εις τους εναγομένους να καταχωρήσουν τις υπερασπίσεις που επικαλούνται και τις οποίες επικαλούντο και στην συγκεκριμένη αλληλογραφία πριν την έγερση της αγωγής. Η θέση μου αυτή προκύπτει από τη νομολογία όπου σε σωρεία αποφάσεων αναφέρθηκε ότι απόφαση, επειδή ακριβώς είναι ένα εξαιρετικό μέτρο, πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 A.A.Δ 418 το Δικαστήριο αναφέρει: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Στην Χριστόδουλος Μεττή ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 A.Α.Δ 417, το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Πάγια νομολογία τονίζει ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει» «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία τη συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση "με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξη του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Στην υπόθεση Vidisava Subotic ν. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22 σελ. 27 το δικαστήριο αναφέρει: «Βασική αρχή που προκύπτει από αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγερθεί θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν αν κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπετε: CY.E.M.S. Co. Ltd ν. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd V Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239).» Evόψει όλων των όσων πιο πάνω αναφέρονται, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στερήσει στους εναγόμενους το δικαίωμα τους να προβάλουν την υπεράσπιση τους στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Vidisava Subοtic v. Δήμου Στυλιανίδη (ανωτέρω) αναφέρεται: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστη ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (Βλέπε: Morgan & Son Ltd v. S. Martin Johnson & Co.
(1949)1 K.B. 107). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για τους σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (Βλέπε: Zoedone Co v. Barrett
(1882)26 S.J. 657).» Από την ενώπιον μου μαρτυρία επίσης προκύπτει ότι η εναγόμενη ανταπαιτεί πιστοποιημένα ποσά από τον ίδιο αρχιτέκτονα για τις καθυστερήσεις, τις κακοτεχνίες και τις πληρωμές στους υπεργολάβους, και αυτή η ανταπαίτηση της ισοδυναμεί με υπεράσπιση. Η ανταπαίτηση μάλιστα αυτή, απορρέει από τα δύο επίδικα ενδιάμεσα πιστοποιητικά πληρωμής αριθμός 17 και 18. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει με έξοδα εις βάρος των εναγόντων αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] ............... Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο