ALPIX TRADE INVESTMENTS LTD ν. Αναφορικά με την Εταιρεία LINKCRAFT LTD, Αρ. Αίτησης: 557/2011, 23/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A179 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 557/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Αναφορικά με την Εταιρεία LINKCRAFT LTD και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας ALPIX TRADE & INVESTMENTS LTD, για την εκκαθάριση της πιο πάνω εταιρείας 23 Μαΐου, 2012 Αίτηση ημερομηνίας 30.11.2011 για διαγραφή Υπομνήματος και αιτούμενων θεραπειών Για τους Αιτητές: κος Πολ. Παναγίδης Για τους Καθ' ών η Αίτηση: κος Γ. Γεωργιάδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση των εταιρειών ABACUS (CYPRUS) LTD και LINKHOLD LTD (στη συνέχεια ABACUS και LINKHOLD, αντίστοιχα), ημερομηνίας 30.11.2011, με την οποία αιτούνται∙ "
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφονται όλες οι αιτούμενες θεραπείες και/ή να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η διαγραφή της Αίτησης Διάλυσης (Petition) με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, ως καταχωρισθείσας κακόπιστα και/ή λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ενόψει της μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας για διάλυση και/ή διότι η Αίτηση Διάλυσης (Petition) είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή διότι οι Αιτητές στην Αίτηση Διάλυσης (Petition) δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφονται όλες οι αιτούμενες θεραπείες και/ή να διατάσσεται ο παραμερισμός και/ή η διαγραφή της Αίτησης Διάλυσης (Petition) με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, ως καταχωρισθείσας κακόπιστα και/ή λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ενόψει της ύπαρξης άλλων εναλλακτικών θεραπειών και/ή διαδικασιών που μπορούν να προωθήσουν οι Αιτητές.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας της Αίτησης Διάλυσης (Petition) με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, ως καταχωρισθείσας κακόπιστα και/ή λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ενόψει της ύπαρξης άλλων εναλλακτικών θεραπειών και/ή διαδικασιών που μπορούν να προωθήσουν οι Αιτητές στην Αίτηση Διάλυσης (Petition)". Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.19 κ.26, Δ.27 κ.3, Δ.48 κκ1-4 και 9, το άρθρο 8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87, το άρθρο ΙΙ
(3)του Πίνακα του περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων ( Κυρωτικός) Νόμος του 1979, Ν.84/79, τα άρθρα 126-128, 141-157, 177-178, 211(στ) και 214
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, οι περί Εταιρειών Κανονισμοί 1-12, ο κανονισμός 92 των περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμοί του 1933-1938 και οι εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο Alexander Sokolov. Στον αντίποδα η καθ' ής η αίτηση, εταιρεία ALPIX TRADE & INVESTMENTS LTD (στη συνέχεια ALPIX) έφερε ένσταση στο αίτημα. Η ειδοποίηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 κκ 1-9, Δ.27 κκ 1-3, Δ.19 κ.26, Δ.64 κκ 1-2, Δ.16 κ.9, Δ.39 κκ 1-21, στα άρθρα 209, 211(στ) και 213-218 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς 1933-1938, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, στο κοινοδίκαιο, στις εγγενείς εξουσίες του δικαστηρίου και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ορκίζεται η Ντόρια Βαρωσιώτου. Όπως αποκαλύπτεται από τα αναφερόμενα στο πρόσωπο της ειδοποίησης, η καθ' ης η αίτηση - ALPIX - αμφισβητεί το επίδικο αίτημα για λόγους που άπτονται τόσο του πραγματικού όσο και του νομικού υποβάθρου τούτης. Όπως αναφέρει∙ το υπόμνημα αποκαλύπτει γεγονότα που στοιχειοθετούν καλή και βάσιμη υπόθεση και περαιτέρω, δεν συντρέχει καμία προϋπόθεση για παραμερισμό και/ή διαγραφή του δικογράφου. Ως προς τη δικονομική πτυχή του αιτήματος υποστηρίζει ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ανεπαρκής και πως οι κανονισμοί που αφορούν εταιρείες δεν παρέχουν δυνατότητα υποβολής τέτοιας αίτησης. Εν κατακλείδι, είναι η θέση της ότι η αίτηση είναι κακόβουλη και καταχρηστική και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία. Σε αυτό το στάδιο και πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να προσδιορίσω το νομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα εφόσον με αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η προσέγγιση των επίδικων θεμάτων και οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου γίνονται πιο εύκολα αντιληπτές στον αναγνώστη. Έχει νομολογηθεί ότι ο κ.26 της Δ.19 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338, 1343). Από την άλλη ο κ.3 της Δ.27 επιτρέπει οριστικό τερματισμό της διαδικασίας δια διαγραφής ανυπόστατου δικογράφου, δηλαδή δικογράφου που δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή απάντηση, ή του οποίου το περιεχόμενο είναι επιπόλαιο ή παρενοχλητικό (Frivolous or vexatious) (βλ. Σιακόλας, πιο πάνω, στη σελίδα 1344 και Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.1119, 1121). Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο εμπίπτει στις διατάξεις του κ.3 της Δ.27 επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246, 253). Στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι η νομική υπόσταση του Υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ. 255). Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ. 253). Η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704, 711, λέχθηκε ότι 'It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable'. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση In re Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. σελ. 255). Επανερχόμενος στην επίδικη αίτηση σημειώνω ότι στρέφεται κατά της αίτησης που καταχώρισε η ALPIX την 12.07.
- Με αυτή την αίτηση (στη συνέχεια η κυρίως αίτηση) η ALPIX αιτείται∙ "(α) Όπως η Εταιρεία εκκαθαριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, άρθρα 209, 211(στ), 213, 214, 215, 216, 217 και 218, στον Περί Εταιρειών Διαδικαστικό Κανονισμό, Θεσμούς 3, 4, 6 και 8, και στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς 1933-1938, Κανονισμό 92, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διαταγή 48, Θεσμοί 1, 4, 5, 6 και 9 και Διαταγή 30, Θεσμοί 1, 2, 3, 4 και 5, και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και (β) Το διορισμό του κ. Μάριου Πρώιου από την Λευκωσία με αριθμό ταυτότητας 616388, ως εκκαθαριστή στην Εταιρεία LINKCRAFT LTD αρ. Εγγραφής 201851 που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο και την διεύθυνση της στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 3, Julia House CY-1066, Λευκωσία, Κύπρος". Όπως συνάγεται από τις νομικές αρχές που διέπουν το επίδικο αίτημα η διερεύνηση τούτου παραπέμπει σε εξέταση του δικογράφου που βάλλεται. Στην προκείμενη περίπτωση τούτο το δικόγραφο είναι η κυρίως αίτηση που καταχωρίστηκε από την ALPIX. Συνακόλουθα, σύνοψη του περιεχομένου της κυρίως αιτήσεως κρίνεται αναγκαία. Ας σημειωθεί εδώ ότι η κυρίως αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο Anton Pilagov. Η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν προσθέτει νέα γεγονότα αλλά επαναλαμβάνει ό,τι αναφέρεται στην κυρίως αίτηση και προσκομίζει αριθμό τεκμηρίων προς υποστήριξη των εκεί αναφερομένων. Από τα αναφερόμενα στην κυρίως αίτηση επεξηγείται η σχέση της ALPIX με τις LINKHOLD και ABACUS και κατ' επέκταση με την LINKCRAFT LTD, δηλαδή την εταιρεία εναντίον της οποίας στρέφεται η κυρίως αίτηση (στη συνέχεια η εταιρεία). Αναφέρεται εκεί ότι η εταιρεία συνεστήθη την 13.06.2007 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (βλ. τεκμήριο 2). Αρχικός μέτοχος της εταιρείας ήταν η ABACUS, η οποία κατείχε τις μετοχές προς όφελος της LINKHOLD. Από τις 05.12.2007 (στην κυρίως αίτηση αναφέρεται 05.02.2007, προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος εφόσον το τεκμήριο 2 θέλει την 05.12.2007 να είναι η ημερομηνία εγγραφής των μετοχών στην ALPIX) το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας, ήτοι 3000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 έκαστη, κατέχεται εξ ημισείας από την ALPIX και την ABACUS, η τελευταία εξ ονόματος της τελικής δικαιούχου LINKHOLD. Η ίδρυση της εταιρείας συνιστά, σύμφωνα με την κυρίως αίτηση, την εκπεφρασμένη βούληση των ALPIX και LINKHOLD το καλοκαίρι του 2007 να συνεργαστούν για τη δημιουργία ενός οικοδομικού έργου στο χωριό Gukorta στην ευρύτερη επαρχία της Μόσχας (βλ. τεκμήριο 5 και 7). Δυνάμει συμφωνίας αγοράς και πώλησης τίτλων (Agreement of Purchase and sale of securities), ημερομηνίας 23.11.2007 (βλ. τεκμήριο 5), η εταιρεία απέκτησε την ακίνητη ιδιοκτησία από την LINKHOLD και η ALPIX αγόρασε το 50% των μετοχών τούτης από την LINKHOLD, καταβάλλοντας στην τελευταία το συμφωνηθέν αντάλλαγμα, δηλαδή $3.000.
- Ως προνοείτο στη συμφωνία η ALPIX κατέβαλε στη LINKHOLD το ποσό των $208.000, εκ των οποίων οι $200.000 θα χρησιμοποιούντο ως αποπληρωμή δανείου για απόκτηση της περιουσίας και το υπόλοιπο για τυχόν έξοδα. Περαιτέρω η ALPIX κατέβαλε στη LINKHOLD το ποσό των $2.792.000 ως αντάλλαγμα για το 50% των μετοχών της τελευταίας στην εταιρεία. Όπως αναφέρεται στην κυρίως αίτηση την 15.02.2008 οι ALPIX και LINKHOLD συνήψαν νέα συμφωνία (βλ. τεκμήριο 7). Από το περιεχόμενο τούτης διαπιστώνεται ότι βασικός σκοπός ίδρυσης της εταιρείας ήταν η κατασκευή του προαναφερόμενου οικοδομικού έργου επί της ακινήτου ιδιοκτησίας της εταιρείας. Στην κυρίως αίτηση παρατίθεται σειρά ενεργειών της ALPIX ώστε να προωθηθούν τα συμφωνηθέντα με τη LINKHOLD και αριθμός εμποδίων που η τελευταία προέβαλε. Υποστηρίζεται συναφώς ότι ενεπλάκη σε έρευνα αγοράς και εξηύρε αρχιτεκτονική εταιρεία, την ΖΑΟ Story Consult Group, για εκπόνηση του έργου. Την 11.03.2008 εξέδωσε πληρεξούσιο στον Anton Pilagov ώστε να διεκπεραιώσει αναγκαίες διαδικασίες για την εξέλιξη του έργου (βλ. τεκμήριο 8). Συνακόλουθα ο Anton Pilagov ενέγραψε την εταιρεία στις αρμόδιες φορολογικές αρχές και ξεκίνησε διαδικασία μετατροπής της περιουσίας της εταιρείας στην κατηγορία εμπορικών και άλλων συναφών κτηρίων. Η εν λόγω διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε και ο λόγος, σύμφωνα με την αίτηση, είναι η άρνηση των διευθυντών της εταιρείας να υπογράψουν τις αναγκαίες φορολογικές δηλώσεις σύμφωνα με οδηγίες που έλαβαν από την LINKHOLD. Σύμφωνα με την κυρίως αίτηση, διευθυντές της εταιρείας είναι τα ίδια πρόσωπα με τους διευθυντές της LINKHOLD (βλ. τεκμήριο 11). Την ίδια περίοδο η εταιρεία καλείτο να καταβάλει έξοδα συντήρησης και ασφάλειας της ακίνητης περιουσίας καθώς και αμοιβή στους διευθυντές της και στην PriceWaterhouse για υπηρεσίες που της πρόσφεραν. Η ALPIX συνεκάλεσε δυο έκτακτες γενικές συνελεύσεις, 22.10.2008 και 15.01.2009, στις οποίες πρότεινε την έκδοση επιπρόσθετων μετοχών στους υφιστάμενους μετόχους, ώστε να καταστεί ευχερής η αποπληρωμή των προαναφερθέντων εξόδων. Επίσης, πρότεινε την ανάληψη του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του οικοδομικού έργου από την εταιρεία ΖΑΟ Story Consult Group. Η LINKHOLD απέρριψε και τις δυο προτάσεις της ALPIX χωρίς όμως να προτείνει οιανδήποτε εναλλακτική λύση (βλ. τεκμήριο 10 και 13). Την 04.02.2009 η ALPIX απέστειλε επιστολή στη LINKHOLD (βλ. τεκμήριο 14), με την οποία δήλωνε ότι η εκπόνηση του έργου και η λειτουργία της εταιρείας εισήλθαν σε κατάσταση αδιεξόδου (deadlock). Στην ίδια επιστολή επισύναπτε ειδοποίηση κατάστασης αδιεξόδου (deadlock notice), ως η ρήτρα 5 της συμφωνίας των μετόχων, τεκμήριο
- Η LINKHOLD δεν απάντησε στη σχετική ειδοποίηση εντός του προβλεπόμενου από τη συμφωνία -τεκμήριο 7- χρονικού διαστήματος. Την 06.04.2009 η ALPIX απέστειλε στη LINKHOLD νέα επιστολή (βλ. τεκμήριο 15) με την οποία εισηγείτο ενεργοποίηση της ρήτρας 5.2.1 της συμφωνίας των μετόχων - τεκμήριο 7, δηλαδή διαμοιρασμό της περιουσίας της εταιρείας σε τρία μέρη. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δυο εταιρειών, ALPIX και LINKHOLD (οι αναφερόμενες επιστολές δεν επισυνάπτονται ως τεκμήρια) με την τελευταία, αφενός να συμφωνεί ότι η εταιρεία είχε εισέλθει σε κατάσταση αδιεξόδου, αφετέρου όμως να ζητά τροποποίηση του σχεδίου διαμοιρασμού της εταιρικής περιουσίας. Παρά την πρόθεση της ALPIX να συζητήσει τη σχετική εισήγηση, δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί κοινό έδαφος. Ως εκ των πιο πάνω, υποστηρίζει η ALPIX, οι δυο εταιρείας - ALPIX και LINKHOLD - διαφωνούν αναφορικά με τη διαχείριση της εταιρείας και τον τρόπο εκτέλεσης του έργου, καθώς και τη διόρθωση της κατάστασης αδιεξόδου. Διατείνεται εν προκειμένω ότι η συμπεριφορά της LINKHOLD αντιβαίνει των διαλαμβανομένων στη συμφωνία των μετόχων - τεκμήριο 7 - και αποτελεί το λόγο δια τον οποίο η ALPIX απώλεσε κάθε αίσθημα εταιρικής εμπιστοσύνης στη LINKHOLD. Υποστηρίζει ακόμη ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η LINKHOLD είναι κακόπιστη και καθιστά τον εταιρικό σκοπό ανέφικτο και τη συνέχιση της εταιρείας μάταιη. Εν κατακλείδι αναφέρει ότι η ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας παραμένει ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη και σε συνδιασμό με τη μεγάλη επένδυση της ALPIX, δηλαδή την καταβολή των $3.000.000 στη LINKHOLD, καθιστά την εκκαθάριση της εταιρείας δίκαιη και εύλογη. Δεν κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω το περιεχόμενο της πολυσέλιδης ενόρκου δηλώσεως του Alexander Sokolov που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί, το αίτημα αποφασίζεται κατόπιν αντικειμενικής αξιολόγησης του περιεχομένου του δικογράφου που πλήττεται (βλ. In re Pelmako, πιο πάνω, στη σελ. 255). Δεν διαλανθάνει όμως την προσοχή μου ότι στη δοσμένη περίπτωση το αίτημα εδράζεται, μεταξύ άλλων, και σε κατάχρηση διαδικασίας. Επί του προκειμένου οι συνήγοροι των ABACUS και LINKHOLD παρέπεμψαν το δικαστήριο στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1955 και συγκεκριμένα στα αναφερόμενα στη σελίδα 421 όπου ο κανονισμός 4 της αγγλικής διαταγής 25, ο οποίος αντιστοιχεί στον ημεδαπό κ.3 της Δ.27, τυγχάνει διαπραγμάτευσης. Όπως εκεί αναφέρεται∙ "This Rule has indeed considerably extended the inherent jurisdiction of the Court to protect itself from abuse (Metrop. Bank v. Pooley, 10 App. Case. 210). The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q. B. p. 188), and no affidavit is admissible;" Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι το πιο πάνω απόσπασμα απηχεί το ορθό νομολογιακό καθεστώς. Άλλωστε η υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1963)2 All E.R.940 που επικαλούνται οι αιτητές στην επίδικη αίτηση - ABACUS και LINKHOLD, η οποία υιοθετήθηκε στην In re Pelmako, πιο πάνω, καθιστά σαφές ότι λόγω ακριβώς της δραστικότητας του αιτήματος για διάλυση εταιρείας, καθώς και των επιπτώσεων που δυνατό να επιφέρει στη φήμη και τη λειτουργία της εταιρείας η δημοσίευση της αίτησης, το δικαστήριο δύναται στα πλαίσια της συμφυούς εξουσίας του να διαγράψει την αίτηση όταν εκ προοιμίου κρίνεται καταδικασμένη σε αποτυχία. Ό,τι όμως φαίνεται να διαλανθάνει την προσοχή των αιτητών στην επίδικη αίτηση, δηλαδή των ABACUS και LINKHOLD, είναι πως η ισχυριζόμενη κατάχρηση διαδικασίας, στη δοσμένη περίπτωση λόγω απόκρυψης γεγονότων και ότι οι αιτητές στην κυρίως αίτηση -ALPIX- δεν προσήλθαν στο δικαστήριο με καθαρά χέρια, πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός. Παρεμβάλλω εδώ ότι η εκδίκαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και δεν υπεβλήθη αίτημα αντεξέτασης οιουδήποτε των προσώπων που ορκίζονται τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, Alexander Sokolov, παρέθεσε σωρεία γεγονότων που σύμφωνα με τον ίδιο η ALPIX παρέλειψε να αναφέρει. Εν τούτοις, η Ντόρια Βαρωσιώτου, ομνύουσα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, απέρριψε τούτα τα γεγονότα στην έκταση που συγκρούονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση (βλ. παράγραφο 5 σχετικής ενόρκου δηλώσεως). Αυτή η επιλογή της ALPIX δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους αιτητές στην επίδικη αίτηση. Εφαρμογή των αναφερομένων στις υποθέσεις Louis Vouitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453, 1465, Κώστα v. Κώστα
(2003)1Α Α.Α.Δ.269, 272-273 και Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2009)1B A.A.Δ.1040, 1048, καθιστά σαφές ότι οι αιτητές δεν απέσεισαν την υποχρέωσή τους για απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, και συγκεκριμένα των γεγονότων που σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους απέκρυψε η εταιρεία ALPIX και που καθιστούν την κυρίως αίτηση καταχρηστική. Αυτή λοιπόν η πτυχή του αιτήματος οδηγείται σε απόρριψη λόγω του ότι ο ισχυρισμός περί απόκρυψης γεγονότων παρέμεινε αναπόδεικτος και μετέωρος. Διευκρινίζω εδώ ότι η επικαλούμενη από τους αιτητές κατάχρηση διαδικασίας έχει δυο παραμέτρους. Η πρώτη αφορά γεγονότα που σύμφωνα με την επίδικη αίτηση δεν απεκαλύφθησαν από την ALPIX στην κυρίως αίτηση, και έχει ήδη αποφασιστεί από το δικαστήριο. Η άλλη συνίσταται στον ισχυρισμό περί ύπαρξης εναλλακτικών θεραπειών που οι αιτητές στην κυρίως αίτηση - ALPIX- επέλεξαν να μην εξαντλήσουν πριν την προώθηση της αίτησης για διάλυση. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια αυτός ο λόγος εδράζεται στον ισχυρισμό ότι η συμφωνία των μετόχων -τεκμήριο 7- προβλέπει συγκεκριμένο τρόπο επίλυσης τυχόν διαφορών μεταξύ αυτών, δηλαδή παραπομπή σε διαιτησία. Το πώς αυτή η ρήτρα της συμφωνίας-τεκμήριο 7- συμπλέκεται με την απαίτηση της ALPIX για διάλυση της εταιρείας θα εξεταστεί στη συνέχεια. Σε αυτό το στάδιο εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι πως οι ισχυρισμοί που υποστηρίζουν αυτό το λόγο δεν εντοπίζονται μόνο στην ένορκη δήλωση του Alexander Sokolov, το περιεχόμενο της οποία απορρίπτεται από την ένορκη δήλωση της Ντόριας Βαρωσιώτου, αλλά και στην κυρίως αίτηση της ALPIX. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί, η συμφωνία -τεκμήριο 7- επισυνάπτεται στην κυρίως αίτηση. Ως εκ τούτου το δικαστήριο μπορεί να αντλήσει γνώση του περιεχομένου τούτης και κατ' επέκταση να επιληφθεί του νομικού επιχειρήματος των αιτητών, δηλαδή ότι η εκεί προνοούμενη ρήτρα διαιτησίας οδηγεί την κυρίως αίτηση σε απόρριψη λόγω κατάχρησης. Αυτό λοιπόν είναι ό,τι διακρίνει αυτή τη πτυχή του αιτήματος από την άλλη βάση στην οποία εδράζεται η ισχυριζόμενη κατάχρηση, και την καθιστά βάσιμη για εξέταση. Ως εκ της φύσεως του αιτήματος, δηλαδή καλή βάση αγωγής, επιβάλλεται αναζήτηση και εξέταση της νομικής βάσης της κυρίως αιτήσεως, δηλαδή των νομολογιακών αρχών που διέπουν αίτημα για διάλυση εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113, δηλαδή ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί. Τι εστί δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας επεξηγήθηκε στην υπόθεση Karaoglanian & Sons Ltd and Others v. Karaoglanian and another
(1976)12 J.S.C. 1875 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω. Οι διατάξεις του άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113 ανταποκρίνονται σε εκείνες του άρθρου 222(
- f)του αγγλικού Companies Act του 1948 και συνεπώς καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία που ερμηνεύει τούτο. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι το άρθρο 222(
- f)του αγγλικού νόμου, και συνακόλουθα το άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113, δεν ερμηνεύεται ejusdem generis των διατάξεων που προηγούνται τούτου και η φράση just and equitable επιδέχεται φυσικής ερμηνείας (natural meaning) (βλ. Buckley on the Companies Act, 13th edition, σελ. 454). Αναφορικά με το πότε το άρθρο 211(στ) τυγχάνει εφαρμογής καθοδηγητική είναι η υπόθεση Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd and other
(1972)2 All E.R.492) η οποία επίσης υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω. Όπως αναφέρθηκε στην In re Pelmako, (βλ. σελ. 257) 'Ιδιαίτερης σημασίας είναι η απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή του δικαστηρίου στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η διάλυση εταιρείας η οποία εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Η πτώση του συνεταιρικού βαθμού μεταξύ των εταίρων παρέχει, εφόσον κρίνεται και εύλογο, έρεισμα για τη διάλυση της εταιρείας. Ο όρος equitable, επισημαίνεται στις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνο της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων'. Οι λόγοι δια τους οποίους εκδίδεται διάταγμα διάλυσης δυνάμει του άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113 είναι, μεταξύ άλλων, απώλεια του σκοπού ίδρυσης της εταιρείας (substratum of the company) και πλήρης κατάσταση αδιεξόδου (a complete deadlock) (βλ. σύγγραμμα Buckley, πιο πάνω, σελίδες 454-457 και Palmer's Company Law, 1993, σελ. 15074). Κρίνω ορθό να μην επεκταθώ σε περαιτέρω δικανική ανάλυση του θέματος εφόσον εάν η επίδικη αίτηση απορριφθεί και η κυρίως αίτηση αφεθεί να προχωρήσει αναπόφευκτο είναι ότι αυτό το ζήτημα θα εγερθεί εκ νέου. Κρίνω λοιπόν φρόνιμο να μην επεκταθώ ώστε να μην προϊδεάσω οιονδήποτε μέρος και μάλιστα χωρίς να ακούσω τις δυο πλευρές. Έχοντας υπόψιν μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ισχυριζόμενα στην κυρίως αίτηση της ALPIX, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι ισχυρισμοί της τελευταίας αφήνουν να νοηθεί ότι μέτοχοι στην εταιρεία, δηλαδή την LINKCRAFT, είναι οι εταιρείες ALPIX και LINKHOLD, καθώς ότι η συμμετοχή τους σε αυτή είναι υπο μορφή ισότιμου συνεταιρισμού. Προς υποστήριξη τούτου η ALPIX έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τις δυο συμφωνίες των μετόχων - τεκμήρια 5 και 7, το πιστοποιητικό μετόχων της εταιρείας - τεκμήριο 2 και τον καταστατικό χάρτη της εταιρείας - τεκμήριο
- Στην κυρίως αίτηση αναφέρεται ακόμη ότι ουσιαστικός σκοπός της εταιρείας -LINKCRAFT- είναι η ανέγερση συγκεκριμένου οικοδομικού έργου. Προς υποστήριξη τούτου η αίτηση παραπέμπει σε δυο συμφωνίες μεταξύ των μετόχων, δηλαδή τεκμήρια 5 και
- Εν κατακλείδι, στην κυρίως αίτηση γίνεται ισχυρισμός για αριθμό ενεργειών της ALPIX ώστε να υλοποιηθεί ο βασικός σκοπός της εταιρείας, δηλαδή η ανέγερση του οικοδομικού έργου, και η αντίθετη συμπεριφορά της LINKHOLD, εν πολλοίς αναίτια, αδικαιολόγητη και ανάρμοστη, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα στην κυρίως αίτηση, η οποία οδήγησε τη σχέση των εταίρων σε ρήξη, το έργο σε στασιμότητα και τη διαχείριση της εταιρείας σε αδιέξοδο. Όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν έτυχαν της αξιολόγησης του δικαστηρίου, και στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας δεν πρόκειται για οτιδήποτε άλλο πέραν απλών ισχυρισμών. Εν τούτοις, αυτοί οι ισχυρισμοί ανταποκρίνονται στο νομικό πλαίσιο που διέπει το άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113 και υπο τις κατάλληλες προϋποθέσεις, δηλαδή θετική αξιολόγηση, είναι ικανοί να οδηγήσουν το δικαστήριο σε διαπίστωση ότι η διάλυση της εταιρείας είναι εύλογη και δίκαιη. Αυτή η διαπίστωση οδηγά στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο της κυρίως αιτήσεως αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και δεν είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό. Ο τελευταίος λόγος που επικαλούνται οι αιτητές - ABACUS και LINKHOLD- για διαγραφή της κυρίως αιτήσεως και των θεραπειών που εκεί αναφέρονται, είναι κατάχρηση διαδικασίας λόγω εναλλακτικής θεραπείας που δεν επιδιώχθηκε πριν την υποβολή της αίτησης. Από το περιεχόμενο της κυρίως αιτήσεως και συγκεκριμένα το τεκμήριο 7 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Anton Pilagov, συνάγεται ότι οι μέτοχοι της εταιρείας, δηλαδή οι εταιρείες ALPIX και LINKHOLD, συμφώνησαν ότι τυχόν διαφορές τους προερχόμενες από ή σε σχέση με τη συμφωνία θα παραπέμπονται σε διαιτησία στο London Court of International Arbitration (βλ. όρο 13.5 στο τεκμήριο 7 στην κυρίως αίτηση). Οι αιτητές στην επίδικη αίτηση - ABACUS και LINKHOLD - επικαλούνται σειρά αποφάσεων στις οποίες επεξηγείται η σημασία της εναλλακτικής θεραπείας σε αίτημα διάλυσης εταιρείας. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι με περισσή λεπτομέρεια και αφειδώλευτο μόχθο καταγράφηκε στις σελίδες 6 έως 18 της γραπτής αγόρευσης των αιτητών. Επί του προκειμένου η βασική αρχή συμπυκνώνεται στα συγγράμματα Buckley και Palmer, πιο πάνω. Στον Buckley, σελίδα 477, αναφέρεται ότι∙ 'The existence of an alternative remedy, however, is not to be a bar to a winding up, if in the absence of that remedy it would be just and equitable to wind up the company, unless the petitioners are acting unreasonably in seeking a winding-up instead of pursuing the alternative remedy'. Στον Palmer, σελίδα 15077, αναφέρεται ότι∙ 'This defect was met by section 125
(2)of the Insolvency Act (formerly s.225
(2)of the C.A.1948), which provides that in the case of a petition by a contributory, if the court considers that the petitioner has some other remedy, but that otherwise it would be just and equitable to order a winding up, the court "shall" make the order unless it considers that the petitioner is acting unreasonably in asking for a winding up instead of pursuing his other remedy'. Αυτό το τελευταίο σύγγραμμα παραπέμπει στην υπόθεση In re A Company (No 002567 of 1982)
(1983)1 W.L.R. 927, 933 όπου λέχθηκε ότι∙ 'First, I do not think that it is necessary for the respondent to a petition to show that the petitioner has some other statutory remedy available to him; that is, that he has a remedy under section 210, or now section 75. What section 225
