← Κύπρος

RAEDA BEN KHADRA ν. Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του Ανδρέα Πετρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 8251/06, 21/9/2012

RAEDA BEN KHADRA ν. Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του Ανδρέα Πετρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 8251/06, 21/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A281 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8251/06 Μεταξύ: RAEDA BEN KHADRA Ενάγουσας και

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του Ανδρέα Πετρίδη, πτωχεύσαντα
  2. ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 6.4.2009 RAEDA BEN KHADRA Ενάγουσας και Ανδρέα Πετρίδη ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Εναγόμενων _______________________________ 21 Σεπτεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Δ. Παπαδόπουλος με κα Μ. Χάματσου. Για Εναγόμενο 1: κ. Παναγίδης. Για Εναγόμενους 2: κα Ιωαννίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, η οποία κατάγεται από τη Συρία, είναι κάτοικος Δαμασκού και ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος στην οδό Πετράκη Γιάλλουρου 22, στη Λευκωσία με αρ. Εγγραφής C2543, Τμ.3, Φ/Σχ.21/540602, τεμάχιο 628 (στο εξής το διαμέρισμα). Αρχές του 1998, η Ενάγουσα διόρισε τον Εναγόμενο 1 ως αντιπρόσωπο της για να διαχειρίζεται το διαμέρισμα και γι' αυτό τον σκοπό στις 4.2.98 του παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο. Στις 11.10.99 ο Εναγόμενος 1 επιβάρυνε το διαμέρισμα με την υποθήκη με αρ. Υ8708/99 προς όφελος των Εναγομένων 2 (στο εξής η υποθήκη) - που είναι κυπριακή εταιρεία που διεξάγει εργασίες προεξόφλησης τιμολογίων και/ή πιστώσεων και/ή υπηρεσίες χρηματοδοτήσεων τύπου factoring - για το ποσό των Λ.Κ.35.000 πλέον τόκους, προς εξασφάλιση διευκολύνσεων που οι Εναγόμενοι 2 είχαν παραχωρήσει στην εταιρεία Shoeworld Ltd. Είναι δικογραφικός ισχυρισμός της Ενάγουσας, ότι κατόπιν προτροπής του Εναγομένου 1, με τον οποίο είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις, του παραχώρησε το πληρεξούσιο έγγραφο, προκειμένου να διαχειρίζεται το διαμέρισμα δηλ. να το ενοικιάζει, να εισπράττει ενοίκια γι' αυτήν, να εκδίδει αποδείξεις, να το συντηρεί και να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για διατήρηση και εκμετάλλευση του. Ισχυρίζεται επίσης ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας αντιπροσώπευσης, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν θα δικαιούτο να πράξει οτιδήποτε μέσα στα πλαίσια της εξουσιοδότησης του χωρίς τις προηγούμενες ρητές προφορικές εντολές της. Τον Ιανουάριο του 2006 ανακάλυψε ότι ο Εναγόμενος 1, κατά παράβαση της συμφωνίας και χωρίς την εξουσιοδότηση της, με δόλιο τρόπο και απάτη είχε υποθηκεύσει το διαμέρισμα από τις 11.10.99 με την υποθήκη προς όφελος των Εναγομένων 2, εξασφαλίζοντας εμπορικές και/ή άλλες υποχρεώσεις άγνωστης γι' αυτήν εταιρείας Shoeworld Ltd, η οποία ανήκε στον Εναγόμενο
  4. Είναι επιπρόσθετα ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι 2 κατά παράβαση των καθηκόντων τους να διενεργούν εργασίες προσομοιάζουσες με τραπεζικές, με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, παρέλειψαν να διερευνήσουν το γεγονός ότι αλλοδαπή εξασφάλιζε υποχρεώσεις εμπορικής εταιρείας του Εναγομένου 1 υποθηκεύοντας το διαμέρισμα της με πληρεξούσιο και με αυτό τον τρόπο επέτρεψαν την μη εξουσιοδοτημένη υποθήκευση του διαμερίσματος. Ισχυρίζεται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δεν έδιδε τέτοιαν εξουσία στον Εναγόμενο 1 και οι Εναγόμενοι 2 λανθασμένα και παράνομα το αποδέκτηκαν και κατά συνέπεια η υποθήκη είναι άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Μέσω των δικηγόρων της ζήτησε από τους Εναγόμενους 2 όπως ακυρώσουν την υποθήκη, όμως αυτοί αρνήθηκαν και με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 18.10.06 ανακάλεσε το πληρεξούσιο έγγραφο που είχε παραχωρήσει στον Εναγόμενο
  5. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την ακύρωση και διαγραφή από τα επίσημα κτηματολογικά βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας της υποθήκης Υ8708/99 επί του διαμερίσματος. (β) Απόφαση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει άκυρη και στερημένη οποιασδήποτε νομικής ισχύος και αποτελέσματος τηνυποθήκη Υ8708/99 επί του διαμερίσματος. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 4.2.
  6. (δ) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής συμφωνίας, δόλο και απάτη ή/και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο Εναγόμενος 1 στην Υπεράσπιση του, ισχυρίζεται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφτηκε κατόπιν πρότασης της Ενάγουσας και όχι με προτροπή του ιδίου. Η υποθήκη υπογράφηκε μετά από προφορική εντολή και/ή προηγούμενη συγκατάθεση και/ή προτροπή και/ή αποδοχή της Ενάγουσας και σεβάστηκε, εκτέλεσε και έπραξε με γνώμονα τις επιθυμίες και εντολές της Ενάγουσας, η οποία γνώριζε την εταιρεία Shoeworld Ltd. Δεν γνωρίζει αν το πληρεξούσιο έγγραφο έχει ανακληθεί από την Ενάγουσα και ζητά την απόρριψη της αγωγής ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση τους ότι η υποθήκη Υ8708/99 εξασφαλίστηκε μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Ενάγουσας και δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ο εν λόγω αντιπρόσωπος δεν είχε δικαίωμα να παραχωρήσει την υποθήκη προς όφελος τους. Ισχυρίζονται ότι είναι καλόπιστος τρίτος ο οποίος παραχώρησε αντάλλαγμα έναντι της υποθήκης και δεν θα παραχωρούσαν στην Shoeworld Ltd διευκολύνσεις χωρίς την επίδικη εξασφάλιση. Δεν γνώριζαν ότι η Ενάγουσα κατοικούσε στη Συρία και ήγειραν την αγωγή 5841/04 εναντίον της Shoeworld Ltd και της Ενάγουσας για την οποία αναφέρθηκε η διεύθυνση του διαμερίσματος. Το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν νόμιμο και έγκυρο και δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζουν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε τη δέουσα εξουσιοδότηση. Με την παραχώρηση του πληρεξουσίου εγγράφου, η Ενάγουσα παρείχε στον Εναγόμενο 1 «φαινομενική εξουσιοδότηση» με αποτέλεσμα να κωλύεται να αρνείται τις συνέπειες των πράξεων του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του. Ισχυρίζονται ότι ενήργησαν βάσει του πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο παρείχε στον Εναγόμενο 1 πραγματική και/ή εξυπακουόμενη όσο και φαινομενική εξουσιοδότηση και η Ενάγουσα κωλύεται να αρνείται την υποθήκευση προς όφελος τους. Οι Εναγόμενοι 2 ήγειραν ανταπαίτηση στην οποία ισχυρίζονται ότι στις 25.9.98 συνήψαν έγγραφη Συμφωνία προεξόφλησης τιμολογίων με τη Shoeworld Ltd. Προς τούτο άνοιξαν στο όνομα της Shoeworld Ltd προεξοφλητικό λογαριασμό στον οποίο εγίνοντο οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις. Η Ενάγουσα, προς εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων και υποχρεώσεων της Shoeworld Ltd, υποθήκευσε προς όφελος τους το διαμέρισμα, για το ποσό των Λ.Κ.35.000 πλέον τόκους. Στις 18.2.03 με επιστολή τους προς την Shoeworld Ltd απαίτησαν από αυτήν να εξοφλήσει το προεξοφλητικό λογαριασμό της, όμως αυτή παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα να τερματίσουν με γραπτή ειδοποίηση τους ημερ. 25.2.03 τη συμφωνία μεταξύ τους. Στις 26.5.04 ο προεξοφλητικός λογαριασμός της Shoeworld Ltd παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.79.634,26 και παρόλο που τόσο η εταιρεία όσο και η Ενάγουσα κλήθηκαν επανειλημμένα να το εξοφλήσουν, αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν. Γι' αυτό στις 18.6.04 καταχώρησαν την αγωγή 5841/04 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της Shoeworld Ltd και της Ενάγουσας, για την οποία το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε λόγω μη επίδοσης. Οι Εναγόμενοι 2 με την ανταπαίτηση τους ζητούν: Διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου διαμερίσματος της Ενάγουσας και το προϊόν πώλησης να διατεθεί προς κάλυψη των απαιτήσεων τους στην παρούσα αγωγή και/ή στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 5841/
  7. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν πέντε μάρτυρες: Ο Γεώργιος Μαλιώτης (Μ.Ε.1), ο Nimr Arab (Μ.Ε.2), η Ενάγουσα (Μ.Ε.3), ο Ξενοφών Στεφάνου (Μ.Ε.4) και ο Αιμίλιος Τσίγκης (Μ.Ε.5). Για την πλευρά του Εναγομένου 1, κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), ενώ για τους Εναγόμενους 2 κατέθεσαν δύο μάρτυρες: Ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης (Μ.Υ.2) και ο Ανδρέας Μυλόρδος (Μ.Υ.3). Ο Μ.Ε.1 είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας με βάση πληρεξούσιο έγγραφο που του παραχώρησε στις 22.12.05 (τεκμ. 1). Διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Μ.Ε.2 σύζυγο της Ενάγουσας από το 1968 και γνωρίζει εδώ και αρκετά χρόνια την Ενάγουσα. Είναι μόνιμοι κάτοικοι Συρίας και έχουν στενές σχέσεις με την Κύπρο, την οποία επισκέπτονται κατά καιρούς εδώ και πολλά χρόνια. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.2 γνώρισαν τον Εναγόμενο 1 μέσω συγγενή τους, ο οποίος διατηρούσε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με τον Εναγόμενο
  8. Κατά το έτος 1993, ο Εναγόμενος 1 πρότεινε στην Ενάγουσα και στον Μ.Ε.2 οι οποίοι συμφώνησαν, να αγοράσουν το διαμέρισμα που βρισκόταν σε πολυκατοικία που έκτιζε η εταιρεία του Εναγόμενου 1 P&A PANKTIMATIKI DEVELOPMENT Co. Ltd. Το διαμέρισμα εγγράφηκε επ' ονόματι της Ενάγουσας στις 10.8.93, ενοικιάστηκε και ο Εναγόμενος 1 το διαχειριζόταν. Κατόπιν προτροπής του Εναγόμενου 1, στις 4.2.98, η Ενάγουσα του παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) για να διαχειρίζεται το διαμέρισμα, δηλαδή να το ενοικιάζει, να εισπράττει ενοίκια γι' αυτήν, να εκδίδει αποδείξεις, να το συντηρεί και γενικά να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για διατήρηση και εκμετάλλευση του. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.2 δεν ήταν ικανοποιημένοι από τη συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 διότι δεν τους έδινε τα χρήματα που εισέπραττε από τα ενοίκια και δυσκολεύονταν να επικοινωνήσουν μαζί του. Γι' αυτό, τον Ιανουάριο του 2002 η Ενάγουσα με δήλωση της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ακύρωσε το πληρεξούσιο προς τον Εναγόμενο 1 (τεκμ. 2) και ανέθεσε στον ίδιο τη διαχείριση του διαμερίσματος [τεκμ. 3(α) και 3(β)]. Ο Μ.Ε.2 επανειλημμένα του εξέφρασε τις ανησυχίες του για την τύχη του διαμερίσματος ως και το γεγονός ότι δεν εισέπραττε από τον Εναγόμενο 1 ποσά για τα ενοίκια του διαμερίσματος. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Ενάγουσα ανακάλεσε το πληρεξούσιο του Εναγομένου 1 και ανέθεσε στον ίδιο τη διαχείριση του διαμερίσματος. Το 2005 η Ενάγουσα αποφάσισε να πωλήσει το διαμέρισμα και του ζήτησε να προσλάβει εκτιμητή για να εκτιμήσει την αγοραία αξία του, πράγμα που έπραξε (τεκμ. 4). Στη συνέχεια έκαμε έρευνα στο Κτηματολόγιο για να διαπιστώσει κατά πόσο το διαμέρισμα είχε οποιοδήποτε εμπόδιο για να πωληθεί. Τον Ιανουάριο 2006 έλαβε Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (τεκμ. 5) και με έκπληξη διαπίστωσε ότι το διαμέρισμα βαρύνετο με την υποθήκη προς όφελος των Εναγομένων
  9. Επικοινώνησε με τους Εναγόμενους 2 και διαπίστωσε ότι η υποθήκη εξασφάλιζε εμπορικές υποχρεώσεις, άγνωστης προς την Ενάγουσα εταιρείας Shoeworld Ltd, η οποία όπως φάνηκε μεταγενέστερα ανήκε στον Εναγόμενο
  10. Όταν πληροφόρησε σχετικά την Ενάγουσα και τον Μ.Ε.2, αυτοί εξεπλάγηκαν διότι καμία σχέση είχαν με την εταιρεία Shoeworld Ltd και τους Εναγόμενους
  11. Του ανέφεραν επίσης ότι ουδέποτε έδωσαν οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή τη συγκατάθεση τους για υποθήκευση του διαμερίσματος και ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε τους πληροφόρησε για την εν λόγω υποθήκη. Του ανέθεσαν να διορίσει δικηγόρο και κατέθεσε σχετική αλληλογραφία (τεκμ. 7-12). Απέστειλε επίσης επιστολή στο Κτηματολόγιο ημερ. 19.5.06 (τεκμ. 6), στην οποία όμως δεν έλαβε απάντηση. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι η Ενάγουσα και ο Μ.Ε.2 είχαν με τον Εναγόμενο 1 φιλικές σχέσεις και ο Μ.Ε.2 του είχε αναθέσει προφορικά από το 2003 τη διαχείριση του διαμερίσματος. Τα τεκμ. 1 και 3(β) αποτελούν τα πληρεξούσια έγγραφα που του έδωσε η Ενάγουσα και ενεργούσε πάντοτε κατόπιν προφορικών οδηγιών της ή του Μ.Ε.2, συζύγου της, που την εκπροσωπούσε. Έλαβε γνώση για την υποθήκη μόλις το 2006, μετά το Πιστοποιητικό Έρευνας (τεκμ. 5), για το οποίο του είχε δοθεί το πληρεξούσιο (τεκμ. 1). Συνάντησε τον Εναγόμενο 1 περί το 2002, όταν τον επισκέφθηκε μαζί με τον Μ.Ε.2 στο εργοστάσιο του και μετά από μια-δυο μέρες συναντήθηκαν ξανά στη Λευκωσία. Στην πρώτη συνάντηση τους στο εργοστάσιο, καμιά αναφορά έγινε για την υποθήκη αλλά ο Μ.Ε.2 ζητούσε από τον Εναγόμενο 1 τα ενοίκια που είχε εισπράξει. Στην επόμενη συνάντηση τους, ο Εναγόμενος 1 είχε δώσει στον Μ.Ε.2 ένα μικρό ποσό. Το τεκμ. 3(α) κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο τον Ιανουάριο 2002, διότι είχε δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα στις σχέσεις του Εναγόμενου 1 με την Ενάγουσα και τον Μ.Ε.2 αφού αρνείτο να τους καταβάλει τα ενοίκια. Ο Μ.Ε.2 είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας και κατάγεται από τη Δαμασκό της Συρίας. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι στη δεκαετία του 1980 γνώρισε τον Εναγόμενο 1, μέσω του συγγενή του κ. Zahra. Με τον Εναγόμενο 1 είχε συχνές επαφές, ανέπτυξαν στενή φιλία, του είχε εμπιστοσύνη και μάλιστα τους είχε καλέσει στον γάμο της κόρης του (τεκμ. 13). Επειδή ταξίδευαν συχνά στην Κύπρο, θεώρησαν καλή ιδέα να αγοράσουν ένα διαμέρισμα στην Κύπρο. Προς τούτο ο Εναγόμενος 1 του πρότεινε να αγοράσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία που ανήγειρε και τελικά το 1993 αγοράστηκε το διαμέρισμα στο όνομα της Ενάγουσας (τεκμ. 14). Σε κάποιο στάδιο αποφάσισαν να νοικιάσουν το διαμέρισμα και λόγω των σχέσεων τους με τον Εναγόμενο 1, αυτός ανέλαβε, έβρισκε ενοικιαστές και εισέπραττε τα ενοίκια (τεκμ. 15). Γύρω στο 1998, ο Εναγόμενος 1 τους ζήτησε ένα πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο θα διευκόλυνε τη διαχείριση του διαμερίσματος εκ μέρους του. Τους έστειλε το κείμενο του πληρεξούσιου και η Ενάγουσα το υπέγραψε χωρίς δισταγμό (τεκμ. 2). Λόγω του ότι εμπιστευόταν τον Εναγόμενο 1 και είχαν στην κατοχή τους το πρωτότυπο του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, δεν υπήρχε κανένας λόγος για να ανησυχούν. Όπως του είχε αναφέρει ο Εναγόμενος 1, το γενικό πληρεξούσιο (τεκμ. 2), ήταν αναγκαίο για να το παρουσιάζει προς υλοποίηση των οδηγιών που του έδινε ο ίδιος ή η Ενάγουσα, δηλ. να υπογράφει συμβόλαια με ενοικιαστές, να επισκέπτεται την ΑΗΚ και Υδατοπρομήθεια και γενικά για οτιδήποτε αφορούσε τη συντήρηση του διαμερίσματος. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος και η Ενάγουσα ουδέποτε έδωσαν οδηγίες γραπτές ή προφορικές, ούτε έδωσαν τη συγκατάθεση τους στον Εναγόμενο 1 για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα προς όφελος των Εναγομένων 2, προς εξασφάλιση υποχρεώσεων εταιρείας που ο Εναγόμενος 1 έλεγχε και με την οποία ο ίδιος και η Ενάγουσα δεν είχαν καμία σχέση. Γύρω στο 2000-2001 ο Εναγόμενος 1 δεν τους έδιδε τα ενοίκια που εισέπραττε από το διαμέρισμα και γενικά είχαν πρόβλημα επικοινωνίας μαζί του εφόσον δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα του ή στα φαξ που του έστελλε. Τότε άρχισαν να χάνουν την εμπιστοσύνη τους προς τον Εναγόμενο 1 και να υποψιάζονται ότι κάτι είχε πράξει με το διαμέρισμα. Μετά από συνομιλία που είχαν με τον Μ.Ε.1, η Ενάγουσα τον Ιανουάριο του 2002 ανακάλεσε το πληρεξούσιο που είχε δώσει στον Εναγόμενο 1 με δήλωση που κατέθεσε ο ίδιος στο Κτηματολόγιο [τεκμ. 3(α)]. Λόγω του ότι επισκέπτοντο αραιά την Κύπρο μετά το 2002, αποφάσισαν να πωλήσουν το διαμέρισμα. Γι' αυτό ανέθεσαν στον Μ.Ε.1 να προσλάβει εκτιμητή για να πληροφορηθούν την αγοραία αξία του διαμερίσματος (τεκμ. 4). Στη συνέχεια ο Μ.Ε.1, προέβηκε σε έρευνα στο Κτηματολόγιο ώστε να διαπιστωθεί ότι το διαμέρισμα ήταν ελεύθερο να πωληθεί (τεκμ. 5). Τότε ήταν που για πρώτη φορά ανακάλυψαν ότι το διαμέρισμα είχε υποθηκευτεί στους Εναγόμενους 2 προς εξασφάλιση των εμπορικών συναλλαγών της Shoeworld Ltd η οποία ανήκε και ελέγχετο από τον Εναγόμενο
  12. Με μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση ανακάλυψαν το γεγονός αυτό, λόγω του ότι είχαν στενή φιλία με τον Εναγόμενο 1 και δεν ανέμεναν τέτοια ενέργεια του, εφόσον ουδέποτε τον εξουσιοδότησαν ή έδωσαν τη συγκατάθεση τους για οποιαδήποτε υποθήκη. Παρόλα αυτά, ο Εναγόμενος 1 πρόδωσε τη φιλία τους και με δόλιο τρόπο, χρησιμοποίησε το γενικό πληρεξούσιο (τεκμ. 2) που του έδωσε η Ενάγουσα, για να εξασφαλίσει εμπορικές υποχρεώσεις εταιρείας που έλεγχε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο ίδιος και η Ενάγουσα δεν έχουν καμιά σχέση με τους Εναγόμενους 2, οι οποίοι έπρεπε να υποψιαστούν και να διερευνήσουν, προτού αποδεχθούν την υποθήκευση του διαμερίσματος, το γεγονός ότι ένας Κύπριος με ένα γενικό πληρεξούσιο ήθελε να υποθηκεύσει το διαμέρισμα μιας αλλοδαπής μόνιμης κατοίκου εξωτερικού (όπως αναφέρεται στο πληρεξούσιο), προς εξασφάλιση των εμπορικών υποχρεώσεων κυπριακής εταιρείας με την οποία η αλλοδαπή δεν είχε καμιά σχέση και επομένως δεν ήταν προς το συμφέρον της, ενώ ο πρωτότυπος τίτλος δεν βρισκόταν στην κατοχή του Κύπριου, αφού πάντα ήταν στη δική του κατοχή. Αντ' αυτού, οι Εναγόμενοι 2 «έκλεισαν τα μάτια τους» σε μια εξόφθαλμα παράνομη πράξη η οποία τους ωφελούσε, παραγνωρίζοντας τα πιο πάνω, ως και ότι χρησιμοποιήθηκε γενικό και όχι ειδικό πληρεξούσιο και είχε δοθεί τουλάχιστον ένα χρόνο προηγουμένως. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος συνομιλούσε με τον Εναγόμενο 1 για θέματα που αφορούσαν τη διαχείριση του διαμερίσματος, εκπροσωπώντας την Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια. Αρνήθηκε ότι η υποθήκευση του διαμερίσματος έγινε από τον Εναγόμενο 1 με βάση το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) και τις προφορικές τους οδηγίες. Πρόσθεσε ότι το τεκμ. 2 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 1 να ενεργεί προς το συμφέρον της Ενάγουσας και όχι σε βάρος της. Ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 τους πληροφόρησε γραπτώς ή προφορικώς για την πρόθεση του να υποθηκεύσει το διαμέρισμα. Αναφέρθηκε στο φαξ ημερ. 9.3.99 που είχε αποστείλει στον Εναγόμενο 1 (τεκμ. 15) με το οποίο είχε εισηγηθεί στον Εναγόμενο 1 λόγω των ασχολιών του, να αναθέσει τη διαχείριση του διαμερίσματος αλλού, όμως αυτός δεν δέχθηκε και συνέχισε να διαχειρίζεται το διαμέρισμα. Για χρονικό διάστημα ένα-δύο χρόνια προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 1, όμως αυτός δεν απαντούσε, δείχνοντας ότι τον απόφευγε. Όταν ήρθε στην Κύπρο, πολλές φορές πήγε με τον Μ.Ε.1 στο σπίτι του Εναγομένου 1 στο χωριό Πέρα Ορεινής όπου δεν τον βρήκε γιατί, σύμφωνα με τη σύζυγο του, είχε εγκαταλείψει το σπίτι του και δεν γνώριζε πού ήταν. Περί το 2002 και πριν την ανάκληση του πληρεξουσίου [τεκμ. 3(α)] επισκέφθηκε μαζί με τον Μ.Ε.1 τον Εναγόμενο 1 στο εργοστάσιο του και καμιά αναφορά έγινε στη συνάντηση αυτή για την υποθήκευση του διαμερίσματος ούτε και αναφέρθηκε ποτέ στα φαξ που είχαν ανταλλάξει μέχρι το 2002 (τεκμ. 15) το θέμα αυτό. Ούτε ο ίδιος ούτε η Ενάγουσα γνώριζαν για την υποθήκευση του διαμερίσματος και αν το γνώριζαν θα προσέφευγαν ενωρίτερα στο Δικαστήριο. Για πρώτη φορά το 2006 πληροφορήθηκε την υποθήκευση του διαμερίσματος και η τελευταία επικοινωνία που είχε με τον Εναγόμενο 1 ήταν με φαξ το 2002 (τεκμ. 15). Μέχρι το 1999 είχε στενές φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 1 και διαφοροποιήθηκε η κατάσταση όταν αυτός δεν επικοινωνούσε μαζί του. Γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε εργοστάσιο παπουτσιών και είχε εμπορικές σχέσεις με εταιρείες στη Σαουδική Αραβία, ως και ότι είχε εταιρεία, χωρίς όμως να γνωρίζει λεπτομέρειες διότι είχε σχέσεις με τον ίδιο και όχι με την εταιρεία του. Ο Εναγόμενος 1 προέβαινε σε όλες τις ενέργειες για ενοικίαση του διαμερίσματος και μέχρι το 1999 τον ενημέρωνε σχετικά, γι' αυτό και ουδέποτε αμφισβήτησε τις ενέργειες του Εναγόμενου 1, μέχρι που άρχισε να εξαφανίζεται και να μην απαντά στα τηλεφωνήματα του. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 αθέτησε και καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του έδειξε και απογοητεύτηκε πάρα πολύ από τη συμπεριφορά του. Ο Εναγόμενος 1 ενημερώθηκε ότι η Ενάγουσα ανακάλεσε το πληρεξούσιο έγγραφο που του είχε παραχωρήσει (τεκμ. 2) με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 19.10.06 (τεκμ. 18). Έχασε κάθε επαφή με τον Εναγόμενο 1 το 2002, αλλά στο χρονικό διάστημα από το 1999 μέχρι το 2002 άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Η υποθήκη είναι σε βάρος του συμφέροντος της Ενάγουσας αφού αυτή βρισκόταν στη Συρία και δεν είχε κανένα συμφέρον να το υποθηκεύσει προς όφελος κάποιας εταιρείας με οικονομικά προβλήματα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι Εναγόμενοι 2 θα έπρεπε να ζητήσουν το πρωτότυπο του τίτλου ιδιοκτησίας και όχι το αντίγραφο. Το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) δεν έδιδε το δικαίωμα στον Εναγόμενο 1 να ενεργεί από μόνος του χωρίς να συζητά με τον ίδιο και την Ενάγουσα και χωρίς να τους αποδείξει ότι η χρήση της εξουσιοδότησης του ήταν προς το συμφέρον της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα Μ.Ε.3 κατάγεται από τη Δαμασκό της Συρίας, όπου και διαμένει μόνιμα με τον σύζυγο της (Μ.Ε.2). Ανέφερε στη μαρτυρία της ότι στη δεκαετία του 1980 γνώρισαν τον Εναγόμενο μέσω ενός συγγενή τους κ. Zahra. Ο εναγόμενος 1, τους πρότεινε να αγοράσουν το διαμέρισμα και συμφώνησαν, εφόσον επισκέπτοντο τότε συχνά την Κύπρο (τεκμ. 14). Λόγω των ασχολιών τους, τελικά δεν ταξίδευαν συχνά στην Κύπρο και ο Εναγόμενος 1 τους εισηγήθηκε να νοικιάσουν το διαμέρισμα. Γύρω στο 1998 ο Εναγόμενος 1 τους ζήτησε ένα πληρεξούσιο, το οποίο θα διευκόλυνε τη διαχείριση του διαμερίσματος εκ μέρους του. Τους έστειλε το κείμενο και χωρίς δισταγμό το υπέγραψε (τεκμ. 2) γιατί τον εμπιστευόταν, είχαν στην κατοχή τους τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας και δεν υπήρχε κανένας λόγος να ανησυχούν. Ο μόνος λόγος που έδωσε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) στον Εναγόμενο 1 ήταν για να διαχειρίζεται το διαμέρισμα, δηλ. να το νοικιάζει, να υπογράφει συμβόλαια εκ μέρους της, να εισπράττει ενοίκια, να επισκέπτεται την ΑΗΚ και Υδατοπρομήθεια και γενικά οτιδήποτε αφορούσε τη συντήρηση του διαμερίσματος. Τον Ιανουάριο 2002, λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 δεν απέδιδε τα ενοίκια που εισέπραττε και στο μεταξύ είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους προς αυτόν, ανακάλεσε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) με δήλωση της που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας [τεκμ. 3(α)]. Το 2005 αποφάσισαν να πωλήσουν το διαμέρισμα και ανέθεσαν στον Μ.Ε.1, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαχείριση του διαμερίσματος μετά την ανάκληση [τεκμ. 3(α)], να βρει έναν εκτιμητή για να πληροφορηθούν την αγοραία αξία του διαμερίσματος (τεκμ. 4). Ο Μ.Ε.1 προέβηκε επίσης σε έρευνα στο Κτηματολόγιο (τεκμ. 5) και τότε με έκπληξη ανακάλυψαν ότι το διαμέρισμα βαρύνετο με υποθήκη προς όφελος των Εναγομένων
  13. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε ούτε την εταιρεία Shoeworld Ltd ούτε τους Εναγόμενους 2 και ουδέποτε έδωσε οδηγίες γραπτές ή προφορικές ή τη συγκατάθεση της στον Εναγόμενο 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα προς όφελος των Εναγομένων
  14. Με αυτό τον τρόπο εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος με δόλιο τρόπο υποθήκευσε την περιουσία της για να εξασφαλίσει εμπορικές συναλλαγές εταιρείας που έλεγχε. Ισχυρίστηκε τέλος, ότι οι Εναγόμενοι 2 έπρεπε να είχαν υποψιαστεί και διερευνήσει το θέμα προτού αποδεκτούν την υποθήκευση του διαμερίσματος της, με ένα γενικό πληρεξούσιο, προς εξασφάλιση εμπορικών δραστηριοτήτων μιας εταιρείας με την οποία καμία σχέση είχε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι έδωσε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) στον Εναγόμενο 1, όχι για να πράττει όπως θέλει ο ίδιος, αλλά για να ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες τους και πάντα προς το συμφέρον της και όχι για το συμφέρον οποιουδήποτε άλλου. Αρνήθηκε ότι με το τεκμ. 2 εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα της προς όφελος των Εναγομένων 2 και ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε τους ανέφερε οτιδήποτε για την υποθήκη. Αρνήθηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του Μ.Ε.2 που την εκπροσωπούσε, για να προχωρήσει με την υποθήκη και από τον Οκτώβριο του 1999 δεν ήταν ενήμερη για την ύπαρξη της υποθήκης. Ο Εναγόμενος 1 εκμεταλλεύθηκε την εμπιστοσύνη τους και εξασφάλισε ένα μεγάλο ποσό για το δικό του συμφέρον. Δεν είχε καμιά σχέση με την Shoeworld Ltd και έδωσε το τεκμ. 2 στον Εναγόμενο 1 για να προβαίνει σε πράξεις προς το συμφέρον της και όχι για το συμφέρον του. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν μπορεί να έχει εγγραφεί η υποθήκη χωρίς τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας, ο οποίος βρισκόταν στην κατοχή της (τεκμ. 14). Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 2 όφειλαν να βεβαιωθούν, προτού εγγράψουν την υποθήκη, ότι ο Εναγόμενος 1 πράγματι είχε τη συγκατάθεση της για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα ως και ότι είχε στην κατοχή του τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας. Ο Μ.Ε.4 είναι εκτιμητής ακινήτων. Ανέφερε ότι το 2005 ο Μ.Ε.1 του ανέθεσε να προβεί σε εκτίμηση του διαμερίσματος, όπως και έπραξε (τεκμ. 4). Ισχυρίστηκε ότι η σημερινή αξία του διαμερίσματος κυμαίνεται γύρω στις €144.
  15. Ο Μ.Ε.5 εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα αγόρασε το διαμέρισμα με τη δήλωση μεταβίβασης Π.6075/93, ημερ. 4.8.93, από την εταιρεία Ρ&Α Panktimatiki Development Co. Ltd και βαρύνεται με την υποθήκη Υ8708/99 (τεκμ. 5 και 16). Αναφέρθηκε στην πώληση διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία στις 16.12.10, έναντι του ποσού των €144.000 (τεκμ. 17). Ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) ανέφερε στη μαρτυρία του ότι από το 1980 εργάστηκε ως υπάλληλος στη βιομηχανία υποδημάτων και απέκτησε το 50% των μετοχών της εταιρείας Sunshoes Ltd, ενώ στη συνέχεια ήταν γενικός διευθυντής της και κύριος πωλητής των προϊόντων της σε όλο τον αραβικό κόσμο και αργότερα στη Ρωσία, Αμερική, Αφρική και Ευρώπη. Ήταν επίσης μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας P&A Panktimatiki Development Co Ltd η οποία ασχολείτο με αγοραπωλησίες γης και ανέγερση κτιρίων, από την οποία η Ενάγουσα αγόρασε το διαμέρισμα το
  16. Το 1990 με τον πόλεμο στον Αραβικό Κόλπο, η βιομηχανία του στον τομέα των υποδημάτων κατέρρευσε, αλλά σύντομα επαναδραστηριοποιήθηκε μέσω της εταιρείας Shoeworld Ltd στην οποία ήταν διευθυντής και μέτοχος. Τον Αύγουστο του 2003 το εργοστάσιο της εν λόγω εταιρείας καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά και έτσι καταστράφηκε οικονομικά για δεύτερη φορά. Από τα τέλη 2008 διαμένει στο Ντουμπάι και δραστηριοποιείται στη βιομηχανία οικοδομικών εργασιών. Το 1982 γνώρισε τον Μ.Ε.2 μέσω του κοινού τους φίλου κ. Zahra. Ανέπτυξε με αυτόν πολύ στενή φιλία, που συνοδευόταν με εμπιστοσύνη και αλληλοκατανόηση. Για οτιδήποτε αφορούσε το διαμέρισμα συνομιλούσε μόνο με τον Μ.Ε.2, ενώ με την Ενάγουσα (Μ.Ε.3) δεν είχε καμία επαφή. Από το 1993 ο Μ.Ε.2 επιθυμούσε όπως το διαμέρισμα ενοικιαστεί. Παρόλο που του εξήγησε ότι η Ενάγουσα ως αλλοδαπή δεν είχε άδεια για ενοικίαση του διαμερίσματος, εντούτοις ο Μ.Ε.2 επέμενε και του ανέθεσε προφορικά την εξεύρεση ενοικιαστών, την είσπραξη ενοικίων και τη διαχείριση του διαμερίσματος. Όλες οι εντολές και οδηγίες του Μ.Ε.2 ήταν προφορικές. Από το 1993 μέχρι το 1998 το διαμέρισμα ενοικιαζόταν και έδιδε στον Μ.Ε.2 όλες τις εισπράξεις των ενοικίων. Στις αρχές 1998, ο Μ.Ε.2 του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν για επενδύσεις στην Κύπρο και επιθυμούσε να εκμεταλλευτεί περαιτέρω το διαμέρισμα. Ο ίδιος ανέφερε στον Μ.Ε.2 ότι ενδεχομένως λόγω των εμπορικών του δραστηριοτήτων, να χρειαζόταν κάποιες εξασφαλίσεις σε δάνεια που ίσως ήταν αναγκαία να γίνουν και ο Μ.Ε.2 λόγω της στενής φιλίας και εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, συγκατατέθηκε σε τέτοιο ενδεχόμενο. Γι' αυτό συμφώνησαν ότι θα έπρεπε να του παραχωρήσει κάποιο πληρεξούσιο για να μπορεί να διαχειριστεί το διαμέρισμα κατάλληλα και νόμιμα και να προβεί στις ενέργειες που συζήτησαν. Έστειλε στον Μ.Ε.2 και στην Ενάγουσα το Γενικό Πληρεξούσιο (τεκμ. 2) και η Ενάγουσα το υπέγραψε και του το έστειλε μαζί με τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμ. 2 δεν του παραχωρήθηκε αποκλειστικά και μόνο για την ενοικίαση, είσπραξη ενοικίων, έκδοση αποδείξεων και συντήρηση του διαμερίσματος εφόσον οι ενέργειες αυτές εγίνοντο ήδη από το 1993 με προφορική συνεννόηση τους χωρίς πληρεξούσιο. Το τεκμ. 2 του εδόθηκε για να είναι σε θέση να διαχειριστεί νόμιμα το διαμέρισμα της Ενάγουσας και για την περαιτέρω εκμετάλλευση του αλλά και στην περίπτωση που θα υπήρχε κάποια ανάγκη δική του ή της εταιρείας του, Shoeworld Ltd. Τον Σεπτέμβριο του 1998 η Shoeworld Ltd προέβηκε σε συμφωνία δανειοδότησης με τους Εναγόμενους 2 (τεκμ. 20-24), για την οποία ήταν απαραίτητη η παροχή εξασφαλίσεων. Αποτάθηκε στον Μ.Ε.2 και ζήτησε τη βοήθεια του. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι επιθυμούσε την υποθήκευση του διαμερίσματος προς όφελος της Shoeworld Ltd ώστε να εγκριθεί η δανειοδότηση. Του ανέφερε επίσης ότι η πρόθεση του ήταν η σύντομη αποπληρωμή του δανείου και η σύντομη διαγραφή της υποθήκης. Ο Μ.Ε.2 έδωσε τη συγκατάθεση του εκπροσωπώντας και την Ενάγουσα, δείχνοντας του απόλυτη εμπιστοσύνη. Έτσι, παρουσίασε το τεκμ. 2 στους Εναγόμενους 2, στους οποίους ανέφερε συγχρόνως ότι είχε εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση της Ενάγουσας για την υποθήκευση του διαμερίσματος. Οι Εναγόμενοι 2 ανταποκρίθηκαν θετικά και στο Κτηματολόγιο οι Εναγόμενοι 2 παρουσίασαν το τεκμ. 2 και εγγράφηκε η υποθήκη. Ενημέρωσε τον Μ.Ε.2 για την εγγραφή της υποθήκης και τον ευχαρίστησε, διαβεβαιώνοντας τον ότι η υποθήκη θα διαγραφόταν σύντομα. Μέχρι τα μέσα του 2002 είχε επικοινωνία με τον Μ.Ε.2 και τον ενημέρωνε για το διαμέρισμα και την ενοικίαση του. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπεξαίρεσε οποιοδήποτε ποσό ενοικίου και ο Μ.Ε.2 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τα δεδουλευμένα ενοίκια αλλά πάντα ήταν ενήμερος για τις ενέργειες του. Τον Μάιο του 2002 συναντήθηκε με τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 στο εργοστάσιο της Shoeworld Ltd. Συζήτησαν το ζήτημα του ενοικιαστή που δεν πλήρωνε τα ενοίκια καθώς επίσης και για την υποθήκη, ενημερώνοντας τον Μ.Ε.2 ότι προσπαθούσε να αποπληρώσει το δάνειο ώστε να ελευθερωθεί το διαμέρισμα. Το 2002 συναντήθηκαν ακόμα μια φορά με τον Μ.Ε.2 και Μ.Ε.1 στο ξενοδοχείο Κλεοπάτρα. Ισχυρίστηκε ότι πάντοτε ήταν σε γνώση των Μ.Ε.2 και Ενάγουσας η ύπαρξη και εγγραφή της υποθήκης με βάση το τεκμ. 2 και πρόσθεσε ότι παρόλο που δεν ήταν απαραίτητη για την υποθήκευση του διαμερίσματος η προηγούμενη εξασφάλιση της συγκατάθεσης της Ενάγουσας, εντούτοις έλαβε τη συγκατάθεση του Μ.Ε.2 ο οποίος εκπροσωπούσε στις συζητήσεις τους την Ενάγουσα. Ο Μ.Ε.2 γνώριζε για την ύπαρξη της Shoeworld Ltd και ότι ανήκε στον ίδιο, αφού η συνάντηση τους έγινε στο εργοστάσιο της εταιρείας και μερικές φορές αντάλλαξαν φαξ στα οποία φαινόταν ότι προέρχονταν ή αποστέλλονταν στα γραφεία της εταιρείας του. Μέχρι σήμερα δεν έγινε κατορθωτή η αποπληρωμή του δανείου και η διαγραφή της υποθήκης. Η πυρκαγιά κατέστρεψε το εργοστάσιο του, επέφερε οικονομική κατάρρευση της Shoeworld Ltd η οποία διαλύθηκε στις 15.11.05 ως και του ιδίου προσωπικά αφού πτώχευσε. Αισθάνεται άσχημα γιατί το διαμέρισμα βαρύνεται μέχρι σήμερα με την υποθήκη αλλά είχε τη ρητή συγκατάθεση τους τόσο με βάση το τεκμ. 2 όσο και με βάση την προφορική επικοινωνία τους πριν την εγγραφή της υποθήκης. Το 2006 πήρε την επιστολή ημερ. 19.10.06 από την Ενάγουσα (τεκμ. 18) με την οποία πληροφορήθηκε ότι ανακάλεσε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2). Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ζήτησε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) για να είναι νόμιμος σε σχέση με τις απαιτήσεις του Μ.Ε.2 να εκμεταλλευθεί διαφορετικά το διαμέρισμα (π.χ. να το πωλήσει), αλλά και στην περίπτωση που θα το χρειαζόταν για δικούς του σκοπούς ή της εταιρείας του. Είχε αναφέρει στον Μ.Ε.2 ότι υπήρχε περίπτωση να «χρειαστεί το διαμέρισμα» και η συμφωνία τους ήταν ότι η υποθήκευση θα ήταν «προσωρινή». Ο Μ.Ε.2 του είχε πει «κάμε ό,τι νομίζεις, σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη» και του επέτρεψε να εγγράψει την υποθήκη λόγω της μεγάλης φιλίας τους και των εξυπηρετήσεων που τους έκαμνε εντελώς δωρεάν. Υποθήκευσε το διαμέρισμα τον Οκτώβριο 1999, δηλαδή μετά πάροδο ενάμισι χρόνου από τις 4.2.98 (τεκμ. 2) και πήρε τις προφορικές οδηγίες και συγκατάθεση του Μ.Ε.2 προτού μιλήσει με τους Εναγόμενους
  17. Αναφέρθηκε στο τεκμ. 15 και στην επιστολή του Μ.Ε.2 ημερ. 9.3.99 και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε τεθεί θέμα απαλλαγής του από διαχειριστής του διαμερίσματος. Δεν έγινε καμιά αναφορά σε υποθήκη στην επιστολή ημερ. 6.4.99 στην οποία γίνεται αναφορά σε εκμετάλλευση του διαμερίσματος ούτε και στις επιστολές ημερ. 21.7.00 και 22.1.02 (τεκμ. 15). Ζήτησε και πήρε προφορικά την εξουσιοδότηση του Μ.Ε.2 για την υποθήκευση του διαμερίσματος εφόσον το τεκμ. 2 δεν έγινε μόνο γι' αυτό τον λόγο, αλλά έγινε τόσο για εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ενάγουσας αλλά και για τη δική του διευκόλυνση. Ισχυρίστηκε ότι με το τεκμ. 2 μπορούσε να ενεργεί εκ μέρους της Ενάγουσας προς όφελος της και σύμφωνα με τις οδηγίες της, αλλά ένα από τα οφέλη της Ενάγουσας ήταν η φιλία τους και οι εξυπηρετήσεις του προς αυτήν και τον Μ.Ε.
  18. Ο ίδιος σύνταξε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) και η Ενάγουσα του έστειλε τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας, τον οποίο χρησιμοποίησε για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα και συγκεκριμένα το πρωτότυπο του αντίγραφου του τίτλου ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται στα έγγραφα υποθήκης (τεκμ. 16) που φέρει ημερομηνία έκδοσης 19.7.
  19. Ισχυρίστηκε ότι το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) ημερ. 4.2.98 του αποστάληκε με επιστολή του Μ.Ε.2 ημερ. 28.2.98, μαζί με τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας. Οι Εναγόμενοι 2 εξασφάλισαν δικαστική απόφαση ημερ. 27.6.07 εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής 5841/04 (τεκμ. 19), έναντι της οποίας κανένα ποσό κατέβαλε ούτε οι εγγυητές. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί του τεκμ. 16 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενυπόθηκου οφειλέτη και κατά την υπογραφή παρουσίασε μόνο το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) στο Κτηματολόγιο. Επέμενε ότι η Ενάγουσα του είχε στείλει υπογραμμένο το πληρεξούσιο τεκμ. 2, μαζί με τον πρωτότυπο τίτλο του διαμερίσματος, όμως δεν θυμάται αν του έστειλε το τεκμ. 14 ή αυτό που επισυνάπτεται στο τεκμ.
  20. Ο Μ.Υ.2 είναι υπεύθυνος του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών των Εναγομένων
  21. Αναφέρθηκε στην έγγραφη συμφωνία ημερ. 25.9.98 (τεκμ. 20) μεταξύ της εταιρείας Shoeworld Ltd, διευθυντής της οποίας ήταν ο Εναγόμενος 1, και των Εναγομένων 2 ως και στην αύξηση του ορίου από Λ.Κ.150.000 σε Λ.Κ.200.000 (τεκμ. 21). Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας, η Ενάγουσα, μέσω του αντιπροσώπου της, Εναγομένου 1, υποθήκευσε προς όφελος των Εναγομένων 2 το διαμέρισμα (τεκμ. 16) και ο Εναγόμενος 1 προς τούτο προσκόμισε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2), στο οποίο οι Εναγόμενοι 2 βασίστηκαν και αποδέχθηκαν την εγγραφή της υποθήκης. Οι Εναγόμενοι 2 γνώριζαν τη συνεργασία του Εναγομένου 1 με Άραβες και συγκεκριμένα Σύριους και δεν είχαν κανένα λόγο ή υποψία να αμφισβητήσουν την εξουσιοδότηση του Εναγομένου 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα εκ μέρους της Ενάγουσας με βάση το τεκμ.
  22. Οι Εναγόμενοι 2 εξέτασαν το τεκμ. 2 και θεώρησαν ότι ήταν επαρκές για εξουσιοδότηση του Εναγομένου 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα. Το γεγονός ότι το τεκμ. 2 ήταν γενικό πληρεξούσιο δεν ήταν ύποπτο για τους Εναγόμενους 2 και οι λόγοι για τους οποίους η Ενάγουσα είχε παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 το τεκμ. 2 δεν ενδιέφεραν ούτε αφορούσαν τους Εναγόμενους
  23. Πρόσθεσε ότι δεν είναι πρακτική των Εναγομένων 2 ούτε έχουν την υποχρέωση να ζητούν οποιαδήποτε επιβεβαίωση ή επιπρόσθετα στοιχεία που να αποδεικνύουν το αληθές της εξουσιοδότησης. Οι Εναγόμενοι 2 δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν τις ειδικές συνεννοήσεις ή διευθετήσεις μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, οι οποίες δεν τους αφορούσαν, δεν είχαν λόγο να αμφισβητήσουν την επαρκή εξουσιοδότηση του Εναγομένου 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα, και καμιά υποψία ή λόγος ανησυχίας υπήρχε εφόσον οι εκτενείς επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις του Εναγομένου 1 με Σύριους ήταν καλά γνωστές στους Εναγόμενους
  24. Το γεγονός ότι το τεκμ. 2 έγινε δεκτό από το Κτηματολόγιο και με βάση αυτό εγγράφηκε η υποθήκη, αποτελούσε απόδειξη και επιβεβαίωση για τους Εναγόμενους 2 ως προς την επάρκεια του τεκμ.
  25. Αναφέρθηκε στην επιστολή ημερ. 28.2.98, αντίγραφο της οποίας του παραδόθηκε από τον Εναγόμενο 1 σε πρόσφατη επίσκεψη του στο γραφείο του στις 19.12.11, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμ. 25, όχι για την αλήθεια του περιεχομένου του. Αναφέρθηκε περαιτέρω στις επιστολές των Εναγομένων 2 προς την εταιρεία Shoeworld Ltd (τεκμ. 22, 23), στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 24) σύμφωνα με την οποία ο λογαριασμός της εν λόγω εταιρείας στις 26.5.04 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.79.634,26 πλέον τόκους και στην καταχώρηση της αγωγής 5841/04 εναντίον, μεταξύ άλλων, της Shoeworld Ltd και της Ενάγουσας (τεκμ. 19). Το κλητήριο ένταλμα εναντίον της Ενάγουσας εξέπνευσε γιατί δεν κατέστη δυνατή η επίδοση σ' αυτήν η οποία διέμενε στη Συρία. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε απόφαση (τεκμ. 19) εναντίον όλων των Εναγομένων πλην της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι 2 ενημερώθηκαν για την ανάκληση του πληρεξουσίου (τεκμ. 2) με την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 16.2.06 (τεκμ. 9). Μέχρι σήμερα κανένα ποσό κατατέθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (τεκμ. 19) και ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο παραμένει οφειλόμενο, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε €380.294,21 πλέον τόκους (τεκμ. 26). Κανένα μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης δεν καρποφόρησε, με αποτέλεσμα η υποθήκη να αποτελεί τη μοναδική εξασφάλιση των Εναγομένων 2 για τις υποχρεώσεις της Shoeworld Ltd. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) όταν ο συνάδελφος του Μ.Υ.3 που χειριζόταν την υπόθεση, του το έδωσε για να το στείλει στο Τμήμα Εγγράφων απ' όπου θα εδίδετο η γνωμάτευση κατά πόσο με βάση αυτό θα μπορούσε να εγγραφεί η υποθήκη. Μελέτησε και ο ίδιος το τεκμ. 2 και έκρινε ότι θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Δεν διερωτήθηκε ποια ήταν η Ενάγουσα αφού το τεκμ. 2 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 1 να προσφέρει το διαμέρισμα ως εξασφάλιση. Δέχθηκε ότι στο τεκμ. 2 δεν αναφέρεται η λέξη "mortgage" και ισχυρίστηκε ότι δεν κρίθηκε σκόπιμο για τους Εναγόμενους 2 να ασχοληθούν με τις δοσοληψίες της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 1 αφού ήταν γνωστό ότι είχε δοσοληψίες με Σύριους και δεν ήταν καθόλου παράξενο να παρουσιάσει τέτοιο πληρεξούσιο, ούτε ενδιέφερε τους Εναγόμενους 2 αν εξυπηρετούντο τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Είχε προσέξει ότι η Ενάγουσα διέμενε στη Δαμασκό, όμως η διεύθυνση της στη Δαμασκό δεν θα του ήταν χρήσιμη. Δεν ζήτησαν τη διεύθυνση της Ενάγουσας γιατί δεν θεώρησαν ότι ήταν αναγκαίο να την γνωρίζουν, ίσως, είπε, να ήταν παράλειψη τους. Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τη διεύθυνση της, ούτε της έστειλε επιστολές για τις εκκρεμότητες της Shoeworld Ltd και τα χρεωστικά υπόλοιπα της. Έτσι η Ενάγουσα δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζει μέσω των Εναγομένων 2 ότι το ενυπόθηκο διαμέρισμα της κινδύνευε. Ανέφερε ότι είχε προσέξει ότι το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) έφερε ημερομηνία 4.2.98 δηλ. προγενέστερη ημερομηνία της Συμφωνίας ημερ. 25.9.98 (τεκμ. 20), όμως δεν διερωτήθηκε γιατί, ούτε υποψιάστηκε οτιδήποτε. Έκρινε το τεκμ. 2 ως ένα αυτόνομο έγγραφο, δεν ενδιαφέρθηκε για το τι είχε προηγηθεί, αν αυτό ήταν γνήσιο ή όχι, όμως το έστειλε στο αρμόδιο τμήμα το οποίο επιβεβαίωσε τις δικές του εκτιμήσεις ότι δηλ. το τεκμ. 2 ήταν αποδεκτό, όπως έγινε αποδεκτό και από το Κτηματολόγιο. Το γεγονός ότι (α) το ενυπόθηκο διαμέρισμα εξασφάλιζε εμπορικές υποχρεώσεις, (β) η ενυπόθηκος οφειλέτης (Ενάγουσα) ήταν κάτοικος εξωτερικού, (γ) το πληρεξούσιο τεκμ. 2 ήταν προγενέστερης ημερομηνίας της συμφωνίας (τεκμ. 20), (δ) το τεκμ. 2 δεν αναφέρεται ρητά στην εταιρεία Shoeworld Ltd ούτε σε ποσά και τόκους, δεν κίνησε καθόλου τις υποψίες των Εναγομένων
  26. Ο Μ.Υ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2006 ήταν υπεύθυνος του γραφείου Λευκωσίας των Εναγομένων
  27. Τα έτη 1998-1999 ήταν υπεύθυνος του λογαριασμού της εταιρείας Shoeworld Ltd και χειρίστηκε και υπέγραψε τη συμφωνία τεκμ. 20 εκ μέρους των Εναγομένων
  28. Ανέφερε ότι η υποθήκη δόθηκε στα πλαίσια αιτήματος της Shoeworld Ltd για αύξηση του ορίου των εγκρινόμενων εισπρακτέων της (τεκμ. 21). Τον Οκτώβριο του 1999, όταν ο Εναγόμενος 1 προσκόμισε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2), οι Εναγόμενοι 2 βασίστηκαν στην προφανή εξουσιοδότηση του Εναγομένου 1 να ενεργεί ως γενικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, με ρητή πληρεξουσιότητα να μεταβιβάζει και να επιβαρύνει την περιουσία της για εξασφάλιση οποιουδήποτε δανείου. Ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας ήταν συνεργάτης του και τόσο η Ενάγουσα όσο και ο σύζυγος της του είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους για να προβεί στην υποθήκευση, γεγονός για το οποίο δεν είχε κανένα λόγο ούτε υποψία να αμφισβητήσει, εφόσον γνώριζε πολύ καλά ότι ο Εναγόμενος 1 συνεργαζόταν με Άραβες και Σύριους. Δεν θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο να λάβει οποιαδήποτε επιπρόσθετη συγκατάθεση από την Ενάγουσα, εφόσον είχε στα χέρια του το πρωτότυπο πληρεξούσιο (τεκμ. 2). Το Κτηματολόγιο αποδέχθηκε το πληρεξούσιο ως επαρκή και ικανοποιητική απόδειξη της εξουσιοδότησης του Εναγομένου 1, πράγμα που τον επιβεβαιώνει ότι ορθά έκρινε πως το τεκμ. 2 αρκούσε ως απόδειξη της εξουσιοδότησης του Εναγομένου 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα. Οι Εναγόμενοι 2 θεωρούσαν ότι οποιαδήποτε ενημέρωση ή άλλη επικοινωνία με την Ενάγουσα μπορούσε να γίνεται μέσω του Εναγομένου 1, ως εξουσιοδοτημένου γενικού αντιπροσώπου της Ενάγουσας, γι' αυτό και οι προειδοποιητικές επιστολές των Εναγομένων 2 (τεκμ. 22, 23) κοινοποιήθηκαν στον Εναγόμενο
  29. Οι Εναγόμενοι 2 δεν είχαν κανένα λόγο να αμφισβητήσουν την επαρκή εξουσιοδότηση που παρείχε το τεκμ. 2 στον Εναγόμενο 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα και δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να ζητήσουν επιβεβαίωση ή επιπρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν το αληθές ή συνεχές της προφανούς εξουσιοδότησης που παρείχε το τεκμ.
  30. Η υποθήκη αποτελεί τη μοναδική ουσιαστική εξασφάλιση των Εναγομένων 2 για τις υποχρεώσεις της Shoeworld Ltd και οι Εναγόμενοι 2 ενήργησαν με επιμέλεια και σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες διαδικασίες. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι όταν διάβασε το τεκμ. 2, του κίνησε την περιέργεια ποια ήταν η Ενάγουσα, ρώτησε τον Εναγόμενο 1, ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν συνεργάτιδα του από τη Συρία και ασχολείτο με εισαγωγές, εξαγωγές παπουτσιών, εννοώντας και τον σύζυγο της. Γνώριζε από επισκέψεις του στο εργοστάσιο του Εναγομένου 1 ότι αυτός συνεργαζόταν με Άραβες και Σύριους και έτσι έκρινε ότι το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) δεν χρειαζόταν περαιτέρω διερεύνηση. Οι Εναγόμενοι 2 ενήργησαν σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική και καλόπιστα. Σ' ότι αφορά την αναφορά στο τεκμ. 2 στα συμφέροντα της Ενάγουσας, ο ίδιος θεώρησε ότι αυτή ήταν μία συνεργάτιδα του Εναγομένου 1 από τη Συρία, η οποία είχε ανοικτούς λογαριασμούς με τη Shoeworld Ltd σε σχέση με εισαγωγές-εξαγωγές παπουτσιών. Δεν διερωτήθηκε γιατί το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) έφερε ημερομηνία προγενέστερη του αιτήματος για περαιτέρω διευκόλυνση ως και της αρχικής συμφωνίας (τεκμ. 20) και αυτό δεν αποτέλεσε λόγο προβληματισμού και αμφισβήτησης του πληρεξουσίου. Η θέση του είναι ότι το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) ήταν κατάλληλο για τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και οι πιο πάνω εξηγήσεις του Εναγομένου 1 ήταν αρκετές για τους Εναγόμενους
  31. Οι Εναγόμενοι 2 θεώρησαν ότι το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) προσφέρθηκε τον Οκτώβριο του 1999 στους Εναγόμενους 2 ώστε να μπορέσει η Shoeworld Ltd να έχει ρευστότητα και να συνεχίσει τις δοσοληψίες της με τους πελάτες της, εκ των οποίων ήταν και η Ενάγουσα, συνεργάτιδα της Shoeworld Ltd. Δεν υπήρχε λόγος, κατά τον χρόνο εγγραφής της υποθήκης να επικοινωνήσουν με την Ενάγουσα και δεν αποτελούσε συνήθη πρακτική να ζητήσει από τον Εναγόμενο 1 τη διεύθυνση της Ενάγουσας, ούτε θεώρησε αναγκαίο και σκόπιμο να τη ζητήσει. Οι Εναγόμενοι 2 ενήργησαν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τους. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο Μ.Ε.1 μου έκαμε άριστη εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Απαντούσε με σαφήνεια, ειλικρίνεια, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η αξιοπιστία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Ήταν σταθερός, θετικός και σαφής στη μαρτυρία του και είμαι πεπεισμένη ότι εξυπηρέτησε μόνο την αλήθεια και κανέναν άλλο σκοπό. Για όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η Ενάγουσα (Μ.Ε.3) και ο σύζυγος της (Μ.Ε.2) μου έκαμαν επίσης εξαιρετική εντύπωση και είμαι πεπεισμένη ότι με ειλικρίνεια και ευθύτητα ανέφεραν στο Δικαστήριο τα αληθινά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ήταν εμφανέστατη η αγανάκτηση, η απογοήτευση και η πικρία τους για τη συμπεριφορά και ενέργειες του Εναγομένου 1 και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν τον Εναγόμενο 1,ούτε του έδωσαν ποτέ τη συγκατάθεση τους για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα. Η μαρτυρία τους σε σημαντικά και ουσιαστικά σημεία της, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 του οποίου η μαρτυρία ήδη έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 ότι ο Εναγόμενος 1 από το 2000-2001 δεν τους παρέδιδε τα ενοίκια του διαμερίσματος που εισέπραττε και είχαν πρόβλημα επικοινωνίας μαζί του γιατί δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα και φαξ του Μ.Ε.2, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος ανέφερε ότι ο Μ.Ε.2 σε ανύποπτο χρόνο, επανειλημμένα του είχε εκφράσει τις ανησυχίες του για τα πιο πάνω και αυτός ήταν και ο λόγος που η Ενάγουσα (Μ.Ε.3) στις 28.1.02 ανακάλεσε το πληρεξούσιο του Εναγομένου 1 [τεκμ. 3(α)] και ανέθεσε στον ίδιο αρχικά προφορικά από το 2003 και μεταγενέστερα με πληρεξούσιο ημερ. 31.10.06 [τεκμ. 3(β)] τη διαχείριση του διαμερίσματος. Οι εν λόγω ανησυχίες του Μ.Ε.2 είναι εμφανείς και από το περιεχόμενο των φαξ που είχε στείλει στον Εναγόμενο 1 (τεκμ. 15) με ημερ. 9.3.99 και 6.4.
  32. Περαιτέρω, η θέση των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν τον Εναγόμενο 1 να υποθηκεύσει το διαμέρισμα και είναι με μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση που το ανακάλυψαν τον Ιανουάριο 2006 μέσω Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (τεκμ. 5) που έλαβε ο Μ.Ε.1, επιβεβαιώνεται επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο οποίος με σαφήνεια ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι όταν τον Ιανουάριο 2006 δηλ. σε ανύποπτο χρόνο πληροφόρησε την Ενάγουσα και τον Μ.Ε.2 για την υποθήκη, αυτοί εξεπλάγηκαν και του ανέφεραν συγχρόνως ότι ουδέποτε έδωσαν τέτοιαν εξουσιοδότηση και συγκατάθεση στον Εναγόμενο 1, ο οποίος ουδέποτε τους ενημέρωσε σχετικά. Ο ισχυρισμός των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 τους ενημέρωσε για την υποθήκη, επιβεβαιώνεται τόσο από τον Μ.Ε.1 ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι σε δύο συναντήσεις του ιδίου, του Μ.Ε.2 και του Εναγομένου 1 το 2002, καμιά αναφορά έγινε για την υποθήκη και ο Μ.Ε.2 απαιτούσε μόνο τα ενοίκια που ο Εναγόμενος 1 είχε εισπράξει, όσο και από το περιεχόμενο των φαξ ημερ. 9.3.99 και 6.4.99, 21.7.00 και 22.1.02 (τεκμ. 15) όπου καμιά αναφορά σε υποθήκη περιέχεται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι ανεπιφύλακτα τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 στο σύνολο της. Οι Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 κρίνονται ως αντικειμενικοί και αμερόληπτοι μάρτυρες. Η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο με τις εξής παρατηρήσεις: α) Η εκτίμηση του Μ.Ε.4 για την αξία του διαμερίσματος στις 21.3.2005 σύμφωνα με το τεκμ. 4 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους. β) Η μαρτυρία των Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 για τη σημερινή αξία του διαμερίσματος σε €144.000 δεν γίνεται αποδεκτή για τους εξής λόγους: Η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.4 βασίστηκε σε Πιστοποιητικό Έρευνας το οποίο κατατέθηκε ως έγγραφο προς αναγνώριση και όχι ως τεκμήριο και επομένως το Δικαστήριο καμιά βαρύτητα προσδίδει στο περιεχόμενο του. Η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.5 βασίστηκε σε πώληση άλλου διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία που έγινε στις 16.12.10 (τεκμ. 17) όπου όμως γίνεται αναφορά σε συμφωνηθείσα τιμή πώλησης του διαμερίσματος σε €144.000 και όχι σε εκτιμηθείσα αγοραία αξία του. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι πέραν του πληρεξουσίου (τεκμ. 2) είχε ενημερώσει και εξασφάλισε τη συγκατάθεση του Μ.Ε.2 - ο οποίος εκπροσωπούσε την Ενάγουσα - για την υποθήκευση του διαμερίσματος. Ωστόσο το Δικαστήριο αποδέχθηκε ήδη τη μαρτυρία των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 που τον διαψεύδουν κατηγορηματικά. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 ήταν σαφής και σταθερός στη θέση του ότι στις δύο συναντήσεις του με τον Εναγόμενο 1 και Μ.Ε.2, καμία αναφορά έγινε στην υποθήκη, ως ήταν η θέση του Εναγόμενου 1, και καμιά επίσης αναφορά στην υποθήκη γίνεται στο περιεχόμενο των φαξ που ο Μ.Ε.2 αντάλλαξε με τον Εναγόμενο 1 (τεκμ. 15). Το γεγονός ότι σε κάποια από τα φαξ του τεκμ. 15 αναγράφεται το όνομα της εταιρείας Shoeworld Ltd ως και ότι μία συνάντηση τους έγινε στο εργοστάσιο της εταιρείας, δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 γνώριζαν την ύπαρξη της εταιρείας αλλά κυρίως την ύπαρξη της υποθήκης προς όφελος της εταιρείας αυτής, ως ήταν η θέση του Εναγόμενου
  33. Η σαφέστατη θέση των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 ήταν ότι η ύπαρξη της υποθήκης δεν ήταν γνωστή σ' αυτούς, αλλά η πρώτη φορά που πληροφορήθηκαν γι' αυτήν ήταν μόλις τον Ιανουάριο του
  34. Ο Μ.Ε.2 γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε εργοστάσιο παπουτσιών, ότι είχε εταιρεία, χωρίς όμως να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες αφού, τόσο ο ίδιος όσο και η Ενάγουσα είχαν σχέσεις με τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 προσωπικά και όχι με την εταιρεία του. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι η Ενάγουσα υπέγραψε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) που ο ίδιος είχε συντάξει και του το έστειλε μαζί με την επιστολή ημερ. 28.2.98 του Μ.Ε.2 και τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο γιατί η πλευρά του Εναγόμενου 1 παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικά τους Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, οι οποίοι στη δική τους μαρτυρία επέμεναν - και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο - ότι ο πρωτότυπος τίτλος ιδιοκτησίας του διαμερίσματος βρισκόταν στην κατοχή τους και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμ.
  35. Η παράλειψη αυτή στέρησε στους Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 την ευκαιρία και δυνατότητα να δώσουν τη δική τους θέση και εξήγηση για τον πιο πάνω ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ως και τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν ή όχι την επιστολή ημερ. 28.2.98 και το περιεχόμενο της (βλ. Νεοπτολέμου Γεωργίου ν. Ρωξάνης Νεοπτολέμου Γεωργίου Πολ. Έφ. 16/06 ημερ. 11.2.10, Κούρρης ν. Παπαδοπούλου

(1998)1 Α.Α.Δ. 1147, Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 και Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερ. 28.2.98 κατατέθηκε από τον Μ.Υ.2 ως τεκμ. 25, ως την επιστολή που ο Εναγόμενος 1 πρόσφατα, στις 19.12.11 (μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας) του παρέδωσε στο γραφείο του, και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου του. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, το Δικαστήριο καμιά βαρύτητα προσδίδει στο περιεχόμενο του τεκμ.
  1. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι, για σκοπούς υποθήκευσης του διαμερίσματος, χρησιμοποίησε τον πρωτότυπο τίτλο ιδιοκτησίας που του αποστάληκε με την επιστολή του Μ.Ε.2 ημερ. 28.2.98 (τεκμ. 25), το αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στα έγγραφα υποθήκης (τεκμ. 16) δεν είναι αποδεκτός από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί το αντίγραφο του τίτλου που επισυνάπτεται στα έγγραφα υποθήκης (τεκμ. 16), φέρει ημερομηνία έκδοσης 19.7.
  2. Επομένως, είναι εξ αντικειμένου αδύνατο να του αποστάληκε ο εν λόγω τίτλος με την επιστολή του Μ.Ε.2 τεκμ. 25, η οποία φέρει προγενέστερη ημερομηνία δηλ. 28.2.
  3. Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι ο πρωτότυπος τίτλος ιδιοκτησίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Ε.2 ως τεκμ. 14, φέρει ημερομηνία έκδοσης 10.8.
  4. Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 στερείται κάθε λογικής και σοβαρότητας και απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανυπόστατος. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 1, αντεξεταζόμενος, και προφανώς όταν αντιλήφθηκε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν θα μπορούσε λογικά να ευσταθεί, διαφοροποίησε τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται αν του είχε αποσταλεί μαζί με το πληρεξούσιο (τεκμ. 2), ο πρωτότυπος τίτλος που σημειώθηκε ως τεκμ. 14 ή αυτός που επισυνάπτεται στο τεκμ. 16, γεγονός που έχει κλονίσει την αξιοπιστία του σε τέτοιο βαθμό που αναπόφευκτα οδηγεί σε απόρριψη της μαρτυρίας του στο σύνολο της. Πρόκειται για πολύ σοβαρό και ουσιαστικό θέμα, που είναι φανερό ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του και κατασκεύασμα της φαντασίας του, στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για τα εμφανή ψέματα του ενώπιον του Δικαστηρίου. Για όλα τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος 1 κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 είναι υπάλληλοι των Εναγόμενων 2 και ήταν κοινή θέση τους ενώπιον του Δικαστηρίου ότι και οι δύο μελέτησαν το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) και κατέληξαν ότι αποτελούσε επαρκή απόδειξη της εξουσιοδότησης του Εναγόμενου 1 για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα. Το κατά πόσο ορθά ή λανθασμένα κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό, αποτελεί την κατάληξη του Δικαστηρίου όπως εκτίθεται πιο κάτω. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθούν τα πιο κάτω σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3: α) Ο Μ.Υ.2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι όταν μελέτησε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) δεν διερωτήθηκε ποια ήταν η Ενάγουσα αφού το τεκμ. 2 εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 1 να προσφέρει το διαμέρισμα ως εξασφάλιση. Αντίθετα, ο Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι όταν διάβασε το τεκμ. 2, του κίνησε την περιέργεια ποια ήταν η Ενάγουσα, ρώτησε τον Εναγόμενο 1, ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν συνεργάτιδα του από τη Συρία και ασχολείτο με εισαγωγές και εξαγωγές παπουτσιών και τόσο η Ενάγουσα όσο και ο σύζυγος της (Μ.Ε.2), του είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα. Είναι φανερό ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις εκ μέρους των Εναγομένων 2 επί του θέματος, αφού ο μεν Μ.Υ.2 περιόρισε την ικανοποίηση των Εναγομένων 2 για την επάρκεια του πληρεξουσίου (τεκμ. 2) στο ίδιο το περιεχόμενο του τεκμ. 2, ο οποίος ανέφερε συγχρόνως ότι η πρακτική των Εναγομένων 2 δεν είναι να αναζητούν επιβεβαίωση ή επιπρόσθετα στοιχεία που να αποδεικνύουν το αληθές της εξουσιοδότησης, ενώ ο Μ.Υ.3 πρόσθεσε το στοιχείο ότι ζήτησε περισσότερες διευκρινίσεις από τον Εναγόμενο 1 σχετικά με το πρόσωπο της Ενάγουσας και είχε τη διαβεβαίωση του ότι είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της. β) Ο Μ.Υ.2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν ενδιέφερε τους Εναγόμενους 2 αν με την υποθήκη εξυπηρετούντο τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Αντίθετα, ο Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι θεώρησε πως η Ενάγουσα ήταν συνεργάτιδα του Εναγόμενου 1 από τη Συρία, ότι είχε ανοικτούς λογαριασμούς με την Shoeworld Ltd σχετικά με εισαγωγές-εξαγωγές παπουτσιών και πως οι Εναγόμενοι 2 θεώρησαν ότι το τεκμ. 2 παρουσιάστηκε σ' αυτούς ώστε να μπορέσει η Shoeworld Ltd να έχει ρευστότητα και να συνεχίσει τις δοσοληψίες της με τους πελάτες της εκ των οποίων ήταν και η Ενάγουσα, συνεργάτιδα της Shoeworld Ltd. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πρόκειται για εικασίες του Μ.Υ.3 και κατ' επέκταση των Εναγομένων 2 που αναμφίβολα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Εικασίες, που σύμφωνα με τον Μ.Υ.3, λειτούργησαν για τους Εναγόμενους 2 προς την κατεύθυνση αποδοχής του τεκμ.
  5. γ) Ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι δεν ζήτησαν τη διεύθυνση της Ενάγουσας στη Δαμασκό γιατί δεν το θεώρησαν αναγκαίο και στη συνέχεια πρόσθεσε ότι ίσως ήταν παράλειψη των Εναγομένων
  6. Πρόσθεσε ότι σχετικές επιστολές για τις εκκρεμότητες και χρεωστικά υπόλοιπα της Shoeworld Ltd δεν στάληκαν στην Ενάγουσα και έτσι, μέσω των Εναγομένων 2 δεν υπήρχε τρόπος να λάβει γνώση η Ενάγουσα για την ύπαρξη της υποθήκης. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι δεν αποτελούσε συνήθη πρακτική να ζητήσει από τον Εναγόμενο 1 τη διεύθυνση της Ενάγουσας στη Δαμασκό, δεν το θεώρησε αναγκαίο και σκόπιμο να τη ζητήσει και οι προειδοποιητικές επιστολές τεκμ. 22 και 23 κοινοποιήθηκαν στον Εναγόμενο 1 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Ωστόσο, από μια απλή ανάγνωση των τεκμ. 22 και 23 προκύπτει ότι αυτές κοινοποιήθηκαν στον Εναγόμενο 1, όχι όμως υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Όλες οι πιο πάνω επισημάνσεις οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι εμφανώς οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 προσπάθησαν με τη μαρτυρία τους να δικαιολογήσουν την αποδοχή εκ μέρους των Εναγομένων 2 του πληρεξουσίου τεκμ. 2, με βάση το οποίο εγγράφηκε η υποθήκη προς όφελος τους, δίδοντας όμως διαφορετικές εκδοχές ενώπιον του Δικαστηρίου, κατάληξη που οδηγεί σε απόρριψη της μαρτυρίας τους. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα (Μ.Ε.3) και ο σύζυγος της (Μ.Ε.2), ουδέποτε ενημερώθηκαν και ουδέποτε έδωσαν τη συγκατάθεση τους στον Εναγόμενο 1 για να υποθηκεύσει το διαμέρισμα προς όφελος της εταιρείας Shoeworld Ltd, στην οποία ο Εναγόμενος 1 ήταν διευθυντής και μέτοχος. Κατ' επέκταση, τα ερωτήματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο (α) το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) εξουσιοδοτούσε τον Εναγόμενο 1, χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, να υποθηκεύσει το διαμέρισμα της προς όφελος των Εναγομένων 2, εξασφαλίζοντας έτσι τις διευκολύνσεις που αυτοί παρείχαν στην εταιρεία του Shoeworld Ltd, (β) οι Εναγόμενοι
(2)ορθά αποδέκτηκαν, με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) που τους παρουσίασε ο Εναγόμενος 1, την εγγραφή της υποθήκης προς όφελος τους και (γ) οι εναγόμενοι
(2)μπορούν να κριθούν, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, ως καλόπιστοι τρίτοι. Σ' ότι αφορά το πρώτο ερώτημα ανωτέρω, είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά στις ρητές πρόνοιες του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμ. 2). Σχετικές είναι οι παράγραφοι 1 και 4 οι οποίες έχουν ως εξής:
  1. To manage all my immovable and movable property situated in Cyprus in such manner and in such way as my said Attorney shall think proper and make any outlay in connection with the said property and to do anything he thinks correct and reasonable for the protection of my interests or any part thereof.
  2. To provide guarantees, collaterals and or securities for any loans, obligations liabilities and or encumbrances my said Attorney thinks proper and sign for this purpose any necessary documents for the implementation of these obligations. Όπως είναι νομολογημένο, η ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να πηγάζει από το ίδιο το έγγραφο και σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται σαφείς λέξεις, αυτές υπερισχύουν παρά την οποιαδήποτε πρόθεση των μερών (βλ. Epco v. Lartico
(1978)1 C.L.R. 201, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ
(1993)1 Α.Δ.Δ. 168). Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ο Εναγόμενος 1 υποθήκευσε το διαμέρισμα της Ενάγουσας εξασφαλίζοντας έτσι τα συμφέροντα της εταιρείας Shoeworld Ltd - στην οποία είχε συμφέρον ο ίδιος, ως μέτοχος και διευθυντής - και όχι τα συμφέροντα της Ενάγουσας, η οποία δεν είχε καμιά σχέση με την εν λόγω εταιρεία. Είναι επομένως φανερό ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε αντίθετα με τις πρόνοιες της παρ. 1 του τεκμ. 2, εφόσον διαχειρίστηκε το διαμέρισμα της Ενάγουσας όχι μόνο χωρίς να προστατεύσει τα συμφέροντα της, αλλά αντίθετα τα έθεσε σε άμεσο κίνδυνο. Έχω την άποψη ότι η εξουσία που η παρ. 4 του τεκμ. 2 παρέχει στον Εναγόμενο 1 ώστε να παρέχει εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις για δάνεια και υποχρεώσεις δεν μπορεί να απομονωθεί και διαχωριστεί από τις πρόνοιες της παρ. 1 που, επαναλαμβάνω, του δίδει την εξουσία να διαχειριστεί την ακίνητη περιουσία της προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων. Και τούτο γιατί στην παρ. 4 δεν γίνεται ρητή αναφορά σε εξουσία υποθήκευσης ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας, αλλά η ρητή αναφορά στον τρόπο διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας της περιέχεται στην παρ. 1, πάντοτε προς εξυπηρέτηση και προστασία των συμφερόντων της. Επομένως είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες των παραγράφων 1 και 4 του τεκμ. 2 είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και η εξουσία που ο Εναγόμενος 1 είχε για υποθήκευση του διαμερίσματος, περιορίζετο μόνο στην εξυπηρέτηση και προστασία των συμφερόντων της Ενάγουσας και κανενός άλλου. Κατ' επέκταση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 υποθηκεύοντας το διαμέρισμα και εξασφαλίζοντας έτσι τα συμφέροντα της δικής του εταιρείας Shoeworld Ltd, ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών των παραγράφων 1 και 4 του πληρεξουσίου (τεκμ. 2). Με τον ίδιο τρόπο, ενήργησε και κατά παράβαση του άρθρου 171 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο ορίζει ότι: «Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στις εργασίες του ιδίου είδους, στον τόπο όπου ο αντιπρόσωπος διεξάγει τις εργασίες αυτές». Οι οδηγίες της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 1 ήταν να ενεργεί σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του πληρεξουσίου (τεκμ. 2) και ουδέποτε του έδωσε οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση της για την υποθήκευση του διαμερίσματος. Επομένως, ο Εναγόμενος 1 ενήργησε αντίθετα και κατά παράβαση των οδηγιών της προς αυτόν. Περαιτέρω, αδυνατώ να δεχθώ και δεν αποδέχομαι ότι ελλείψει ρητών οδηγιών της Ενάγουσας, η υποθήκη του διαμερίσματος της προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων εταιρείας του Εναγομένου 1 και άσχετης με την Ενάγουσα, εμπίπτει και είναι σύμφωνη με τα συναλλαγματικά ήθη στον τόπο μας. Προχωρώ να εξετάσω τα ερωτήματα υπό (β) και (γ) ανωτέρω. Κατά τον χρόνο που ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) στους Εναγόμενους 2, ήταν γνωστό σ' αυτούς από το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμ. 2 ότι: 1) Η Ενάγουσα ήταν κάτοικος εξωτερικού και συγκεκριμένα κάτοικος Δαμασκού στη Συρία. 2) Το πληρεξούσιο (τεκμ. 2) ήταν γενικό και όχι ειδικό. 3) Το πληρεξούσιο δόθηκε στις 4.2.98, δηλ. ενάμισι χρόνο πριν την υποθήκευση του διαμερίσματος, που έγινε στις 11.10.99 και πριν την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Shoeworld Ltd και Εναγομένων 2 (τεκμ. 20) που έγινε στις 25.9.98 ως και του αιτήματος για αύξηση του ορίου (τεκμ. 21) ημερ. 30.11.
  1. 4) Στο πληρεξούσιο (τεκμ. 2) καμιά αναφορά γίνεται στην εταιρεία Shoeworld Ltd. 5) Η υποθήκη εξασφάλισε εμπορικές υποχρεώσεις της Shoeworld Ltd και αφορούσε διαμέρισμα και όχι εμπορική περιουσία. 6) Η Ενάγουσα καμιά σχέση ή συμφέρον είχε από την εταιρεία Shoeworld Ltd. 7) Η Ενάγουσα κανένα συμφέρον και όφελος είχε από την υποθήκη του διαμερίσματος της. Έχω την άποψη ότι τα πιο πάνω στοιχεία ως και το ίδιο το περιεχόμενο της παρ. 1 του τεκμ. 2 όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, θα έπρεπε να προβληματίσουν ιδιαίτερα τους Εναγόμενους 2, οι οποίοι και θα έπρεπε να διερευνήσουν περαιτέρω κατά πόσο πράγματι η Ενάγουσα είχε δώσει στον Εναγόμενο 1 τη συγκατάθεση της για την υποθήκη του διαμερίσματος καθώς επίσης και αν με οποιοδήποτε τρόπο εξυπηρετούντο με την εν λόγω υποθήκη τα δικά της συμφέροντα. Ακόμα και αν γινόταν αποδεκτό - που δεν είναι αποδεκτό από το Δικαστήριο - ότι ο Εναγόμενος 1 είχε αναφέρει στον Μ.Υ.3 ότι η Ενάγουσα ήταν συνεργάτιδα του - πράγμα που εν πάση περιπτώσει δεν επιβεβαίωσε ο Εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του - αυτό κατά την άποψη μου δεν ήταν αρκετό στοιχείο για τους Εναγόμενους
  2. Αντίθετα, τέτοιος ισχυρισμός ως επιπρόσθετο στοιχείο πέραν του περιεχομένου του τεκμ. 2, θα έπρεπε ακόμα περισσότερο να οδηγήσει τους Εναγόμενους 2 σε διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού του Εναγομένου
  3. Οι δε εικασίες του Μ.Υ.3 ότι η Ενάγουσα είχε ανοικτούς λογαριασμούς με τη Shoeworld Ltd σχετικούς με εισαγωγές και εξαγωγές παπουτσιών, όχι μόνο δεν ήταν αρκετές για να γίνει αποδεκτό το πληρεξούσιο (τεκμ. 2), αλλά, επαναλαμβάνω ήταν στοιχείο που έπρεπε να καθοδηγήσει τους Εναγόμενους σε προβληματισμό, διερεύνηση και επιβεβαίωση τέτοιου συλλογισμού. Από το περιεχόμενο του τεκμ. 2, δεν προέκυπτε ότι η σχέση της Ενάγουσας με την εταιρεία Shoeworld Ltd και τον Εναγόμενο 1 ήταν εμπορική. Επομένως, οι Εναγόμενοι 2 όφειλαν να τεθούν σε εγρήγορση και είχαν την υποχρέωση να προειδοποιήσουν την Ενάγουσα και να προστατεύσουν τα συμφέροντα της, διερευνώντας κατά πόσο αυτή ήταν ενήμερη και πράγματι είχε δώσει τη συγκατάθεση της στον Εναγόμενο 1 για την υποθήκευση, έχοντας κατά νου ότι το όφελος της υποθήκευσης θα το λάμβανε η εταιρεία Shoeworld Ltd και κατ' επέκταση ο ίδιος ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, ως μέτοχος της εταιρείας και όχι η Ενάγουσα (βλ. Alpha Bank v. Γαλάτεια Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1101, Barclays Bank Plc v. O'Brien
(1994)1 A.C. 180, Royal Bank of Scotland v. Etridge (no. 2)
(2001)4 All E.R. 440). Σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency, Nineteenth Edition, Sweet & Maxwell 210, σελ. 392-398: "Furthermore, the fact that an agent is acting in furtherance of his own interests may negative actual authority and may, if known to him or such that he ought to know it, put the third party on notice as regards apparent authority." Και στη σελ. 122: "Many powers of attorney are however used in non-commercial situations such as absence abroad, illness or debility of the principal. It may be right in such circumstances to place a duty of inquiry on the third party". Είναι από τα πιο πάνω φανερό ότι οι Εναγόμενοι 2 δεν διερεύνησαν, ως όφειλαν, κατά πόσο η Ενάγουσα είχε δώσει τη συγκατάθεση της για την υποθήκη του διαμερίσματος της, και ούτε καν ζήτησαν τη διεύθυνση της στη Δαμασκό, ούτε και της κοινοποίησαν ποτέ τις επιστολές (τεκμ. 22 και 23) και το χρεωστικό υπόλοιπο της Shoeworld Ltd που έθετε το διαμέρισμα της σε κίνδυνο εκποίησης του. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη των Εναγομένων 2, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, να διερευνήσουν κατά πόσο πράγματι η Ενάγουσα συγκατατίθετο στην υποθήκη του διαμερίσματος της, δεν τους καθιστά καλόπιστους τρίτους (βλ. Ιακώβου κ.ά. ν. Ζ. Ζαπρή
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 926). Αντίθετα, είναι φανερό ότι αποδεχόμενοι το πληρεξούσιο (τεκμ. 2), χωρίς κανένα προβληματισμό για τις πρόνοιες της παρ. 1, και των υπόλοιπων δεδομένων που είχαν ενώπιον τους, υποβοήθησαν τον Εναγόμενο 1 να ενεργήσει καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας του, επωφελούμενοι βεβαίως και οι ίδιοι από την υποθήκη που δόθηκε προς όφελος τους. Έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων 2 ότι οι Εναγόμενοι 2 δεν διεξάγουν τραπεζικές εργασίες και επομένως δεν είχαν την υποχρέωση να ακολουθήσουν την «καλή τραπεζική πρακτική». Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως είναι νομολογημένο, το καθήκον του δανειστή να «τίθεται σε εγρήγορση» ("to be put on inquiry") και η υποχρέωση του να προειδοποιήσει και προστατεύσει τα συμφέροντα του εγγυητή, πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας και δεν έχει περιορισμό στην εφαρμογή αλλά εφαρμόζεται γενικά οποτεδήποτε υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης και ο ένας από τους δύο προσφέρει εξασφάλιση σε τρίτο άτομο για τις υποχρεώσεις του πρώτου. Σχετική είναι η υπόθεση Royal Bank of Scotland v. Etridge (no.2) (ανωτέρω) στην οποία αναλύθηκε εκτενώς η υπόθεση Barclays Bank Plc v. O'Brien (ανωτέρω) και αποφασίστηκε ότι: "By the decisions of this House in O'Brien and the Court of Appeal in Credit Lyonnais Bank Nederland NV v Burch [1997] 1 All ER 144, English law has taken its first strides in the development of some such general principle. It is workable principle. It is also simple, coherent and eminently desirable. I venture to think this is the way the law is moving, and should continue to move. Equity, it is said, is not past the age of child-bearing. In the present context the equitable concept of being 'put on inquiry' is the parent of the principle of general application, a principle which imposes no more than a modest obligation on banks and other creditors. The existence of this obligation in all non-commercial cases does not go beyond the reasonable requirements of the present times. In future, banks and other creditors should regulate their affairs accordingly." Κατ' επέκταση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Υποθήκη με αρ. Υ.8708/99 επί του διαμερίσματος είναι άκυρη και στερημένη οποιασδήποτε νομικής ισχύος και αποτελέσματος. Σημειώνεται ότι το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) έχει ήδη ανακληθεί από την Ενάγουσα και ως εκ τούτου θεωρώ ότι είναι αχρείαστη η έκδοση διατάγματος ακύρωσης του. Σ' ότι αφορά την αξίωση της Ενάγουσας για γενικές αποζημιώσεις, σημειώνεται ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει τεκμηριωθεί ότι αυτή έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της υποθήκης του διαμερίσματος και ως εκ τούτου, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο (α) κηρύσσεται άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος και οποιασδήποτε νομικής ισχύος η υποθήκη με αρ. Υ8708/99 επί του διαμερίσματος της Ενάγουσας στην οδό Πετράκη Γιάλλουρου 22, Λευκωσία με αρ. εγγραφής C2543, Tμ.3, Φ./Σχ. 21 / 540602, Τεμ. 628 και (β) διατάσσεται η ακύρωση και διαγραφή από τα επίσημα κτηματολογικά βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας της Υποθήκης Υ8708/99 επί του πιο πάνω διαμερίσματος της Ενάγουσας. Οι αξιώσεις υπό παρ. Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτονται. Επιδικάζονται περαιτέρω έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, η ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 αναπόφευκτα, θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και σε βάρος των Εναγομένων 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.