(2)of the Companies Act 1948 contemplates is, I think, a situation in which the continuance of the company would be unjust to the petitioner and where that injustice cannot be remedied by any step reasonably open to the petitioner. If an offer is made to purchase his shares he is thereby provided with an alternative course; the question is whether he is acting unreasonably in rejecting it. The second is that the jurisdiction of the court under section 225 is discretionary. The court would be at least entitled to refuse to make an order if satisfied that the petitioner is persisting in asking for a winding up order and that it would be unfair to the other shareholders to make that order, having regard to any offer they have made to the petitioner to meet his grievance in another way. If that is right, then the question I have to consider is whether the petitioner is acting unreasonably in refusing to accept the respondents' offer to purchase his shares at a valuation. I should add in this connection that it is common ground that in answering this question I have to look at the situation as it is today and not merely the situation as it was when the petition was presented. It is as much an abuse of the process of the court to persist in a petition which, because of a subsequent offer, is bound to fail as it would be to present a petition which, on the facts existing at the time of the petition, is bound to fail: see Bryanston Finance Ltd v. de Vries (No.2) [1976] Ch. 63, 77, per Buckley L.J. In answering this question I must, of course, assume that all the averments in the petition will be established at the hearing. I must also have regard to the terms of the offer that has now been made'. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι αίτηση η οποία εδράζεται στο άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113 δεν απορρίπτεται απλώς και μόνο επειδή ο αιτητής έχει άλλη εναλλακτική θεραπεία. Η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι υπάρχει εναλλακτική θεραπεία δεν τελματώνει, δίχως άλλο, τη διερεύνηση του αιτήματος. Μείζονος σημασίας είναι κατά πόσο η επιμονή του αιτητή για διάλυση της εταιρείας, παρά την εναλλακτική θεραπεία, είναι αδικαιολόγητη (unreasonably). Αν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική τότε και μόνο τότε το δικαστήριο, ως δικαστήριο της επιείκειας, αρνείται να συνδράμει τις άλογες και αδικαιολόγητες απαιτήσεις του αιτητή. Στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης έχω τη γνώμη ότι η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να επιτύχει. Διερεύνηση της εισήγησης προϋποθέτει δικανική απόφαση περί της εμβέλειας του όρου 13.5, δηλαδή κατά πόσο πρόκειται για ρήτρα που καλύπτει κάθε διαφωνία αναφορικά με τη διαχείριση της εταιρείας ή περιορίζεται στην εν λόγω συμφωνία, απόφαση η οποία δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Πέραν των πιο πάνω, σε περίπτωση που ο όρος 13.5 κρίνεται ως εναλλακτική θεραπεία το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, και πάλιν κατόπιν αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, κατά πόσο η προώθηση της αίτησης για διάλυση είναι αδικαιολόγητη (unreasonable). Απ' όλα τα πιο πάνω καθίσταται πρόδηλο ότι τέτοια διεργασία δεν είναι του παρόντος. Δεν προσφέρεται αυτό το στάδιο για εξονυχιστική διερεύνηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό ότι η κυρίως αίτηση έχει καλή βάση, αποκαλύπτει δηλαδή ισχυρισμούς που εμπίπτουν στο νομικό πλαίσιο του αιτήματος και χρήζουν διερεύνησης από το δικαστήριο. Η κατάληξη της αίτησης, επιτυχής ή όχι, δεν είναι του παρόντος, ενώ το δικαίωμα του αιτητή να προωθήσει την αίτησή του, νοείται την κυρίως αίτηση, δεν αφαιρείται παρά μόνο στην περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η κυρίως αίτηση είναι αδιαμφισβήτητα ανυπόστατη. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος της επίδικης αίτησης επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Ένα τελευταίο σημείο το οποίο αξίζει να σχολιασθεί, έστω και αν οι συνήγοροι δεν έστρεψαν σε αυτό την προσοχή τους, είναι η ιδιότητα των αιτητών στην κυρίως αίτηση, δηλαδή της ALPIX, έναντι της εταιρείας. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αίτηση το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται σε €3000 και είναι διαιρεμένο σε 3000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 η καθεμία. Η ALPIX είναι εγγεγραμμένη κάτοχος του 50% των μετοχών της εταιρείας, μετοχές οι οποίες είναι όλες πληρωμένες. Το άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113 προσδιορίζει εξαντλητικά τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται σε υποβολή αίτησης για την εκκαθάριση εταιρείας. Τούτα είναι∙ η ίδια η εταιρεία, οποιοσδήποτε πιστωτής της και οι συνεισφορείς της εταιρείας. Στην προκείμενη περίπτωση είναι ηλίου φαεινότερο ότι η ALPIX δεν εμπίπτει στις δυο πρώτες κατηγορίες. Ό,τι απομένει να διερευνηθεί είναι κατά πόσο θεωρείται συνεισφορέας. Ποιο πρόσωπο λογίζεται συνεισφορέας επεξηγείται στο άρθρο 205 του Κεφ. 113. Όπως εκεί αναφέρεται 'σημαίνει κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισής της ...' Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Printex DataForms Express Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1193, 1197 αναφέρθηκε ότι 'Αυτό με οδηγεί στο δεύτερο λόγο για τον οποίο το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον ο Κανονισμός 32 προνοεί ότι το διάταγμα εκδίδεται, όπως αναφέρει, '.upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the Company.'. Στην προκειμένη περίπτωση το διάταγμα εζητήθηκε όχι με αίτημα οποιουδήποτε συνεισφορέα ή πιστωτή ή τη ίδιας της εταιρείας, αλλά από μέτοχο. Και για το λόγο αυτό λοιπόν δεν υπήρχε εξουσία στο δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα και να διορίσει προσωρινό εκκαθαριστή. Η δε νομολογία εδέχθη ότι εκτός αν η εταιρεία η ίδια ζητά τον διορισμό, θα πρέπει να υπάρχει και δική της συγκατάθεση, εκτός στις εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν συντρέχουν οπωσδήποτε στην προκειμένη περίπτωση. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ ιδιαίτερα σε αυτή τη νομολογία την οποία έχει παραθέσει ενώπιον μου ο κ. Κληρίδης, καταλήγω δε ότι και στα πλαίσια του άρθρου 32
(1)ο διορισμός του προσωρινού εκκαθαριστή με αίτημα μετόχου και όχι ενός από τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο ήταν έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου'. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι μέτοχος εταιρείας ο οποίος είναι κάτοχος πλήρως πληρωθεισών μετοχών δεν λογίζεται συνεισφορέας και συνεπώς δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση αίτησης για εκκαθάριση. Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία LINDOS CONSTRUCTIONS LTD
(1999)1 Α.Α.Δ 1033, 1036. Τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν όμως τη διερεύνηση αυτού του θέματος. Η αντίδραση των δικαστηρίων σε τέτοιες ιδιαίτερες περιπτώσεις αποκαλύπτεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Re Othery Construction Ltd
(1966)1 All E.R.145. Όπως αναφέρθηκε εκεί '.where a fully paid shareholder petitions for compulsory winding-up he must show, on the face of his petition, a prima facie probability that there will be assets available for distribution among shareholders'. Συνακόλουθα, στην ιδιαίτερη περίπτωση που ο μέτοχος της εταιρείας δεν λογίζεται συνεισφορέας, λόγω του ότι πλήρωσε πλήρως τις εγγεγραμμένες σε αυτόν μετοχές, εάν ήθελε αιτηθεί τη διάλυση της εταιρείας υποχρεούται να αποκαλύψει με την αίτηση του τέτοια στοιχεία που συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι με τη διάλυση της εταιρείας θα υφίσταται ενεργητικό και περιουσία για διανομή μεταξύ των μετόχων. Στην προκείμενη περίπτωση έχω τη γνώμη ότι η κυρίως αίτηση αποκαλύπτει τέτοια στοιχεία. Η αναφορά της αξίας των ακινήτων και ο ισχυρισμός περί καταβολή $3000000, αποκαλύπτουν την αξία της περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της εταιρείας. Σχετική είναι και η αναφορά στην κυρίως αίτηση ότι η ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας παραμένει ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίηση (βλ. παράγραφο 27 στην κυρίως αίτηση). Από την άλλη ο ισχυρισμός περί ρήτρας στη συμφωνία των μετόχων που προβλέπει το διαμοιρασμό της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας σε τρία μέρη - βλ. όρο 5.2.1 στο τεκμήριο 7 της κυρίως αιτήσεως, αποκαλύπτει ότι σε περίπτωση διάλυσης της εταιρείας δεν θα εξανεμισθεί η ακίνητη περιουσία τούτης αλλά θα διανεμηθεί μεταξύ των μετόχων, ως οι ίδιοι προνόησαν στη μεταξύ τους συμφωνία για επίλυση τυχόν διαφορών. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα είναι αβάσιμο και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι αιτητές επιβαρύνονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, τα οποία όμως να καταβληθούν μετά την ολοκλήρωση της κυρίως αιτήσεως. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο